Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Σ Τ Ι Γ Μ Η

Η άνοιξη έρχεται και φεύγει
Στον ήλιο ανάμεσα, στα σύννεφα
Θυμάται, χαμογελά
Με ένα χαμόγελο φερμένο
Από χρόνια που ήταν κάποτε
Απλώς αθώα

Σε μια αυλή ανθισμένη
Όταν έχεις δίπλα σου
Παιδιά και λουλούδια
Μερικές φορές είναι
Όλα σαν αρκετά

Μπορείς για τόσο λίγο μόνο
Να κλείσεις τα μάτια στον αέρα
Μπορείς να μυρίσεις
Μια τόση δα στιγμή ευτυχίας
Περνάει και στο επόμενο φύσημα
Βρίσκεται ήδη μακριά σου

Είναι τόση δα μικρή
Και για αυτό και τόσο
Πολύτιμη

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Ταξίδι

Ο ποιητής ταξίδευε
Το πρόσωπο στο τζάμι κολλημένο
Τα όνειρά του έτρεχαν
Σαν τις εικόνες που έξω εναλλάσσονταν
Με μάτια ανοιχτά που ονειρεύονταν έβλεπε
Δέντρα φευγαλέα
Κι εναν ουρανό τόσο
Μα τόσο ακίνητο
-σαν άχρηστες ιδέες



Ένα ποιήμα γραφόταν
Μέσα του όπως άλλοτε

Το ταξίδι δεν ξέρει πόσο διήρκεσε
Πόσα μέρη πέρασαν από μπροστά του
Δεν μπορεί πια να θυμηθεί

Γιατί αφέθηκε στα όνειρά του

Όνειρα σαν αυτά που ίσως κάνουν τα παιδιά
(κανείς δεν ξέρει πως είναι
γιατί κανείς δεν γύρισε πίσω)
Χωρίς λογοκρισία
Χωρίς ζητούμενα

Χωρίς ζητούμενα από αυτά
Τα μάταια
Τα τόσο μα τόσο βαριά
Που δένονται στα πόδια σου
Τα σέρνεις για χρόνια τόσα
Που νομίζεις πως το βάρος τους
Είναι βάρος
Του ίδιου του εαυτού σου
Και τα βράδια κοιμάσαι
Με το βάρος τους
Πάνω στην καρδιά σου
Για να ξυπνήσεις το πρωί
Και να βρεις το βάρος
Πάλι εκεί
(Κι όμως δεν είναι αληθινά δικό σου)

Ο ποιητής
Όταν τελείωσε το ταξίδι
Χαμογέλασε ευχαριστημένος
Φόρεσε στο πρόσωπό του
Το πρόσωπο το ενήλικο, το σοβαρό
Μα μέσα του
Κάτι γελούσε

Κι ύστερα στριμώχτηκε ξανά
Στο πλήθος της μεγάλης πόλης
Στις άσκοπες ενέργειες
Ένας άνθρωπος τυπικός
Αφοσιωμένος στην εργασία του
Βιαστικός κι αυτός όπως οι άλλοι
Κοιτούσε το ρολόι του συχνά
Και συζητούσε με ενδιαφέρον τάχα
Για θέματα τόσο μα τόσο αδιάφορα

Και το ταξίδι του αυτό
Αυτό που τώρα δεν μπορεί να θυμηθεί
Με τα όνειρα τα μικρά, τα φευγαλέα
Είχε γίνει ποιήματα

Ποιήματα χωρίς ζητούμενα
Χωρίς βάρος




Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Το Ορυχείο

Σε τρένο καθόμουν σκεπτικός
Με έγνοιες, ύφος σκυθρωπό
Δεν σήκωνα το βλέμμα
Δεν κοίταζα τις πόλεις έξω
-από τα μάτια μου περνούσαν
γρήγορα, χάνονταν

Ένας επιβάτης ξαφνικά
Δίπλα μου κάθισε
Ηλικίας απροσδιόριστης
Με χαμόγελο παιδικό
Στα μεγάλα του μάτια

Μου μίλησε με όρεξη
Σαν να μην είδε το ύφος το βαρύ
Τα μακριά μου δάχτυλα
Που έπαιζαν νευρικά
Το βλέμμα που απέφευγε
Τα μάτια του με θράσος

Μου είπε περίπου τα εξής
Για χρόνια ήταν σε ορυχείο κλεισμένος
Έσκαβε, πέτρες χτυπούσε
Μεθοδικά, πειθαρχημένα
Τον ήλιο δεν έβγαινε να δει
Μόνο συνέχιζε εκεί
Με πείσμα εμμονικό
Μέχρι να βρει, όπως είπε
Αυτό που έψαχνε

Και κάποια μέρα
-είχε περάσει καιρός πολύς
δεν ήξερε για πόσο ήταν
κλεισμένος στο σκοτάδι-
Είδε στις πέτρες
Τον εαυτό του

"Χαρούμενος ανέβηκα
Όταν το τρένο πέρασε μπροστά μου
Τώρα χαρούμενα τον κόσμο
Από μέσα θα κοιτάζω
Το τρένο αυτό
Που θα με οδηγήσει δεν με νοιάζει
Εγώ θα είμαι πάντα ευτυχισμένος", είπε
Και κοίταξε γλυκά ένα δέντρο
Που άρχισε να φεύγει μακριά μας
Καθώς το τρένο ξεκινούσε 
-θα είχε χρόνια να δει δέντρο
κλεισμένος μέσα στο ορυχείο 

Παράξενος αυτός ο άνθρωπος
Σκέφτηκα τότε μόνο
Κι ύστερα δεν τον κοίταξα ξανά
Γιατί είχα τα δικά μου να αναλογιστώ
Είχα ιδέες και στόχους
Δεν ήθελα με παραλογισμούς αγνώστων
Να ασχολούμαι

Χρόνια μετά
Βρέθηκα κι εγώ
Στο δικό μου, σκοτεινό
Και σιωπηλό αβάσταχτα
Ορυχείο

Και μάλλον είμαι τυχερός

Τουλάχιστον ξέρω
Τι ψάχνω