Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Απροδιόριστα

Ήταν τέλη καλοκαιριού σε έναν παραθαλάσσιο οικισμό και σε ένα μπαλκόνι μια γυναίκα άκουγε τα βήματα του Αυγούστου, που είχε ήδη αρχίσει να ξεμακραίνει. Δεν έχει μεγάλη σημασία ποια ήταν αυτή η γυναίκα, πώς την έλεγαν ή τι ηλικία είχε. Θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όνομα, να είναι νεαρή φοιτήτρια ή μεσήλικη ή να είναι τριαντα πέντε χρόνων. Ή και μεγάλη, πολύ μεγάλη. Το θέμα είναι όμως εκεί κάτω από τα άστρα ένιωθε πάλι μικρό κορίτσι, οπότε ας μείνουμε σε αυτό. Ούτε έχει νόημα να αναφέρουμε την οικογενειακή της κατάσταση. Μπορεί να ήταν πρόσφατα χωρισμένη ή έγκυος ή να είχε ήδη δύο παιδιά, που την κούραζαν πολύ ή να είχε ένα εγγόνι που λάτρευε. Ή να μην ήθελε ποτέ να κάνει παιδιά ή ακόμη και να το σκεφτόταν. Μπορεί να αγαπούσε τον άντρα της ή να μην ήθελε κανέναν άντρα στη ζωή της ή να ήταν πληγωμένη ή να ευχόταν να βρει τον έρωτα ξανά ή για πρώτη φορά. Τίποτε από όλα αυτά που συνήθως μας καθορίζουν δεν είχε τότε σημασία. Γιατί εκείνο το βράδυ σε αυτό το μπαλκόνι ένιωθε να αιωρείται μόνη, ολομόναχη στον κόσμο. Και αν και παράξενο, αυτό της άρεσε.
Όλα στο σκοτάδι έδειχναν αλλιώς. Το κόκκινο χρώμα της βοκαμβίλιας δεν φαινόταν. Το φυτό έμοιαζε με τεράστιο χέρι που είχε αρπάξει το μπαλκόνι. Τα γύρω σπίτια ήταν άδεια και σκοτεινά. Οι παραθεριστές είχαν φύγει. Ακόμη και τα τζιτζίκια, που τα ζεστά βράδια τραγουδούσαν, είχαν πάψει. Η θάλασσα πέρα μακριά, δεν φαινόταν. Και το φεγγάρι σαν να το είχε κόψει από κιτρινωπό χαρτόνι ένα μικρό παιδί για να παίξει.
Ήταν η ηρεμία γύρω της άραγε αυτό που γαλήνευε την ψυχή της; Ω, μην νομίσετε πως η γυναίκα αυτή δεν είχε έγνοιες και προβληματισμούς. Συχνά τη βασάνιζε μια αδιόρατη κακή ψυχική διάθεση. Είχε δυσκολίες όπως όλοι. Συναντούσε απογοητεύσεις, απρόοπτα, δυσκολίες και συχνά οι σχέσεις της με άλλους ήταν τεταμένες. Όχι, μη ρωτήσετε, σας παρακαλώ, τι συγκεκριμένα προβλήματα είχε. Ξέρω, όλοι έχουμε μια ροπή στην περιέργεια και στην ηδονοβλεψία, συχνά δε ανακουφιζόμαστε, όταν κάποιος υποφέρει περισσότερο από εμάς. Προσπαθήστε να συγκρατήσετε αυτές τις τάσεις σας. Γιατί πραγματικά εκείνο το βράδυ τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία.
Ξέχασα να σας αναφέρω πως τα ακουστικά στα αυτιά της τής έφερναν τους ήχους ενός πιάνου. Ναι, ένα πιάνο μέσα στη νύχτα μπορεί να σε γαληνέψει, ειδικά όταν κοιτάζεις το μισοφέγγαρο και μερικά αστέρια και αρχίζεις να αποχαιρετάς το καλοκαίρι και όλοι γύρω σου λείπουν και νιώθεις τόσο σαν μικρό παιδί που για λίγα δευτερόλεπτα ξεχνάς κι εσύ ακόμη ο ίδιος ποιος ή πού είσαι.
Μέσα στην ομορφιά της ήσυχης νύχτας ήρθαν να προστεθούν μερικές πυγολαμπίδες. Μα ήταν τόσο χαριτωμένες, σχεδόν εξωπραγματικές. Στην πόλη δεν βλέπεις ποτέ πυγολαμπίδες. Μόνο ψεύτικα φώτα να κυλάνε στις λεωφόρους. Όμως δεν είχε σημασία ούτε η πόλη. Γιατί τώρα ήταν σε εκείνο το μπαλκόνι, μακριά από κάθε φασαρία. Μόνο το πιάνο υπήρχε και τίποτε άλλο, λίγο μελαγχολικό μα τόσο αληθινό που η μελαγχολία του γινόταν σχεδόν εθιστική.
Το ξέρω ότι σύντομα θα αρχίσετε να εκνευρίζεστε. Τι ιστορία είναι αυτή; Τι είναι όλα αυτά τα απροσδιόριστα; Χωρίς το μέρος, την ηλικία της ηρωίδας, την οικογενειακή της κατάσταση, τα προβλήματά της; Απλώς κάθεται σε ένα μπαλκόνι και κοιτάζει πυγολαμπίδες; Ω, αυτός ο ρομαντισμός δεν ταιριάζει πια στην εποχή μας! Γιατί τίποτα από όσα θεωρούμε σημαντικά να μην έχει σημασία; Μόνο ένα πιάνο! Μα ποιος μπορεί σήμερα να νοιαστεί αληθινά για τον ήχο ενός πιάνου;
Δεν σας κατηγορώ μα δεν θα μπορέσω να αποκαλύψω περισσότερα. Νομίζω πως έτσι θα ήθελε αυτή η γυναίκα εκείνο το βράδυ. Να μην καθορίζεται από κανέναν. Να μην σκέφτεται τίποτα, να μην  εύχεται τίποτα. Να μην υπάρχει με τον τρόπο που συνήθως υπάρχουμε. Μα είναι πολύ αγχωτικός αυτός ο τρόπος, δεν το ξέρετε; Ίσως να τη ζηλεύετε λίγο κι ας μην το παραδέχεστε...
Εντάξει, δεν θα επιμείνω. Δεν είναι η εποχή μας για τέτοιες ιστορίες. Το φεγγάρι δεν είναι πια συντροφιά για κανέναν.
Μα φυσικά θα τελειώσω την ιστορία. Η γυναίκα ένιωσε γαλήνη για αρκετή ώρα. Ένιωσε να είναι μια κουκκίδα μέσα στο σύμπαν χωρίς θυμό, προσδοκίες, φόβο, λύπη, χωρίς ούτε χαρά. Ένιωσε πως δεν έλεγχε τίποτα στον απέραντο κυκεώνα που λέγεται ζωή, σύμπαν, κόσμος. Και σαν για λίγο να πέταξε. Ή έτσι τέλος πάντων νόμισε, όπως νομίζουν τα παιδιά καμιά φορά όταν κουνάνε τα χέρια και τρέχουν φωνάζοντας.
Κι ύστερα από λίγο άρχισε να φυσάει.
Το πιάνο άρχισε να γίνεται ενοχλητικό τώρα στα αυτιά της.
Το φεγγάρι είχε κρυφτεί εδώ και ώρα.
Η γυναίκα μπήκε μέσα, επέστρεψε στο όνομά της, την ηλικία της, την οικογένειά της ή στη μοναξιά της. Στη ζωή της και στα προβλήματά της. Στις ευχές και στις προσδοκίες της.
Σύντομα θα επέστρεφε και στην πόλη.
Μέσα στο ψυχρό αεράκι έξω από τον οικισμό και πιο πέρα μακριά, ο Αύγουστος συναντούσε τον Σεπτέμβρη.
"Έρχομαι", ψιθύρισε μόνο ο μελαγχολικός, φθινοπωρινός μήνας κι ύστερα φύσηξε πιο πολύ.
Οι πυγολαμπίδες συνέχισαν να λάμπουν μέσα στο σκοτάδι.
 Όπως αυτό που συνεχίζεται, όταν κάτι τελειώνει.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

"Απόψε θα ευχηθώ, σκεφτόταν
Και στη βροχή αστεριών που θα'ρθει
Σίγουρα θα χωρέσουν κάποιες
Μοναχικές ευχές του Αυγούστου"







Έτσι ξεκίνησε για να βρεθεί κάπου
Να είναι μόνος χωρίς άλλους
Να βρει τον έναστρο ουρανό μονάχο
Στον ώμο του έναν σάκο είχε
Και μέσα είχε στριμώξει τις ευχές του

Περπάτησε πολύ για ώρες
'Υστερα κάτω από ένα δέντρο
Κάθισε αποφασισμένος
Στ' αστέρια που ήταν έτοιμα να πέσουν
Να στείλει τα μεγάλα όνειρά του

Μα ήταν τόσο κουρασμένος
Απ' το μεγάλο του ταξίδι
Για λίγο έκλεισε τα μάτια

Όλη τη νύχτα πεφταστέρια
Ταξίδευαν στον ουρανό

Οι ευχές του ξετρύπωσαν και φύγαν
Χάθηκαν γρήγορα μέσα στο δάσος

Όλη τη νύχτα πεφταστέρια
Ταξίδευαν στον ουρανό

Κι εκείνος ήσυχα σαν παιδί κοιμόταν


(Γιατί οι ευχές είναι προορισμένες
μονάχα για να ξεγλιστράνε.
Συνήθως όταν τ'άστρα πέφτουν
είμαστε αποκοιμισμένοι...)