Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Μια Μέρα Τυχερή

   
Ξύπνησε εκείνο το πρωί και ήταν μια όμορφη μέρα. Ημέρα ηλιόλουστη μετά από αρκετό καιρό. Χαμογέλασε στο παράθυρό του και ύστερα ντύθηκε αργά σαν να το απολάμβανε. Η γυναίκα του στο κρεβάτι κοιμόταν. Δεν την ξύπνησε. Είδε μια λευκή τούφα στα μαλλιά της, που είχαν απλωθεί στο μαξιλάρι. Έκανε πως δεν την είδε. Δεν έφτιαξε καφέ και ούτε έφαγε τίποτα. Ένιωθε όμορφα, σαν να μην ήθελε, σαν να μην χρειαζόταν τίποτα. Φόρεσε τα παπούτσια του και βγήκε από το σπίτι.
      Αργά περπάτησε μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Κοίταξε το ρολόι του και είδε πως θα αργούσε. Ένιωσε σφίξιμο στο στομάχι, όπως πάντα όταν ένιωθε πως δεν ήταν απολύτως εντάξει στις υποχρεώσεις του. Λίγα δευτερόλεπτα μετά το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του. Συνήθως περίμενε δεκαπέντε ή είκοσι λεπτά. Έκπληκτος ανέβηκε και χτύπησε το εισιτήριό του. Ακόμη πιο έκπληκτος είδε μια θέση να τον περιμένει. Κάθε πρωί στριμωχνόταν όρθιος ανάμεσα σε πολλούς και αγχωμένος σε όλη τη διαδρομή φοβόταν πως κάποιος επιτήδειος θα του έπαιρνε το πορτοφόλι. Η θέση ήταν δίπλα στο παράθυρο. Χάζεψε για ώρα έξω από το παράθυρο την πρωινή πόλη που λουζόταν στο φως και είχε ξυπνήσει εδώ και ώρα. Όταν το λεωφορείο έφτασε στον σταθμό του τρένου κατέβηκε και άρχισε να περπατάει βιαστικά προς την αποβάθρα. Βιαστικά από συνήθεια. Κάθε πρωί φοβόταν πως θα αργούσε. Πριν καλά καλά φτάσει, το τρένο σταμάτησε μπροστά του. Όρμησε μέσα μην πιστεύοντας στην τύχη του. Μα αυτή η μέρα ήταν φανταστική! Μια άλλη θέση τον περίμενε δίπλα στο παράθυρο. Κάθισε σχεδόν εκστασιασμένος. Η πόλη περνούσε πάλι από μπροστά του κι ο ήχος του τρένου ακουγόταν σαν ευχάριστο τραγούδι.
     Μια γυναίκα με ένα μωρό μπήκε στο τρένο. Το είχε κρεμασμένο πάνω της, το μωρό κοιμόταν. Με φωνή που έτρεμε ζητούσε βοήθεια. Πουλούσε χαρτομάντιλα. Κοίταξε γύρω του φευγαλέα. Όλοι άκουγαν κι έκαναν πως δεν άκουγαν. Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει. Το βλέμμα του έπεσε στο μικρό πλάσμα. Έψαξε στην τσέπη του μήπως βρει ψιλά. Δεν βρήκε. Η γυναίκα με το μωρό πέρασε από μπροστά του και βγήκε από την τελευταία πόρτα. "Μπορεί να ήταν κούκλα", του είπε μια μεσήλικη γυναίκα με μαύρα ρούχα που καθόταν απέναντι. "Ή να το απήγαγε." Εκείνος πρόσεξε μόνο μια άσπρη τούφα στα μαλλιά της και θυμήθηκε τη γυναίκα του. Έδιωξε την εικόνα των μαλλιών στο μαξιλάρι και γύρισε πάλι στο παράθυρο. Η πόλη είχε για τα καλά ξυπνήσει τώρα. Ήταν όπως πάντα. Βιαστική και αδιάφορη.
     Βγήκε από το τρένο και περπάτησε δέκα λεπτά. Βιαστικά. Από συνήθεια. Έφτασε στα γραφεία της εταιρείας όπου εργαζόταν. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν πολύ νωρίς. Δεν ήθελε να μπει. Χωρίς να ξέρει γιατί στάθηκε εκεί ακίνητος. Λίγα λεπτά μετά πέρασε ένας λαχειοπώλης. Τον ρώτησε αν ήθελε λαχείο. "Ναι", είπε και απόρησε με τον εαυτό του. "Θα ήθελα ένα λαχείο, είπε αμέσως μετά αποφασισμένος. Νομίζω πως είναι μια μέρα τυχερή σήμερα." Ο λαχειοπώλης του έδωσε τα λαχεία για να διαλέξει, πήρε τα χρήματα και ύστερα τον ευχαρίστησε. Έφυγε. Εκείνος έβαλε το λαχείο στην τσέπη του και μπήκε στα κτήρια της εταιρείας.
     Οι υπόλοιπες ώρες ήταν δύσκολες. Έγιναν απολύσεις εκείνη τη μέρα. Απροειδοποίητα. Μα δεν απέλυσαν εκείνον. Λυπήθηκε πολύ για τον συνάδελφό του που σχεδόν είχε βάλει τα κλάματα. Σκεφτόταν όμως πως θα μπορούσε να είναι στη θέση του. Με μεγάλη ενοχή ένιωθε χαρά. Όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Μα εκείνη ήταν μάλλον μια μέρα τυχερή. Είχε παρά τρίχα σωθεί. Αρκετές φορές μέσα στη μέρα έλεγξε αν το λαχείο ήταν στην τσέπη του. Και έπιασε τον εαυτό του να ονειρεύεται ένα μεγάλο ταξίδι που θα έκανε με τη γυναίκα του με τα χρήματα που θα κέρδιζε. Οι ώρες πέρασαν αργά, όλοι στην εταιρεία ήταν στενοχωρημένοι και κανείς δεν ήθελε να μιλήσει. Όταν τελείωσε το ωράριό του έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Παρά τις δυσκολίες της εποχής εκείνος θα πάλευε για μια καλύτερη ζωή. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του.
     Έφτασε πάλι στον σταθμό και περίμενε το τρένο. Αυτή τη φορά περίμενε αρκετά. "Θα ήταν αδιανόητο να έρθει πάλι αμέσως", είπε στον εαυτό του και γέλασε. Στη στάση του λεωφορείου περίμενε επίσης πολύ. Όμως ένιωθε τυχερός. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να είχε απολυθεί εκείνος. Στη σκέψη μόνο τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ψηλάφισε το λαχείο στην τσέπη του και ονειρεύτηκε το ταξίδι που θα έκανε, όταν θα κέρδιζε πολλά πολλά χρήματα. Ένιωσε πάλι όμορφα. Το λεωφορείο ήρθε. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά ένιωσε έναν πολύ έντονο πόνο στο στήθος. Πριν προλάβει να μπει μέσα έπεσε στο δρόμο. Το σώμα του κινήθηκε για λίγο κι ύστερα σταμάτησαν όλα. Μια τελευταία σκέψη μπόρεσε να κάνει μόνο την ώρα που έπιανε την καρδιά του. Φαντάστηκε το χέρι του να χαϊδεύει την άσπρη τούφα στο μαξιλάρι. Κι ύστερα όλα σκοτείνιασαν. Κι ύστερα τίποτα.
     "Δεν πάλεψε καθόλου", είπε μια κυρία που είχε κατέβει από το λεωφορείο για να βοηθήσει."Μα παλεύει λίγο ο άνθρωπος για να κρατηθεί στη ζωή..."
Μετά από αρκετή ώρα ήρθε το ασθενοφόρο. Ήταν αργά. Οι τραυματιοφορείς έψαξαν στις τσέπες του για να βρουν πορτοφόλι και ταυτότητα. Το λαχείο έπεσε κάτω. "Δεν ήταν και η τυχερή του μέρα...", είπε ο ένας και γέλασε κάπως πικρά. Ύστερα τον έβαλαν στο ασθενοφόρο.Ύστερα η πόλη συνέχισε να κινείται όπως πριν. Απορροφημένη από τόσες, τόσες έγνοιες.
      Το λαχείο το πήρε ο αέρας. Σε δυο μέρες έβρεξε και έγινε ένα με τη λάσπη σε μια λακκούβα. Την επόμενη εβδομάδα ο αριθμός αυτός κληρώθηκε μα κανείς δεν πήρε τα χρήματα. Ο συνάδελφός του που απολύθηκε προσλήφθηκε ξανά από την εταιρεία. Τα μαλλιά της γυναίκας του σε λίγες μέρες άσπρισαν όλα. 
    Και η πόλη συνέχιζε να κινείται όπως πάντα. Άλλοτε κάτω από τον ήλιο άλλοτε στη βροχή.  Στο σημείο που πέθανε κανείς δεν ήξερε μετά από μέρες τι είχε γίνει. Μόνο εκείνη η γυναίκα έλεγε και ξανάλεγε όταν διηγούταν την ιστορία, "Μα δεν πάλεψε καθόλου. Παλεύει μερικές ώρες ο άνθρωπος..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου