Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Αποδοχή

Η γυναίκα περπατούσε
Τώρα μπορούσε να αντέξει τη σιωπή
Τη σιωπή μέσα της

Στον νυχτερινό δρόμο
Έβλεπε φώτα θαμπά
-Μερικές φορές άλλοτε
Όταν έβλεπε πολύ καθαρά
Δεν άντεχε
Κι έστρεφε αλλού το βλέμμα-

Περπατούσε ανάλαφρα
Ίσως σαν μικρό κορίτσι
Να είχε κάποτε αφεθεί έτσι
Στα ελεύθερα βήματα
Δεν θυμόταν
Πέρασε καιρός
Έκανε μικρά μικρά βήματα τότε
Γελούσε αληθινά
Ή με θράσος ζητούσε
Απλώς εκείνο που ήθελε

Χωρίς παρελθόν ή μέλλον
Είναι σπάνιες αυτές οι στιγμές
Εκείνη μόνη και ο δρόμος
Πολύβοος, λυπητερός
-Οι πόλεις τη νύχτα
Μοιάζουν να λυπούνται-

Κι αν κάποτε είχε αγαπήσει
Τραγούδια που μιλούσαν
Για δρόμους ήδη χαμένους
Τώρα μπορούσε σε αυτούς
Απλώς να αφήνεται
Μέσα στη σκέψη της
Να γυρίζει πίσω

Είχε από καιρό καταλάβει
Πως όταν έπαψε
Τόσο εμμονικά να γυρεύει
Τόσο εμμονικά να ζητά
Έρχονταν όλα αβίαστα
Ή ήταν από καιρό
Ήδη μπροστά της

Κι αν άπλωνε το χέρι και δεν έφτανε
Έστρεφε αλλού το βλέμμα
Μα πραγματικά
Είναι πάντα τόσα άλλα γύρω
Ίσως αρκεί να ονειρευτείς
Να αφήσεις το μυαλό να γυρίσει
Και το πρωί πια δεν σε νοιάζει
Αν όσα θέλησες είναι ανέλπιδα
Η ζωή είναι κάτι
Πολύ παραπάνω

Τα φώτα κυλούσαν στη νύχτα
Άλλες φορές θαμπά
Άλλες ολοκάθαρα κίτρινα φώτα
Κι εκείνη πια
Μπορούσε να δέχεται

Κι η λυπημένη πόλη
Μπορούσε να αντέχει τη λύπη της

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Οθόνες


Εκείνοι οι άνθρωποι
Με χέρια κολλημένα στα πλήκτρα
Με οθόνες απέναντί τους που ούρλιαζαν
Προσπαθούσαν να καταλάβουν
Τι η Ιστορία τους έφερε
Τόσο αναπάντεχα
Τόσο ξαφνικά
Και ήταν όλοι σαστισμένοι
Οργισμένοι, θλιμμένοι
Κάποιοι έτρεχαν, έδιναν τον εαυτό τους
Άλλοι κάποια που τους περίσσευαν
Άλλοι επιφυλακτικοί
Κι άλλοι αδιάφοροι
Συνέχιζαν να ζουν
    Σαν τίποτα να μην πέρασε μπροστά τους

Το πιο εύκολο είναι μάλλον
Να διαφωνεί κανείς
Ίσως αυτό είναι το μόνο ασφαλές συμπέρασμα
Για καταστάσεις τέτοιες
Το πιο εύκολο είναι να έχεις γνώμη

Το δύσκολο είναι να κοιμάσαι ήσυχος τις νύχτες
Χωρίς ενοχές που δεν σου αναλογούν
Χωρίς το βάρος όλου του κόσμου 
Πάνω σου να σε πνίγει
Και μια ανάγκη να σώσεις εσύ με τα χέρια σου
Ό,τι δεν σώζεται από δυο χέρια μόνο

Να κοιμάσαι ήσυχος τις νύχτες
Χωρίς όμως κι ανούσιες σκέψεις
Ή καθησυχασμούς
Χωρίς αφελώς να νομίζεις
Πως για σένα είναι μόνο το καλό
Πως η αδικία, το αναπάντεχο
Είναι πάντα για κάποιον άλλον
Που έχει πρόσωπο ξένο

Ο πόνος έχει πάντοτε ένα πρόσωπο
Είναι πάντοτε ο ίδιος μορφασμός
Θα τον αναγνώριζες και σε άλλο πλανήτη
Μιλάει την ίδια γλώσσα
Και περπατάει με την ίδια πάντοτε καμπουριασμένη πλάτη

Και το χαμόγελο
Ήταν και είναι πάντοτε
Για όλους το ίδιο

Οι σελίδες της Ιστορίας γράφονται
Οι αιώνες δεν σταματούν να περνούν
Οι εποχές δεν σταματούν ποτέ
Να κάνουν κύκλους

Εκείνοι οι άνθρωποι 
Νόμιζαν πως ήξεραν πολλά

Κι όμως αυτά τα τόσα που ήξεραν
Αυτά τα τόσα που μπορούσαν τώρα πια να δουν
-Βιδωμένοι σε καρέκλες ή στα κρεβάτια τους-
Στις οθόνες που ούρλιαζαν
Και ενίοτε έσπαζαν από μέσα
Γίνονταν καμιά φορά
Χέρια, τους έπνιγαν