Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Κακοκαιρία

       

Από το πρωί όλα πήγαν στραβά. Η πρώην γυναίκα του τού τηλεφώνησε και του είπε πως η κόρη του είχε υψηλό πυρετό. Όταν της είπε πως θα έφευγε για διήμερο, τον έκανε να αισθανθεί ο χειρότερος πατέρας και ίσως ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Μάλλον ζήλεψε γιατί όταν ήταν παντρεμένος μαζί της, εκείνος δεν ήθελε να πηγαίνουν εκδρομές. Μα ούτε τώρα επιθυμούσε να πάει, ήθελε να της πει. Η νέα του σύντροφος, και του πήρε αρκετά χρόνια να τη βρει, όμως το είχε κανονίσει. Όλοι έπεσαν πάνω του και του είπαν πως έπρεπε να γίνει αυτή η εκδρομή. Πως δεν έπρεπε να την απογοητεύσει μέσα στις γιορτές. Πως η κοπέλα έδειχνε μεγάλη κατανόηση. Σχεδόν κανένα σαββατοκύριακο δεν συναντιόνταν, γιατί η κόρη του έμενε στο σπίτι του. Της άξιζε λοιπόν μια ωραία απόδραση. Κι ύστερα στις ειδήσεις άρχισαν να λένε για την κακοκαιρία που θα ερχόταν. Φαντάστηκε πως η εκδρομή θα ακυρωνόταν. Μα η καλή του επέμενε, οι φίλοι της στο ορεινό χωριό τους περίμεναν. Αν είχαν αλυσίδες για το χιόνι, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι μέρες περνούσαν, εκείνος αγχωνόταν όλο και περισσότερο και να που έφτασε το πρωί της εκδρομής. Μετά το τηλεφώνημα της γυναίκας του έσπασε το φερμουάρ του χοντρού και ζεστού, αγαπημένου του μπουφάν. Κι αυτό το θεώρησε κακό οιωνό.
   Τώρα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της νέας του συντρόφου, προσφέρθηκε να οδηγήσει εκείνη επειδή ήξερε τον δρόμο. Δεν του άρεσε να είναι στη θέση του συνοδηγού μα το θεώρησε πιο ασφαλές. Είχαν απομακρυνθεί από την πόλη εδώ και ώρα, όταν έπιασε βροχή. Μισούσε τη  βροχή. Οι φοβίες του άρχισαν να ξυπνούν. Νόμιζε πως είχε ξεπεράσει την έντονη απέχθειά του για τα ταξίδια, όμως έκανε λάθος. Τώρα που δεν οδηγούσε και το μυαλό του μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερα, οι δαίμονές του γύρισαν και άρχισαν μέσα στο μυαλό του να στριφογυρίζουν σκοτεινές υποθέσεις καταστροφής και αιματηρές εικόνες. Η νέα του σύντροφος είχε βάλει μουσική και τραγουδούσε. Ενθουσιασμένη όπως ήταν δεν είχε καταλάβει την κακή του διάθεση. Αυτό τον εκνεύριζε ακόμη περισσότερο.
    Τον εκνεύριζαν οι άνθρωποι που είχαν άγνοια κινδύνου. Ή που δεν σκέφτονταν τον κίνδυνο διαρκώς. Ή πιο απλά που μπορούσαν να είναι χαρούμενοι χωρίς να έχουν φοβικές εμμονές, όπως εκείνος. Ο πρώτος του γάμος καταστράφηκε από την καχυποψία και τις φοβίες του. Η πρώην σύζυγος απλώς δεν τον άντεξε άλλο. Το διαζύγιο ήταν για εκείνον μεγάλο σοκ και τον έκανε να αναλογιστεί πολλά. Αντιμέτωπος με πραγματικά προβλήματα μπορούσε να είναι τώρα πιο ώριμος. Δεν υπήρχε χώρος για φοβίες. Η αίσθηση της απώλειας είχε καταλάβει όλη του την ψυχή. Μετά το διαζύγιο άρχισε να έχει λιγότερους εφιάλτες τη νύχτα. Οι νύχτες του ήταν όλο λύπη. Τα σενάρια καταστροφής είχαν μειωθεί αρκετά. Τώρα είχε να αντιμετωπίσει όλα τα παρελκόμενα του διαζυγίου. Η αίσθηση ευθύνης απέναντι σε ένα παιδί τραυματισμένο από τον χωρισμό των γονιών του του τον έκανε πιο δυνατό. Μέχρι τότε ήταν ο ίδιος ένα φοβισμένο παιδί και δεν το είχε καταλάβει. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται μέσα στη δυστυχία και στη μοναξιά βρήκε την ηρεμία του. Κι ύστερα μετά από πολύ καιρό κατάφερε να εμπλακεί πάλι σε ερωτική σχέση. Και ήταν διαφορετικός. Λιγότερο γκρινιάρης, πιο θαρραλέος. Όμως, εκεί, στη θέση του συνοδηγού ήταν λες και η βροχή έφερνε πίσω τον παλιό εαυτό του.
    Τα σενάρια καταστροφής εναλλάσσονταν με απίστευτους ρυθμούς. Το αυτοκίνητο πεσμένο στον γκρεμό ή ισοπεδωμένο από ένα τεράστιο φορτηγό. Η χειρότερη εικόνα ήταν εκείνη του παιδιού του στην κηδεία του. Κι ύστερα τη φανταζόταν να μεγαλώνει χωρίς πατέρα. Και να γίνεται ένας άνθρωπος λυπημένος για μια ζωή.  Γιατί; Για μια εκδρομή; "Αξίζει να μείνει ορφανό το παιδί μου για μια εκδρομή;", ήθελε να φωνάξει οργισμένος στην κοπέλα δίπλα του. Μα εκείνη τραγουδούσε αμέριμνη, Κάποια στιγμή σκέφτηκε το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση τυλιγμένο στις φλόγες. "Τουλάχιστον δεν θα καώ ζωντανός έτσι που βρέχει", είπε στον εαυτό του και παρηγορήθηκε αρκετά. Κι αν το αυτοκίνητο χαλούσε και έμεναν ακινητοποιημένοι στη μέση του πουθενά μέσα στη χιονοθύελλα; Αν πέθαιναν από το κρύο μέσα στη νύχτα;  Ή αν παρασυρόταν από δυνατό αέρα; Κι αν, κι αν, κι αν; Γιατί έπρεπε να ταξιδέψουν με αυτήν την κακοκαιρία; Υπάρχει κάποιος λόγος που τα δελτία καιρού προειδοποιούν!
    "Είμαι τόσο χαρούμενη", του είπε η νέα του σύντροφος κι εκείνος δαγκώθηκε. Ύστερα άρχισε να του περιγράφει τις βόλτες στα χιόνια που θα έκαναν. Μα είχε χαλάσει το φερμουάρ του μπουφάν του, ήθελε να της φωνάξει. Πώς θα έβγαινε έτσι στην παγωνιά; Σίγουρα θα πέθαινε από πνευμονία. Άρχισε σαν μικρό παιδί να εύχεται να αρρωστήσει εξ αρχής για να αποφύγει αυτό που δεν ήθελε να κάνει. Δεν ήθελε να γνωρίσει τους φίλους της. Μπορεί να μην τους συμπαθούσε. Δεν του ήταν εύκολο να συμπαθεί άτομα που γνώριζε για πρώτη φορά και ειδικά όταν δεν είχε καλή διάθεση. Ήθελε να είναι κοντά στην κόρη του που ψηνόταν στον πυρετό και ίσως όταν μεγάλωνε στην πολυθρόνα κάποιου ψυχαναλυτή να μιλούσε για τα ψυχικά τραύματα που της προκάλεσε ο πατέρας της, επειδή την εγκατέλειψε άρρωστη για να πάει εκδρομή. "Μα σίγουρα ήταν αδιάφορος πατέρας", θα επιβεβαίωνε ο ψυχαναλυτής χαϊδεύοντας το μούσι του. Κι εκείνη θα ερωτευόταν τον ψυχαναλυτή με το μούσι ή θα έκανε σχέσεις με μεσήλικες επειδή βίωσε έλλειψη πατέρα.
     Βρίσκονταν ψηλά, πολύ ψηλά. Τώρα όλα έμοιαζαν εκτός ελέγχου. Χιόνιζε, όλα ήταν λευκά. "Τι τέλεια που είναι!", έλεγε η νέα του σύντροφος κι εκείνος σκεφτόνταν τον εαυτό του να την πνίγει. Όμως αν την έπνιγε, θα έμπαινε στη φυλακή. "Μπορούσατε να μην πάτε εκδρομή, κατηγορούμενε. Δεν σας ανάγκασε το θύμα", θα του έλεγε κάποιος δικαστής και χαϊδεύοντας κι αυτός το μούσι του θα του επέβαλε ισόβια ποινή.  Πάλι το παιδί του θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα. Συν το κοινωνικό στίγμα. Συν οι αβάσταχτες ενοχές στο κελί, πώς θα άντεχε να ζει με την ιδέα πως αφαίρεσε μια ζωή; Συν τα όσα είχε ακούσει πως γίνονται στις φυλακές...
     "Μπορείς να βγάλεις μια φωτογραφία; Θα ήθελα τόσο να κατέβουμε να παίξουμε χιονοπόλεμο", η νέα του σύντροφος είχε πραγματικά συγκλονιστεί σαν τρίχρονο. Αναγκάστηκε να βγάλει τη φωτογραφία για τα κοινωνικά δίκτυα και να αρνηθεί ευγενικά τον χιονοπόλεμο. Κι ύστερα τους σταμάτησε η Τροχαία. Ο δρόμος ήταν κλειστός. Έπρεπε να βάλουν τις αλυσίδες. Καθυστέρησαν αρκετά γιατί δυσκολεύτηκε. Η καλή του έβγαζε φωτογραφίες και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έλεγε πόσο τέλειο ήταν το χιόνι. Τελικά ο αστυνομικός της Τροχαίας τον λυπήθηκε και τον βοήθησε. Του είπε πως το χωριό ήταν λίγο μετά. Δεν χιόνιζε εκείνη τη στιγμή μα η κακοκαιρία θα συνεχιζόταν. Μπορεί να μην μπορούσαν να φύγουν την επόμενη. Εκείνος κρύωνε πολύ με το ανοιχτό μπουφάν και ήθελε να θαφτεί κάτω από το χιόνι ζωντανός γιατί δεν άντεχε άλλο τη νέα του σύντροφο, τον εαυτό του και αυτό το τσουχτερό κρύο. Μα πάλι σκέφτηκε την κόρη του και αποφάσισε να προσπαθήσει για χάρη της να ζήσει. Του ήταν αβάσταχτο να τη φαντάζεται νεαρή να αποπλανάται από μεσήλικα ή ηλικιωμένο.
     Κι ύστερα κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά άρχισε να παρατηρεί. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο από κοντά. Οι απέναντι κορυφές λευκές, στις πιο ψηλές είχε ομίχλη. Τα δέντρα ήταν όλα καλυμμένα. Λευκό, λευκό, παντού λευκό, ήταν μια εικόνα άγριας, γλυκιάς ερημιάς. Και η ησυχία τόσο βαθιά, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά, από μια άλλη ζωή. Όλοι του έλεγαν πως φοβόταν υπερβολικά πολύ τον θάνατο. Εκείνος απαντούσε πως ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας αφηρημένος και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα μας προσέξει. Δεν θεωρούσε πως του άξιζε να ζει περισσότερο από ό,τι σε όσους φρικτά πεθαίνουν σε πολέμους, ατυχήματα, δολοφονημένοι ή αρρωσταίνοντας. Μα τώρα ήταν εκεί ζωντανός. Και αυτήν την ησυχία, αυτήν την ομορφιά τίποτα δεν μπορούσε να τη χαλάσει. Τα βήματά του στο χιόνι τού θύμισαν κάτι παλιό, ξεχασμένο, μια χαρά που ένιωσε ίσως όταν ήταν παιδί. Άρχισε να περπατάει.
      "Πού πας;", του φώναξε η κοπέλα του. "Έρχομαι σε ένα λεπτό", της είπε και στάθηκε στην άκρη του γκρεμού αγνοώντας την υψοφοβία, που άλλες φορές του έκοβε τα πόδια. Κι εκεί στην άκρη κοιτάζοντας κάτω πήρε μια βαθιά ανάσα. Μέσα στο κρύο που θέριζε, με το ανοιχτό, ολάνοιχτο μπουφάν του. Όταν γύρισε στο αυτοκίνητο, σαν να άκουγε τις φωνές των δαιμόνων του, των κακών του σκέψεων, που είχε ρίξει στον γκρεμό να στριγκλίζουν.

(συνέχεια του διηγήματος "H Επόμενη Στροφή, που γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2012)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

"ΔΥΟ ΚΑΛΑ ΛΟΓΙΑ ΑΛΗΘΙΝΑ", μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό πλησίαζαν τα Χριστούγεννα…

Όλα ήταν στολισμένα, οι δρόμοι, τα σπίτια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα…
Στο σπίτι μιας γιαγιάς, που ζούσε μόνη της, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη φάτνη βρισκόταν ένα προβατάκι.
Ήταν λίγο ανήσυχο. Δεν του άρεσε να περιμένει. Γκρίνιαζε διαρκώς.
«Βαρέθηκα εδώ μέσα! Θέλω να βγω έξω, στους δρόμους! Να δω τον κόσμο, να περπατήσω, να ζήσω περιπέτειες! Όλον τον χρόνο κλεισμένος στο πατάρι και τώρα εδώ κάτω δεν να κάνω τίποτα…»
«Κάνε  λίγη υπομονή, του έλεγε το γαϊδουράκι της φάτνης. Σε λίγες μέρες φτάνει ο Άγιος Βασίλης. Θα περάσει για να μας χαιρετίσει και θα μας πει τα νέα των παιδιών.»
Όμως το προβατάκι δεν είχε υπομονή…
Κι έτσι, μια μέρα πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, όταν η γιαγιά άνοιξε τη μπαλκονόπορτα για να απλώσει τα ρούχα όρμησε έξω!
«Περίμενε, προβατάαακι!», φώναξε το γαϊδουράκι μα ήταν αργά. Το προβατάκι είχε ήδη πηδήξει από το μπαλκόνι και είχε βγει στον δρόμο.
Περπατούσε για ώρες μέχρι που βγήκε σε έναν δρόμο με πολλά μαγαζιά. Ήταν χαρούμενο μα και φοβισμένο. Αυτός ο κόσμος του ήταν ξένος. Άνθρωποι πολλοί περπατούσαν με σακούλες ή και χωρίς.  Περπατούσαν σκεφτικοί ή μελαγχολικοί ή άλλοι ήταν θυμωμένοι και μάλωναν ο ένας με τον άλλον. Του έκανε εντύπωση αυτό. Του είχαν πει πως τα Χριστούγεννα όλοι ήταν αγαπημένοι.
«Δύσκολα τα πράγματα…», άκουσε μια φωνή από δίπλα.
Γύρισε και είδε ένα ποντικάκι που του έκλεισε το μάτι.
«Νόμιζα πως όλοι θα ήταν χαρούμενοι…», είπε το προβατάκι δειλά.
«Κάποιοι είναι, μα λίγοι. Οι περισσότεροι στενοχωριούνται που δεν έχουν όσα θα ήθελαν. Κι άλλοι θυμώνουν με αυτό και μαλώνουν με τους άλλους. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;», είπε το ποντικάκι.
Το προβατάκι κοίταξε απορημένο.
«Ένα μαύρο σύννεφο έχει απλωθεί πάνω από την πόλη…»
Το προβατάκι σήκωσε το κεφάλι. Ένα μαύρο σύννεφο, απειλητικό έκρυβε τα αστέρια.
Γύρω του όλο και περισσότεροι άνθρωποι στενοχωρημένοι, όλο και περισσότερες φωνές, θυμός και άσχημα λόγια.
Ξαφνικά ακούστηκαν καμπανάκια…
Κι ύστερα ένα μεγάλο…
Μπαμ!
Το προβατάκι και το ποντικάκι έτρεξαν προς το μέρος από όπου ακούστηκε ο θόρυβος.
Και τι να δουν! Κάτω από ένα ψηλό δέντρο…
Ήταν ο Άγιος Βασίλης!
Το έλκηθρο ήταν πεσμένο κάτω.
Οι τάρανδοι είχαν λυθεί.
Ο σάκος του είχε ανοίξει και όλα τα δώρα είχαν σπάσει.
«Με αυτό το μαύρο σύννεφο δεν μπορούσα να δω μπροστά μου! Πέσαμε στο ψηλό δέντρο! Καταστροφή! Τα παιδιά δεν θα πάρουν δώρα», έλεγε ο Άγιος Βασίλης και χοροπηδούσε πανικόβλητος.
Το ποντικάκι που ήταν πολύ τολμηρό τον πλησίασε.
«Θα σε βοηθήσουμε εμείς, Άγιε Βασίλη! Πες μας τι θέλεις και θα το κάνουμε!»
«Μα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα… Τα παιχνίδια καταστράφηκαν. Όλα τα παιδιά αύριο θα είναι λυπημένα…»
«Μα είναι πραγματική καταστροφη, είπε το προβατάκι. Δεν φτάνει που τόσοι μεγάλοι είναι λυπημένοι, τώρα θα είναι και τα παιδιά... Το μαύρο σύννεφο θα μας πνίξει όλους!»
«Κάτι θα μπορούμε να κάνουμε, είπε το ποντικάκι αποφασιστικά. Ένα λεπτό! Έχω μια ιδέα!»
«Τι;» είπε ο Άγιος Βασίλης και σταμάτησε να χοροπηδάει.
«Στην αποθήκη που κρύβομαι κρυφοκοίταξα ένα αγόρι, όταν σου έγραφε το γράμμα. Δεν ζήτησε παιχνίδι. Ζήτησε… Κάτι άλλο…»
«Τι;», ρώτησαν ο Άγιος Βασίλης και το προβατάκι ταυτόχρονα.
«Ζήτησε δυο λόγια καλά αληθινά!», είπε το ποντικάκι.
«Το θυμάμαι! Το διάβασα αυτό το γράμμα! Νόμιζα πως ήταν φάρσα και δεν του έδωσα σημασία», είπε ο Άγιος Βασίλης σκεπτικός.
«Δεν ήταν φάρσα. Αυτό το αγόρι είπε πως είχε παιχνίδια και πως από τη ζωή του του λείπουν δυο καλά λόγια αληθινά.»
«Δυο καλά λόγια αληθινά αρκούν για να γεμίσει αστέρια η καρδιά σου», είπε το προβατάκι.
«Τότε πάμε! Πάμε να δώσουμε σε κάθε παιδί δυο καλά λόγια αληθινά!», φώναξε ο Άγιος Βασίλης και έδεσε τους τάρανδους στο έλκηθρο. Ύστερα ανέβηκε χαμογελώντας.
«Πάμε!», είπαν το προβατάκι και το ποντικάκι κι ανέβηκαν κι αυτά στο έλκηθρο με ενθουσιασμό αλλά και αγωνία.
Πήγαν πρώτα στο αγόρι που είχε γράψει το γράμμα.
«Σε περίμενα, Άγιε Βασίλη…», είπε το αγόρι.
«Έχω για σένα δυο καλά λόγια αληθινά», είπε ο Άγιος Βασίλης και του ψιθύρισε στο αυτί τα λόγια αυτά.
Στο άκουσμά τους η καρδιά του παιδιού γέμισε με αστέρια.
«Τα χρειαζόμουν! Κάθε παιδί τα χρειάζεται. Οι μεγάλοι μερικές φορές μέσα στις τόσες έγνοιες τα ξεχνούν», είπε το παιδί και αγκάλιασε τον Άγιο Βασίλη.
«Λες να αρέσουν και στα άλλα παιδιά; Δεν έχω παιχνίδια να τους δώσω», ρώτησε με αγωνία ο Άγιος Βασίλης.
«Στην αρχή μπορεί να απογοητευτούν όταν δεν δουν παιχνίδι. Μα όταν ακούσουν δυο καλά λόγια αληθινά, θα γεμίσει με αστέρια η καρδιά τους…»
«Σε ευχαριστώ, μικρέ μου φίλε, είπε ο Άγιος Βασίλης. Νομίζω πως έσωσες τις φετινές γιορτές με το γράμμα σου!»
Το αγόρι είχε δίκιο. Στις επόμενες επισκέψεις του Άγιου Βασίλη τα παιδιά απογοητεύονταν όταν τον έβλεπαν χωρίς σάκο. Όταν όμως τους ψιθύριζε τα λόγια που έβγαιναν από τη ζεστή καρδιά του, χαμογελούσαν γλυκά, σαν μαγεμένα. Για κάποια ήταν εμπειρία πρωτόγνωρη.
Ο Άγιος Βασίλης, το ποντικάκι και το προβατάκι της φάτνης επισκέφθηκαν όλα τα σπίτια. Οι καρδιές όλων των παιδιών της πόλης γέμισαν αστέρια.
Το επόμενο πρωί οι γονείς τους τα ρώτησαν τι έφερε ο Άγιος Βασίλης. Κι εκείνα τους απάντησαν με δυο καλά λόγια αληθινά. Και γέμισαν αστέρια και οι καρδιές των γονιών τους. Κι ύστερα οι γονείς βγήκαν έξω και είπαν δυο καλά λόγια αληθινά στους γείτονες. Κι εκείνοι στους φίλους τους και στους συγγενείς τους. Και έτσι λίγο-λίγο οι καρδιές όλων γέμιζαν αστέρια. Και το μαύρο σύννεφο άρχισε να διαλύεται καθώς τα αστέρια απλώνονταν σε όλη τη πόλη. Ήταν αστέρια, όχι σαν αυτά που βγαίνουν τη νύχτα. Αστέρια αόρατα και μαγικά, που φωλιάζουν μέσα μας και μας δίνουν δύναμη για να συνεχίζουμε.
Ο Άγιος Βασίλης επέστρεψε ευχαριστημένος στη χώρα του, το ποντικάκι στην αποθήκη και το προβατάκι της φάτνης στο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά ήταν αλλαγμένη. Τα μάτια της έλαμπαν και χαμογελούσε. Ο ταχυδρόμος που πέρασε το πρωί της είπε κι εκείνης δυο καλά λόγια αληθινά…


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

O άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα

Κάποτε γνώρισα κάποιον που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα. Δεν κατάφερα να καταλάβω την ηλικία του. Το πρόσωπό του ήταν παιδικό, το βλέμμα του βαθύ, θύμιζε άνθρωπο βαθιά ώριμο. Εγώ ήμουν ένας άντρας συνηθισμένος, με έγνοιες καθημερινές, είχα μάθει να ζω τη ζωή μου ήρεμα, να χαίρομαι με τις μικρές χαρές της, να μην απελπίζομαι στα δύσκολα. Να προχωρώ με αξιοπρέπεια στη ζωή και διακριτικά. Σαν να μην ήθελα να με αγγίζουν πολύ οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, τα όσα συναντούσα. Εκείνο το πρωινό έκανα τον καθημερινό μου περίπατο στο λιμάνι. Κοίταξα για λίγο τα πλοία, με κοίταξαν αμίλητα και γύρισα μπροστά το κεφάλι. Ο άνθρωπος που σας περιγράφω ήταν καθισμένος στην άκρη του λιμανιού, σκεπτικός. Μου αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους και του έπιασα κουβέντα. Μου μίλησε φιλικά μα για να σας πω την αλήθεια δεν πολυκατάλαβα ποιος ήταν και τι ήθελε στην πόλη μου, σε αυτό το λιμάνι, ίσως και σε αυτή τη ζωή.
Μου είπε πως είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα και γέλασα.
"Οι θάλασσες είναι για να τις βλέπουμε, για να μας ταξιδεύουν", του είπα κάπως καχύποπτα.
"Αυτό που έχω μέσα μου πρέπει να είναι θάλασσα", είπε και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
"Πώς είναι δηλαδή αυτό που έχεις μέσα σου;", ρώτησα σοβαρά κι εγώ.
"Περίεργο...Κάτι περίεργο...", είπε δειλά κάπως.
"Μα ο κόσμος είναι γεμάτος περίεργα, νέε μου", του είπα και μου έριξε βλέμμα σαν να το ήξερε ήδη.
"Μερικές φορές είναι όλα παγωμένα. Σιωπηλά."
"Πρέπει να μπορούμε να αντέχουμε κάθε σιωπή μας", του είπα εγώ που με τη σιωπή μου είχα μάθει να  ζω.
"Άλλες φορές νιώθω μέσα μου ταξίδια."
"Μα είναι ταξίδι η ζωή όπου κι αν είσαι."
"Και μερικές φορές η θάλασσα πιάνει φωτιά", το βλέμμα του ήταν τώρα τρομαγμένο.
"Τότε δεν θα είναι θάλασσα", του είπα εγώ κοφτά.
"Πρέπει να είναι θάλασσα", είπε ξανά.
"Καθένας έχει μια ιδέα για τα όσα νιώθει. Μα μερικές φορές πλανεύεται", απάντησα και ένιωσα πραγματικά πολύ σοφός.
"Κάθε φορά που προσπαθώ αυτό που έχω μέσα μου να βγάλω, χάνεται στα χέρια μου σαν νερό. Τι να'ναι αλλιώς;"
Δεν είπα τίποτα. Κάτι στον τόνο της φωνής του με είχε αγγίξει.
"Και είναι αστείρευτο και αχανές", συνέχισε μα πια δεν με κοιτούσε.
"Θα νιώθεις τόσο άσχημα", του είπα συμπονετικά.
"Συνήθισα", είπε χαμογελώντας.
"Τι ονειρεύεσαι;", ρώτησα γιατί έδινα μεγάλη σημασία στα όνειρα των ανθρώπων.
"Καμιά φορά εύχομαι να βγει, να αδειάσει...", είπε θλιμμένα.
Δεν μίλησα. Εμένα οι ευχές μου ήταν ευχές για όσα ήταν απτά. Δεν καταλάβαινα αυτόν τον άνθρωπο κι όμως ήθελα να πιάσω τον ώμο του.
"Ξέρεις, είναι δύσκολο να ζω με κάτι σαν θάλασσα μέσα μου. Μα και χωρίς αυτό ίσως να μην άντεχα να ζω", χαμογέλασε γλυκά κι επίμονα.
"Πότε την ένιωσες πρώτη φορά αυτή τη θάλασσα... Ή ό,τι άλλο είναι αυτό που κουβαλάς", ρώτησα και σηκώθηκα να φύγω. Οι έγνοιες μου οι καθημερινές με φώναζαν κι εγώ άλλωστε ήμουν ένας άνθρωπος που του άρεσε να σκέφτεται λογικά. Πώς παρασύρθηκα έτσι σε λόγια τέτοια;
"Όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, ίσως τότε. Όταν σκαρφίστηκα για πρώτη φορά έναν στίχο. Τώρα πια δεν τον θυμάμαι, κύλησε σαν το νερό και χάθηκε μαζί με όλους τους άλλους..."
"Πρέπει να φύγω, φίλε μου, είπα στοργικά σαν πατέρας. Κι εσύ, μην κοιτάζεις άλλο τα πλοία..."
Μου χαμογέλασε πάλι και συνέχισε να κοιτάζει τα πλοία.
Ακόμη δεν ξέρω γιατί τον αποχαιρέτισα με αυτά τα λόγια. Ίσως ήθελα να του πω να τολμήσει να δει μέσα του ό,τι είχε κι έτσι θα λυτρωνόταν. Ίσως μου θύμισε λίγο τον εαυτό μου. Μα εγώ είμαι άνθρωπος λογικός, ξέρετε, και οι έγνοιες μου καθημερινές και τα όνειρά μου είναι για όσα είναι απτά. Αξιοπρεπής με διακριτικότητα, σαν να μην αντέχω πολύ να με αγγίζει η ζωή και πάνω από όλα εγώ ποτέ μου δεν σκαρφίστηκα στίχους αν και με πάθος διάβαζα όταν ήμουν νέος. 
Παράξενος αυτός ο άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα κι ακόμη πιο παράξενη η συνάντησή μας και τώρα δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. Ναι, ίσως κάποτε να κοιτούσα κι εγώ τα πλοία σαν κάτι να περίμενα. Ίσως κάποτε, όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, σκαρφίστηκα έναν στίχο, ίσως να έγραψα και ποιήμα ολόκληρο. 'Εσκισα το χαρτί ή το έκαψα κι έκανα σαν να μην έγινε τίποτα, συνέχισα τη ζωή μου. 
Ναι, ίσως να είχα κάποτε κι εγώ κάτι σαν θάλασσα μέσα μου.
Αχανές, ορμητικό, ενοχλητικό, ανικανοποίητο.  
Μάλλον το κοίμησα. 
Το ξέχασα και με ξέχασε και απορώ τώρα πως μπλέχτηκα σε σκέψεις και αναμνήσεις τέτοιες.
Μάλλον καλύτερα, φίλοι μου, που σταμάτησα να κοιτάζω τα πλοία. 
Ειλικρινά για έναν στίχο, δεν ξέρω αν αξίζει να ταλαιπωρείσαι έτσι...