Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Η μαύρη κουκίδα


 
 Ήταν μεσημέρι καλοκαιρού. Περπάτησε για ώρα μέσα στη ζέστη μέχρι που έφτασε στην κεντρική πλατεία. Ο ήλιος έκαιγε και οι άνθρωποι γύρω ίδρωναν και δυσανασχετούσαν. Της είχε λείψει το κέντρο της μεγαλούπολης. Είχε μήνες να πάει. Όταν κάτι σου λείπει, χαίρεσαι όταν το συναντάς όπως και να'ναι, σκέφτηκε. Κι ύστερα από λίγο πάλι δυσανασχετείς και θέλεις να το αφήσεις. Οι άνθρωποι συχνά δεν ξέρουν τι θέλουν. Ούτε εκείνη ήξερε μάλλον, όταν συνέβαινε κάτι που ήθελε σαν να έχανε λίγο από την αξία του. Μέσα στον τόσο κόσμο όμως ένιωσε ασφαλής. Δεν ήταν μόνη εκεί, δεν ξεχώριζε, ούτε ήταν το κεντρο του κόσμου. Όταν σκεφτόταν πολύ τη ζωή της, ένιωθε σαν όλοι και όλα να γύριζαν γύρω της. Εκεί, μέσα στην πολυκοσμία ένιωσε απελευθερωμένη από αυτήν την ψευδαίσθηση. Όπως όταν μικρή κοιτούσε στον ουρανό τα αστέρια και ένιωθε όσο μικρή ήταν. Όσο μικρός είναι στ'αλήθεια ο άνθρωπος. Ένα μαύρο σκυλί με τρία πόδια πέρασε από μπροστά της. Ασυναίσθητα το ακολούθησε. Το σκυλί κάθισε μπροστά από μια καφετέρια. Φαινόταν εξαντλημένο. Αποφάσισε να καθίσει να περιμένει τη φίλη της εκεί. Είχε μισή ώρα μπροστά της, μισή ώρα να ονειροπολήσει.
   Ο κόσμος πηγαινοερχόταν ασταμάτητα. Ο σταθμός του μετρό πάντα τής θύμιζε μυρμηγκοφωλιά. Σαν αυτές που στους χωμάτινους δρόμους παρατηρούν τα παιδιά της. Ο κόσμος είναι έτσι, θέλει να τους φωνάξει. Οι άνθρωποι είναι έτσι. Πηγαινοέρχονται ασταμάτητα, κουβαλάνε βάρος πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός τους και συχνά ποδοπατούνται. Τα παιδιά της όμως βλέπουν απλώς ενδιαφέροντα πλασματάκια, που μερικές φορές με θράσος περπατάνε στα πόδια τους. Με ξυλαράκια τα πειράζουν, άλλοτε ρίχνουν νερό και τα πνίγουν. Μερικές φορές κάνουν την κηδεία τους στη γλάστρα. Τα μυργμήγκια απλώς πηγαινοέρχονται, απλώς κουβαλούν το τεράστιο για αυτά βάρος, απλώς ποδοπατούνται. Ουδεμία συνείδηση δεν έχουν για όλα αυτά, όμως κι αυτοί οι άνθρωποι που έβγαιναν που έμπαιναν στο μετρό, σαν λίγο έτσι να έμοιαζαν μερικές φορές.
  "Με συγχωρείτε, μήπως μπορείτε να μου δώσετε ένα τσιγάρο;", ρώτησε μια κοπέλα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και κάπνιζε. Απόρησε και η ίδια που το ζήτησε. Δεν της άρεσε καθόλου να ζητάει. Όμως της ήταν δύσκολο να βρίσκεται με ακίνητα τα χέρια. Οι στιγμές όπως έμπαιναν, έπρεπε να βγουν, γι'αυτό ήθελε να καπνίσει. Θυμήθηκε τον εαυτό της μικρό κορίτσι, όταν έκανε πως κάπνιζε στον καθρέφτη με άσπρα καπάκια από μαρκαδόρους μιμούμενη μια θεία της, που τελικά πέθανε νέα. Μη βιάζεστε να γίνετε σαν εμάς, θέλει τόσο πολύ να φωνάξει στα παιδιά της, όταν με τρόμο τα αντικρύζει να αντιγράφουν τις συνήθειές της. Όμως εκείνα ακόμη νομίζουν πως οι μεγάλοι αξίζουν τόσο πολύ, πως όσα κάνουν είναι σωστά. Μη βιάζεστε τόσο, μείνετε λίγο ακόμη όπως είστε τώρα, αυτοί θα είναι οι αληθινοί εαυτοί που θα ψάχνετε σε όλη σας τη ζωή, τους λέει από μέσα της και παρακαλεί το Θεό, αν υπάρχει και θελήσει καθόλου να ασχοληθεί με τη ζωή της, τα παιδιά της να μην της μοιάσουν.
  Η κοπέλα τής έδωσε ένα τσιγάρο και τον αναπτήρα της χαμογελώντας. Το άναψε κι ένιωσε ένοχη. Έδωσε τον αναπτήρα πίσω χαμογελώντας κι εκείνη. Κι ύστερα ξαφνικά θυμήθηκε το όνειρό που είδε το προηγούμενο βράδυ. Ήταν σε μια έρημη πόλη. Τα πέτρινα κτήρια είχαν παράθυρα τρύπια. Μέσα τους τίποτα. Κτήρια χωρίς πατώματα, χωρίς τοίχους, χωρίς ανθρώπους, χωρίς ζωή. Κι όμως τα περιβλήματά τους περήφανα δημιουργούσαν μια πόλη. Κι εκείνη περπατούσε μόνη στους δρόμους της αναζητώντας κίνηση. Ήταν όμως όλα τόσο ακινητοποιημένα. Ξύπνησε χωρίς ιδιαίτερη ένταση, άλλαξε πλευρό και ξανακοιμήθηκε. Όμως τώρα, καθώς παρατηρούσε τους ανθρώπους που περνούσαν τα φανάρια, της φάνηκαν ξαφνικά όλοι σαν τα κτήρια του ονείρου της. Περήφανα περιβλήματα, με τρύπες που έχασκαν, περιφερόμενα κενά.
  Κοίταξε το ρολόι της. Είχαν περάσει μόνο δέκα λεπτά. Ο χρόνος όταν τον θέλεις, τρέχει γρήγορα, δεν τον καταλαβαίνεις, όταν τον έχεις είναι βαρύς και σκυθρωπός. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι μισό. Ο κόσμος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται. Τα φανάρια απέναντι συνέχιζαν να αλλάζουν χρώματα, τα αυτοκίνητα εναλλάσσονταν τόσο αδιάφορα.  Η πόλη συνέχιζε να ανασαίνει. 
   Το κουτσό σκυλί, αυτό το δύστυχο ζωντανό με τα τρία πόδια, σηκώθηκε και άρχισε να περπατά. Σφίχτηκε η καρδιά της, μα το σκυλί απομακρύνθηκε γρήγορα, σαν να μην χρειαζόταν πια το τέταρτο πόδι. Γύρω του άνθρωποι ιδρωμένοι δυσανασχετούσαν ή περπατούσαν βιαστικά ή αδιάφορα ή έσερναν τα σώματά τους με κόπο ή κρατιούνταν χέρι χέρι. Ένα μικρό αγόρι άφησε το χέρι της μητέρας του και πλησίασε το σκυλί με ενδιαφέρον. Το σκυλί κοντοστάθηκε και κούνησε την ουρά του. Η μητέρα του παιδιού το απομάκρυνε αυστηρά κουνώντας το δάχτυλο. Το αγόρι διαμαρτυρήθηκε λίγο κι ύστερα άρχισε να περπατά με σκυμένο το κεφάλι. Η μαύρη κουκίδα γρήγορα χάθηκε στον κόσμο κουτσαίνοντας. Εκείνη ένιωσε μέσα της κάτι σαν λύπη.  
  Λίγο μετά η φίλη της ήρθε και άρχισαν να συζητούν. Όλα και όλοι άρχισαν πάλι να γυρίζουν γύρω της. Η ζωή της έγινε πάλι πρόσωπα, καταστάσεις και ένιωθε την πνιγηρή ανάγκη να πρέπει να αλληλεπιδράσει μαζί τους. Πού και πού μόνο σταματούσε για λίγο να μιλά και κοιτούσε γύρω της ψάχνοντας το ανάπηρο ζώο. Μα αυτό δεν γύρισε όσο ήταν εκεί. Ίσως και με μόνο τρία πόδια να είχε φτάσει πιο μακριά από όσο θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΤΡΑΝΤΑΧΤΑ

Περπατάει ανάμεσα
Σε ανθρώπους σκυφτούς
Κουρασμένους
Η αποτυχία μιας εποχής
Βαραίνει τους ώμους τους
Όλα γύρω τους λένε
Πως είναι ανέλπιδο
Να ελπίζεις
Κι εκείνος λυπάται




Κάποιες φορές εκείνοι γελούν τρανταχτά
Γελάει τότε μαζί τους
Έτσι αν σε κάτι ακόμη πιστεύει
Είναι μόνο στο γέλιο
Αυτό της δύσκολης στιγμής
Που μοιράζεσαι

Μια νέα εποχή είναι πιο μακριά
Φαντάζει δύσκολη
Ο κόσμος γέμισε τρομοκρατημένους
Που δείχνουν με το δάχτυλο
Φωνάζουν όλοι πως το μέλλον δεν θα έρθει
Αναρωτιέται αν πρέπει να τρέξει να το βρει

Παλεύει μέσα του να προσπεράσει το μίσος
Που πλέον αναπνέεις στον αέρα
Που έγινε συνήθεια καθημερινή
Με τα χέρια του παλεύει
Να ανοίξει έναν δρόμο μακριά

Αν ο καθένας γινόταν ο άνθρωπος
Που ζητάει από τους άλλους να είναι;

Αναρωτιέται κι αυτό μερικές φορές
Κι ύστερα κοιτάζει αυστηρά τον εαυτό του
Δεν έχει καιρό πια για τους άλλους
Ο χρόνος του είναι μόνο για τον ίδιο
Κι οι άνθρωποι είναι πάντα άνθρωποι
Εν δυνάμει πλάσματα τρομακτικά
Και εν δυνάμει πλάσματα υπέροχα
Θα μάθει με αυτό να ζει
Και σε απόλυτα να μη χάνεται
Απόλυτα να μη ζητά

Το μέλλον πάντα έρχεται
Είναι συνήθως όπως δεν έχεις φοβηθεί
Είναι συνήθως όπως δεν έχεις ελπίσει
Κάτι απρόσμενο έχει μεσολαβήσει
Χαμένος χρόνος να ψάξεις γι'αυτό στο παρόν
Ακόμη εκεί δεν είναι δημιουργημένο

Κάθεται ανάμεσα σε ανθρώπους σκυφτούς
Κουρασμένους από το ανούσιο μιας εποχής
Από το βαρύ τέλμα που σέρνει ακόμη
Κι ελπίζει πως το μέλλον όπως και να'ναι
Εκεί θα τους βρει να μοιράζονται
Εκεί θα τους βρει τρανταχτά να γελούν

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Προσπάθεια

Τώρα που όλα προχωρούσαν μόνα 
Είπε, θα επιχειρούσε
Να αφήσει για λίγο
Όλα τα άλλα
Όλα τα τόσα
Των άλλων
(είναι αν μη τι άλλο
παραπλανητικά ιδιαιτέρως
και πολύ θορυβώδη)


Ήταν σαν μια βουτιά
Από ψηλά
Σαν μια βουτιά
Από βράχια

(είχε δει όμως κάποιους
που βρέθηκαν στην άκρη
και πέταξαν)

Δεν ονειρεύεται να πετάξει
Ούτε φοβάται μην γκρεμιστεί
(οι προσδοκίες είναι 
κάτι πολύ περιττό,
ο φόβος σε κάνει λειψό,
νικιέται δε μόνο
τη στιγμή της πραγματοποίησής του)

Αν ένα κάτι μπορούμε να πούμε
Είναι πως μόνο την προσπάθεια αγαπάει
Το αποτέλεσμα είναι πάντα
Κάτι λίγο

Μόνο που πρέπει
Μερικές φορές
Να σταματάς, ν'ανασαίνεις
Να δέχεσαι
Αυτό που είναι μέσα σου
Ολόδικό σου, μόνο για σένα
Ν'αντέχεις 

Κάποια στιγμή
Πρέπει τα τόσα
Να φτάνουν

(δεν είναι θέμα αχαριστίας
ή έλλειψης πληρότητας
-είναι πως αν δεν προσπαθεί
δεν υπάρχει)












Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Ασφαλής Επιλογή

Ο ποιητής στεκόταν
Σε μια σελίδα κενή
Μπροστά
Στη ζωή του

(η ζωή χρειάζεται
πάνω από όλα
ψυχραιμία)





Σε ένα σύμπαν εναλλακτικό
Ο νεαρός αυτός ποιητής
Θα μπορούσε να πίνει πολύ
Να βλέπει το δωμάτιο να γυρίζει
Και μέσα στην περιστροφή αυτή
Να χάνεται
Μέσα στην παραζάλη
Να χορεύει

Θα μπορούσε επίσης
Να καπνίζει
Ασταμάτητα ακούγοντας
Θλιμμένες μπαλάντες
Σε ένα μπαλκόνι
Παλεύοντας
Μια μοναξιά
Που είναι πάνω του
Σαν δέρμα

Θα μπορούσε επίσης
Να ερωτεύεται πολύ
(εξίσου αυτοκαταστροφικό
όσο και τα προηγούμενα
όταν ο έρωτας είναι καθρέφτης
απλώς της έλλειψής σου)

Ο ποιητής όμως
Διάλεξε μόνο
Τη σελίδα
Ή η σελίδα τον διάλεξε πρώτη
Κάποτε
(μικρή σημασία έχει)

Ασφαλής επιλογή, θα πείτε
Μοναχική πολύ
Ψευδαίσθηση ίσως
(και σίγουρα η ποίηση
μπορεί να ερμηνευτεί
από τον καθένα
ποικιλοτρόπως)

Όμως τι είναι η σελίδα
Αν όχι μια αρένα
Όπου με λύσσα η ψυχή ματώνει
Συντρίβει, καταστρέφεται
Γυρίζει πίσω, ελπίζει
Κραυγάζει ή σωπαίνει
Και τραγουδά;

Κι όταν γεμίσει η σελίδα
Ο ποιητής κοιτάζει ευχαριστημένος
(προπάντων με ψυχραιμία τον κόσμο)

Η ζωή τον περιμένει τώρα
Σωστά να του δείξει
Να μαθαίνει
Και να αγαπά





Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Ηφαιστειακός Χειμώνας

Το μεγάλο ηφαίστειο
Απλώς εξερράγη

Πρωτύτερα
Κοιμόταν
Για αιώνες







Εντάξει, θα μου πείτε
Είναι πολλών ειδών οι φυσικές καταστροφές
Καταιγίδες, τυφώνες
Είναι τόσα πολλά
Αυτά που μπορούν
Να σε πνίξουν

Τι το ιδιαίτερα ενδιαφέρον
Και ποιητικό
Έχει η έκρηξη
Ενός ηφαιστείου
Που πριν δεν έβγαζε
Ούτε καπνό;

Η στάχτη που ανέβηκε
Ήταν τόση πολλή
Που κάλυψε
Στον ουρανό τα πάντα

Και έκρυψε τον ήλιο

Μα το ακόμη πιο ενδιαφέρον
Ήταν πως μετά
Ήρθε ο ηφαιστειακός χειμώνας

Πάγωσαν όλα

Μετά από εκρήξεις τέτοιες
Δεν έρχεται το καλοκαίρι

Ενδιαφέρον γεωλογικό φαινόμενο
Συνέβη μερικές φορές στην ιστορία
Ποιητικό ίσως όχι
Ίσως βαθιά
Πολύ βαθιά
Υπαρξιακό

(και όταν μέσα
στην αλήθεια
βουλιάξεις
έχει πάντα
κρύο)

Δεν είναι όμως
Και λόγος
Μεγάλης ανησυχίας
Διάθεσης αρνητικής
Ή προβληματισμού
Καταθλιπτικού

Και μετά τους ηφαιστειακούς χειμώνες
Βγήκε κάποια στιγμή ο ήλιος

Ήρθαν άλλα καλοκαίρια





Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Το παιδί έφτιαχνε
Για ώρες
Κάστρα στην άμμο

Για ώρες προσηλωμένο ήταν
Τα χέρια του δούλευαν
Ασταμάτητα
Και ζητούσε τόσο εμμονικά
Την ακρίβεια
(έφτιαχνε απλώς το μέρος
στο οποίο ήθελε να ζήσει)

Κι ύστερα ήρθε το μεγάλο κύμα
(όλοι το έχουμε δει να παρασέρνει)

Οι μεγάλοι έτρεξαν
Να το παρηγορήσουν
Με αυτά τα τόσο ανούσια
Ενήλικα λόγια
"Θα φτιάξεις άλλο κάστρο"
Ή το ακόμη πιο επώδυνο
"Τέτοια κάστρα δεν είναι για να κρατήσουν"
(το ύφος τόσο κουτά σοβαρό,
και αβάσταχτα στείρο)

Το παιδί απλώς έκλαψε
Τους κοίταξε περιφρονητικά
Τι ήξεραν αυτοί και πότε ονειρεύτηκαν;
Και πότε στ'αλήθεια προσπάθησαν;
"Μην μου μιλάτε", τους είπε αυστηρά
Κι αυτοί αμήχανοι
Κούνησαν το κεφάλι
Και ξεκίνησαν ενήλικη συζήτηση
Περί της παιδικής αναίδειας
Και των ορίων
(που πρέπει να επιβάλλονται
κυρίως στα παιδικά όνειρα)

Το παιδί γύρισε πίσω
(στα κάστρα που δεν υπήρχαν πια)
Κάθισε σιωπηλό
Και άκουσε το κύμα
"Κάτι υπάρχει εδώ για σένα
Να ξέρεις, θα σε περιμένει
Και θα σε βρει σε ανύποπτη στιγμή
Αρκεί να το θυμάσαι"
(είπε το κύμα
και υποχώρησε για άλλη μια φορά
κι ύστερα ξαναγύρισε σιωπηλό)

Το παιδί ένιωσε
Την καρδιά του να σκληραίνει
Μα έκρυψε λίγη άμμο στην παλάμη του

Ήταν τώρα έτοιμο
Για όλες τις συντριβές
Που θα έρχονταν
(ήταν τυχερό
που σε αυτή την πρώτη συντριβή
είχε τα αυτιά του ανοιχτά
στους σωστούς ήχους)


Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΚΕΝΟ

Ήταν μια εποχή παράξενη
Όσο και όλες οι εποχές
Μα η συγκεκριμένη αυτή
Ήταν ίσως πολύ
Φορτωμένη





Οι άνθρωποι όλοι
Πάλευαν αδιάκοπα
Για να γεμίσουν
Τον χρόνο
(το δικό του ο καθένας
προσωπικό, διαμορφωμένο
αποκλειστικά για εκείνον
Κενό)

Το Κενό είναι αόρατο
Παίρνει πολλές μορφές
Σαν τον αέρα σε ένα μπαλόνι
Προσαρμόζεται
Σαν γάντι
Και σε τραβάει
Όπως ένα ορμητικό
Επικίνδυνο ποτάμι

Πολλές υποχρεώσεις
Και ενασχολήσεις ευχάριστες
Δυσάρεστες
Ή απλώς ανιαρές

Όπως παραδείγματος χάριν
Η ανατροφή των απογόνων
(όταν φορτώνεις όμως
στην παιδική πλατούλα
απλώς το Κενό σου
ο άνθρωπος που πλάθεις
σε όλη τη ζωή του
θα σέρνεται)

Και υποχρεώσεις άλλες
Όπως αυτές της εργασίας
Της συνεχούς παραγωγής
Της ικανοποίησης
Των επιτευγμάτων
(καμιά φορά
χάνονται όλα
στο μέτρημα)

Και ενασχολήσεις άλλες
Και άγχη πολλά
Να είσαι ωραίος
Όπως σου είπαν
Σε έχουν διατάξει και δεν το κατάλαβες
Έχουν απαγάγει τη μορφή σου
Προσεκτικά τον καθρέφτη σου
Μέρα με τη μέρα προσαρμόζεις
Κι αν δε χαμογελά ποτέ
Είσαι απασχολημένος πολύ
Για να το δεις
(κι αν στο μέλλον δεν βλέπουμε γέρους
και σώματα με διαστάσεις
μα μόνο ολόισιες, αλλόκοτες μορφές
θα είναι άραγε τόσο όμορφα όλα;)

Κενό, κενό
Μπορεί να γίνει χρήμα
Να καταναλωθεί σε ύλη
Ή να το πιεις
Και να γυρνάς μεθυσμένος

Κυρίως μπορεί να μπει
Από παντού
Να μην το καταλάβεις
Να σε κοιτάζει όταν κοιμάσαι
Σαν νυχτερινός επισκέπτης
Που γλίστρησε από μια χαραμάδα
Αθόρυβα
Να παίρνει τη μορφή εφιάλτη
Που σε κάνει να τρέμεις
Ή τραγουδιού
Που σε κάνει να κλαις

Και είναι και οι καλλιτέχνες
Κυρίως αυτοί, μα ναι!
Μερικές φορές
Απελπισμένα ζητούν ένα τσιγάρο
Για να σωπάσουν έστω για λίγο
Αυτή την αδιάκοπη
Φασαρία μέσα τους
Κι αν χωρούσε κάπου το Κενό που ντύνεις
Με λέξεις, μελωδίες ή χρώματα
Θα είχες σταματήσει
Από καιρό
Αυτήν την τόσο ιερή για σένα
Και τόσο αναντικατάστατη, λες
Δημιουργία

Αυτές και άλλες ενασχολήσεις
Όπως οι πολιτικές
Ή οι αθλητικές
Ή να φωνάζεις σε αγνώστους
Και να μισείς
Να περιφρονείς, να δείχνεις
(εγκλωβισμένος
σε μια οθόνη
που αντανακλά τη μορφή σου
και δεν το βλέπεις ποτέ)

Μια εποχή παράξενη
Όπως όλες οι εποχές
Μα τόσο φορτωμένη

Και το Κενό να μαίνεται γύρω σου
Το ακούς που ανασαίνει
(συνήθως το εντοπίζεις στους άλλους
βιάζεσαι να συμπεράνεις μοναξιά
εθισμό ή προβλήματα στην οικογένεια
και κουνάς το κεφάλι
τάχα προβληματισμένος)

Το δικό σου πηγάδι όμως
Είναι πάντα εκεί
Χτυπάει μέσα σου
Σαν δευτερόλεπτο

Πάντα σου φωνάζει
Ουρλιάζει τόσο σιωπηλά
Πάντα ζητάει απελπισμένα
Να μάθει

Μονάχα αυτό

"Ποιος είσαι στ'αλήθεια;"