Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με τη μοβ τούφα

(μια ιστορία που φτιάξαμε με τους 11χρόνους Παναγιώτη και Άννα, στα πλαίσια παρέμβασης της οργάνωσης HomeStart Πειραιά)

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, η Λίλα. Ήταν ένα κοριτσάκι σαν όλα τα άλλα μα είχε και κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε ένα μωρό. Μια μοβ τούφα στα μαλλιά της. Η μητέρα της στην αρχή τρόμαξε και απόρησε. 
"Γιατρέ! Γιατί το κοριτσάκι μου έχει αυτή τη μοβ τούφα στο κεφάλι της;", είπε.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή", απάντησε ο σοφός γιατρός, που είχαν δει πολλά τα μάτια του και δεν τρόμαζε πια, ούτε απορούσε.
Η μητέρα της Λίλας ικανοποιήθηκε από την απάντηση και όταν μεγάλωσε η Λίλα, κάθε φορά που τη ρωτούσε γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα και ξεχώριζε, της απαντούσε:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή".
    Κι έτσι, αφού το άκουσε αυτό πολλές φορές, άρχισε και η Λίλα να ικανοποιείται από αυτήν την απάντηση και σταμάτησε να αναρωτιέται, να ντρέπεται ή να λυπάται για τη μοβ τούφα που είχε στα μαλλιά της. Άρχισε σιγά σιγά να αγαπάει τη μοβ τούφα της και να μην μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς αυτήν.
     Μα μετά η Λίλα πήγε στο σχολείο. Τα άλλα παιδιά, όταν την είδαν άρχισαν να γελάνε και να την κοροϊδεύουν. Η Λίλα έδειξε να μην δείχνει σημασία. Ήξερε πως η μοβ τούφα την έκανε μοναδική. Πληγώθηκε πολλές φορές μα δεν λύγισε. Και όταν κάποιο παιδί τη ρωτούσε στα σοβαρά γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα στα μαλλιά της απαντούσε με θάρρος:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
Το είπε πολλές φορές και κάποια στιγμή τα παιδιά βαρέθηκαν να γελάνε μαζί της. Οι κοροϊδίες τους ήταν άστοχες γιατί η περήφανη Λίλα έδειχνε να μην επηρεάζεται. Στα κρυφά άρχισαν να τη θαυμάζουν. Κι ύστερα να την αποδέχονται και να την αγαπούν. Η Λίλα πέρασε δύσκολα στην αρχή μα τελικά κατάφερε να βρει φίλους, που όταν μιλούσαν για τη μοβ τούφα τους στους γονείς τους, έλεγαν με δέος.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
      Κι ήταν όλα καλά μέχρι που ήρθε καινούρια διευθύντρια στο σχολείο. Η κυρία Ξινισμένη. Όταν είδε τη Λίλα, σοκαρίστηκε. Τι ήταν αυτό το παράξενο κορίτσι; Τι μαλλιά ήταν αυτά; Πώς τολμούσε να εμφανίζεται έτσι στον ιερό χώρο της μάθησης; Πώς τολμούσε τόσο απροκάλυπτα να διαφέρει;
Κάλεσε τη Λίλα και της είπε πως έπρεπε να βάψει τη μοβ τούφα της καστανή, όπως και τα υπόλοιπα τα μαλλιά της.
"Μα έτσι γεννήθηκα, κυρία!", διαμαρτυρήθηκε η Λίλα.
"Δεν με ενδιαφέρει καθόλου, νεαρή μου. Πρέπει να υπάρχει τάξη στην τάξη. Πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι. Τακτοποιημένοι και φρόνιμοι."
Η Λίλα στενοχωρήθηκε πραγματικά πολύ. Κάθισε σε ένα παγκάκι στο προαύλιο και άρχισε να κλαίει. Όλοι οι συμμαθητές της μαζεύτηκαν γύρω της. Όταν τους εξήγησε τι της ζήτησε η κυρία Ξινισμένη, θύμωσαν πραγματικά πολύ! Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο της Λίλας, ήταν και δικό τους. Ποιος ξέρει τι άλλο θα ζητούσε μετά η κυρία Ξινισμένη από εκείνους. Συζήτησαν για ώρα και πήραν όλοι μαζί μια απόφαση.
      Την επόμενη μέρα η κυρία Ξινισμένη είδε έκπληκτη όλους τους συμμαθητές της Λίλας με μια μοβ τούφα στα μαλλιά τους.
"Μα...", πήγε να διαμαρτυρηθεί.
¨Είπατε πως πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι, κα Ξινισμένη! Ορίστε, είμαστε ίδιοι!"
     Η κα Ξινισμένη δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έξυνε το κεφάλι της αγχωμένη, ήταν σε πολύ δύσκολη θέση.
"Αλήθεια, Λίλα, παιδί μου, γιατί γεννήθηκες με μια μοβ τούφα στα μαλλιά σου;", σκέφτηκε μόνο να πει.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή!", φώναξαν όλα τα παιδιά.
Η κυρία Ξινισμένη ικανοποιήθηκε από την απάντηση. Δεν ξαναμίλησε για τη μοβ τούφα της Λίλας. Πήρε ένα καλό μάθημα από αυτήν την ιστορία και ποτέ πια δεν έκρινε ξανά άσχημα κάτι που δεν καταλάβαινε. Η Λίλα χάρηκε τόσο πολύ που την υπερασπίστηκαν οι συμμαθητές της και που μπορούσε να κρατήσει τη μοβ τούφα της. Και οι συμμαθητές της Λίλας κατάλαβαν πόση δύναμη είχαν αν ήταν ενωμένοι και καλοί.


Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΠΑΛΙΟΖΩΗ...

   

Η άνοιξη αυτή δεν μπήκε καλά. Πάντα βέβαια πριν έρθει κάτι ωραίο πρέπει να υποφέρεις, το έχω μάθει για τα καλά αυτό εγώ, ο Πορτοκαλόγατος, που ζω στους δρόμους αυτής της άχαρης πόλης. Εντάξει, το παρκάκι όπου συχνάζω δεν είναι τόσο άχαρο, μα τι να σου κάνουν λίγα ήσυχα δέντρα μπροστά στην τόση γκρίζα φασαρία; Για να μην πω και για τα περιστέρια του πάρκου που όλο μας κουτσουλάνε. Τέλος πάντως, έμαθα να αντέχω αυτή τη δύσκολη ζωή και τα απρόοπτά της. Έμαθα να τριγυρνώ με άδειο στομάχι και να ψάχνω στα σκουπίδια αποφάγια ανάμεσα σε χρησιμοποιημένα χαρτιά υγείας και τρύπιες παντόφλες. Τι να πεις, παλιοζωή. Άλλοι γάτοι είναι σε σαλόνια και τρώνε κάθε μέρα φιλέτο. Μα κι αυτούς δεν τους ζηλεύω. Κλεισμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους να ακούνε οικογενειακούς καβγάδες και ηλίθιους στην τηλεόραση. Παλιοζωή κι αυτή. Αλλά το φιλέτο, φιλέτο. Εντάξει, δεν θα έλεγα όχι σήμερα σε λίγο φιλέτο. Ή σε λίγη ζεστασιά. Γιατί όπως σας είπα, αυτή η άνοιξη δεν μπήκε καλά φέτος. Όλη μέρα σήμερα βρέχει και κάνει κρύο εκνευριστικό.

    Και τη βροχή την αντέχει ο Πορτοκαλόγατος. Τόσα χρόνια στους δρόμους έμαθα να κρύβομαι κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τέντες κλειστών μαγαζιών. Δεν έμαθα ποτέ γιατί εμείς οι γάτες μισούμε τόσο το νερό. Όταν ήμουν μικρό γατάκι, είχα ρωτήσει τη μαμά μου. Είχε αποφύγει να μου απαντήσει σαν να έκρυβε το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου. Θα ήθελα να ξέρω. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε εμείς τα ζωντανά πλάσματα και πορευόμαστε ανίδεα και τυφλά και χωρίς νόημα στο τυχαίο που λέγεται ζωή. "Πορτοκαλόγατος, ο φιλόσοφος", με λένε κάτι φίλοι, που νιαουρίζουμε μαζί στο πάρκο τις νύχτες. Και τι τους πειράζει που αναρωτιέμαι; Αυτοί είναι στον κόσμο τους. Ό,τι φάνε και ό,τι πιουν. "Και τι μας νοιάζει ο λόγος που μισούμε το νερό; Σημασία έχει ότι το μισούμε." Έτσι μου λένε και εγώ ταπεινωμένος φεύγω από το πάρκο και ανεβαίνω σε ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό κτήριο και νιαουρίζω στο φεγγάρι. Το φεγγάρι έχει ακούσει πολλά τραγούδια, νιαουρίσματα και απορίες και ουδεμία απάντηση έδωσε ποτέ. Οπότε, όταν έχω τις μαύρες μου όπως τώρα, τείνω να πιστεύω πως όλες οι άλλες γάτες είναι φυσιολογικές κι εγώ κάτι στραβό, προβληματικό έχω που όλο αναρωτιέμαι για θέματα τέτοια. 
      Αν ξέραμε όμως γιατί μισούμε το νερό, ίσως να μπορούσαμε να πάψουμε να το μισούμε. Κι έτσι δεν θα μας πείραζε η βροχή ούτε τα παλιόπαιδα που μας ρίχνουν με το νεροπίστολο. Θα ήμασταν πιο δυνατοί. Κανείς όμως εκτός από μένα δεν ρωτάει και ούτε και θέλει να μάθει. Μιας και τόσα σας είπα μέχρι τώρα θα σας εξομολογηθώ πώς μου καρφώθηκε αυτή η σκέψη τότε που ήμουν ακόμη μικρό γατάκι και έπινα γάλα από τη μαμά μου. Είχα συναντήσει ένα αδέσποτο σκυλί, τον Μπούφο, που τριγύριζε στο πάρκο. Ήταν βρώμικος και γέρος. Δεν τον φοβήθηκα και πιάσαμε κουβέντα. "Γατάκι μικρό είσαι ακόμη, μου είπε. Δεν έχεις μάθει να μισείς τα σκυλιά. Αν ξέραμε γιατί μισούμε ο ένας τον άλλον ίσως το μίσος να χανόταν για πάντα. Ίσως να ήταν πιο ωραία να είμαστε μονιασμένοι." Μετά ήρθε η μαμά μου τρέχοντας. Φοβήθηκε πως ο Μπούφος θα με έτρωγε. Το τρίχωμά της είχε σηκωθεί και νιαούρισε τόσο απειλητικά που τη φοβήθηκα κι εγώ. Ο Μπούφος ατάραχος έκανε μεταβολή κι έφυγε. Μετά η μαμά μου με κατσάδιασε άσχημα. Κι εγώ από πείσμα δεν της είπα τι μου είπε ο Μπούφος, ούτε πόσο τον θαύμασα. Τώρα θα έχει πεθάνει σίγουρα ο Μπούφος. Μερικές φορές εύχομαι να τον είχα παρέα άλλοτε τον καταριέμαι γιατί αυτός έβαλε στο μικρό τότε αθώο μυαλό μου το μικρόβιο της αμφιβολίας. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα βασανίζομαι ακόμη από ερωτήματα τέτοια. Τι να πεις, παλιοζωή.
     Ξέρετε, με βρίσκετε σε μια δύσκολη στιγμή γιατί βιώνω και ερωτική απογοήτευση. Τις προάλλες ερωτεύτηκα μια όμορφη, στρουμπουλή ασπρόμαυρη ψιψίνα. Της έπιασα κουβέντα. Όταν είδα πως ανταποκρινόταν, της είπα ένα ποίημα. "Άνοιξη ήρθε, ψιψίνα μου/έλα σαν λούλουδα να ανθίσουμε/ εμείς τα δυο γατιά του δρόμου/με έρωτα τη νύχτα να φωτίσουμε". Ενθουσιάστηκε. Ήρθε και τρίφτηκε πάνω μου κι εγώ τότε ένιωσα την άνοιξη να μπαίνει στο σώμα μου και να θέλω να της ορμίσω. Μα εκεί που ήμουν έτοιμος για όλα, ήρθε ένας γκριζόασπρος γάτος δυνατός, μεγαλύτερός μου και εντάξει, θα το ομολογήσω, λίγο πιο όμορφος. Με έσπρωξε με θράσος και όρμησε στη στρουμπουλή ψιψίνα μου χωρίς να της πει ούτε λέξη. Μας χάλασε τη στιγμή. Εκείνη σαν να θύμωσε και με τους δυο μας έτρεξε και έφυγε μακριά κι εμείς μείναμε να νιαουρίζουμε απειλητικά ο ένας στον άλλον και να βγάζουμε τα νύχια μας χωρίς σκοπό. Η ψιψίνα που αγάπησα τόσο δεν φάνηκε ξανά και σίγουρα με κάποιον άλλο γατούλη θα έχει ζευγαρώσει ως τώρα. Εγώ δεν θέλω άλλη, θέλω αυτή και δεν πρόκειται να πω το ποίημα μου σε άλλη, όπως με συμβούλευσαν οι φίλοι μου στο πάρκο. "Είσαι αισθηματίας, Πορτοκαλόγατε", μου είπαν σαν να ήταν κάτι πολύ κακό. Τους παράτησα και πήγα στο εγκαταλελειμμένο κτήριο και νιαούρισα στο φεγγάρι. Αυτό αγέρωχο και μυστηριώδες με αγνόησε ακόμη μια βραδιά κάνοντας τον πόνο μου ακόμη πιο δυσβάσταχτο. 
       Αυτά σε γενικές γραμμές πέρασα τον τελευταίο καιρό. Και σήμερα βρέχει όλη μέρα. Με έδιωξαν από την είσοδο μιας πολυκατοικίας, ένα παιδάκι θέλησε να με υιοθετήσει και η μαμά του τον τράβηξε απότομα από το χέρι, η γριά κυρία με τα παρδαλά ρούχα που καμιά φορά μας αφήνει φαγητό σε ένα πιατάκι έχει φύγει διακοπές, οι φίλοι μου όλοι ζευγάρωσαν, νιώθουν σεξουαλικά χορτασμένοι και όλο μου κορδώνονται, η ψιψίνα μου άφαντη, εγώ τριγυρνώ από υπόστεγο σε υπόστεγο κι όλο βρέχομαι. Τι να πεις, παλιοζωή.
      Μα αυτό που πιο πολύ με τρώει και με κάνει να βασανίζομαι είναι που όλο αναρωτιέμαι γιατί οι γάτες μισούν το νερό. Αν ήξερα γιατί, αν κάποιος κάποτε μου έλεγε, ίσως να γινόμουν πιο δυνατός. Ίσως μια τέτοια μέρα, μουντή και τσουχτερή και υγρή τόσο,  όταν όλες οι γάτες θα κρύβονταν, εγώ θα το τολμούσα. Θα έβγαινα στη βροχή να νιαουρίσω. Θα έβγαινα στη βροχή για να βραχώ...