Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Παράταιρο Εντελώς

Θυμήθηκε εκείνο το κασκόλ...

Καθόταν στο παράθυρο
Έξω ο αέρας
Ορμούσε στα δέντρα
Τα σύννεφα έρχονταν
Από ουρανούς ξένους
Σε λίγο θα έφευγαν
Για κάπου μακριά

Κοιτούσε έξω με λίγη
Μελαγχολία
Όπως αρμόζει
Δικαιολογημένα απόλυτα
Για κάθε ψυχή ευαισθητοποιημένη
Σε μια μέρα χωρίς ήλιο

Ο αέρας έκανε
Τα δέντρα να μιλούν
Μια γλώσσα
Εντελώς δική τους
Εκείνος
Παρατηρώντας με προσοχή
Τις κινήσεις των κλαριών
Προσπαθούσε
Να αποκρυπτογραφήσει
Αυτό που δεν θα καταλάβαινε
Ποτέ κανένας άνθρωπος

Την ηρεμία
Του απλώς να ζεις

Αυτή η μελαγχολία
Ενός ουρανού χωρίς ήλιο
Ήταν ίσως κάτι παράταιρο
Σε όσα εκείνος βίωνε
Εδώ και χρόνια
Μια εντελώς τακτοποιημένη ζωή
Θα έλεγε κανείς
Δεν επιτρέπει μελαγχολίες
Λες και η ζωή του ανθρώπου μπορεί ποτέ
Να τακτοποιηθεί
Να ισορροπηθεί
Να ηρεμήσει απόλυτα
Λες και μπορεί ο άνθρωπος
Να γίνει ποτέ
Ένα δέντρο
Που απλώς
Και μόνο
Ζει

Ο χειμώνας αργούσε
Νέες εποχές χωρίς εποχές
Όταν ήταν παιδί
Εκείνους τους χειμώνες
Με το κρύο  
Έσφιγγε πολύ το κασκόλ του
Το έσφιγγε γύρω από τον λαιμό
Νομίζοντας κάπως αφελώς
Πως έτσι μπορούσε να προστατευτεί
Τελικά κατάφερνε
Μόνο να πνίγεται
Και το κασκόλ αυτό το βαρύ, το πνιγηρό
Γινόταν κάτι πάνω του
Παράταιρο εντελώς

Ο χειμώνας αργούσε
Μπορεί να μην ξαναρχόταν ποτέ;
Νέες ανισορροπίες
Ποιος ξέρει πως προχωράει
Αυτός ο κόσμος
Κουτσαίνοντας πάντα
Αλλά για πού;

Τώρα δεν είναι πια παιδί
Έμαθε πως δεν υπάρχει προστασία
Το κασκόλ, αυτό το μάλλινο, το παιδικό
Στον άνεμο που παίρνει τα πάντα μακριά
Είναι σαν όνειρο που φεύγει

Καθόταν στο παράθυρο
Έξω ο αέρας ορμούσε στα δέντρα
Κι εκείνος είχε από καιρό σταματήσει
Να φοβάται
Μόνο αναρωτιόταν
Αυτός ο κόσμος κουτσαίνοντας
Προς τα πού πάει
Κι αυτός ο ίδιος κουτσαίνοντας
Πού κάποτε θα φτάσει





Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Ο Βράχος

Και να λοιπόν, ήρθε η καινούρια χρονιά. Το πρώτο πρωινό της με βρήκε μόνο στην μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη, στην οποία ζούσε ο πατέρας μου μετά το διαζύγιό των γονιών μου. Πέρασα εκεί πολλά σαββατοκύριακα, τα μισά μου καλοκαίρια και φυσικά τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Μετά τα δεκαοκτώ μου δεν θέλησα να ξαναπάω. Τον επισκεπτόμουν συχνά, απλώς δεν διανυκτέρευα ποτέ εκεί. Το σπίτι του, αυτό το παλιό σπίτι που έτριζε ολόκληρο στο κάθε βήμα μου προκαλούσε τρομερή μελαγχολία. Δεν άντεχα να τον βλέπω εκεί να γερνάει μόνος του, δεν άντεχα να μετράω τα μπουκάλια μπύρας παρατημένα στην κουζίνα, να βρίσκω φαγητά ληγμένα στο ψυγείο του και φυσικά να κοιμάμαι σε αυτό το μικρό ντιβάνι που κοιμόμουν σαν παιδί. Ένα βράδυ είχε πέσει στο κεφάλι μου το κουρτινόξυλο που βρισκόταν από πάνω. Είχα πονέσει πολύ, εκείνος είχε έρθει τρέχοντας και με είχε κοιτάξει με τρόμο. Μύριζε κρασί και τσιγάρο έτσι όπως με είχε αγκαλιάσει, σχεδόν έκλαιγε. "Καταραμένο σπίτι, σε λίγο θα πέσεις και θα μας πλακώσεις", είχε πει μόνο και είχε κλωτσήσει τον τοίχο. Εμένα το κεφάλι μου πονούσε αλλά δεν ήθελα να τον ανησυχώ. Πάντα είχα μέσα μου μια αίσθηση πως δεν άντεχε πολλά. Τελικά το κεφάλι μου ήταν αρκετά γερό ως φαίνεται, δεν έπαθα διάσειση ή κάποια κρανιοεγκεφαλική βλάβη. Ωστόσο μετά από αυτό το περιστατικό φοβόμουν τα βράδια να κοιμηθώ. Ήμουν επτά χρονών και είχα βρέξει τα σεντόνια μερικές φορές. "Μην το πεις στη μητέρα σου", μου έλεγε πάντα. Δεν της έλεγα ποτέ τι συνέβαινε στο σπίτι του πατέρα μου. Την άκουγα συχνά να μιλάει με τον δικηγόρο της ή με τις φίλες, να ανησυχεί για το αν κινδύνευε η ασφάλειά μου εκεί, να θυμώνει και να καταριέται τη στιγμή που τον γνώρισε, να κλαίει τα βράδια στο κρεβάτι της μόνη. Η γιαγιά μου, όμως, η μητέρα της ήταν βράχος. "Το παιδί δεν πρέπει να στερηθεί τον πατέρα του." Η ίδια είχε μεγαλώσει χωρίς πατέρα και είχε μια μεγάλη ρυτίδα στο μέτωπο σαν χαρακιά. Υποστήριζε πάντα με πάθος πως η ρυτίδα αυτή άρχισε να εμφανίζεται όταν ήταν ακόμη τεσσάρων χρόνων, τότε που ο προπάππους μου χάθηκε στα καράβια. Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια ή υπερβολή δική της πάντως πάντα μιλούσε με αυστηρότητα στη μητέρα μου, όταν έλεγε συχνά πως θα προσπαθούσε δικαστικά να εμποδίσει τις επισκέψεις μου στη μικρή κωμόπολη. "Τη δική μου βοήθεια να την ξεχάσεις, αν το παιδί το μεγαλώσεις σαν ορφανό", της έλεγε. Η μητέρα μου δούλευε σαν γραμματέας, χρειαζόταν τη μητέρα της τόσο για να με προσέχει κάποιες ώρες, όσο και οικονομικά γιατί μέναμε στο ενοίκιο και δεν είχε άλλα εισοδήματα. Η διατροφή που είχε ορίσει το δικαστήριο ήταν πολύ μικρή, άλλοτε ο πατέρας μου έστελνε χρήματα άλλοτε όχι. Εκείνος έκανε διάφορες δουλειές στη μικρή κωμόπολη που ζούσε. Έκανε τα πάντα, δούλευε σε οικοδομές ή έβαφε, πρόσεχε εξοχικά σπίτια ή φρόντιζε κήπους. Πολύ αργότερα έμαθα πως όταν δούλευε δεν έπινε ποτέ, η μοναξιά του σαββατοκύριακου, όμως, τον έκανε να πέφτει σε κατάχρηση μεγάλη. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να πω αν ήταν αλκοολικός  ή αν είχε απλώς παραμελήσει πάρα πολύ τον εαυτό του. Μεθυσμένο δεν τον είδα ποτέ. Η μυρωδιά όμως της μπύρας και του τσιγάρου στα κάπως βρώμικα ρούχα του θα με στοιχειώνει. Πέθανε πριν τρία χρόνια μόνος του, μάλλον από καρδιακή προσβολή. Τον βρήκε δυο μέρες μετά η σπιτονοικοκυρά του. Στην κηδεία του έκλεισα τα μάτια κάποια στιγμή και ήταν σαν μπροστά μου να εμφανίστηκαν άδεια κουτάκια μπύρας. Δεν έκλαψα που πέθανε, όμως συχνά κλαίω μέσα μου για τη ζωή που ζούσε. Μερικές φορές στον ύπνο μου τον βλέπω να πνίγεται κι εγώ να προσπαθώ να τον τραβήξω, όμως να μην μπορώ. Αυτός να χάνεται στα σκοτεινά νερά κι εγώ μουδιασμένος να επιπλέω με μια τρομερή αίσθηση ανημποριάς, με μια ενοχή σαν βαρίδια στα πόδια μου. Είμαι αρκετά συμβιβασμένος τώρα πια με την παιδική ηλικία που έζησα, γνωρίζοντας άλλους ανθρώπους και τις ζωές τους είδα σιγά σιγά πως η ζωή δεν κρατάει τα χαστούκια της για κανέναν. Είμαι τριανταέξι χρόνων, εργάζομαι, ζω μόνος, είμαι αρκετά ικανοποιημένος από όσα έχω γιατί έμαθα από μικρός να χορταίνω με τα λίγα. Και τι έκανα στην μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη όπου έζησε ο πατέρας μου μια κάπως άθλια ζωή; 
Γιατί διάλεξα μόνος, στην απόλυτη χειμωνιάτικη ησυχία να περπατάω στις εννιά το πρωί στα έρημα σοκάκια της; Γιατί δεν ήμουν με τους δικούς μου ανθρώπους να γιορτάζω, αν είναι για εορτασμό η άφιξη μιας νέας χρονιάς; Εδώ θα πρέπει να σας πω πως δεν ήταν αυτά τα σχέδιά μου. Ήμουν καλεσμένος σε ένα σπίτι, εγώ και η επί τρία χρόνια κοπέλα μου. Όμως κάτι συνέβη που με έκανε να χάσω τον έλεγχο, να χάσω το μυαλό μου, να μπω στο αυτοκίνητο και να αρχίσω να οδηγώ χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Κι αυτό ήταν το τεστ εγκυμοσύνης που έκανε κρυφά στο σπίτι μου και βγήκε θετικό.
Περπατάω άσκοπα, δεν το έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Θέλω να πιω καφέ, όμως οι καφετέριες είναι ακόμη κλειστές και στον δρόμο δεν συναντάς ψυχή. Πάντοτε περπατούσα για να φτάσω κάπου, για να πάω στη δουλειά μου, για να ψωνίσω κάτι ή για κάποια συνάντηση. Είναι απελευθερωτικό να περπατάς χωρίς να έχεις στο μυαλό σου πού πηγαίνεις. Κάπως έτσι δεν είναι και η ζωή ενός ανθρώπου μερικές φορές; Εμείς νομίζουμε πως για κάπου πηγαίνουμε, νομίζουμε πως ελέγχουμε τη ροή, την πορεία, καταλήγουμε όμως να τριγυρνάμε στους δρόμους που δεν επιλέξαμε, τουλάχιστον συνειδητά, να βρεθούμε. Χθες ήπια πολλές μπύρες στο ξενοδοχείο και σήμερα το κεφάλι μου πονάει. Ήμουν σε μια κατάσταση παράξενη, γεμάτος φόβο, δεν ήθελα να σκέφτομαι, δεν ήθελα να δρω, σχεδόν δεν ήθελα να υπάρχω. Έπινα, κάπνιζα και κάποια στιγμή μύρισα στον εαυτό μου τον πατέρα μου. Κι αυτή η στενοχώρια ήταν τόσο μεγάλη, που πια δεν είχα άλλη κι έπεσα και κοιμήθηκα για ώρες. Με αυτή την αδιόρατη αίσθηση του φόβου πως κάτι στον ύπνο μου θα πάθω, πως κάτι θα με πλακώσει ή πως θα ντροπιαστώ πάλι γιατί έβρεξα τα σεντόνια μου.
Η κοπέλα μου μού τηλεφώνησε χθες αργά τη νύχτα, ανακουφίστηκε που ήμουν καλά. Είναι κι αυτή πολύ αναστατωμένη. Είναι θυμωμένη μαζί μου, η χθεσινή μου αντίδραση ήταν η χειρότερη που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, όμως πηγαίνει με τα νερά μου γιατί με χρειάζεται. Πρέπει να πάρουμε μια απόφαση μαζί, δεν μπορεί να το κάνει μόνη της. Πριν λίγους μήνες απολύθηκε, αν μη τι άλλο οικονομικά με χρειάζεται. "Καταλαβαίνω πως είσαι σοκαρισμένος, μου είπε, με μια ψυχραιμία ανώτερη που με έκανε να νιώσω τιποτένιος. Νιώθω κι εγώ το ίδιο. Μου έχεις πει αρκετές φορές πως δεν θέλεις παιδιά. Ούτε εγώ ήθελα ακόμη. Προσπάθησε να ηρεμήσεις και γύρνα πίσω, σε παρακαλώ το βράδυ να μιλήσουμε ήρεμα. Εγώ θα είμαι στην αδερφή μου. Να προσέχεις." Δεν με άφησε να μιλήσω, ίσως γιατί καταλάβαινε πως δεν είχα τίποτα να πω ακόμη. Η φωνή της ήταν κλαμένη. 
Προχωρώ προς το μικρό δασάκι. Η ησυχία του είναι ό,τι πιο υπέροχο μπορεί να βρει κανείς μέσα σε μια απελπισία. Κάτω ακούγεται μόνο ο παφλασμός των κυμάτων. Κλείνω τα μάτια κι αφήνομαι σε αυτό. Η ζωή προχωράει, η ζωή προχωράει. Τα κύματα πέφτουν κάθε μέρα, κάθε λεπτό πάνω στα βράχια όσο εμείς μεγαλώνουμε και γερνάμε. Με έφερνε ο πατέρας μου σε αυτό το δασάκι. Του άρεσαν πολύ τα δέντρα, μου τα έδειχνε με θαυμασμό και αναζητούσε πάντοτε στα κλαδιά τους πουλιά για να τα ακούσω να κελαηδούν. "Πρόσεχε μην πέσεις στη θάλασσα γιατί ποιος ακούει τη μάνα σου μετά", μου έλεγε και γελούσε. Γελούσα κι εγώ. Χαιρόμουν όταν γελούσε. Ένα παιδί δεν θέλει τίποτε άλλο, νομίζω. Μόνο να βλέπει τους γονείς τους να γελάνε. Ύστερα γυρίζαμε στο σαπισμένο πάτωμα του σπιτιού του που έτριζε. Και σαν να γινόταν κι εκείνος λίγο σάπιος.
Περπατάω, περπατάω, είμαι μόνο εγώ και η ζωντάνια της φύσης, αυτή η ζωντάνια που δεν σε πνίγει ποτέ όπως οι άνθρωποι. Τα παγκάκια με καλούν να καθίσω, όμως φοβάμαι πως αν καθίσω θα καπνίσω πάλι κι ύστερα τα ρούχα μου θα μυρίσουν πολύ κι ύστερα θα γίνω ο πατέρας μου. Φοβάμαι πως αν καθίσω στο παγκάκι θα πρέπει να αποφασίσω για το μέλλον και αυτό το μέλλον δεν είναι πια μόνο δικό μου. Νιώθω στα πόδια μου βαρίδια, όπως στα όνειρά μου, εκεί που δεν καταφέρνω να σώσω τον πατέρα μου που πνίγεται.
Σκέφτομαι να πέσω στη θάλασσα κι ύστερα γελάω με τον εαυτό μου. Είμαι τόσο βλάκας για να αυτοκτονήσω για αυτό; Τι κάνω τόσα χρόνια στη ζωή μου που να μην μπορώ να αντέξω την ευθύνη; Γιατί με θεωρούσα ευυπόληπτο και αξιοπρεπή αν δεν μπορώ να διαχειριστώ τις συνέπειες μιας απόλυτα δικής μου πράξης;
Δεν ήθελες να γίνεις πατέρας. Θέλεις να μείνεις πάντοτε παιδί; Μα όταν ήσουν παιδί, παρακαλούσες τον Θεό να μεγαλώσεις γρήγορα, να μην εξαρτάσαι από τους άλλους που σε απογοήτευαν.
Κι εκείνη; Την αγαπάς. Ναι, την αγαπάς. Και το ξέρεις πως θα τη χάσεις. Είπε πως δεν ήθελε παιδιά ακόμη. Άρα θέλει παιδιά. Θα τη χάσεις. Και την αγαπάς. Και θα μείνει μόνος. Κι ίσως καμιά δεν μπορέσει να αγαπήσει ποτέ έναν άντρα που θέλει να μείνει παιδί. Και ίσως καταλήξεις σε αυτήν εδώ την κωμόπολη, σε σάπιο σπίτι με κουρτινόξυλα που πέφτουν και με ρούχα ποτισμένα από ποτό και τσιγάρο. Και ίσως θα πεθάνεις μόνος και θα σε βρουν δυο μέρες μετά άνθρωποι που ποτέ δεν σε αγάπησαν.
Περπατάω, περπατάω και το μυαλό μου καθαρίζει. Απέναντί μου γεννιέται ένας άντρας που δεν γνώριζα ποτέ πως υπήρχε. Γεννιέται σιγά σιγά και λίγο με τρομάζει. Είναι περίεργο, μα έχει τη φωνή της γιαγιάς μου. Είναι αποφασιστικός. Παίρνει ρίσκο. Φοβάται κάτι που φαντάζει επικίνδυνο. Μα πιο πολύ φοβάται το τίποτα, την έλλειψη, το χαμένο. Είναι βράχος. Κοιτάζω τα βράχια από κάτω μου, το νερό πέφτει πάνω τους όπως κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Γιατί να θέλω να αυτοκτονήσω όταν ακόμη υπάρχει στον κόσμο ομορφιά; Αν γίνω πατέρας, εγώ θα δείξω την ομορφιά στο παιδί μου.
Περπατάω, περπατάω. Το μυαλό μου καθαρίζει. Ο άντρας που γεννιέται μπροστά μου θα μπορούσε να είναι πολεμιστής. Είναι μέσα από τα παραμύθια που άκουγα μικρός. Είναι το αρχέγονο καθήκον, η δύναμη, η αντοχή, η ευθύνη. Είναι αυτό που δεν γνώρισα, όμως, θα προσπαθήσω να γίνω. Η φωνή της γιαγιάς μου ακλόνητη μού δίνει το τελεσίγραφό της. "Αν δεν κάνεις αυτό που πρέπει, δεν θα είσαι δικό μου εγγόνι." Κι εγώ υπακούω σαν τη μητέρα μου, όχι επειδή τη χρειάζομαι αλλά επειδή θέλω να τη δικαιώσω.
Το μυαλό μου καθάρισε. Η ησυχία μπορεί να σου δώσει δύναμη μεγάλη. Πιάνω στην τσέπη μου το πακέτο με τα τσιγάρα και το τσαλακώνω. Θέλω απελπισμένα να κάνω ένα ντους να βγάλω από πάνω μου αυτή τη μυρωδιά του πατέρα μου. Όμως εκεί που περπατάω, κοιτάζω τα δέντρα κι ακούω κελάηδισμα. Είναι στο χέρι μου να πάρω μια όμορφη στιγμή και να τη μεγαλώσω μέσα μου με τρόπο που να γίνει ο πόνος που έζησα κάτι που πια δεν με πονάει. Είμαι τυχερός που είχα αυτή τη στιγμή και θα την κρατήσω σαν θησαυρό. Ξέρω τι δεν θέλω να γίνω και θα παλέψω με νύχια και με δόντια για να ξεριζώσω μέσα μου κάθε ροπή που θα προσπαθήσει να με οδηγήσει εκεί.
Ίσως όμως να μην είμαι τόσο σίγουρος. Δεν ξέρω τι θέλει εκείνη. Δεν πρόλαβα να την ακούσω. Μπορεί εκείνη να είναι βέβαιη πως δεν θέλει να γίνει μητέρα. Πρέπει να ξέρω όλα τα δεδομένα. Πρέπει να αποφασίσουμε μαζί.
Άρα εγώ θέλω να γίνω πατέρας; Νόμιζα πως δεν ήθελα. Τώρα δεν ξέρω. Μπορεί και να μην θέλω. Το θέμα είναι ότι κατάλαβα γιατί δεν ήθελα. Είναι εμπόδια παιδικά, είναι το παρελθόν που δεν θα το αφήσω να ρίξει τη σκιά του στο μέλλον γιατί είναι απλώς ένα φάντασμα, είναι ένα χαλίκι στο παπούτσι μου με το οποίο είτε θα μάθω να περπατάω χωρίς να παραπονονιέμαι είτε με θάρρος θα το πετάξω και θα τρέξω ελεύθερα.
Περπατάω, περπατάω. Συναντώ μια κοπέλα με ένα μικρό κουταβάκι. Το σκυλάκι έρχεται στα πόδια μου γεμάτο χαρά. "Καλή χρονιά", μου λέει η κοπέλα. "Καλή χρονιά", απαντάω. 
Καλή χρονιά, λέω στον εαυτό μου, και παίρνω ανάσα βαθιά, σαν να είναι να βουτήξω από πολύ ψηλά. Και το εννοώ με την ψυχή μου πλημμυρισμένη. Καλή χρονιά. Όπως κι αν είναι.