Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

"Τα σκουπίδια!"

  
Η τρίχρονη κόρη μου έκλαιγε εκείνο το πρωί, γιατί δεν της άρεσε το ροζ κολάν και η άσπρη μπλούζα της. Δεν ταίριαζε με την πράσινη καινούρια στέκα, που της αγόρασε η γιαγιά της. Η γυναίκα μου τής φώναζε κι αναθεμάτιζε τη γιαγιά της κι εγώ ήθελα να της πω να μην της φωνάζει, μα δεν είχα καμία λύση να προτείνω για το φλέγον θέμα του κολάν και της στέκας. Προσπάθησα μέχρι να ετοιμαστώ για τη δουλειά να είμαι  ένας αόρατος άνθρωπος, ένα ανεπαίσθητο ξωτικό. Περπατούσα στις μύτες για να μην με αντιληφθούν τα δύο θηλυκά του σπιτιού και στρέψουν την οργή τους πάνω μου. Τα είχα σχεδόν καταφέρει, όταν άνοιξα την πόρτα για να φύγω χωρίς να τις χαιρετίσω.
   "Τα σκουπίδια!", μου φώναξε η γυναίκα μου. "Ωχ!", σκέφτηκα. Θα ακολουθούσε το γνωστό τροπάριο. "Γιατί ποτέ δεν παίρνεις τα σκουπίδια; Πρέπει να τα κάνω όλα εγώ; Δεν αρκεί, που κάνω όλες τις δουλειές; Που πηγαίνω τη μικρή στον παιδικό σταθμό; Που δουλεύω και συνεισφέρω στο εισόδημά μας; Εγώ δεν είμαι σαν τη μάνα σου! Που του τα πήγαινε όλα στο χέρι του πατέρα σου!..."
    Περίπου ένα πεντάλεπτο κρατούσε κάθε φορά ο χείμαρρος της κάθε φορά που ξεχνούσα να πάρω τα σκουπίδια. Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, αυτή μου η μικρή παραμέληση ήταν κάτι που την εξόργιζε. Σχεδόν πάντα κατέληγε στο ότι με κακόμαθε η μάνα μου. Αν είχα χρόνο, θα της έλεγα πως ήθελα να τη βοηθήσω και πως δεν με άφηνε. Ποτέ δεν έμενε ευχαριστημένη από τη προσπάθειά μου να πλύνω τα πιάτα ή να απλώσω τα ρούχα. Όταν πήγαινα να παίξω με τη μικρή για να ξεκουραστεί λίγο, επενέβαινε συστηματικά, γιατί θεωρούσε ότι "έδινα λάθος μηνύματα στο παιδί", επειδή την άφηνα να με χτυπάει λίγο. Και κατέληγε πάλι στο ότι εκείνη δεν είναι σαν τη μάνα μου. Γνωρίζω ότι η μάνα μου δεν είναι ο πιο εύκολος άνθρωπος και δεν συμπάθησε ποτέ τη νύφη της, αλλά εκείνες τις στιγμές η αναφορά της σε αυτήν ήταν πραγματικά άσχετη! Έχω μάθει να καταπίνω τον θυμό μου από τον καιρό που η μάνα μου με έβαζε με το ζόρι να αδειάζω όλο μου το πιάτο. Αυτό έκανα κι εκείνο το πρωί. Πήρα τα σκουπίδια κι έφυγα ξεφυσώντας, ευχόμενος να έχω πολλή δουλειά στο γραφείο και να αργήσω να γυρίσω.
     Δυστυχώς δεν είχα πολλή δουλειά και γύρισα νωρίς το απόγευμα. Ήταν Νοέμβριος και είχε σχεδόν βραδιάσει. Η γυναίκα μου μαγείρευε χυλοπίτες και η κόρη μου κοιμόταν στο δωμάτιό της. 
"Πλησιάζουν τα γενέθλια της μικρής", μου είπε αυστηρά.
"Το ξέρω.", απάντησα ήρεμα.
"Νόμιζα ότι θα τα ξεχνούσες."
"Γιατί;"
Δεν απάντησε. Αναστέναξε δυνατά και συνέχισε λίγο μετά ανακατεύοντας τις χυλοπίτες στην κατσαρόλα.
"Η μάνα σου πέρασε χθες και άφησε το δώρο της σε έναν φάκελο. Διακόσια πενήντα ευρώ. Έξαλλη έγινα!"
"Γιατί;"
"Γιατί είπε ότι τα χρήματα είναι για το δώρο της μικρής και το ρεύμα. Δηλαδή δεν έχουμε χρήματα να πληρώσουμε το ρεύμα; Δεν δουλεύουμε και οι δύο;"
"Δουλεύουμε."
"Τότε τι; Μας κοπανάει ότι είμαι απλήρωτη έξι μήνες; Εγώ φταίω;"
"Ίσως ήθελε απλώς να βοηθήσει..."
"Να μας ταπεινώσει ήθελε!"
      Δεν είχα διάθεση για καβγά. Ποτέ δεν είχα διάθεση για καβγάδες και πάντα τους απέφευγα. Όμως, η γυναίκα μου έδειχνε τόσο δυσαρεστημένη μαζί μου. Αναρωτιόμουν κάθε βράδυ τι έκανα τόσο λάθος και δεν μπορούσαμε να χαρούμε τη ζωή μας. 
"Τα λέμε μετά. Πρέπει να στείλω κάτι σε έναν πελάτη", είπα ψέματα και πήγα μέσα. Πριν μπω στο γραφείο μου, έριξα μια ματιά στην κόρη μου. Κοιμόταν σαν αγγελούδι. Άραγε άκουγε τους καβγάδες μας στον ύπνο της; Αν ναι, πώς θα την επηρέαζε αυτό; Δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Έφυγα γρήγορα από το δωμάτιό της με μια αίσθηση γλυκιά και πικρή ταυτόχρονα. Έκλεισα την πόρτα αποφασισμένος να παίξω κανένα παιχνίδι στον υπολογιστή μέχρι να ξυπνήσει η μικρή. Και τότε άκουσα τις φωνές της...
"Πού είναι; Πού είναι; Θεέ μου!"
Έτρεξα μέσα. Η γυναίκα μου σχεδόν ούρλιαζε και ελαφρώς χοροπηδούσε.
"Θα ξυπνήσεις το παιδί! Γιατί φωνάζεις;", της είπα ήρεμα. Πάντα ήμουν τόσο ήρεμος μα δεν βοηθούσε.
"Τα λεφτά της μάνας σου! Ήταν σε έναν φάκελο! Τον είχα ακουμπήσει εδώ!", είπε κι έδειξε τον πάγκο της κουζίνας.
"Δεν τα πήρε κανείς. Θα τα βρούμε..."
Τότε εκείνη βούρκωσε σαν παιδί, που ομολογούσε τη χειρότερη αταξία.
"Νομίζω ότι..."
"Τι;"
"Ότι τα πέταξα!"
"Μα πώς;"
"Εγώ φταίω; Προσπαθώ τόσο πολύ να έχουμε ένα τακτοποιημένο σπίτι! Κάθε μέρα τρέχω από πίσω σας και συμμαζεύω! Εσύ δεν κουνάς ούτε το δαχτυλάκι σου! Η μικρή είναι σαν ένας τυφώνας, που διαλύει τα πάντα!"
Τι σχέση είχε αυτό; Δεν ρώτησα καν. Μα απάντησε από μόνη της.
"Συμμάζευα χθες το βράδυ και αφηρημένα πήρα τον φάκελο και τον πέταξα στα σκουπίδια!"
Τότε άρχισε να κλαίει γοερά σαν να είχε προκαλέσει μεγάλη καταστροφή.
"Μαμά! Μαμά!", άρχισε να κλαίει το παιδί μέσα.
Δεν ήξερα ποια να παρηγορήσω. Τα είχα χάσει.
"Μην φωνάζεις. Αναστατώνεις το παιδί...", της είπα αυστηρά και το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως.
"Βέβαια, αναστατώνω το παιδί! Πέταξα τα λεφτά για το δώρο του! Και για το ρεύμα! Θεέ μου, είμαι
η χειρότερη μάνα!". 
"Τι έκανε η μαμά; Τι έκανε η μαμά;", φώναζε η κόρη μου μέσα.
Πήγα στο παιδικό δωμάτιο και της είπα πως όλα ήταν εντάξει. Τι ψέματα που αναγκαζόμαστε μερικές φορές να λέμε στα παιδιά. Πόσο ανόητοι είμαστε και πόσο ανόητα τα θεωρούμε. Δεν είχε αυτιά να ακούσει; Δεν είχε μάτια να δει; Μα ήταν, όμως, το μόνο που σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή να κάνω...
"Εσύ φταις!", άκουσα ξαφνικά μια στριγκλιά από μέσα.
"Τι έκανα εγώ;", έτρεξα πάλι στη γυναίκα μου.
"Γιατί πέταξες τα σκουπίδια; Κάθε πρωί τα ξεχνάς! Ήταν ανάγκη να τα πετάξεις σήμερα; Αν δεν τα είχες πετάξει, θα βρίσκαμε τον φάκελο με τα λεφτά!"
"Μα εσύ μου είπες να τα πετάξω!", της είπα και τώρα ένιωθα τον θυμό να αγωνίζεται να βγει. Πρέπει να είχα κοκκινίσει ολόκληρος γιατί ένιωθα το πρόσωπό μου να καίγεται.
"Εγώ φταίω! Για όλα φταίω εγώ! Εγώ δεν είμαι σαν τη μάνα σου που..."
"Πάω να ψάξω στα σκουπίδια!", είπα και πήρα αγριεμένα το μπουφάν μου. 
"Πού πάει ο μπαμπάς;", φώναξε η μικρή από μέσα και τη λυπήθηκα μα προτιμούσα πραγματικά να χωθώ σε έναν κάδο σκουπιδιών παρά να μείνω μια στιγμή ακόμη στο σπίτι!
     Στα σκουπίδια δεν ήξερα ποια σακούλα να ψάξω. Δεν θυμόμουν πώς ήταν αυτή που πέταξα το πρωί. Άρχισα να τις κοιτάζω μία μία προσπαθώντας να δω αν θα μου θύμιζε κάποια κάτι. Κι ύστερα άρχισα να της ανοίγω. Καθόλου ευχάριστο μα έπρεπε να βρω τον φάκελο, ακόμη και μέσα σε αυτή τη δυσωδία! Ένιωθα πως ήταν το καθήκον μου, ως άντρας του σπιτιού, να βρω τα χρήματα και να επαναφέρω την οικογενειακή ισορροπία. Ξαφνικά, εκεί μου ήμουν χωμένος στον κάδο και αηδιαστικά λερωμένος, άκουσα το όνομά μου. Γύρισα παραξενεμένος. Αντίκρισα μια συμμαθήτριά μου από το σχολείο. Είχα να τη δω από δεκαοχτώ χρόνων. Ήταν ακόμη όμορφη, όπως τότε. Όλοι την είχαμε ερωτευτεί στο λύκειο. Κρατούσε ένα κουτί από πιτσαρία.
"Μα πόσα χρόνια έχω να σε δω! Τι κάνεις;", μου είπε κάπως αμήχανα.
"Καλά, εσύ;", της απάντησα και ξαφνικά συνειδητοποίησα την κατάστασή μου και ένιωσα απίστευτη ντροπή.
"Καλά. Δόξα τω Θεώ. Είναι δύσκολες εποχές. Έχεις οικογένεια;", με ρώτησε και με κοιτούσε συμπονετικά.
"Ναι, παντρεύτηκα. Έχουμε μια κόρη τριών χρόνων."
Η παλιά μου συμμαθήτρια με κοιτούσε έτοιμη να κλάψει. Δεν κατάλαβα γιατί.
"Να, πάρε την πίτσα. Να έχετε κάτι να φάτε απόψε. Μα τι καιροί είναι αυτοί που ζούμε!", είπε κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
Τότε κατάλαβα ότι νόμιζε ότι έψαχνα στα σκουπίδια φαγητό. Ναι, οι καιροί είναι τόσο ανελέητοι. Ξαφνικά ένιωσα για λίγο σαν όντως να έψαχνα φαγητό στα σκουπίδια για την οικογένειά μου. Σαν αληθινά απελπισμένος. Η έρευνά μου τελείωσε εκεί. Πήρα την πίτσα και ανέβηκα στο σπίτι. Ήμουν βρώμικος μα αυτή τη φορά αληθινά ήρεμος. Όχι ήρεμος για να μην προκαλέσω φωνές. Ήρεμος γιατί ξαφνικά άρχισα να εκτιμώ αυτά που είχα.
    Η γυναίκα μου έκλαιγε στον καναπέ και η κόρη μου τής χάιδευε το χέρι. 
"Τα βρήκες;", με ρώτησε και τα μάτια της ήταν τόσο κόκκινα.
"Όχι. Όμως, έφερα αυτήν την πίτσα. Πάω να κάνω ένα ντους κι ύστερα θα φάμε όλοι μαζί."
"Ευτυχώς που έφερες φαγητό! Πάνω στην υστερία μου έκαψα τις χυλοπίτες!", είπε και ρούφηξε τη μύτη της. Ένιωσα να την αγαπώ πάλι αμέτρητα, όπως παλιά, τότε που ήμασταν νέοι και χωρίς υποχρεώσεις και έβρισκα τα πάντα σε εκείνη χαριτωμένα.
"Πίτσα! Πίτσα!", άρχισε η μικρή να χοροπηδάει από χαρά.
       Όταν βγήκα από το μπάνιο, καθαρός και ανανεωμένος, πήγα πάλι στο σαλόνι. Είχαν ήδη αρχίσει να τρώνε. Η γυναίκα μου ήταν τόσο αναστατωμένη, που δεν της φάνηκε περίεργο που γύρισα με μια πίτσα από το πουθενά. Για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο ζοριζόταν με όλα. Πόσο προσπαθούσε να μας φροντίσει. Πόσο πάλευε με τον εαυτό της για να γίνεται καλύτερη. Πόσο ανελέητη ήταν μαζί του στο κάθε του λάθος. Κι εγώ; Έπρεπε να είμαι περισσότερο παρών, τώρα μου ήταν σαφές. Ένας σωστός σύζυγος και πατέρας κι όχι ένα φάντασμα, που κοιτάζει τη βολή του. Η κόρη μου γελούσε. Τα παιδιά είναι μαγικά. Θα βρουν το γέλιο τους στο καθετί. Αν είμαστε ανοιχτοί, μπορούμε να γίνουμε κι εμείς μερικές φορές έτσι.
"Σας αγαπώ πολύ και τις δύο!", τους είπα.
Με κοίταξαν και τα μάτια τους έλαμψαν. Ύστερα φάγαμε και οι τρεις. Είχαμε πολύ καιρό να κάνουμε κάτι μαζί σαν οικογένεια, είχαμε πολύ καιρό να νιώσουμε έτσι καλά.
    Έτσι λοιπόν, εκείνη τη μέρα, κάπως σουρεαλιστικά ένιωσα οικογενειακή ευτυχία. Κι ευγνωμοσύνη για όσα είχα. Τη φέρνω στο νου μου κάθε φορά που δυσκολεύομαι. Κάθε φορά που καταπίνω τον θυμό μου ή θέλω να μείνω μόνος μου μακριά από όλους κι από όλα. Καμιά φορά κάτι που φαίνεται κακό, μπορεί να μας δείξει πολλά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αίσθηση των σκουπιδιών πάνω μου, την φρικτή μυρωδιά, την ντροπή, την ταπείνωση μπροστά στη συμμαθήτριά μου. Νιώθω όμως μια μικρή ενοχή για εκείνη. Μπορεί εκείνη και η παρέα της να έμειναν εξαιτίας μου νηστικοί εκείνο το βράδυ. Θα ήθελα να της εξηγήσω τι είχε συμβεί, μα δεν μπόρεσα να τη βρω. 
    Αποφάσισα, ωστόσο, να μιμηθώ την καλοσύνη της. Έτσι καμιά φορά αγοράζω σε άστεγους φαγητό. Τα μάτια τους λάμπουν, όταν τους το δίνω, όπως έλαμψαν τα μάτια της γυναίκας και της κόρης μου όταν τους είπα τόσο αληθινά πως τις αγαπώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου