Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΕ ΦΟΡΑ

Τέλη Σεπτεμβρίου. Το καλοκαίρι φάνταζε ατέλειωτο μα τώρα ξαφνικά μαζεύτηκαν μερικά σύννεφα στον ουρανό και ένιωθε αυτή τη γλυκιά ψύχρα του φθινοπώρου. Δεν θα είναι για πολύ, η ζέστη θα ξανάρθει. Μα πού πήγαν οι εποχές; Δεν μπορούσε παρά να θυμάται ότι, όταν ήταν μικρή, υπήρχαν τέσσερις διαφορετικές εποχές. Ο πλανήτης αλλάζει και αναπροσαρμόζεται, στην άλλη του κόσμου τυφώνες πνίγουν και καταστρέφουν και καμιά φορά αναρωτιόταν αν η γη θα επιβιώσει τελικά. Μεγάλα ερωτήματα και είμαστε τόσο, μα τόσο μικροί...
    Διάφορα τέτοια σκεφτόταν και περπατούσε γρήγορα εκείνη την ημέρα. Πάντα περπατούσε γρήγορα. Σαν να την κυνηγούσαν; Επειδή η ζωή είναι μικρή και πρέπει να προλάβεις; Ποιος ξέρει. Κάποτε νόμιζε πως μπορούσε να αναλύσει τα πάντα στη ζωή της, πως κάθε μικρή λεπτομέρεια του χαρακτήρα της μπορούσε να αποδοθεί σε κάποιο χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος ανατροφής της. Πως με μαθηματική ακρίβεια φτιάχνεται ο άνθρωπος. Τώρα είχε αλλάξει γνώμη. Έβλεπε την προσωπικότητα του ανθρώπου ως κάτι μαγικό, που έρχεται κάπως, κάπως διαπλάθεται κι ύστερα συνεχώς αλληλεπιδρά και όλο αλληλεπιδρά, φτιάχνει και φτιάχνεται και εκεί δεν υπάρχουν πάντα εξηγήσεις ή τέλος ή αρχή. Η υπερανάλυση την έκανε να νιώθει πως μπορούσε να έχει κάποιο έλεγχο σε όσα της συνέβαιναν μα τελικά είχε αποδειχθεί πως ήταν κι ένα μικρό, καθημερινό μαρτύριο. Μερικές φορές πρέπει απλώς να ζούμε...
    Κοίταξε το ρολόι της. Δαγκώθηκε. Είχε αργήσει πολύ. Δεν της άρεσε να αργεί. Η τυπικότητα ήταν στα βασικά της προσόντα. Από μικρή, σαν να είχε μέσα της ένα εσωτερικό ρολόι πολύ καλά ρυθμισμένο, που ανταποκρινόταν άψογα στις εξωτερικές απαιτήσεις. Τα έκανε όλα εγκαίρως. Μα τώρα μεγάλωνε και μερικά πράγματα άλλαζαν. Μπορούσε λοιπόν και να αργεί λίγο; Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους ασυνεπείς, που αργούν ή δεν εμφανίζονται στα ραντεβού τους, που δεν απαντούν στο τηλέφωνο και δεν ολοκληρώνουν τα όσα έχουν αναλάβει ή που ανεύθυνα κάνουν τη δουλειά τους λάθος. Κι όμως ο κόσμος συνεχίζει παρόλα αυτά να προχωρά. Θα μπορούσε να της συγχωρέσει μια καθυστέρηση ακόμη και μιας ώρας; Μάλλον ναι. Μάλλον όσο μεγαλώνεις, πρέπει να συγχωρείς τις αδυναμίες σου. Κι αν δεν έχεις αδυναμίες, ίσως είναι καιρός να αποκτήσεις μερικές...
    Κι ύστερα ξαφνικά ξέχασε πού έπρεπε να πάει. Το μυαλό της κόλλησε, σταμάτησε, σαν να μην υπήρχε. Πού βρισκόταν; Ο δρόμος της φαινόταν γνωστός μα δεν τον αναγνώριζε. Το ρολόι της τής έλεγε πως έπρεπε πριν μια ώρα να βρίσκεται κάπου εκεί κοντά μα δεν ήξερε πού. Η καρδιά της σφίχηκε. Πάλι το έπαθε. Αυτό ήταν κάτι πολύ σοβαρό. Το μέλλον ερχόταν κατά πάνω της δυσοίωνο. Όπως οι τυφώνες που έβλεπε στην τηλεόραση, που στην άλλη άκρη του κόσμου κατέστρεφαν ζωές μα ήταν πολύ μακριά για να το πιστέψει. Ένιωσε τα χέρια της να ιδρώνουν. Πάλι; Πού βρισκόταν; Πού έπρεπε να πάει; Γιατί είχε αρχίσει να ξεχνάει; Βρισκόταν έξω από ένα μικρό παρκάκι, μια μικρή πράσινη όαση μέσα στο γκρίζο. Μπήκε στο πάρκο και κάθισε σε ένα παγκάκι . Όταν κάτι έρχεται κατά πάνω σου με τέτοια φόρα, πρέπει να βρίσκεις τρόπους να παίρνεις ανάσες..
    Στο παγκάκι καθόταν μια νεαρή μαμά με ένα κοριτσάκι περίπου τεσσάρων χρόνων. Προσπαθούσε να το ταϊσει μα το παιδί δεν ήθελε, γκρίνιαζε και όλο της έφευγε. Η νεαρή μαμά έδειχνε απελπισμένη. Την κοίταξε με συμπάθεια. Εκείνη θυμήθηκε τον εαυτό της, όταν ήταν η ίδια νεαρή μαμά. Χωρισμένη, με δύο παιδιά, χωρίς βοήθεια. Ήταν πάντα λαχανιασμένη και τα βράδια έκλαιγε αθόρυβα. Νόμιζε πως τα χρόνια δεν θα περνούσαν ποτέ. Ευχόταν να περάσει η ζωή της και να πεθάνει. Τώρα να, βρισκόταν σε ένα παγκάκι και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της είχε σχεδόν περάσει.  Ευχόταν να μπορούσε να έχει έστω και λίγη από την απελπισία της κοπέλας.
"Δεν πειράζει κι αν δεν φάει", είπε στη νεαρή μαμά.
Εκείνη την κοίταξε το ίδιο απελπισμένη, σαν να μην είχε ενέργεια να μιλήσει και της χαμογέλασε αμήχανα.
"Κοίτα τη δουλειά σου, είπε στον εαυτό της. Τι ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις; Ούτε εσένα σου άρεσε τότε να σου κάνουν παρατηρήσεις οι μεγαλύτερες γυναίκες. Πάρε μια ανάσα. Πρέπει να θυμηθείς πού έχεις να πας."
Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Τα μάτια της βούρκωσαν. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά της.
"Είστε καλά;", τη ρώτησε η νεαρή μαμά.
"Ναι. Δηλαδή όχι. Ξαφνικά δεν θυμάμαι πού πρέπει να πάω. Είναι η τρίτη φορά που το παθαίνω."
Η κοπέλα δεν ήξερε τι να πει. Το κοριτσάκι ήρθε μπροστά της και κοιτούσε επίμονα τα δάκρυα στα μάγουλά της.
"Μαμά, η κυρία είναι δυστυχισμένη;"
"Σςςς!, φώναξε η μαμά της. Έλα να φας το γιαούρτι σου!"
"Δεν θέλω!"
"Έλα!", φώναξε πάλι η νεαρή μαμά και τράβηξε το κοριτσάκι απότομα από το χέρι.
    Η μικρή έβαλε τα κλάματα. Η μαμά της μάλλον ένιωσε ενοχές που την πόνεσε, βούρκωσε κι εκείνη. Τα μάτια της ήταν μαυρισμένα από την κούραση.
Και οι τρεις τους άρχισαν να κλαίνε με αναφιλητά στο παγκάκι και ένας περαστικός κύριος τις κοίταξε με απορία.
"Στο γιατρό! Στο γιατρό πρέπει να πάω! Είναι στο επόμενο στενό!".
Ξαφνικά θυμήθηκε! Τι ευτυχία! Δεν θα έμενε για πάντα έτσι, χαμένη σε έναν δρόμο που κάτι αδιόρατα μόνο τής θύμιζε! Θυμήθηκε! Ευχαρίστησε από μέσα της τον Θεό, την Παναγία και όλους τους αγίους και σηκώθηκε σχεδόν χοροπηδώντας σκουπίζοντας τα μάτια της.
"Μαμά, η κυρία είναι άρρωστη; Γιατί θα πάει στο γιατρό;", ρώτησε το κοριτσάκι και ρούφηξε τη μύτη της.
"Σςςς, έλα να φας το γιαούρτι σου", είπε η μαμά της και ρούφηξε κι εκείνη τη μύτη της.
"Θυμήθηκα! Είμαι καλά τώρα, γεια σας", ένιωσε μια ανεξήγητη ανάγκη να ενημερώσει την κοπέλα και να τη χαιρετίσει.
"Γεια σας, περαστικά...", είπε αμήχανα εκείνη, ακόμη βουρκωμένη.
"Περαστικά!", φώναξε και η μικρή.
"Σςςςς...", της είπε η μαμά της.
     Τώρα απομακρυνόταν και δεν ήξερε πώς να νιώσει. Ήταν χαρούμενη γιατί είχε θυμηθεί μα και λυπημένη που το έπαθε πάλι. Ένιωθε ελπίδα μα ήταν και αγχωμένη. Τι θα της έλεγε ο γιατρός; Αν ήταν αυτό που φοβόταν; Τελείωσε λοιπόν η ζωή της; Μπορεί να ήταν και από το άγχος. Ναι, αγχωνόταν πολύ για όλα και αυτό έπρεπε να σταματήσει...
     Όταν κάτι έρχεται πάνω σου με δύναμη, πρέπει να βρίσκεις λίγο χώρο, λίγο χρόνο για μερικές ανάσες. Περπατώντας αργά άρχισε να επεξεργάζεται τον ουρανό. Μια γεύση από φθινόπωρο. Αυτή η όμορφη ψύχρα. Μερικά περιστέρια που πετούσαν στα κλαδιά των δέντρων. Η ροή της πόλης, αυτή η ζωντανή ροή με την τόση φασαρία. Κι αυτή εκεί, μέσα σε όλα αυτά μπορούσε ακόμη να παίρνει ανάσες. Για τώρα, ναι, ήταν αρκετό.
"Φάε το γιαούρτι σου", άκουσε τη νεαρή μαμά από μακριά.
    Το κορίτσι είχε απομακρυνθεί και κυνηγούσε ένα περιστέρι. Έτσι που έτρεξαν για μια στιγμή και οι δύο, σαν να είδε  τη δική της ζωή, που τώρα κατηφόριζε με φόρα....
 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου