Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Παραδίδονται Μαθήματα Ζωγραφικής Εντός του Καταστήματος

   
Κάπου εκεί στον ύπνο του εκείνο το βράδυ ξετρύπωσε από σκέψεις τόσο μακρινές μια κοπέλα, που όταν ήταν φοιτητής είχε ερωτευτεί και δεν το είχε πει σε κανέναν. Εκείνος σύχναζε σε μια καφετέρια κοντά στο Πανεπιστήμιο, φορτωμένος κάθε φορά με βιβλία και σημειώσεις κι εκείνη δούλευε σε μια γκαλερί απέναντι και μερικές φορές ήταν καθισμένη στο μεγάλο σκαλί έξω και κάπνιζε με ένα βλέμμα που θύμιζε εύθραυστο κορίτσι από άλλη εποχή. Την κοιτούσε γεμάτος λαχτάρα ένα απόγευμα και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ήταν σαν να είχαν μιλήσει, σαν να είπαν πολλά μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός ή σαν να ξαναγεννήθηκε. Έκτοτε καταλάβαινε πως η κοπέλα κάπνιζε πιο συχνά έξω για να τον κοιτάζει ή άλλες φορές καθόταν σε συγκεκριμένο σημείο μέσα στη γκαλερί από όπου τα βλέμματά τους κλεφτά μπορούσαν πάλι να συναντιούνται για λίγο κι ύστερα τάχα να απομακρύνονται για να βρεθούν πάλι λίγο μετά κι ήταν όλοι αυτοί οι διάλογοι των ματιών ένας χείμαρρος μέσα στην καρδιά του. 
    Εκείνα τα χρόνια ήταν ένας πολύ επιμελής νέος, γεμάτος υποχρεώσεις, αφοσιωμένος στις σπουδές του στη Νομική, η περηφάνια των γονιών του και όλων των συγγενών, όμως συχνά τα βράδια ξυπνούσε ξαφνικά με ταχυπαλμίες κι ένιωθε πως ήθελε να τρέξει για κάπου μακριά. Η γκαλερί, στην οποία δούλευε η κοπέλα που χωρίς να γνωρίζει είχε αγαπήσει, ήταν ένας κόσμος που τον γοήτευε. Οι πίνακες ήταν γεμάτοι χρώματα έντονα ή μελαγχολικά, γεμάτοι εικόνες κατακερματισμένες σύγχρονες ή τοπία ρομαντικά, και συνεχώς κάτι του φώναζαν. Δεν μπορούσε να το ακούσει, όμως. Το ειδύλλιο με το άγνωστο κορίτσι τελείωσε άδοξα λίγο πριν το τέλος του τελευταίου εξαμήνου. Τυχαία έξω είδε ένα χαρτάκι ένα πρωί, που η γκαλερί ήταν κλειστή. "ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ". Όταν γύρισε στο διαμέρισμά του του δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται. Κι αν η κοπέλα ήταν ζωγράφος; Αν εκείνη είχε χρωματίσει όλους αυτούς τους πίνακες; Αν εκείνη δίδασκε ζωγραφική; Πέρασε ένα σαββατοκύριακο σχεδόν αποφασισμένος να μη δώσει τα δύο τελευταία μαθήματα που χρωστούσε και να αλλάξει ζωή, να γίνει ζωγράφος δίπλα στην όμορφη άγνωστη, να ταξιδέψει μαζί της στον κόσμο και αποτυπώσει σε πίνακες την ομορφιά του, να τη ζωγραφίσει κι εκείνη γυμνή και ντυμένη και να κάνει μαζί της πολλά παιδιά, που θα ζωγράφιζαν κι αυτά και θα έγραφαν και θα τραγουδούσαν. Δεν ήθελε να γίνει δικηγόρος. Τελικά τελείωσε τις σπουδές του με άριστα, έγινε δικαστικός και παντρεύτηκε μια δικηγόρο και τα παιδιά τους σπούδασαν Νομική και Ιατρική, έγιναν κι εκείνα άνθρωποι επιμελείς και γεμάτοι υποχρεώσεις και μερικές φορές έβλεπε στα μάτια τους τα δικά του σύννεφα μα γρήγορα άλλαζε σκέψη για να μην στενοχωριέται, για να μην θυμάται, για να μην νιώθει. Την κοπέλα από τη γκαλερί φυσικά την είχε ξεχάσει εντελώς για δεκαετίες μέχρι που εκείνο το βράδυ την είδε στο όνειρό του.
    Ήταν νέος στο όνειρό του, νέος και αποφασισμένος να τη συναντήσει. Είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και θα πήγαινε στο κατάστημα για να τη γνωρίσει, για να του μάθει εκείνη να ζωγραφίζει, για να τη φιλήσει, για να φύγουν μετά μαζί και να πάνε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και να μείνουν εκεί για μέρες κάτω από τα σκεπάσματα πίνοντας κρασί. Ήταν νέος και η καρδιά του τρεμόπαιζε, ένιωθε ανησυχία και ενθουσιασμό, άγχος και αγαλλίαση, ένιωθε έρωτα, ένιωθε πως επιτέλους ζούσε. Έφτασε στη γκαλερί και ανέβηκε το μεγάλο σκαλί, εκείνο το σκαλί στο οποίο τόσες φορές είχε καθίσει αυτό το πλάσμα που λάτρευε. Η πόρτα ήταν κλειστή και πήγε να την ανοίξει. Μα όταν άκουσε το τρίξιμό της, ένιωσε κάποιον να τον σκουντάει και ξαφνικά πετάχτηκε. Βρέθηκε σε μπλε πιτζάμες κι ένα σώμα μεσήλικα με μια κοιλιά που προεξείχε, σε ένα τεράστιο πολυτελές κρεβάτι με τη γυναίκα του δίπλα του, που φορούσε ακριβό νυχτικό μα είχε στρυφνό βλέμμα και τον σκουντούσε με τόση δύναμη που το όνειρο διαλύθηκε, διαλύθηκε η πόρτα και το σκαλί και η γκαλερί και εκείνος ο έρωτας και η ελπίδα πως επιτέλους κάτι θα ζούσε.
     "Σήκω, το δικαστήριο σου είναι σε δυο ώρες κι έχω κι εγώ δικαστήριο και έχω αργήσει. Σήκω, τι έπαθες;"
Ξαφνικά ένιωσε πως δεν ήταν εκείνος αυτός ο δικαστής, που σε δυο ώρες κάποιος αθώος ή ένοχος θα κοίταζε με τρόμο. Πως δεν ήταν ο άντρας ο ευυπόληπτος, ο επιτυχημένος, που οι περισσότεροι ζήλευαν για την οικονομική άνεσή που είχε. Πως δεν ήταν ο καλός πατέρας που στεκόταν πάντα δίπλα στα παιδιά του και τα ενθάρρυνε να γίνουν σωστοί άνθρωποι και τυπικοί και υπεύθυνοι, όπως εκείνος. Πως δεν ήταν ο καλός σύζυγος που δεν ξεχνούσε ποτέ γενέθλια ή επετείους και δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του, ούτε κακομεταχειριζόταν τη γυναίκα του ποτέ, ούτε όταν τον εκνεύριζε ακόμη και για λόγο απλό της το έλεγε.
    Μα τώρα ξαφνικά ήταν ένας άλλος, ένας όμορφος νέος που λαχταρούσε να ζωγραφίσει και να κάνει έρωτα, και ξύπνησε σε ένα σώμα γερασμένο και μισούσε αυτή τη γυναίκα δίπλα του με την βραχνιασμένη από τον ύπνο φωνή που τον σκουντούσε, μισούσε το πολυτελές κρεβάτι και το όμορφα το διακοσμημένο υπνοδωμάτιο, τα βαριά έπιπλα στο σαλόνι, τη γεμάτη λουλούδια βεράντα και την όμορφη γειτονιά με τα ακριβά αυτοκίνητα. "Τι έχεις; Νιώθεις καλά;", του έλεγε η γυναίκα του και συνέχιζε να τον σκουντάει κι εκείνος έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε για λίγο πως πέθαινε. 
    "Ξύπνα, αγάπη μου, θα αργήσουμε, ξύπνα επιτέλους...", ακουγόταν η βραχνιασμένη φωνή και εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Ανεκπλήρωτο πατώντας ελαφρά για να μην το ακούσουν έτρεξε  να κρυφτεί πίσω από την τεράστια βιβλιοθήκη, για να μην τον ταράζει άλλο, να μην του προκαλεί δυστυχία. Για να τον αφήσει απλώς να ζήσει τη ζωή που εκείνος ο ίδιος είχε μάλλον συνειδητά επιλέξει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου