Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

O άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα

Κάποτε γνώρισα κάποιον που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα. Δεν κατάφερα να καταλάβω την ηλικία του. Το πρόσωπό του ήταν παιδικό, το βλέμμα του βαθύ, θύμιζε άνθρωπο βαθιά ώριμο. Εγώ ήμουν ένας άντρας συνηθισμένος, με έγνοιες καθημερινές, είχα μάθει να ζω τη ζωή μου ήρεμα, να χαίρομαι με τις μικρές χαρές της, να μην απελπίζομαι στα δύσκολα. Να προχωρώ με αξιοπρέπεια στη ζωή και διακριτικά. Σαν να μην ήθελα να με αγγίζουν πολύ οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, τα όσα συναντούσα. Εκείνο το πρωινό έκανα τον καθημερινό μου περίπατο στο λιμάνι. Κοίταξα για λίγο τα πλοία, με κοίταξαν αμίλητα και γύρισα μπροστά το κεφάλι. Ο άνθρωπος που σας περιγράφω ήταν καθισμένος στην άκρη του λιμανιού, σκεπτικός. Μου αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους και του έπιασα κουβέντα. Μου μίλησε φιλικά μα για να σας πω την αλήθεια δεν πολυκατάλαβα ποιος ήταν και τι ήθελε στην πόλη μου, σε αυτό το λιμάνι, ίσως και σε αυτή τη ζωή.
Μου είπε πως είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα και γέλασα.
"Οι θάλασσες είναι για να τις βλέπουμε, για να μας ταξιδεύουν", του είπα κάπως καχύποπτα.
"Αυτό που έχω μέσα μου πρέπει να είναι θάλασσα", είπε και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
"Πώς είναι δηλαδή αυτό που έχεις μέσα σου;", ρώτησα σοβαρά κι εγώ.
"Περίεργο...Κάτι περίεργο...", είπε δειλά κάπως.
"Μα ο κόσμος είναι γεμάτος περίεργα, νέε μου", του είπα και μου έριξε βλέμμα σαν να το ήξερε ήδη.
"Μερικές φορές είναι όλα παγωμένα. Σιωπηλά."
"Πρέπει να μπορούμε να αντέχουμε κάθε σιωπή μας", του είπα εγώ που με τη σιωπή μου είχα μάθει να  ζω.
"Άλλες φορές νιώθω μέσα μου ταξίδια."
"Μα είναι ταξίδι η ζωή όπου κι αν είσαι."
"Και μερικές φορές η θάλασσα πιάνει φωτιά", το βλέμμα του ήταν τώρα τρομαγμένο.
"Τότε δεν θα είναι θάλασσα", του είπα εγώ κοφτά.
"Πρέπει να είναι θάλασσα", είπε ξανά.
"Καθένας έχει μια ιδέα για τα όσα νιώθει. Μα μερικές φορές πλανεύεται", απάντησα και ένιωσα πραγματικά πολύ σοφός.
"Κάθε φορά που προσπαθώ αυτό που έχω μέσα μου να βγάλω, χάνεται στα χέρια μου σαν νερό. Τι να'ναι αλλιώς;"
Δεν είπα τίποτα. Κάτι στον τόνο της φωνής του με είχε αγγίξει.
"Και είναι αστείρευτο και αχανές", συνέχισε μα πια δεν με κοιτούσε.
"Θα νιώθεις τόσο άσχημα", του είπα συμπονετικά.
"Συνήθισα", είπε χαμογελώντας.
"Τι ονειρεύεσαι;", ρώτησα γιατί έδινα μεγάλη σημασία στα όνειρα των ανθρώπων.
"Καμιά φορά εύχομαι να βγει, να αδειάσει...", είπε θλιμμένα.
Δεν μίλησα. Εμένα οι ευχές μου ήταν ευχές για όσα ήταν απτά. Δεν καταλάβαινα αυτόν τον άνθρωπο κι όμως ήθελα να πιάσω τον ώμο του.
"Ξέρεις, είναι δύσκολο να ζω με κάτι σαν θάλασσα μέσα μου. Μα και χωρίς αυτό ίσως να μην άντεχα να ζω", χαμογέλασε γλυκά κι επίμονα.
"Πότε την ένιωσες πρώτη φορά αυτή τη θάλασσα... Ή ό,τι άλλο είναι αυτό που κουβαλάς", ρώτησα και σηκώθηκα να φύγω. Οι έγνοιες μου οι καθημερινές με φώναζαν κι εγώ άλλωστε ήμουν ένας άνθρωπος που του άρεσε να σκέφτεται λογικά. Πώς παρασύρθηκα έτσι σε λόγια τέτοια;
"Όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, ίσως τότε. Όταν σκαρφίστηκα για πρώτη φορά έναν στίχο. Τώρα πια δεν τον θυμάμαι, κύλησε σαν το νερό και χάθηκε μαζί με όλους τους άλλους..."
"Πρέπει να φύγω, φίλε μου, είπα στοργικά σαν πατέρας. Κι εσύ, μην κοιτάζεις άλλο τα πλοία..."
Μου χαμογέλασε πάλι και συνέχισε να κοιτάζει τα πλοία.
Ακόμη δεν ξέρω γιατί τον αποχαιρέτισα με αυτά τα λόγια. Ίσως ήθελα να του πω να τολμήσει να δει μέσα του ό,τι είχε κι έτσι θα λυτρωνόταν. Ίσως μου θύμισε λίγο τον εαυτό μου. Μα εγώ είμαι άνθρωπος λογικός, ξέρετε, και οι έγνοιες μου καθημερινές και τα όνειρά μου είναι για όσα είναι απτά. Αξιοπρεπής με διακριτικότητα, σαν να μην αντέχω πολύ να με αγγίζει η ζωή και πάνω από όλα εγώ ποτέ μου δεν σκαρφίστηκα στίχους αν και με πάθος διάβαζα όταν ήμουν νέος. 
Παράξενος αυτός ο άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα κι ακόμη πιο παράξενη η συνάντησή μας και τώρα δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. Ναι, ίσως κάποτε να κοιτούσα κι εγώ τα πλοία σαν κάτι να περίμενα. Ίσως κάποτε, όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, σκαρφίστηκα έναν στίχο, ίσως να έγραψα και ποιήμα ολόκληρο. 'Εσκισα το χαρτί ή το έκαψα κι έκανα σαν να μην έγινε τίποτα, συνέχισα τη ζωή μου. 
Ναι, ίσως να είχα κάποτε κι εγώ κάτι σαν θάλασσα μέσα μου.
Αχανές, ορμητικό, ενοχλητικό, ανικανοποίητο.  
Μάλλον το κοίμησα. 
Το ξέχασα και με ξέχασε και απορώ τώρα πως μπλέχτηκα σε σκέψεις και αναμνήσεις τέτοιες.
Μάλλον καλύτερα, φίλοι μου, που σταμάτησα να κοιτάζω τα πλοία. 
Ειλικρινά για έναν στίχο, δεν ξέρω αν αξίζει να ταλαιπωρείσαι έτσι...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου