Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Μέσα Στο Φθινόπωρο

Περπάτησε πάλι μέσα στο φθινόπωρο
Κοιτάζοντας ένα φύλλο που έπεφτε θυμήθηκε
Πως έτσι πάντα κάπως ξεκινούσε
Με ορμή, ενίοτε θλίψη
Στο φθινόπωρο αρέσει πάντα η θλίψη
Ταιριάζει με το κιτρινωπό του χρώμα
Και με τον αέρα που σηκώνει σκόνη
Σκόνη κι ύστερα τίποτα
Μα είναι κι η θλίψη των ποιητών
Κάτι αγαπημένο

Τη ντύνουν με λέξεις, την περιποιούνται
Ύστερα τη συνηθίζουν τόσο
Θέλουν να την κρατούν στο χέρι τους μονίμως
Όπως ένα μικρό κορίτσι μια κούκλα αγαπημένη
Μερικές φορές της γελούν
Και προσπαθούν να την κάνουν να γελάσει
Μα είναι όντως σαν την κούκλα άψυχη
Αυτή η θλίψη των ποιητών
Στον χρόνο παγωμένη
Ένα πρώτο, πρώτο καταφύγιο

Καλύτερα όμως να μεγαλώνεις
Να σταματάς να σέρνεις
Όσα μπορείς έτσι απλά να αφήνεις πίσω
Τα παιδικά παιχνίδια να θυμάσαι
Μόνο όταν εκείνα σου γελούν
Το κίτρινο φθινόπωρο ίσως θα μπορούσε
Να γελάει συχνότερα αν με δύναμη πετούσε
Τα φύλλα του με τρόπο που χορεύουν
Οι ποιητές θα μπορούσαν να γελάνε συχνότερα
Αν απεγκλωβίζονταν από τον ίδιο τον εαυτό τους

Όπως και να'χει εκείνος τώρα προχωρούσε
Μέσα στο φθινόπωρο, μέσα στα φύλλα
Και ναι, και τότε κάπως έτσι ξεκινούσε
Με ορμή, πάντα ορμή -λίγο θλιμμένη



Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΜΕΛΩΔΙΑ, μια ιστορία για την αποτυχία

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε μια κιθάρα στο σπίτι μιας οικογένειας. Ο άντρας του σπιτιού είχε κληρονομήσει αρκετά μουσικά όργανα από τον πατέρα του και τα είχε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Ένα πιάνο, τύμπανα και μια φλογέρα που κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκε εκεί ήταν μαζί με την κιθάρα. Όμως από τότε που πέθανε ο παππούς της οικογένειας δεν χρησιμοποιούνταν. Ο πατέρας ήταν πολύ απασχολημένος με τη ζωή του, με τη δουλειά του, με τις οικογενειακές υποχρεώσεις και επίσης δεν του άρεσε πολύ η μουσική. Το δωμάτιο με τα μουσικά όργανα είχε γίνει αποθήκη. Ανάμεσα σε παλιά παπούτσια και σπασμένα ράφια το Πιάνο, η Κιθάρα, τα Τύμπανα και η Φλογέρα γέμιζαν σκόνη.
 Το Πιάνο δυσκολευόταν πιο πολύ από όλους με αυτήν την κατάσταση. Κάθε μέρα βαρυγκωμούσε. 
«Μα είναι δυνατόν εγώ, το πιο αριστοκρατικό από όλα τα όργανα, να είμαι θαμμένο σε αυτό το παλιοδωμάτιο που μυρίζει άσχημα;»
Η Φλογέρα γελούσε.
«Θα προτιμούσες να είσαι σε κανένα παλάτι, αριστοκράτη; Τι να κάνουμε, εδώ σε έφερε η ζωή…»
«Σκάσε, αγενές πνευστό!», έλεγε το Πιάνο και μυξόκλαιγε.
Τα Τύμπανα ήταν κάπως αδιάφορα στην όλη κατάσταση. Ίσως επειδή τα παιδιά του σπιτιού έμπαιναν μερικές φορές κρυφά στο δωμάτιο και έπαιζαν λίγο με αυτά.  Η Κιθάρα τούς παρατηρούσε όλους με ενδιαφέρον και ούτε κι αυτή πολυμιλούσε. Ονειρευόταν κάποιος να την κρατήσει στα χέρια του και να γράψει ένα τραγούδι.
Μια μέρα άκουσαν συζητήσεις από το σαλόνι. Ο άντρας και η γυναίκα που ζούσαν στο σπίτι ανέφεραν τα ονόματά τους. Η Φλογέρα χοροπηδώντας βρέθηκε στην άκρη της πόρτας για να ακούσει τι έλεγαν.
«Δεν έχει νόημα να τα κρατάμε έτσι κι αλλιώς. Εμείς δεν ξέρουμε μουσική, τα παιδιά δεν ξέρουν μουσική…», είπε η μητέρα.
«Μα είναι ό,τι έχω από τον πατέρα μου…», είπε ο πατέρας.
«Δυστυχώς! Αν σου είχε αφήσει και τίποτα άλλο ίσως να μην χρειαζόταν να τα πουλήσουμε!», είπε η μητέρα με εκνευριστικά σίγουρη φωνή.
«Ας κάνουμε λίγη υπομονή. Κάποια άλλη λύση θα βρούμε.»
Η μητέρα δεν υποχωρούσε. Τα οικονομικά της οικογένειας ήταν σε άσχημη κατάσταση. Χρειάζονταν οπωσδήποτε χρήματα. Θα πουλούσαν τα μουσικά όργανα. Η Φλογέρα είπε στα άλλα μουσικά όργανα τι άκουσε.
«Τι καταστροφή!», τσίριξε το πιάνο.
«Νόμιζα πως θα χαιρόσουν. Θα βγεις από αυτή τη βρωμερή αποθήκη… Εμένα όμως μου άρεσε εδώ και δεν θέλω να φύγω…», είπε η Φλογέρα που για πρώτη φορά έχανε τη διάθεσή της για αστεία.
Τα Τύμπανα πάλι σιώπησαν, όμως, το βλέμμα τους είχε σκοτεινιάσει.
Η Κιθάρα μίλησε με πρωτόγνωρο θάρρος.
 «Πρέπει να τους δείξουμε πως έχουμε ακόμη αξία! Ας παίξουμε μουσική μόνα μας!»
«Καλή ιδέα!», είπε το Πιάνο και κορδώθηκε. Τα πλήκτρα του άρχισαν να παίζουν. Όμως ήταν ξεκούρδιστο…
Η Φλογέρα τσίριξε αλλά και ο δικός της ήχος ήταν σαν χαλασμένος.
Τα Τύμπανα έκαναν ένα δυνατό νταπ ντουπ αλλά είχαν χάσει τον ρυθμό τους παρά το περιστασιακό παιχνίδι των παιδιών του σπιτιού.
Και η Κιθάρα ήταν ξεκούρδιστη…
Τους έπιασε όλους απελπισία. Ένιωθαν τόσο αποτυχημένοι. Δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό για το οποίο προορίζονταν. Αυτό για το οποίο είχαν φτιαχτεί. Αυτό το οποίο περίμεναν οι άλλοι από αυτούς. Μα τότε γιατί να ζουν; Γιατί να υπάρχουν; Καλύτερα να τους πετούσαν στα σκουπίδια! Δεν τους άξιζε η ζωή αφού δεν μπορούσαν να εκπληρώσουν τον σκοπό τους. Ήταν αληθινά λυπημένοι και απελπισμένοι.
Τα τέσσερα μουσικά όργανα δακρυσμένα άρχισαν να παίζουν μουσική. Η μουσική ήταν μελαγχολική μα τόσο, τόσο υπέροχη! Πλημμύρισε το σπίτι, τον δρόμο, την πόλη. Όλοι οι περαστικοί γύριζαν το κεφάλι αναζητώντας την προέλευσή της.
Οι γονείς του σπιτιού σταμάτησαν τη συζήτηση και όρμησαν στο δωμάτιο. Τα παιδιά άρχισαν να χοροπηδούν βλέποντας τα πλήκτρα του πιάνου να χορεύουν και τη φλογέρα να λικνίζεται σε έναν ρυθμό μοναδικό. Τα τύμπανα και η κιθάρα συνόδευαν τους φίλους τους. Περαστικοί άρχισαν να χτυπούν την πόρτα και να μπαίνουν στο σπίτι σαν υπνωτισμένοι.
«Δεν θα πουλήσουμε τα μουσικά όργανα του πατέρα μου!», είπε ο άντρας στη γυναίκα του κι εκείνη συμφώνησε μαγεμένη ακόμη από τη μουσική. Ύστερα από λίγο η μουσική σταμάτησε και όλα συνέχισαν όπως πριν. Το ζευγάρι επέστρεψε στις δουλειές του σπιτιού, τα παιδιά διάβαζαν για το σχολείο και οι περαστικοί πήγαν στα δικά τους σπίτια τους για να κοιμηθούν.
«Μα ήμουν υπέροχο!», είπε το Πιάνο τρομερά περήφανο για τον εαυτό του.
«Αριστοκράτη, ειλικρινά δεν το περίμενα να τα καταφέρουμε έτσι! Σε παλάτι να ήσουν δεν θα έπαιζες καλύτερα. Κι εγώ στα χέρια ενός βοσκού λιγότερο μαγευτική μουσική θα έβγαζα.»
«Γκουχου γκουχου», έκαναν τα λιγομίλητα Τύμπανα.
«Και τα Τύμπανα και η Κιθάρα δεν πήγαν πίσω! Συγχαρητήρια σε όλους μας! Εξασφαλίσαμε τη διαμονή μας στη βρωμοαποθήκη!», είπε η Φλογέρα.
«Αν καθάριζαν και λίγο το δωμάτιο δεν θα ήταν άσχημα. Αυτή η σκόνη μού προκαλεί άσθμα», είπε το Πιάνο βρίσκοντας πάλι το παλιό του παράπονο.
«Θα γίνει κι αυτό, φώναξε η Κιθάρα. Αν παίζουμε έτσι κάθε μέρα, θα σωθούμε από τη σκόνη, είναι σίγουρο.»
«Μα πώς τα καταφέραμε αλήθεια;», αναρωτήθηκε η Φλογέρα.
«Ψιτ… Κανείς σας δεν κατάλαβε τι έγινε;», ακούστηκε μια ανδρική βραχνή φωνή από μια κούτα.
Η Φλογέρα χοροπηδώντας πήγε πάνω στην κούτα. Άρχισε να πετάει πράγματα μέχρι να βρεθεί ο ομιλητής. Ήταν ένα κάδρο με μια φωτογραφία του παππού, του παλιού ιδιοκτήτη των μουσικών αυτών οργάνων. Όταν είδαν το κάδρο έτσι ζωντανεμένο τα μουσικά όργανα χάρηκαν τρομερά. Τους είχε λείψει αυτός ο τόσο καλός άνθρωπος. Τα χέρια του τα χάιδευαν κι εκείνα τραγουδούσαν κάποτε, παλιά, πολύ παλιά.
«Μα ήμασταν καταδικασμένοι… Ήμασταν αποτυχημένοι. Ξεκούρδιστοι, και ξεχαρβαλωμένοι και σκονισμένοι, είπε η Κιθάρα. Πώς καταφέραμε να βγάλουμε τέτοια όμορφη μελωδία;»
«Ήσασταν αληθινοί, αυτό έχει σημασία. Και ήσασταν όλοι μαζί ενωμένοι.»
Τα μουσικά όργανα συγκινημένα έβγαλαν μερικούς ακόμη υπέροχους ήχους.
«Εδώ που τα λέμε στο παλάτι δεν θα είχα την ευκαιρία να παίξω ποτέ με φλογέρα… Δεν θα ήξερα καν την ύπαρξή της», είπε το Πιάνο δειλά.
Ύστερα κορδώθηκε και άρχισε πάλι να παραπονιέται.
«Αλλά τη σκόνη εδώ δεν την αντέχω…»
«Άντε, βάλτε με πάλι στην κούτα μου!», φώναξε το κάδρο του παππού.
Η Φλογέρα έβαλε το κάδρο στη θέση του κι ύστερα έριξε μέσα στην κούτα όλα τα παλιοπράγματα που ήταν πριν από πάνω του. Ύστερα τα όργανα έκλεισαν τα μάτια και κοιμήθηκαν ευτυχισμένα που αν και τώρα πια αποτυχημένα, ξεχαρβαλωμένα και σχεδόν άχρηστα και χαλασμένα, ήταν αυτά που ήταν και ήταν εκεί όλα μαζί.  

Και η πιο όμορφη μουσική ακούστηκε πάλι μέσα στη νύχτα και πολλοί στον ύπνο τους εκείνο το βράδυ χαμογέλασαν.