Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Η ΕΥΧΗ

Ο ήλιος κρυμμένος πίσω από σύννεφα
Πότε έστελνε σκιές πότε τις μάζευε
Ο νέος μόνος του, χαμένος σε μια μουσική
Που έκανε τα δέντρα να γυρίζουν
Απλώς ονειροπολούσε
Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε
Που πίστευε πως ό,τι ευχόταν
Ήταν κάτι που αναπόφευκτα θα ζούσε
Ο κόσμος τού ψιθύριζε γύρω
Με μια φωνή ανατριχιαστική
Πως οι ευχές είναι αδύναμα φαντάσματα
Ωχριούν μπροστά σε μια πραγματικότητα
Μάταιη, τουλάχιστον θλιβερή
Συνήθως σκληρή ή αφάνταστα ανιαρή


Όμως όλα θα φαίνονται τόσο αστεία,
Σκέφτηκε ο νέος και χαμογέλασε
Σε αυτόν τον ήλιο που κρύβεται
Οι άνθρωποι φωνάζουν και απαιτούν μονίμως
Παραπονιούνται, ματαιοπονούν, εθίζονται
Φιλοδοξούν, ερωτεύονται χίμαιρες
Συχνά δεν είναι παρά μονάχα
Η ίδια η σκιά του εαυτού τους
Σε ένα αδίστακτο, ανελέητο κυνήγι σκιών
Ο ήλιος μονίμως γελάει μαζί τους
Ακόμη και με τα πικρά τους δάκρυα
Αν τον κοιτάξουν καλά μες στα μάτια
Ίσως με τις συμφορές τους γελάσουν κι αυτοί

Οι σκιές στο έδαφος άλλαζαν μορφές
Τα σύννεφα συνέχιζαν να ταξιδεύουν
Τα δέντρα χόρευαν τόσο ακίνητα
Ο νέος πήρε μια ανάσα
"Θα τολμήσω να ευχηθώ", είπε δυνατά
Στο ξεφύσημά του η Ευχή έφυγε γρήγορα
Βιαστική να φτάσει στον προορισμό της
Με ένα τεράστιο ιερό καθήκον στους ώμους της
Κι ωστόσο ανάλαφρη σαν νεράιδα

Ο νέος έκλεισε τα μάτια ευχαριστημένος
Που είχε το θάρρος σε αυτόν τον γκρίζο, ασήκωτο κόσμο
Να στέλνει ευχές

Κι αν η νεράιδα κάπου στον δρόμο εξαϋλωνόταν
Λίγα πικρά δάκρυα ακόμη, λίγο γέλιο
Ή μπορεί και όχι

Αυτό το θάρρος
Είναι από μόνο του
Το πρώτο άνοιγμα των φτερών σου
Από το αρχικό σημείο μια μετακίνηση

Ή αλλιώς
Η μισή διαδρομή


Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΠΡΟΒΟΛΗ

Το φεγγάρι σε κοιτάζει
Σαν λυπημένο, λειψό πρόσωπο
Ύστερα ένα γέλιο παιδικό από μακριά
Το κάνει να χαμογελάει

Στους άλλους κοιτάζεις πάντα με εμμονή
Το ίδιο δικό σου κομμάτι που κρύβεις

Ο κόσμος ένα τεράστιο σύνολο
Από καθρέφτες που δεν βλέπεις


Κι όταν αρχίζεις και τους σπας έναν-έναν
Το ξένο δεν σε φοβίζει
Δεν σε θυμώνει
Είναι απλώς ένα κομμάτι του κόσμου
Που δεν σε αφορά
Και η δική σου ματιά περιττή
-ποιος άλλωστε τα είδε ή τα κατάλαβε όλα;

Όταν όλοι οι καθρέφτες σπάσουν
Το δικό σου πρόσωπο
Είναι επιτέλους ολόκληρο
Χαμογελαστό ή θλιμμένο
-πάντως βαθιά κι αληθινά δικό σου

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Ενας Άνθρωπος Μονοδιάστατος

Ήταν ένας άνθρωπος μονοδιάστατος
Αναρωτιέμαι αν μερικές φορές
Έχανε την ουσία
Όταν παράπαιε διαρκώς ανάμεσα
Σε ένα καλό κι ένα κακό
Ένα σωστό, ένα λάθος
Σε συνεχή αναζήτηση ήταν
Φίλων ή εχθρών
Με πάθος αγαπούσε
Μισούσε βαθιά


Ενίοτε σκότωνε
Όταν δεν άντεχε μέσα του
Την αντιπαράθεση
Τον εαυτό του σκότωνε
Ή τον άλλο
(εν τέλει δηλαδή
σκότωνε πάντα τον εαυτό του)

Και βυθιζόταν στη μία αυτή διάσταση
Τη μόνη αυτή που εκείνη τη στιγμή ανεχόταν
Για εκείνον καταφύγιο ήταν ασφαλές
Μονόχρωμο, όμως, και μουντό και τόσο λίγο
Σιγά σιγά έχανε τη μορφή του ανθρώπου
Γινόταν μικρός, συρρικνωμένος
Μία ανήμπορη κουκκίδα
Νόμιζε πως ήταν μεγάλος
Μα ήταν μονάχα 
Σαν έντομο

Σαν ένα έντομο δυστυχισμένο
Που φοβισμένο κάτω από ένα φύλλο
Δεν κοίταξε ποτέ του γύρω
Κι έτρεμε μόνο γιατί δεν μπόρεσε ποτέ του να συλλάβει
Την απέραντη, περίπλοκη
Σκληρότητα και ομορφιά
Αυτού του κόσμου


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ένα αδιάκοπο κυνήγι...



Κάθισε πάνω στο ρολόι
Ο χρόνος έτρεχε με φόρα
Κι εκείνος άρχισε να τρέχει
Ο χρόνος γύριζε πιο πίσω
Γύριζε πίσω και εκείνος




Χωρίς στιγμή να σταματάει
Πάλευε να ισορροπήσει
Ανάμεσα σε οράματα και στόχους
Και στα όσα έχουν ήδη γίνει
Συχνά εκεί που προσπαθούσε
Έπεφτε, με δύναμη ριχνόταν
Σε μια άβυσσο, έναν βούρκο
Εκεί μετά και πριν γίνονταν ένα
Κι εκείνος τότε κολυμπούσε
Και πάλευε να βγει εξοντωμένος
Μόνο και μόνο να ανασάνει

Έτσι ήταν η ζωή του ανθρώπου εκείνου
Δευτερολέπτων αδιάκοπο κυνήγι...

Οι δείκτες γύριζαν σαν ξεχαρβαλωμένοι
Ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον
Σε αυτόν τον βούρκο από κάτω
Μονάχα έχανε ανάσες

"Θα σταματήσω το ρολόι!"
Είπε με τόλμη κάποια μέρα
Και θ'ανασάνω έστω για λίγο

Ήρθε η στιγμή
Την έζησε με πάθος
Δίχως παρελθόν ή μέλλον

Λίγο μετά άρχισε να τρέχει
Μπροστά και πίσω κι αντιστρόφως
Και έπεφτε πάλι και ξανά στο βούρκο

Δεν ήταν για πολλές στιγμές φτιαγμένος
Δεν ήταν για πολλές ανάσες





Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Ο Θησαυρός

Μπήκε σε εκείνη την παλιά
Από καιρό ξεχασμένη 
Σοφίτα

Καθισμένος όπως τότε
Τότε που ήταν παιδί
Είδε τα πάντα τώρα 
Αλλιώς




Οι σκιές λιγότερο τρομακτικές
Σαν απειλή αστεία
Η σκόνη λεπτομέρεια ασήμαντη
Και τα παλιά έπιπλα
Βαριά, σκεπασμένα
Έτοιμα ήταν να διηγηθούν
Την ίδια ιστορία

Δεν άκουγε
Δεν ήταν εκεί για αυτό

Το μισοσκόταδο έγινε ημίφως
Το ημίφως ήταν τώρα
Κάτι πιο κοντά στο φως
Είχε ελπίδα

Ένα σπασμένο παιδικό παιχνίδι
Θύμησε για λίγο
Τις μακρινές στιγμές
Τότε που έσπαζε έτσι
Η αθωότητα

Έμεινε για ώρα
Στην παλιά σοφίτα
Νιώθοντας βαθιά 
Ηρεμία

Σωροί βιβλίων
Που δεν θα διαβαστούν ξανά
Νιώθοντας ένα βλέμμα
Θυμήθηκαν για λίγο
Τον σπουδαίο τους ρόλο

Οι σκιές άρχισαν να χαμογελούν
Η σκόνη έγινε μέρος για να γράψεις

Λίγο πριν φύγει θυμήθηκε
Πως μπήκε στη σοφίτα για να βρει
Τον Θησαυρό

Δεν ήταν ανάμεσα
Στα σπασμένα ράφια
Στις φωτογραφίες
Ή στα γεμάτα παρελθόν κουτιά

Ήταν μονάχα
Αυτή η ίδια
Η ηρεμία