Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Βασική Αρχή Γεωμετρίας

Το μικρό παιδί
Για ώρες σκυμμένο
Πάλευε
Δύο παράλληλες γραμμές
Να τις ενώσει

"Μα είναι αδύνατον!"
Έλεγαν οι μεγάλοι
Που περνούσαν
(αυστηρά...)



"Δύο παράλληλες γραμμές
Ποτέ δεν συναντιούνται
Είναι της Γεωμετρίας
Μια βασική αρχή!"
Έφευγαν κουρασμένοι
Από το πείσμα του
Κι απορημένοι
Τρομερά
Από την ανάγκη του αυτή
Για ένωση
Τόσο μη εφικτή

Το μικρό παιδί σκέφτηκε
Αν έσπαζε τη μια γραμμή
Θα έφτιαχνε ένα τρίγωνο
Και πήγε να το κάνει
Ύστερα δίστασε
Και άλλαξε γνώμη
Ήθελε ένα σχήμα
Αν μη τι άλλο
Ακέραιο
(μην απορείτε με τη σκέψη
την πιο αγνή ακεραιότητα
μόνο σε ένα παιδί θα βρείτε)

Νικημένο εν τέλει το παιδί
 Από το απόλυτό της Γεωμετρίας
(αυτές οι ήττες μπορούν να σε συντρίψουν)
Δεν έχασε το θάρρος του

"Εγώ ένα σχήμα ακέραιο θέλω, είπε
Και οι παράλληλες γραμμές
Δεν είναι σχήμα
Είναι απλώς
Χάσμα"

Και έτσι πέταξε τη μια γραμμή
(Δεν ξέρει τώρα καν που είναι)
Και με την άλλη
Έφτιαξε κύκλο


Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Μια Συνήθεια Αληθινά Πολύ Παράξενη




Ο άνθρωπος αυτός
Ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος
Δεν ήθελε να ενοχλεί
Ήθελε μόνο
Να μαθαίνει




Μα είχε μια συνήθεια
Αληθινά πολύ παράξενη
Ήθελε στους άλλους
Να βρίσκει ιστορίες
Με αρχή, μέση, τέλος
Κορύφωση και κάθαρση
Ήθελε στα λόγια τα καθημερινά
Να βρίσκει μονολόγους
Ηρώων τραγικών
Που αυτοτυφλώνονταν
Ή εθελοτυφλούσαν
Ή με λόγια πιο απλά
Στη μοίρα τους πήγαιναν τυφλοί

Με έναν μεγεθυντικό φακό
Πλησίαζε όποιον συναντούσε
Κολλούσε τον φακό με θράσος
Και περιέργεια μεγάλη
Σε βλέμματα ξένα
Γυρεύοντας αλήθεια
Νομίζοντας ο δυστυχής
Πως έτσι καταλάβαινε

Κάποια στιγμή δεν άντεξε
Αυτήν την τόσην επαφή
Τα λόγια που απείχαν
Συχνά, πολύ συχνά
Από τις πράξεις
Τον σπαραγμό
Που μερικές φορές
Γεννούσε μέσα του
Των άλλων η τυφλότητα
Και η οδύνη της

Ή η δική του η τυφλότητα
Θόλωνε τις ιστορίες
Ανακυκλώνοντας
Την ίδια συνεχώς
Δική του ιστορία;

Εκνευρισμένος πέταξε τον φακό!

"Είναι τόσες οι ιστορίες
Κι αν μπαίνεις μέσα τους
Χάνεσαι", είπε στον εαυτό του.

Σε τόσο όμορφη ζωή
Είναι αλήθεια κρίμα
Να χάνεσαι
Στους άλλους

Υπάρχει μια αρχή, μέση
Τέλος, κορύφωση
Κάθαρση μόνο
Για σένα μία"

Εκεί ανάσανε γλυκά
Όπως τις λίγες στιγμές
Που ανασαίνεις την αλήθεια

Ο άνθρωπος δεν ξανακόλλησε
Τον φακό του μπροστά
Σε κανέναν
Και έπαψε να αναρωτιέται
Γιατί και πως
Βαδίζουν όλοι τυφλά
Αφού κι αυτός
Ολότυφλος είναι

Τα μάτια του τώρα μόνο
Κοιτάζουν τα όνειρά του
Και όσους δρόμους του φέρνουν αυτά
Και όση αγάπη του φέρνουν οι δρόμοι

Αρχή, τέλος, κορύφωση, σκέφτηκε μετά
Είναι όροι πολύ γραμμικοί
Για μια ζωή όλο ανατροπές

Μα αν υπάρχει αληθινή κάθαρση ποτέ
Είναι μόνο σαν κλείνεις τα μάτια
Σε όσα τραγικά σου στερούν το φως
Και βλέπεις έτσι καθαρά
Μόνο τον εαυτό σου




Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Ένα Όνειρο Τρομακτικό

(Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.
                                              Α.Καμύ)


    Είμαι ένας απλός άνθρωπος. Νομίζω πως είμαι ένας άνθρωπος καλός. Δεν έχω κάνει κακό στη ζωή μου σε άλλον. Από όσο ξέρω τουλάχιστον. Όχι, όχι, είμαι καλός άνθρωπος. Ήσυχος, δεν ενοχλώ τους άλλους. Εργατικός και αφοσιωμένος στη δουλειά μου. Η αξία της δουλειάς είναι για μένα η πιο σημαντική. Μετά την οικογένειά μου φυσικά. Ναι, η γυναίκα μου και η κόρη μου είναι η προτεραιότητα μου. Για χρόνια πάλευα για να τους προσφέρω μια όλο και καλύτερη ζωή. Τα είχα καταφέρει σε μεγάλο βαθμό. Ζούσαμε σε μια ωραία μονοκατοικία με κήπο και είχαμε τρία αυτοκίνητα. Κάναμε δύο ταξίδια στο εξωτερικό κάθε χρόνο. Είχα μια επιτυχημένη επιχείρηση για πολύ καιρό. Η κρίση μάς κατέστρεψε. Τώρα εργάζομαι στο γραφείο ενός από τους τότε υπαλλήλους μου με αρκετά μικρό μισθό. Πολλές φορές μου μιλάει απότομα, έτσι του μιλούσα κάποτε κι εγώ. Τι λυπηρό. Ήμουν πάντοτε μετρημένος, όμως, και ευτυχώς δεν έχω χρέη. Ζούμε σε ένα διαμέρισμα τώρα, πουλήσαμε τα αυτοκίνητά μας και όλα κοσμήματα που αγόραζα στη γυναίκα μου σε κάθε μας επέτειο. Τι λυπηρό.
      Όμως, είμαι καλός άνθρωπος, αυτό έχει σημασία. Έντιμος. Δεν έχω κάνει κακό σε άνθρωπο. Γιατί θέλησα τώρα να σας τα πω όλα αυτά; Είδα ένα όνειρο περίεργο πριν λίγο. Ξύπνησα κατατρομαγμένος.

Ήμουν, λέει, στην Κόλαση.

Περπατούσα σε έναν σκοτεινό διάδρομο, πάγωνε η ψυχή μου. Μα λένε πως στην Κόλαση έχει καζάνια με φωτιές, θα μου πείτε. Όχι, στην Κόλαση που βρέθηκα εγώ είχε ψύχος. Ήταν όμως περίεργο, το σώμα μου δεν κρύωνε. Ήταν σαν να μην είχα σώμα. Κρύωνα βαθιά, στην καρδιά μου.

"Καλησπέρα σας, μου είπε ένας αδύνατος, κοντός, άσχημος άνθρωπος που μύριζε άσχημα. Θα σας οδηγήσω στο προσωρινό σας δωμάτιο. Ο χώρος που ετοιμάζουμε για άτομα σαν εσάς δεν είναι ακόμη έτοιμος. Θα μας πάρει μερικά χρόνια ακόμη η ολοκλήρωσή του. Μεγάλη προσέλευση, καταλαβαίνετε. Λόγω έλλειψης χώρου τώρα, θα πρέπει να περιμένετε σε κάποιο άλλο δωμάτιο. 
Είστε όμως πολύ τυχερός."

"Γιατί;", ψέλλισα εγώ και πήγα λίγο πιο πέρα.

"Θα σας βάλουμε στο δωμάτιο των πιο αγαπημένων μας ενοίκων. Διάσημοι, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην τους ξέρει. Οι καλύτεροι της Κόλασης!", γέλασε ο κοντός άσχημος άνθρωπος αποκρουστικά.

"Μα, εγώ είμαι καλός άνθρωπος, ψέλλισα.
Μάλλον κατά λάθος βρέθηκα εδώ.
Κοιτάξτε πάλι τα χαρτιά σας.
Θα έχει γίνει κάποιο λάθος."

Εκείνος κοίταξε βιαστικά τα χαρτιά του.
"Όχι, απάντησε.
Κανένα λάθος.
Ελάτε μαζί μου."

Τα μάτια του γυάλιζαν. Ο τρόμος που προκαλούσε αυτή η κάπως συνηθισμένη μορφή ήταν αληθινά παράξενος.
Μου έμοιαζε λίγο αλλά όχι...
Εκείνος ήταν πιο κοντός, πιο άσχημος από μένα.
Έδιωξα αυτή τη σκέψη από το μυαλό μου γρήγορα.

Περπάτησε μπροστά και τον ακολούθησα.
Κρύωνε η ψυχή μου πολύ.
Στο βάθος του διαδρόμου άνοιξε μια πόρτα.

"Ορίστε, μπείτε", είπε.

Μπήκα.
Μπήκε κι εκείνος.

Δυο άντρες στέκονταν με γυρισμένες πλάτες.
Ο κοντός, αδύνατος, άσχημος άντρας χτύπησε με το χέρι του την πλάτη του ενός
κι ύστερα του άλλου.
Οι άντρες γύρισαν.
Φορούσαν κουρελιασμένα στρατιωτικά ρούχα άλλης εποχής ο καθένας και τα μάτια τους
ήταν περίεργα γουρλωμένα.

Οι μορφές τους μου ήταν όντως πολύ γνωστές.
Ναι, κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει που να μην έχει ακούσει για αυτούς.

"Ο κύριος Ναπολέων Βοναπάρτης και ο κύριος Αδόλφος Χίτλερ, είπε ο κοντός, αδύνατος, άσχημος άντρας.
Συναντήθηκαν τυχαία σε κάποιον διάδρομο ένα βράδυ.
Από τότε ήταν συνεχώς μαζί και προσπαθούσαν να βρουν εξήγηση στο θέμα του ρωσικού χειμώνα.
Για να τους διευκολύνουμε τους βάλαμε στο ίδιο δωμάτιο."

"Ποιο θέμα;", ρώτησα εγώ δειλά.

"Δεν ξέρετε πως είχαν την ίδια μοίρα στη Ρωσία; Στο απόγειο της αυτοκρατορίας του ο καθένας θέλησε να κατακτήσει τη Ρωσία. Συγκέντρωσαν τον μεγαλύτερο στρατό που είχε συγκεντρωθεί ως τότε, ο καθένας για την εποχή του. Ήταν βέβαιοι πως θα νικούσαν εύκολα, ίσως και σε μια μόνο μάχη. Τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμεναν και βρέθηκαν να περιμένουν τον χειμώνα. Το κρύο αποδεκάτισε τους στρατούς τους. Κι ύστερα ήρθε η πτώση των αυτοκρατοριών τους.

Ακόμη δεν μπορούν να καταλάβουν τι έκαναν λάθος και χάθηκαν έτσι οι αυτοκρατορίες τους."

Ο κοντός, αδύνατος, άσχημος άντρας ξερόβηξε. Μου θύμισε πάλι τον εαυτό μου και γύρισα αλλού το βλέμμα.

"Δεν έχουν μετανιώσει για όσα έκαναν;" ψέλλισα λίγο μετά και κοίταξα τους άντρες δειλά.

Ήταν σαν κέρινα ομοιώματα. 

"Όχι, φυσικά. Δεν έχουν ενοχή για τίποτα από όσα έκαναν στους άλλους, είπε ο κοντός, άσχημος, αδύνατος άντρας.
Τους απασχολεί μόνο το θέμα του ρωσικού χειμώνα και των χαμένων αυτοκρατοριών.
Αν και χωρίς ενοχές, δεν περνάνε πολύ ωραία πάντως...
Δεν κοιμούνται. Βλέπουν στους εφιάλτες τους χιονοστιβάδες. Οι εφιάλτες είναι τόσο ζωντανοί που νομίζουν πως είναι στις πεδιάδες της Ρωσίας. Ο κύριος Ναπολέων συχνά νομίζει πως τον ποδοπατούν τα άλογα που γλιστρούσαν τότε στον πάγο γιατί τους είχαν βάλει καλοκαιρινά πέταλα. Ουρλιάζει για ώρες. Έχασε όλα τα άλογα του ιππικού του. Δεν κατάφερε να ξαναφτιάξει ιππικό και στο Βατερλό νικήθηκε. Ο κύριος Χίτλερ νομίζει πως είναι γυμνός, με μόνο ένα παλτό Εβραίου κοριτσιού στους ώμους του. Είναι πολύ ταπεινωτικό και δεν το αντέχει. Τρέμει και κλαίει πολύ, όταν συμβαίνει αυτό. Ξέρετε, τα παλτά των Εβραίων από το Άουσβιτς τα έστελναν τότε στους στρατιώτες του στη Ρωσία για να τους ζεστάνουν. Είχαν πάει με καλοκαιρινές στολές."

"Μα τι σχέση έχω εγώ με όλα αυτά;", φώναξα κι ύστερα μαζεύτηκα πάλι σαν το σαλιγκάρι.

Ο Βοναπάρτης και ο Χίτλερ με κοιτούσαν χωρίς να μιλάνε.

"Δεν έχουν φωνή, είπε ο κοντός, αδύνατος και άσχημος άντρας.
Στην Κόλαση χάνεις τη φωνή σου.
Μην κοιτάτε που εσείς μιλάτε. Είμαστε στο προπαρασκευαστικό στάδιο ακόμη. Όταν ετοιμάσουμε τον χώρο για ανθρώπους σαν εσάς, δεν θα μπορείτε να μιλάτε."

"Κι αυτοί οι δύο πώς συνεννοούνται;", ρώτησα με περιέργεια.

"Με το βλέμμα. Η ίδια απορία τούς καίει. Το θέμα του ρωσικού χειμώνα και των χαμένων αυτοκρατοριών.
Εκεί που τα είχαν όλα πώς βρέθηκαν στο τίποτα;"
Εγώ ξέρω τι λάθος έκαναν οι κύριοι...
Δεν έχει νόημα να τους το πω.
Δεν με ακούνε, στην Κόλαση δεν μπορείς να ακούσεις."

"Εγώ δεν έκανα λάθος, όμως, κύριε!, φώναξα αγανακτισμένος τώρα πια.
Δεν έκανα κανένα λάθος!
Ήμουν πάντοτε ένας σωστός άνθρωπος. Μετρημένος. 
Δεν έχω κάνει κακό σε άνθρωπο."

"Έχετε κάνει καλό;", είπε ο κοντός και ανατρίχιασα.

"Τι εννοείτε;", ψέλλισα πάλι.

"Έχετε κάνει καλό σε κάποιον άνθρωπο;", επανέλαβε ψυχρά την ερώτηση.
Πάλι μου θύμισε τον εαυτό μου και ήταν τόσο άσχημος και ένιωσα φρίκη.

"Σίγουρα, κάτι θα έχω κάνει...
Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, σίγουρα θα έχω κάνει κάτι καλό σε κάποιον.
Έζησα όλη τη ζωή μου μετρημένα.
Ονειρεύτηκα αυτά που ονειρεύονταν όλοι και πάλεψα για αυτά. Δούλεψα τόσο σκληρά.
Κουράστηκα αληθινά πολύ.
Και για όσα έχασα, δεν έφταιγα εγώ...
Είναι η εποχή μας τόσο λάθος...
Εγώ δεν έφταιξα ποτέ σε τίποτα..."

Ο Χίτλερ και ο Ναπολέων κοιτάχτηκαν βουβά.
Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν ο ένας στον άλλο.
Όμως ανατρίχιασα όταν συνάντησα τα γουρλωμένα βλέμματά τους.

"Κύριε, κάποιο λάθος έχει γίνει!
Δεν είμαι κακός άνθρωπος για να είμαι στην Κόλαση με αυτούς τους δύο", ξαναείπα με θάρρος τώρα.

"Δεν θυμώνει κανείς μαζί σας;", ρώτησε ο κοντός, άσχημος άντρας και χαμογέλασε χαιρέκακα.

"Έχω κι εγώ ελαττώματα, εντάξει, όπως όλοι", είπα με τρεμάμενη φωνή.

"Ποιο είναι το βασικό σας ελάττωμα;" ρώτησε ο κοντός άνθρωπος κάπως αδιάφορα τώρα.

"Η γυναίκα μου, η κόρη μου...

Μου λένε πως είμαι αδιάλλακτος, απόλυτος.

Πως θέλω να επιβάλλω τη γνώμη μου σε όσους διαφωνούν.

Πως νομίζω πως έχω πάντα δίκιο.

Πως μερικές φορές με τον τρόπου μου υποτιμώ τους άλλους ή τους περιφρονώ."

"Μάλιστα", ψιθύρισε ο κοντός άνθρωπος και η βεβαιότητά του με διαπέρασε σαν ρίγος.

"Όλοι οι άνθρωποι έχουν ελαττώματα!
Εγώ είμαι καλός άνθρωπος!
Σας λέω, κάποιο λάθος έχει γίνει!" τώρα πια η απελπισία με είχε κάνει να ουρλιάζω.

"Λοιπόν, σας αφήνω με τους κυρίους, η φωνή του άντρα έγινε ξαφνικά πολύ σοβαρή.
Ίσως, η περίπτωσή σας τους βοηθήσει με το θέμα του ρωσικού χειμώνα.
Αντίο σας, κε Ναπολέοντα...
Κύριε Αδόλφε τα σέβη μου..."

Η πόρτα έκλεισε.
Έμεινα ασάλευτος.
Τα μάτια αυτών των τόσο ανελέητων ανδρών
Που κάποτε σακάτεψαν την Ιστορία
Με διαπερνούσαν.

Ύστερα ξύπνησαν οι εφιάλτες τους.
Ο Ναπολέων άρχισε να ουρλιάζει και να κάνει σαν να ποδοπατιέται πεσμένος στο πάτωμα.
Ο Χίτλερ έτρεμε κι έκλαιγε, έκρυβε τα απόκρυφα μέρη του με τα χέρια του.

Κι εγώ αναρωτιόμουν τι κοινό είχα με αυτά τα άπληστα, εγωπαθή τέρατα.

Ιδρωμένος ξύπνησα.
Μα ναι, ταράχτηκα αληθινά.

Τώρα όμως νιώθω καλύτερα.
Ένα όνειρο ήταν.
Δεν σημαίνει και τίποτα...
Αέρας είναι τα όνειρα...

Εγώ έχω τη συνείδησή μου καθαρή.
Είμαι ένας άνθρωπος καλός και μετρημένος.
Δουλεύω πολύ για να είναι η γυναίκα μου και η κόρη μου καλά.

Και για όσα άσχημα με βρήκαν στη ζωή μου, δεν έφταιγα σε τίποτα.

Τι ανακούφιση να εξομολογείσαι ένα άσχημο όνειρο.
Σας ευχαριστώ τόσο πολύ!
Τώρα μπορώ να κοιμηθώ πάλι ήσυχος.
Αύριο το πρωί με περιμένει πολλή δουλειά.
Θα δουλέψω όσο μπορώ για να είναι η οικογένειά μου καλά ακόμη και σε αυτούς
τους δύσκολους καιρούς.
Καληνύχτα σας...



Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΗ

Το παιδί κρατούσε
Το μπαλόνι του σφιχτά
Το χέρι του είχε
Σχεδόν ματώσει

Αέρας φυσούσε
Και το μπαλόνι πάλευε
Να φύγει μακριά
Ίσως να ταξιδέψει
Ίσως για πάντα να χαθεί
(Λίγη σημασία έχει
αυτό που γίνεται
σε όσα δεν μας αφορούν)

Μα το μικρό αγόρι
Τόσο πολύ συνέδεσε
Με αυτό το παιδικό
Πεισματικό μυαλό του

Τη μοίρα του ολόκληρη
Με ένα μπαλόνι
Που έτσι τυχαία κάποτε
Απλώς το βρήκε

Είχε ξεχάσει ολότελα
Πως στην ουσία κρατούσε
Μόνο αέρα

Όταν αυτό το πολύχρωμο
Φαινομενικά υποσχόμενο
Μα λίγο άχρηστο αντικείμενο
Έφυγε τελικά
Το παιδί θυμωμένο
Πήδηξε να το πιάσει
Το μπαλόνι είχε γίνει
Μια μικροσκοπική κουκίδα
Χωρίς καμία ελπίδα
Επανένωσης

Το παιδί έφυγε
Με το κεφάλι του κατεβασμένο
Όλο λύπη
(Δεν ήξερε τότε
πόση ευτυχία εν τέλει θα κρατούσε
με το ελεύθερο πια χέρι)

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

ΕΚΚΡΕΜΕΣ


Παιδιά
Σε ατέλειωτη
Ευθεία σειρά
Κούνιες
Πίσω τα σώματα μεγάλων
Μηχανικά απλωμένα χέρια
Ρομπότ λυπημένα
Διανύεται
Ανούσια, βαρετή γραμμή
Τρίξιμο
Ακούγεται
Πολλές φορές
Εκκωφαντικό

Νομίζεις πως όλα ξαφνικά
Θα σπάσουν, θα διαλυθούν

Κι ύστερα πάλι σιωπή
Ευθείες, ευθείες
Το τρίξιμο ψιθυρίζει τώρα
Κι όλα συνεχίζονται
Σαν ένα εκκρεμές
Που κάθε του χτύπος
Είναι απλώς φθορά

Κι αν έσπαζαν ξαφνικά
Ταυτόχρονα
Οι αλυσίδες των παιδικών χεριών;
Αν σαν γέλια πετάγονταν
Διαγώνια
Ή σε τρελά ζιγκ ζαγκ;

Τα μεγαλόσωμα κορμιά
Ίσως σωριάζονταν
Κι απέναντί τους θα βρίσκαν
Μόνο ουρανό

Το εκκρεμές τρελαμένο τώρα
Ίσως άρχιζε να χτυπάει
Όνειρα



Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Ο Επισκέπτης



Εκείνος ο άνθρωπος
Είχε κάθε νύχτα
Τον ίδιο επισκέπτη
Τον Φόβο
Όταν ξάπλωνε να κοιμηθεί
Και τα μάτια του πήγαιναν να κλείσουν
Στην πόρτα άκουγε χτυπήματα
Σαν βροντές δυνατά
Έτρεχε να ανοίξει



Ο Φόβος τον κοιτούσε κατάματα
Είχε πολλά άσχημα κεφάλια
Ο άνθρωπος έπαιρνε πάντοτε
Το ίδιο μαχαίρι
Και πάλευε με λύσσα
Να κόψει τα κεφάλια

Ο Φόβος ακίνητος
Μόνο χαμογελούσε
Κι αν έχανε κανένα κεφάλι
Σύντομα στη θέση του
Φύτρωνε άλλο
Δεν μιλούσε ποτέ
Κι όμως το βλέμμα του
Είχε φωνή άγρια
Που άγρια ορθωνόταν
Μέσα στην νύχτα

Ο άνθρωπος αυτός
Πέρασε πολλά χρόνια έτσι
Στο τέλος κάθε πάλης
Με χέρια γεμάτα χαρακιές
Απ'το δικό του το μαχαίρι
Γύριζε στο κρεβάτι του
Μα είχε ήδη ξημερώσει

Η εξάντληση δεν τον νίκησε
Γιατί είχε θάρρος

Κάποια στιγμή πρόσεξε
Για πρώτη φορά
Τα σημάδια από τις χαρακιές
Τους μαύρους κύκλους
Των ματιών της αγρύπνιας
Ο επισκέπτης αυτός
Ερχόταν κάθε βράδυ
Και τόσα χρόνια δεν μπήκε καν μέσα
Σκέφτηκε και κάτι έλαμψε τότε
(Σαν αλήθεια
Που είναι πάντα εκεί
Κι εσύ τη βλέπεις
Λίγο πριν χάσει το νόημά της)

Και από τότε
Ο άνθρωπος αυτός
Φέρθηκε έξυπνα
(Θέλει κι αυτό θάρρος)

Τις νύχτες ξάπλωνε να κοιμηθεί
Κι ο επισκέπτης χτυπούσε
Με δύναμη, με οργή
Την ίδια πόρτα

Κι ο άνθρωπος αυτός
Απλώς δεν άνοιγε
Κι ούτε πλησίαζε το μαχαίρι
Παρά τα χτυπήματα
Κοιμόταν γλυκά
(Ήξερε τι ήταν πίσω από την πόρτα
Ένα κρύο χαμόγελο
Πολλά άσχημα κεφάλια
Κι η φωνή που σιωπηλά και άγρια
Έσπαζε τη νύχτα)

Κι ο επισκέπτης έφευγε
Κάθε βράδυ ταπεινωμένος
Χωρίς δύναμη
Χωρίς καν ασχήμια