Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Μια Επιστροφή Περίεργη

Εκεί που έτρεχε
Στάθηκε λίγο
Στο ίδιο ακίνητο σημείο
Που ήταν πριν χρόνια

Μια επιστροφή περίεργη
Κάπως τότε επετεύχθη




Τον τότε εαυτό του κοίταξε
Κρυμμένος κάπου
Ευχόταν, ήλπιζε
Και προσπαθούσε
Και έτρεχε πάλι
Προς τα εκεί
Που τώρα εκείνος είχε φτάσει

Περίεργο, σκέφτηκε
Αφουγκραζόμενος
Αυτές του τις παλιές ευχές
Που τώρα μέσα στις παλάμες του
Σφιχτά κρατούσε
Μα είχε ξεχάσει

Το μέλλον πάλι τον τραβούσε
Κι ετοιμάστηκε να συνεχίσει
Με φόρα πάλι προς τα εμπρός

Και ο εαυτός αυτός
Του παρελθόντος που ευχόταν
Λίγο πριν στρίψει και χαθεί
Τον κοίταξε
Με ελπίδα και χαρά
Μα ίσως και λίγη λύπη

"Μην με ξεχνάς"
Μόνο είπε
Κι ύστερα συνέχισε να προσπαθεί
Για αυτό που εκείνος
Είχε ήδη καταφέρει

Ο άνθρωπος που έτρεχε έφυγε
Κρατούσε τις πολύτιμες ευχές
Που είχε κερδίσει
Τις ένιωθε να σπαρταρούν
Να ζωντανεύουν
Για λίγο δεν κοιτούσε μακριά
Μόνο χαμογελούσε

Λίγο πιο πέρα του τότε ο εαυτός του
Συνέχιζε να προσπαθεί
Για όσα τελικά είχαν γίνει



Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Ο ΑΝΑΠΟΔΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Κάθε πρωί ξυπνούσε
Με μια αίσθηση κάπως βαριά
Οι υποχρεώσεις μπροστά του
Βήματα ανιαρά,
Άτολμα, κυρίως ανούσια
Πριν φύγει για μια ακόμη μέρα
Που ήταν ίδια με την προηγούμενη
Για όσο θυμόταν τον εαυτό του
Κοιτούσε προσεκτικά έναν καθρέφτη
Που δεν θυμόταν από πού τον κληρονόμησε
Δεν τον ενδιέφερε να αναρωτηθεί
Ήταν απλώς εκεί
Ήταν ανάποδος
Ο καθρέφτης τού έδειχνε
Έναν κόσμο ανάποδο
Έναν εαυτό ανάποδο
Διασκεδαστικά διαφορετικό
Και τόσο μα τόσο απείθαρχο
Και χρωματιστό πολύ
Χωρίς ωστόσο καμία ελπίδα επιβίωσης
Στον κόσμο που είχε μεγαλώσει
Πέρασαν χρόνια έτσι
Και ο ανάποδος καθρέφτης
Ήταν πάντα εκεί
Να του θυμίζει κάτι
Εκείνος συνέχιζε να βηματίζει
Σαν ξένος, σαν επισκέπτης
Ανάμεσα σε άλλους που γίνονταν ξαφνικά
Όλο και πιο ασπρόμαυροι
Κάποια στιγμή ένα παιδί
Βρέθηκε στον καθρέφτη του μπροστά
Ο ανάποδος κόσμος
Τώρα γελούσε
Το παιδί άρχισε να χορεύει
Τα βήματά του ανάποδα
Οι νότες από το τραγούδι του
Ανάποδες κι αυτές
Εκείνος πλησίασε τον καθρέφτη
Για πρώτη φορά το είδωλό του
Έστεκε τώρα μπροστά του ευθυτενές
Μέσα στην ατέλειωτη φασαρία του παιδιού
Το σπίτι είχε γυρίσει
Ο κόσμος είχε γυρίσει
Κι εκείνος τώρα ανάμεσα στα χρώματα
Με τόλμη και ουσία
Περπατούσε
Και κάθε μέρα τώρα πια γίνεται άλλη

(δημοσιεύθηκε στη σελίδα τοβιβλίο.net)

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

α έ ρ α ς

   

Ξύπνησε ξαφνικά τα ξημερώματα. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Μέσα στη νύχτα πίεσε το μυαλό της να θυμηθεί όλες τις υποχρεώσεις της εβδομάδας. Κάτι μέσα της χτυπούσε πάντα σαν ρολόι. Όχι ιδιαίτερα καλοκουρδισμένο, όμως κατάφερνε να λειτουργεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε ξεχάσει. Δεν μπορούσε πάλι να κοιμηθεί και σηκώθηκε. Ήπιε ένα ποτήρι νερό στην κουζίνα και κοίταξε την ατζέντα της. Είδε την ημερομηνία. 20 Ιουλίου. Του Προφήτη Ηλία. Θυμήθηκε και χαμογέλασε. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Η νύχτα είχε αρχίσε να φεύγει, το φως θα ερχόταν. Σαν σήμερα θα γιόρταζε ο παππούς της. Χαμογέλασε πάλι κοιτάζοντας την αυγή που έστελνε τα πρώτα της χρώματα.
  Ο παππούς της ξυπνούσε τέτοια ώρα κάθε πρωί. Ανέβαινε στο άλογό του και επέστρεφε το μεσημέρι. Κοιμόταν και το απόγευμα ξυπνούσε. Τριγύριζε στο σπίτι σαν να μην ήταν από ύλη, σαν ένα μικροκαμωμένο ξωτικό που βρέθηκε κατά τύχη στο σπίτι τους και ανυπομονούσε να βγει πάλι στο δάσος για να μιλήσει με τα πουλιά. Το  βράδυ κοιμόταν νωρίς κι ένιωθες πως η καρδιά και το μυαλό του ήταν ελαφριά. Δεν έδινε σημασία σε πολλά. Είχες την εντύπωση πως αγνοούσε τα πρόσωπα γύρω του, τις καταστάσεις, τους επισκέπτες, τις καθημερινές έγνοιες. Μόνη του έγνοια ήταν το άλογό του. Σε εκείνο μιλούσε πολύ. Ήταν ένα λευκό, ψηλόλιγνο άλογο. Απορούσες πώς σκαρφάλωνε σ'αυτό έτσι μικροκαμωμένος που ήταν, πως μπορούσε και ισορροπούσε. Περίεργο πράγμα η ισορροπία έτσι αλλιώς. Το άλογο του κλεισμένο σε έναν μικρό στάβλο δίπλα στην αυλή τους και ο παππούς κλεισμένος στο σπίτι σαν να ασφυκτιούσαν λίγο. Κάθε αυγή όμως έφευγαν μαζί, χάνονταν στον κόκκινο ορίζοντα με μια τρομερή αίσθηση ενότητας. Ο παππούς όταν αρρώστησε κι άρχισε να ξεχνάει και πάλι έφευγε πάνω στο άλογο. Ήταν πεισματάρης και έδινε την αίσθηση πως κάτι από κάπου μακριά τον καλούσε. 
  Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Εκείνη ήταν τότε κοριτσάκι, τώρα διένυε την ενήλικη ζωή. Ο παππούς είχε πάψει από καιρό να υπάρχει. Είχε μείνει μόνο σε φωτογραφίες ξεθωριασμένες, μακρινές. Τόσο ξεθωριασμένη ήταν και η παιδική της ηλικία. Πάλευε μερικές φορές να θυμηθεί πώς έτρεχε μικρή, πως πηδούσε τους τοίχους με τα γδαρμένα γόνατα, πώς φώναζε τότε. Δεν θυμόταν. Λες και σωροί από άλλα πρόσωπα, από άλλες στιγμές, από τόσες ανούσιες και άσκοπες δραστηριότητες να κάλυψαν τα πάντα. Κι όμως αυτή η μνήμη του παππού με το άλογο ξεπήδησε και η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Όλα αυτά υπήρξαν κάποτε και ήταν μέσα της κάπου.
     Θυμήθηκε την πρωινή λειτουργία στο ξωκλήσι πάνω στον βράχο. Δεν της άρεσε να ξυπνάει νωρίς, όμως ένιωθε πως έπρεπε να είναι εκεί, για να τιμήσει τον παππού που γιόρταζε. Η εικόνα του Προφήτη Ηλία της έφερνε μια άγρια αίσθηση. Ίσως κάτι από αυτό το άγριο να είχε ο παππούς της. Ίσως να ήταν μέσα της, δικό της κι αυτό να φοβόταν. Ένα ξωκλήσι πάνω στο βράχο, ένα λευκό άλογο που τρέχει την αυγή. Τα είχε ζήσει αυτά, ήταν δικά της. Ήθελε τόσο πολύ να καλύψουν το τώρα, να καλύψουν το μάταιο, να γίνει όπως τότε. Που δεν την ένοιαζε. Που απλώς σκαρφάλωνε. Απλώς φώναζε. Απλώς υπήρχε. 
   Μια χρονιά, θα ήταν επτά ή οκτώ χρόνων δυο κεριά, από αυτά τα πολλά που είχαν έξω στο ξωκλήσι έπεσαν στη φούστα της. Ήταν η καλή της φούστα, την είχε διαλέξει η μαμά της για όλες αυτές τις καλές στιγμές του καλοκαιριού. Στην αρχή φοβήθηκε. Έτρεξαν πάνω της γυναίκες κι έσβησαν τη φωτιά. Ευτυχώς δεν κάηκε. Όμως δυο μεγάλες τρύπες έμειναν στη φούστα της. Αυτήν την πολύχρωμη φούστα που τώρα έπρεπε να υπομείνει τρύπια μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο. Ήθελε όμως να δείξει δυνατή και δεν έκλαψε. Μόνο πήρε το λαστιχάκι που είχε στα μαλλιά της και το έδεσε στη φούστα με τρόπο που να μην φαίνονται πια οι τρύπες. Είχε μανία να προσπαθεί να μπαλώνει τα προβλήματα με βιασύνη και ορμή. Από τότε. Υπέμεινε την ταπείνωση εκείνου του πρωινού και γύρισε στο σπίτι στενοχωρημένη. Η φούστα της είχε καταστραφεί και όλοι στο χωριό την είδαν να φοράει τρύπιο ρούχο. Ο παππούς ούτε που το πρόσεξε. Ή μάλλον την κοίταξε λίγο και δεν έδωσε σημασία. "Να είσαι λεβέντρα", της είπε μόνο. Ύστερα μουρμούρισε κάτι όπως συνήθως. Τα λόγια του συχνά ήταν ένα μουρμούρισμα, ένα σφύριγμα του αέρα. Ίσως μόνο το λευκό του άλογο, αυτός ο αληθινός ο φίλος του, να τα καταλάβαινε. 
    Τώρα ήταν τόσο μακριά. Το λευκό άλογο και ο παππούς. Και τα προβλήματά της ήταν τώρα τρύπες σαν αυτές στην πολύχρωμη φούστα, που όλο πάλευε να τις κλείσει κι όλο αυτές έχασκαν χαιρέκακα κι εκείνη έκρυβε συνεχώς την ταπείνωση και τον θυμό και έσφιγγε τα δόντια. Όμως κάποτε ήταν παιδί και πετούσε και κάποτε ανέβαινε κι εκείνη στο άλογο στην αγκαλιά του παππού και ήταν τότε ελεύθερη και κάποτε έτρεχε δίχως να σταματάει. Λαχάνιαζε και της κοβόταν η ανάσα κι όμως έτρεχε γιατί τότε μπορούσε να μη σταματά, άντεχε και δεν την ένοιαζε τίποτα. 
    Ο ουρανός είχε βαφτεί εδώ και πολλή ώρα κόκκινος. Η μέρα ξεκινούσε. Δεν ήθελε να σηκωθεί από την καρέκλα, δεν ήθελε να πάει στη δουλειά της. Ήθελε μόνο να γίνει αέρας. Να περάσει τους δρόμους της πόλης, να τρέξει στις εθνικές οδούς. Να φτάσει στην ήσυχη κοιλάδα, να χαϊδέψει τα δέντρα της, τα λουλούδια, ακόμη και τους μικρούς της θάμνους. Να βρεθεί στο μικρό χωριό που τώρα τόσο σπάνια έβλεπε. Αθόρυβα να διαβεί στα σοκάκια του. Να την καταλάβει μόνο κάποιο παιδί που θα κλωτσάει κάπου εκεί μια πέτρα. Κι ύστερα να μπει στο σπίτι χωρίς να την ακούσει κανείς. Να τρέξει στο δωμάτιό του παππού. Κι εκεί  να τον σκουντήσει. Να του τραβήξει το χέρι.
"Σήκω, πάμε," να του πει.
Αυτή να είναι παιδί κι αυτός να είναι πάλι εδώ και το λευκό, το ψηλό άλογο να ζει κι αυτό ξανά και να τους περιμένει.

Στη Γ.Μ.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Η Ερώτηση

Ρώτησε τον ποιητή κάποιος
Αν είναι το ποιήμα στόχος
Και είπε, "όχι, ποτέ"
Αν ευχαρίστηση είναι
Κούνησε το κεφάλι δίχως νύξη
Αν είναι πολύτιμο το ποιήμα
Είπε, "όσο όλα"
Αν το αγαπάει
Είπε, "δεν ξέρω
πόσο να αγαπάς μπορείς στ'αλήθεια
τον κάθε απροειδοποίητο επισκέπτη
που σου χτυπά επίμονα την πόρτα
μέχρι να τρέξεις να του ανοίξεις"

Εκνευρισμένος ο άνθρωπος
Επιασε τον ποιητή απ'τους ώμους
"Τι είναι δηλαδή το ποιήμα;
Μα είναι δυνατόν, για πες μου
Εσύ να μην μπορείς να ξέρεις;"

Ο ποιητής χαμογελώντας είπε
Πικρά, χαρούμενα, ποιος ξέρει
"Το ποιήμα είναι ίσως κάτι
Που δεν μπορείς ποτέ να αγγίξεις
Οδύνη, όνειρο, όπως θες πες το
Είναι αυτό που μέσα σε σένα
Να υπάρχει καθόλου δεν αντέχει"

"Κι ανακουφίζεσαι, όταν γράφεις;"
Ρώτησε ο άνθρωπος με ύφος
Δίχως πολλά όμως να νιώθει

"Ίσως στιγμιαία μα και λίγο", η απάντηση ήταν
Το ποιήμα είναι μία τόση δα φράση
Που γράφεται, όλο γράφεται για πάντα
Το ίδιο πάντοτε με αυτό φωνάζεις
Κι αυτή η φράση εν τέλει δεν μιλάει"

"Απάτη η ποίηση λοιπόν;"
Ρώτησε ο άνθρωπος με λύπη
Και φανερά ματαιωμένος
Από την αποπλάνηση ενός κάτι ωραίου
Που όμως εν τέλει ξεγελούσε

"Όσο και η ζωή η ίδια, ο ποιητής είπε
Έχεις μια φράση μέσα χαραγμένη
Αυτήν ζούσες και ζεις όσο υπάρχεις
Το ίδιο στους άλλους μόνο αγαπούσες
Το ίδιο θα σε εξοργίζει πάντα
Το ίδιο ζητούσες, το ίδιο δεν βρίσκεις
Το ίδιο επιλεκτικά μόνο απλόχερα δίνεις"

"Καλύτερα όμως να ζεις παρά να γράφεις"
Είπε ο άνθρωπος με τόλμη
Και φανερά ευχαριστημένος
Από τη δική του ευστροφία
Νιώθωντας σε κάτι τώρα πια
Πως φανερά υπερτερούσε

Ο ποιητής απάντησε με γέλιο
Και απομακρύνθηκε αληθινά γελώντας
Αν κάτι να απολαμβάνει είχε μάθει
Ήταν το να γελάει με τον εαυτό του
"Εύστοχο, μα όχι για μένα", είπε μόνο

Ύστερα χάθηκε για πάντα
Σε έναν μεγάλο, θορυβώδη δρόμο
Εκεί με ασφάλεια ήταν τώρα
Ένας απλώς μέσα στους άλλους
Μια φράση που επαναλαμβανόταν
Μέσα στις τόσες, τόσες φράσεις
Που τίποτα, τίποτα δεν λένε

Ο άνθρωπος άκουγε από μακριά το γέλιο
Και κάπως παραξενεμένος
Άκουσε ξαφνικά το ποιήμα
Το ίδιο το ποιήμα που γραφόταν









Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Το Μικρό Τέρας

 
Ξάπλωσε νωρίς να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Κουρασμένος και παραιτημένος. Ήταν τρομακτικό για εκείνον το ότι δεν είχε διάθεση για τίποτα, όμως είχε αφεθεί. Σπίτι δουλειά και ύπνος για να μην σκέφτεται. "Όλοι κάποια στιγμή θα πάθουν κατάθλιψη, του είχε πει ένας καλός του φίλος. Η εποχή αυτή σε τραβάει σαν τρύπα." Αρνιόταν πως είχε κατάθλιψη αλλά αρνιόταν και να ζήσει. Δεν ήθελε να παίξει μουσική, ούτε να περπατήσει, ούτε να διαβάσει, ούτε να βγει με φίλους, ούτε σκεφτόταν πως θα μπορούσε πάλι κάποια στιγμή να ερωτευτεί. Είχε ξεπεράσει κάθε παλιό του έρωτα αλλά δεν ονειρευόταν πια. "Όποιος δεν ονειρεύεται μπορεί να γεράσει μέσα σε λίγες μέρες", του είχε πει άλλη φορά ο ίδιος φίλος του. Τον βαριόταν κι αυτόν. Μιλούσε πολύ, κάπνιζε πολύ και έβγαζε πολλά συμπεράσματα. Δεν ήθελε κανέναν, δεν ήθελε τίποτα. Μόνο να κοιμηθεί. Μόνο να μη σκέφτεται. Ίσως να ήθελε και να πεθάνει. Όμως αυτό σπάνια το παραδέχεσαι.
  Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Ευχήθηκε να κοιμηθεί γρήγορα και να περάσουν αργά οι ώρες μέχρι να ξυπνήσει. Το μυαλό του άρχισε να βυθίζεται, άρχισε να ταξιδεύει σε παράξενα τούνελ, οι σκέψεις σιγά σιγά γίνονταν όνειρο και ελευθερωνόταν. Κολυμπούσε. Κολυμπούσε σε μια ωραία θάλασσα. Τα κύματά της πλημμύριζαν μια πόλη, άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι κι εκείνος κολυμπούσε. Και ξαφνικά κλάμα, ένα μωρό τσίριζε πολύ.
  Πετάχτηκε ιδρωμένος. Το κλάμα ακουγόταν από δίπλα. Το διπλανό ζευγάρι είχε μάλλον επιστρέψει από το μαιευτήριο. Ο απόγονός τους δεν φαινόταν ενθουσιασμένος με το νέο του περιβάλλον. Έκλαιγε σπαρακτικά. Εκνευριστικά. Για ώρες. Όλη τη νύχτα. Εκείνος αγκάλιαζε το μαξιλάρι του και ξεφυσούσε. Άλλαζε πλευρό, καταριόταν, έβαζε το μαξιλάρι στ'αυτιά του. Το πρωί τον βρήκε στον καθρέφτη να κοιτάζει ένα είδωλο άσχημο, ταλαιπωρημένο. Ήταν τόσο θυμωμένος. Ο ύπνος ήταν η μόνη του ευχαρίστηση και τώρα θα την έχανε κι αυτήν. Πήγε στη δουλειά του με τα πόδια να σέρνονται και μέσα του βαθύ μίσος για όλους.
  Αυτό ήταν το πρώτο βράδυ. Ακολούθησαν κι άλλα πολλά. Εφιαλτικά. Έκλεισε τις μπαλκονόπορτες και καταιδρωμένος μέσα σε πέντε λεπτά άκουγε το κλάμα του μωρού ακόμη. Έβαλε ωτοασπίδες αλλά ένιωσε ενοχλητικότατη φαγούρα στο εσωτερικό των αυτιών και τις πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Μέτρησε πρόβατα και ζήτησε από τον παθολόγο του υπνωτικά χάπια. Ο παθολόγος δεν του έγραψε χάπια, του σύστησε όμως ψυχοθεραπεία γιατί "είναι κρίμα νέοι άνθρωποι να υποφέρουν έτσι". Δεν ήθελε να κάνει ψυχοθεραπεία, ούτε να ξαναπάει στον παθολόγο αυτό. Ένιωσε πως τον πρόδωσε που δεν του έγραψε τα χάπια. "Είναι εθιστικά", του είπε ο φίλος του που έβγαζε πολλά συμπεράσματα. "Άρα ψάχνεις να εθιστείς σε κάτι. Ίσως να είναι υπαρξιακή η κρίση και να πρέπει να..." Του έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Το μωρό δίπλα λες και κατάλαβε τα νεύρα του άρχισε πάλι να κλαίει. Τότε η μητέρα του μωρού άρχισε να ουρλιάζει στον άντρα της. Το κλάμα της σαν να του τρυπούσε την ψυχή και σαν να τον ενοχλούσε ταυτόχρονα. Ο άντρας δεν ακουγόταν. Εκείνος σκέφτηκε πως αν περνούσε άλλο ένα βράδυ με αυτούς τους ήχους, θα έπεφτε από το μπαλκόνι.
  Δύο μήνες μετά την άφιξη του μικρού τέρατος, έτσι έλεγε από μέσα του το μωρό, το συνάντησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η γειτόνισσα είχε τα χάλια της. Μαύρους κύκλους, άλουστα μαλλιά και λεκέδες στην μπλούζα. Το κρατούσε στην αγκαλιά της και του χαμογελούσε με προσπάθεια. Μόλις τον είδε σαν να ντράπηκε για την εμφάνισή της, έκανε δυο βήματα πίσω και έσφιξε το μωρό της.
"Ελπίζω να μην σας έχουμε αναστατώσει πολύ", του είπε δειλά.
"Ακούγεστε λίγο", είπε εκείνος και το μετάνιωσε.
"Δεν ξέρω τι να κάνω! Δεν ξέρω πώς να το κάνω να σταματήσει!", είπε εκείνη και βούρκωσε. 
"Εντάξει, δεν πειράζει, μωρό είναι", είπε και είχε τόσο μετανιώσει που έπιασαν κουβέντα.
"Ξέρετε, με πιάνει κι εμένα υστερία καμιά φορά..."
Εκεί δεν απάντησε.
"Αλλά καλύτερα, συνέχισε η γειτόνισσα. Δεν πρέπει να κρατάμε το θυμό, τη λύπη μέσα μας."
"Δεν πρέπει", είπε αυτός και κοιτούσε την πόρτα. Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγει.
Τα μάτια της γυναίκας έκλειναν. Μπήκαν μέσα και κάλεσαν το ασανσέρ.  Ήταν έτοιμη να κοιμηθεί. Το μωρό παρά λίγο να της πέσει από τα χέρια. 
"Είστε καλά;", τη ρώτησε και άγγιξε λίγο το μπράτσο της. Εκείνη τινάχτηκε.
"Δεν έπρεπε να βγω. Ήθελα να πάρω λίγο αέρα..."
   Το τρομαγμένο βλέμμα του μωρού καρφώθηκε μέσα του. Ήταν τόσο μικρό όσο δεν μπορούσε να φανταστεί. Το παρατήρησε τα λίγα λεπτά που περίμεναν το ασανσέρ. Του φαινόταν έτοιμο να σπάσει Ακουμπισμένο στο μητρικό στήθος ήταν σαν ένα κομμάτι παζλ τέλεια τοποθετημένο. Όταν έφτασαν στον όροφό τους, της άνοιξε την πόρτα. Εκείνη είχε τα κλειδιά περασμένα στον λαιμό της με ένα κορδόνι σαν μενταγιόν. Μόλις συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να τα βγάλει άρχισε να κλαίει σπαρακτικά.
"Να σας βοηθήσω;", της είπε και ο γλυκός τόνος της φωνής του τον παραξένεψε. Ξαφνικά το μικρό τέρας τού φαινόταν σαν κάτι που έπρεπε να προστατέψει.
    Η γυναίκα χωρίς να το σκεφτεί τού έδωσε το μωρό κι έβγαλε το κορδόνι από το λαιμό της. Εκείνος πάγωσε. Κράτησε το μωρό μακριά του. Τόσο φόβο δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή του.
Η γυναίκα ξεκλείδωσε και πήρε πάλι το μωρό της.
"Σας ευχαριστώ...Συγγνώμη που με είδατε έτσι...Οι ορμόνες, η αϋπνία...Ο άντρας μου λείπει όλη μέρα και είμαι μόνη μου..."
"Θα περάσει κι αυτό", της είπε την αγαπημένη φράση του φίλου του που τελευταία τόσο τον εκνεύριζε. Εκείνη τον κοίταξε σαν να της είχε πει κάτι πολύ σημαντικό. Ύστερα μπήκε μέσα μουρμουρίζοντας κάτι. Ένιωσε μια παράξενη ακατανίκητη ανάγκη να μπει μέσα μαζί τους.
   Το δικό του διαμέρισμα τού φάνηκε άδειο. Οι επόμενες πέντε ώρες τον βρήκαν στο μπαλκόνι. Δεν ήθελε να πέσει, όμως έσπαζε το κεφάλι του να βρει τι σε αυτήν την ανούσια ζωή που είχε φτιάξει θα μπορούσε να τον κρατήσει για να μην πέσει αν το ήθελε. Δεν έβρισκε τίποτα. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον φίλο του αλλά κατά βάθος δεν ήθελε. Δεν ήθελε κανέναν. Τους μισούσε όλους. Κυρίως και πιο πολύ τον εαυτό του.
   Ήρθε το βράδυ. Δεν ξάπλωσε όπως συνήθως. Σαν να περίμενε το κλάμα του μωρού. Το είχε πια συνηθίσει. Ήταν ο μόνος ζωντανός ήχος στο σπίτι του. Τρομακτικός, ενοχλητικός αλλά ο μόνος ζωντανός. Το μωρό ήταν πιστό στο ραντεβού του. Το τσίριγμά του θα ακουγόταν και στο επόμενο τετράγωνο.
   Τότε συνέβη κάτι πραγματικά πολύ παράξενο. Το χέρι του έπιασε την κιθάρα. Είχε τόσο καιρό να πιάσει την κιθάρα του. Την είχε μισήσει κι αυτήν. Τώρα όμως την αποζητούσε. Τη χάιδεψε λίγο σαν να της ζητούσε συγγνώμη κι άρχισε να παίζει. Είχε καιρό να σκαρφιστεί κάποια μελωδία, τώρα γεννιόταν μέσα του κι ήταν σαν το πρωινό φως. Άρχισε να τραγουδάει. Ασυνάρτητα. Οι λέξεις έβγαιναν από μέσα του και αυτός ο κόμπος που τον έπνιγε τόσο σαν για λίγο να λυνόταν. Σαν να ανέπνεε για λίγο. Σαν και πάλι για λίγο να ζούσε. Λίγη ώρα μετά το μωρό σταμάτησε να κλαίει. Εκείνος μην πιστεύοντας στην τύχη του έπεσε να κοιμηθεί.
   Τρεις ώρες πέρασαν και το μικρό τέρας άρχισε πάλι να κλαίει. Μετά από μερικές κατάρες σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι. Φοβόταν σαν να ήταν έτοιμος να κάνει επικίνδυνο πείραμα που μπορεί να τα ανατίναζε όλα. Πήρε την κιθάρα. Στο μυαλό του ήρθε το μικρό προσωπάκι που τον κοίταξε τόσο χαμένα το απόγευμα, το μικρό σωματάκι που κράτησε στα χέρια του τόσο πρωτόγνωρα. Αυτή η αίσθηση του πολύτιμου, αυτός ο κίνδυνος. Αυτό που πάντα φοβόταν. Η ευθύνη. Πόσο τρομακτικός θα ήταν για το μικρό τέρας αυτός ο κόσμος. Πόσο τρομακτικός θα του είχε φανεί ο ίδιος με τα γένια του και την τόσο αρνητική του διάθεση. Έπαιξε μια γλυκιά μελωδία, τραγούδησε με την πιο γλυκιά φωνή για να εξιλεωθεί. Το κλάμα σταμάτησε πάλι. Εκείνος χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από καιρό, όμως δεν πήγε να κοιμηθεί.
  Καθισμένος στο πάτωμα με την κιθάρα του αγκαλιά έκλαψε μέχρι να ξημερώσει. Σαν τον μελλοθάνατο έγκλειστο που μετά από χρόνια μοναξιάς σε λευκούς τοίχους, ακούει ένα χτύπημα από το διπλανό κελί. Και νιώθει πως έχει λίγο χρόνο και θα τον ακούσουν. Πως έχει ακόμη κάτι να πει. 

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Αν ήταν από εκείνους

Αν ήταν από εκείνους
Που δεν αντέχει στιγμή το μυαλό τους
Στο δείκτη του δευτερολέπτου
Ακίνητο
Που πάντα μέσα τους
Κάτι τρέχει




Που υποφέρουν
Ασταμάτητα
Από μια ανάγκη
Να δρουν
Για όσα δεν ελέγχουν
Που ο ανθρώπινος πόνος
Τους έπεφτε πάντοτε βαρύς
Για να είναι συνήθεια
Για να είναι κάτι
Που δεν ασχολούνται
Γιατί η κακή τύχη πέρασε ξυστά
Που άλλοτε δεν πιστεύουν στην τύχη
Τη δική τους την έφτιαξαν με πειθαρχία 
Κι ύστερα τη χάλασαν ξανά
Και ύστερα ανάσαναν ξανά με δύναμη
Στο νέο ξεκίνημα
Που ονειρεύονται
Και διώχνουν αγάπη από μέσα τους
Για να μην εξαρτηθούν άλλο
Που το παιδί που υπήρξαν
Ακόμη τους μιλά
Με ένα μόνιμο παράπονο
Και πάντα με ελπίδα
Τους ψιθυρίζει ανάμεσα
Σε καθημερινές, συνηθισμένες στιγμές
Όπως όλων

Πως το μέλλον είναι μόνο στα παιδιά
Πως σε αυτά πρέπει να δώσουμε
Αν σταματήσουμε για λίγο να ζητάμε

Αν ήταν από εκείνους που πιστεύουν
Πως ο κόσμος κουτσαίνει απορημένος
Ανίκανος να δει το βάρος το αλόγιστο που έδωσε
Στον ενήλικα τον σοβαρό με τους στόχους
Που μετράει, μονίμως μετράει πνιγμένος
Στη ζωή που μόνος του έφτιαξε
Κυρίως με τη μάσκα που κρύβει μονίμως
Την πιο σημαντική του αλήθεια

Αν ήταν από εκείνους
Που κουράστηκαν

Αν ήταν τελικά από αυτούς
Ναι, ήταν επώδυνο
Ίσως ανώριμο
Ίσως με μια πιο ψύχραιμη ματιά
Εν δυνάμει κάτι
Ίσως όπως συνήθως
Χαμένο από χέρι

Όμως αυτό ήταν
Κι αυτό πάντα θα είναι