Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΠΑΛΙΟΖΩΗ...

   

Η άνοιξη αυτή δεν μπήκε καλά. Πάντα βέβαια πριν έρθει κάτι ωραίο πρέπει να υποφέρεις, το έχω μάθει για τα καλά αυτό εγώ, ο Πορτοκαλόγατος, που ζω στους δρόμους αυτής της άχαρης πόλης. Εντάξει, το παρκάκι όπου συχνάζω δεν είναι τόσο άχαρο, μα τι να σου κάνουν λίγα ήσυχα δέντρα μπροστά στην τόση γκρίζα φασαρία; Για να μην πω και για τα περιστέρια του πάρκου που όλο μας κουτσουλάνε. Τέλος πάντως, έμαθα να αντέχω αυτή τη δύσκολη ζωή και τα απρόοπτά της. Έμαθα να τριγυρνώ με άδειο στομάχι και να ψάχνω στα σκουπίδια αποφάγια ανάμεσα σε χρησιμοποιημένα χαρτιά υγείας και τρύπιες παντόφλες. Τι να πεις, παλιοζωή. Άλλοι γάτοι είναι σε σαλόνια και τρώνε κάθε μέρα φιλέτο. Μα κι αυτούς δεν τους ζηλεύω. Κλεισμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους να ακούνε οικογενειακούς καβγάδες και ηλίθιους στην τηλεόραση. Παλιοζωή κι αυτή. Αλλά το φιλέτο, φιλέτο. Εντάξει, δεν θα έλεγα όχι σήμερα σε λίγο φιλέτο. Ή σε λίγη ζεστασιά. Γιατί όπως σας είπα, αυτή η άνοιξη δεν μπήκε καλά φέτος. Όλη μέρα σήμερα βρέχει και κάνει κρύο εκνευριστικό.

    Και τη βροχή την αντέχει ο Πορτοκαλόγατος. Τόσα χρόνια στους δρόμους έμαθα να κρύβομαι κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τέντες κλειστών μαγαζιών. Δεν έμαθα ποτέ γιατί εμείς οι γάτες μισούμε τόσο το νερό. Όταν ήμουν μικρό γατάκι, είχα ρωτήσει τη μαμά μου. Είχε αποφύγει να μου απαντήσει σαν να έκρυβε το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου. Θα ήθελα να ξέρω. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε εμείς τα ζωντανά πλάσματα και πορευόμαστε ανίδεα και τυφλά και χωρίς νόημα στο τυχαίο που λέγεται ζωή. "Πορτοκαλόγατος, ο φιλόσοφος", με λένε κάτι φίλοι, που νιαουρίζουμε μαζί στο πάρκο τις νύχτες. Και τι τους πειράζει που αναρωτιέμαι; Αυτοί είναι στον κόσμο τους. Ό,τι φάνε και ό,τι πιουν. "Και τι μας νοιάζει ο λόγος που μισούμε το νερό; Σημασία έχει ότι το μισούμε." Έτσι μου λένε και εγώ ταπεινωμένος φεύγω από το πάρκο και ανεβαίνω σε ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό κτήριο και νιαουρίζω στο φεγγάρι. Το φεγγάρι έχει ακούσει πολλά τραγούδια, νιαουρίσματα και απορίες και ουδεμία απάντηση έδωσε ποτέ. Οπότε, όταν έχω τις μαύρες μου όπως τώρα, τείνω να πιστεύω πως όλες οι άλλες γάτες είναι φυσιολογικές κι εγώ κάτι στραβό, προβληματικό έχω που όλο αναρωτιέμαι για θέματα τέτοια. 
      Αν ξέραμε όμως γιατί μισούμε το νερό, ίσως να μπορούσαμε να πάψουμε να το μισούμε. Κι έτσι δεν θα μας πείραζε η βροχή ούτε τα παλιόπαιδα που μας ρίχνουν με το νεροπίστολο. Θα ήμασταν πιο δυνατοί. Κανείς όμως εκτός από μένα δεν ρωτάει και ούτε και θέλει να μάθει. Μιας και τόσα σας είπα μέχρι τώρα θα σας εξομολογηθώ πώς μου καρφώθηκε αυτή η σκέψη τότε που ήμουν ακόμη μικρό γατάκι και έπινα γάλα από τη μαμά μου. Είχα συναντήσει ένα αδέσποτο σκυλί, τον Μπούφο, που τριγύριζε στο πάρκο. Ήταν βρώμικος και γέρος. Δεν τον φοβήθηκα και πιάσαμε κουβέντα. "Γατάκι μικρό είσαι ακόμη, μου είπε. Δεν έχεις μάθει να μισείς τα σκυλιά. Αν ξέραμε γιατί μισούμε ο ένας τον άλλον ίσως το μίσος να χανόταν για πάντα. Ίσως να ήταν πιο ωραία να είμαστε μονιασμένοι." Μετά ήρθε η μαμά μου τρέχοντας. Φοβήθηκε πως ο Μπούφος θα με έτρωγε. Το τρίχωμά της είχε σηκωθεί και νιαούρισε τόσο απειλητικά που τη φοβήθηκα κι εγώ. Ο Μπούφος ατάραχος έκανε μεταβολή κι έφυγε. Μετά η μαμά μου με κατσάδιασε άσχημα. Κι εγώ από πείσμα δεν της είπα τι μου είπε ο Μπούφος, ούτε πόσο τον θαύμασα. Τώρα θα έχει πεθάνει σίγουρα ο Μπούφος. Μερικές φορές εύχομαι να τον είχα παρέα άλλοτε τον καταριέμαι γιατί αυτός έβαλε στο μικρό τότε αθώο μυαλό μου το μικρόβιο της αμφιβολίας. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα βασανίζομαι ακόμη από ερωτήματα τέτοια. Τι να πεις, παλιοζωή.
     Ξέρετε, με βρίσκετε σε μια δύσκολη στιγμή γιατί βιώνω και ερωτική απογοήτευση. Τις προάλλες ερωτεύτηκα μια όμορφη, στρουμπουλή ασπρόμαυρη ψιψίνα. Της έπιασα κουβέντα. Όταν είδα πως ανταποκρινόταν, της είπα ένα ποίημα. "Άνοιξη ήρθε, ψιψίνα μου/έλα σαν λούλουδα να ανθίσουμε/ εμείς τα δυο γατιά του δρόμου/με έρωτα τη νύχτα να φωτίσουμε". Ενθουσιάστηκε. Ήρθε και τρίφτηκε πάνω μου κι εγώ τότε ένιωσα την άνοιξη να μπαίνει στο σώμα μου και να θέλω να της ορμίσω. Μα εκεί που ήμουν έτοιμος για όλα, ήρθε ένας γκριζόασπρος γάτος δυνατός, μεγαλύτερός μου και εντάξει, θα το ομολογήσω, λίγο πιο όμορφος. Με έσπρωξε με θράσος και όρμησε στη στρουμπουλή ψιψίνα μου χωρίς να της πει ούτε λέξη. Μας χάλασε τη στιγμή. Εκείνη σαν να θύμωσε και με τους δυο μας έτρεξε και έφυγε μακριά κι εμείς μείναμε να νιαουρίζουμε απειλητικά ο ένας στον άλλον και να βγάζουμε τα νύχια μας χωρίς σκοπό. Η ψιψίνα που αγάπησα τόσο δεν φάνηκε ξανά και σίγουρα με κάποιον άλλο γατούλη θα έχει ζευγαρώσει ως τώρα. Εγώ δεν θέλω άλλη, θέλω αυτή και δεν πρόκειται να πω το ποίημα μου σε άλλη, όπως με συμβούλευσαν οι φίλοι μου στο πάρκο. "Είσαι αισθηματίας, Πορτοκαλόγατε", μου είπαν σαν να ήταν κάτι πολύ κακό. Τους παράτησα και πήγα στο εγκαταλελειμμένο κτήριο και νιαούρισα στο φεγγάρι. Αυτό αγέρωχο και μυστηριώδες με αγνόησε ακόμη μια βραδιά κάνοντας τον πόνο μου ακόμη πιο δυσβάσταχτο. 
       Αυτά σε γενικές γραμμές πέρασα τον τελευταίο καιρό. Και σήμερα βρέχει όλη μέρα. Με έδιωξαν από την είσοδο μιας πολυκατοικίας, ένα παιδάκι θέλησε να με υιοθετήσει και η μαμά του τον τράβηξε απότομα από το χέρι, η γριά κυρία με τα παρδαλά ρούχα που καμιά φορά μας αφήνει φαγητό σε ένα πιατάκι έχει φύγει διακοπές, οι φίλοι μου όλοι ζευγάρωσαν, νιώθουν σεξουαλικά χορτασμένοι και όλο μου κορδώνονται, η ψιψίνα μου άφαντη, εγώ τριγυρνώ από υπόστεγο σε υπόστεγο κι όλο βρέχομαι. Τι να πεις, παλιοζωή.
      Μα αυτό που πιο πολύ με τρώει και με κάνει να βασανίζομαι είναι που όλο αναρωτιέμαι γιατί οι γάτες μισούν το νερό. Αν ήξερα γιατί, αν κάποιος κάποτε μου έλεγε, ίσως να γινόμουν πιο δυνατός. Ίσως μια τέτοια μέρα, μουντή και τσουχτερή και υγρή τόσο,  όταν όλες οι γάτες θα κρύβονταν, εγώ θα το τολμούσα. Θα έβγαινα στη βροχή να νιαουρίσω. Θα έβγαινα στη βροχή για να βραχώ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου