Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Κακοκαιρία

       

Από το πρωί όλα πήγαν στραβά. Η πρώην γυναίκα του τού τηλεφώνησε και του είπε πως η κόρη του είχε υψηλό πυρετό. Όταν της είπε πως θα έφευγε για διήμερο, τον έκανε να αισθανθεί ο χειρότερος πατέρας και ίσως ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Μάλλον ζήλεψε γιατί όταν ήταν παντρεμένος μαζί της, εκείνος δεν ήθελε να πηγαίνουν εκδρομές. Μα ούτε τώρα επιθυμούσε να πάει, ήθελε να της πει. Η νέα του σύντροφος, και του πήρε αρκετά χρόνια να τη βρει, όμως το είχε κανονίσει. Όλοι έπεσαν πάνω του και του είπαν πως έπρεπε να γίνει αυτή η εκδρομή. Πως δεν έπρεπε να την απογοητεύσει μέσα στις γιορτές. Πως η κοπέλα έδειχνε μεγάλη κατανόηση. Σχεδόν κανένα σαββατοκύριακο δεν συναντιόνταν, γιατί η κόρη του έμενε στο σπίτι του. Της άξιζε λοιπόν μια ωραία απόδραση. Κι ύστερα στις ειδήσεις άρχισαν να λένε για την κακοκαιρία που θα ερχόταν. Φαντάστηκε πως η εκδρομή θα ακυρωνόταν. Μα η καλή του επέμενε, οι φίλοι της στο ορεινό χωριό τους περίμεναν. Αν είχαν αλυσίδες για το χιόνι, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι μέρες περνούσαν, εκείνος αγχωνόταν όλο και περισσότερο και να που έφτασε το πρωί της εκδρομής. Μετά το τηλεφώνημα της γυναίκας του έσπασε το φερμουάρ του χοντρού και ζεστού, αγαπημένου του μπουφάν. Κι αυτό το θεώρησε κακό οιωνό.
   Τώρα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της νέας του συντρόφου, προσφέρθηκε να οδηγήσει εκείνη επειδή ήξερε τον δρόμο. Δεν του άρεσε να είναι στη θέση του συνοδηγού μα το θεώρησε πιο ασφαλές. Είχαν απομακρυνθεί από την πόλη εδώ και ώρα, όταν έπιασε βροχή. Μισούσε τη  βροχή. Οι φοβίες του άρχισαν να ξυπνούν. Νόμιζε πως είχε ξεπεράσει την έντονη απέχθειά του για τα ταξίδια, όμως έκανε λάθος. Τώρα που δεν οδηγούσε και το μυαλό του μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερα, οι δαίμονές του γύρισαν και άρχισαν μέσα στο μυαλό του να στριφογυρίζουν σκοτεινές υποθέσεις καταστροφής και αιματηρές εικόνες. Η νέα του σύντροφος είχε βάλει μουσική και τραγουδούσε. Ενθουσιασμένη όπως ήταν δεν είχε καταλάβει την κακή του διάθεση. Αυτό τον εκνεύριζε ακόμη περισσότερο.
    Τον εκνεύριζαν οι άνθρωποι που είχαν άγνοια κινδύνου. Ή που δεν σκέφτονταν τον κίνδυνο διαρκώς. Ή πιο απλά που μπορούσαν να είναι χαρούμενοι χωρίς να έχουν φοβικές εμμονές, όπως εκείνος. Ο πρώτος του γάμος καταστράφηκε από την καχυποψία και τις φοβίες του. Η πρώην σύζυγος απλώς δεν τον άντεξε άλλο. Το διαζύγιο ήταν για εκείνον μεγάλο σοκ και τον έκανε να αναλογιστεί πολλά. Αντιμέτωπος με πραγματικά προβλήματα μπορούσε να είναι τώρα πιο ώριμος. Δεν υπήρχε χώρος για φοβίες. Η αίσθηση της απώλειας είχε καταλάβει όλη του την ψυχή. Μετά το διαζύγιο άρχισε να έχει λιγότερους εφιάλτες τη νύχτα. Οι νύχτες του ήταν όλο λύπη. Τα σενάρια καταστροφής είχαν μειωθεί αρκετά. Τώρα είχε να αντιμετωπίσει όλα τα παρελκόμενα του διαζυγίου. Η αίσθηση ευθύνης απέναντι σε ένα παιδί τραυματισμένο από τον χωρισμό των γονιών του του τον έκανε πιο δυνατό. Μέχρι τότε ήταν ο ίδιος ένα φοβισμένο παιδί και δεν το είχε καταλάβει. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται μέσα στη δυστυχία και στη μοναξιά βρήκε την ηρεμία του. Κι ύστερα μετά από πολύ καιρό κατάφερε να εμπλακεί πάλι σε ερωτική σχέση. Και ήταν διαφορετικός. Λιγότερο γκρινιάρης, πιο θαρραλέος. Όμως, εκεί, στη θέση του συνοδηγού ήταν λες και η βροχή έφερνε πίσω τον παλιό εαυτό του.
    Τα σενάρια καταστροφής εναλλάσσονταν με απίστευτους ρυθμούς. Το αυτοκίνητο πεσμένο στον γκρεμό ή ισοπεδωμένο από ένα τεράστιο φορτηγό. Η χειρότερη εικόνα ήταν εκείνη του παιδιού του στην κηδεία του. Κι ύστερα τη φανταζόταν να μεγαλώνει χωρίς πατέρα. Και να γίνεται ένας άνθρωπος λυπημένος για μια ζωή.  Γιατί; Για μια εκδρομή; "Αξίζει να μείνει ορφανό το παιδί μου για μια εκδρομή;", ήθελε να φωνάξει οργισμένος στην κοπέλα δίπλα του. Μα εκείνη τραγουδούσε αμέριμνη, Κάποια στιγμή σκέφτηκε το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση τυλιγμένο στις φλόγες. "Τουλάχιστον δεν θα καώ ζωντανός έτσι που βρέχει", είπε στον εαυτό του και παρηγορήθηκε αρκετά. Κι αν το αυτοκίνητο χαλούσε και έμεναν ακινητοποιημένοι στη μέση του πουθενά μέσα στη χιονοθύελλα; Αν πέθαιναν από το κρύο μέσα στη νύχτα;  Ή αν παρασυρόταν από δυνατό αέρα; Κι αν, κι αν, κι αν; Γιατί έπρεπε να ταξιδέψουν με αυτήν την κακοκαιρία; Υπάρχει κάποιος λόγος που τα δελτία καιρού προειδοποιούν!
    "Είμαι τόσο χαρούμενη", του είπε η νέα του σύντροφος κι εκείνος δαγκώθηκε. Ύστερα άρχισε να του περιγράφει τις βόλτες στα χιόνια που θα έκαναν. Μα είχε χαλάσει το φερμουάρ του μπουφάν του, ήθελε να της φωνάξει. Πώς θα έβγαινε έτσι στην παγωνιά; Σίγουρα θα πέθαινε από πνευμονία. Άρχισε σαν μικρό παιδί να εύχεται να αρρωστήσει εξ αρχής για να αποφύγει αυτό που δεν ήθελε να κάνει. Δεν ήθελε να γνωρίσει τους φίλους της. Μπορεί να μην τους συμπαθούσε. Δεν του ήταν εύκολο να συμπαθεί άτομα που γνώριζε για πρώτη φορά και ειδικά όταν δεν είχε καλή διάθεση. Ήθελε να είναι κοντά στην κόρη του που ψηνόταν στον πυρετό και ίσως όταν μεγάλωνε στην πολυθρόνα κάποιου ψυχαναλυτή να μιλούσε για τα ψυχικά τραύματα που της προκάλεσε ο πατέρας της, επειδή την εγκατέλειψε άρρωστη για να πάει εκδρομή. "Μα σίγουρα ήταν αδιάφορος πατέρας", θα επιβεβαίωνε ο ψυχαναλυτής χαϊδεύοντας το μούσι του. Κι εκείνη θα ερωτευόταν τον ψυχαναλυτή με το μούσι ή θα έκανε σχέσεις με μεσήλικες επειδή βίωσε έλλειψη πατέρα.
     Βρίσκονταν ψηλά, πολύ ψηλά. Τώρα όλα έμοιαζαν εκτός ελέγχου. Χιόνιζε, όλα ήταν λευκά. "Τι τέλεια που είναι!", έλεγε η νέα του σύντροφος κι εκείνος σκεφτόνταν τον εαυτό του να την πνίγει. Όμως αν την έπνιγε, θα έμπαινε στη φυλακή. "Μπορούσατε να μην πάτε εκδρομή, κατηγορούμενε. Δεν σας ανάγκασε το θύμα", θα του έλεγε κάποιος δικαστής και χαϊδεύοντας κι αυτός το μούσι του θα του επέβαλε ισόβια ποινή.  Πάλι το παιδί του θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα. Συν το κοινωνικό στίγμα. Συν οι αβάσταχτες ενοχές στο κελί, πώς θα άντεχε να ζει με την ιδέα πως αφαίρεσε μια ζωή; Συν τα όσα είχε ακούσει πως γίνονται στις φυλακές...
     "Μπορείς να βγάλεις μια φωτογραφία; Θα ήθελα τόσο να κατέβουμε να παίξουμε χιονοπόλεμο", η νέα του σύντροφος είχε πραγματικά συγκλονιστεί σαν τρίχρονο. Αναγκάστηκε να βγάλει τη φωτογραφία για τα κοινωνικά δίκτυα και να αρνηθεί ευγενικά τον χιονοπόλεμο. Κι ύστερα τους σταμάτησε η Τροχαία. Ο δρόμος ήταν κλειστός. Έπρεπε να βάλουν τις αλυσίδες. Καθυστέρησαν αρκετά γιατί δυσκολεύτηκε. Η καλή του έβγαζε φωτογραφίες και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έλεγε πόσο τέλειο ήταν το χιόνι. Τελικά ο αστυνομικός της Τροχαίας τον λυπήθηκε και τον βοήθησε. Του είπε πως το χωριό ήταν λίγο μετά. Δεν χιόνιζε εκείνη τη στιγμή μα η κακοκαιρία θα συνεχιζόταν. Μπορεί να μην μπορούσαν να φύγουν την επόμενη. Εκείνος κρύωνε πολύ με το ανοιχτό μπουφάν και ήθελε να θαφτεί κάτω από το χιόνι ζωντανός γιατί δεν άντεχε άλλο τη νέα του σύντροφο, τον εαυτό του και αυτό το τσουχτερό κρύο. Μα πάλι σκέφτηκε την κόρη του και αποφάσισε να προσπαθήσει για χάρη της να ζήσει. Του ήταν αβάσταχτο να τη φαντάζεται νεαρή να αποπλανάται από μεσήλικα ή ηλικιωμένο.
     Κι ύστερα κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά άρχισε να παρατηρεί. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο από κοντά. Οι απέναντι κορυφές λευκές, στις πιο ψηλές είχε ομίχλη. Τα δέντρα ήταν όλα καλυμμένα. Λευκό, λευκό, παντού λευκό, ήταν μια εικόνα άγριας, γλυκιάς ερημιάς. Και η ησυχία τόσο βαθιά, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά, από μια άλλη ζωή. Όλοι του έλεγαν πως φοβόταν υπερβολικά πολύ τον θάνατο. Εκείνος απαντούσε πως ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας αφηρημένος και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα μας προσέξει. Δεν θεωρούσε πως του άξιζε να ζει περισσότερο από ό,τι σε όσους φρικτά πεθαίνουν σε πολέμους, ατυχήματα, δολοφονημένοι ή αρρωσταίνοντας. Μα τώρα ήταν εκεί ζωντανός. Και αυτήν την ησυχία, αυτήν την ομορφιά τίποτα δεν μπορούσε να τη χαλάσει. Τα βήματά του στο χιόνι τού θύμισαν κάτι παλιό, ξεχασμένο, μια χαρά που ένιωσε ίσως όταν ήταν παιδί. Άρχισε να περπατάει.
      "Πού πας;", του φώναξε η κοπέλα του. "Έρχομαι σε ένα λεπτό", της είπε και στάθηκε στην άκρη του γκρεμού αγνοώντας την υψοφοβία, που άλλες φορές του έκοβε τα πόδια. Κι εκεί στην άκρη κοιτάζοντας κάτω πήρε μια βαθιά ανάσα. Μέσα στο κρύο που θέριζε, με το ανοιχτό, ολάνοιχτο μπουφάν του. Όταν γύρισε στο αυτοκίνητο, σαν να άκουγε τις φωνές των δαιμόνων του, των κακών του σκέψεων, που είχε ρίξει στον γκρεμό να στριγκλίζουν.

(συνέχεια του διηγήματος "H Επόμενη Στροφή, που γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2012)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

"ΔΥΟ ΚΑΛΑ ΛΟΓΙΑ ΑΛΗΘΙΝΑ", μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό πλησίαζαν τα Χριστούγεννα…

Όλα ήταν στολισμένα, οι δρόμοι, τα σπίτια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα…
Στο σπίτι μιας γιαγιάς, που ζούσε μόνη της, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη φάτνη βρισκόταν ένα προβατάκι.
Ήταν λίγο ανήσυχο. Δεν του άρεσε να περιμένει. Γκρίνιαζε διαρκώς.
«Βαρέθηκα εδώ μέσα! Θέλω να βγω έξω, στους δρόμους! Να δω τον κόσμο, να περπατήσω, να ζήσω περιπέτειες! Όλον τον χρόνο κλεισμένος στο πατάρι και τώρα εδώ κάτω δεν να κάνω τίποτα…»
«Κάνε  λίγη υπομονή, του έλεγε το γαϊδουράκι της φάτνης. Σε λίγες μέρες φτάνει ο Άγιος Βασίλης. Θα περάσει για να μας χαιρετίσει και θα μας πει τα νέα των παιδιών.»
Όμως το προβατάκι δεν είχε υπομονή…
Κι έτσι, μια μέρα πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, όταν η γιαγιά άνοιξε τη μπαλκονόπορτα για να απλώσει τα ρούχα όρμησε έξω!
«Περίμενε, προβατάαακι!», φώναξε το γαϊδουράκι μα ήταν αργά. Το προβατάκι είχε ήδη πηδήξει από το μπαλκόνι και είχε βγει στον δρόμο.
Περπατούσε για ώρες μέχρι που βγήκε σε έναν δρόμο με πολλά μαγαζιά. Ήταν χαρούμενο μα και φοβισμένο. Αυτός ο κόσμος του ήταν ξένος. Άνθρωποι πολλοί περπατούσαν με σακούλες ή και χωρίς.  Περπατούσαν σκεφτικοί ή μελαγχολικοί ή άλλοι ήταν θυμωμένοι και μάλωναν ο ένας με τον άλλον. Του έκανε εντύπωση αυτό. Του είχαν πει πως τα Χριστούγεννα όλοι ήταν αγαπημένοι.
«Δύσκολα τα πράγματα…», άκουσε μια φωνή από δίπλα.
Γύρισε και είδε ένα ποντικάκι που του έκλεισε το μάτι.
«Νόμιζα πως όλοι θα ήταν χαρούμενοι…», είπε το προβατάκι δειλά.
«Κάποιοι είναι, μα λίγοι. Οι περισσότεροι στενοχωριούνται που δεν έχουν όσα θα ήθελαν. Κι άλλοι θυμώνουν με αυτό και μαλώνουν με τους άλλους. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;», είπε το ποντικάκι.
Το προβατάκι κοίταξε απορημένο.
«Ένα μαύρο σύννεφο έχει απλωθεί πάνω από την πόλη…»
Το προβατάκι σήκωσε το κεφάλι. Ένα μαύρο σύννεφο, απειλητικό έκρυβε τα αστέρια.
Γύρω του όλο και περισσότεροι άνθρωποι στενοχωρημένοι, όλο και περισσότερες φωνές, θυμός και άσχημα λόγια.
Ξαφνικά ακούστηκαν καμπανάκια…
Κι ύστερα ένα μεγάλο…
Μπαμ!
Το προβατάκι και το ποντικάκι έτρεξαν προς το μέρος από όπου ακούστηκε ο θόρυβος.
Και τι να δουν! Κάτω από ένα ψηλό δέντρο…
Ήταν ο Άγιος Βασίλης!
Το έλκηθρο ήταν πεσμένο κάτω.
Οι τάρανδοι είχαν λυθεί.
Ο σάκος του είχε ανοίξει και όλα τα δώρα είχαν σπάσει.
«Με αυτό το μαύρο σύννεφο δεν μπορούσα να δω μπροστά μου! Πέσαμε στο ψηλό δέντρο! Καταστροφή! Τα παιδιά δεν θα πάρουν δώρα», έλεγε ο Άγιος Βασίλης και χοροπηδούσε πανικόβλητος.
Το ποντικάκι που ήταν πολύ τολμηρό τον πλησίασε.
«Θα σε βοηθήσουμε εμείς, Άγιε Βασίλη! Πες μας τι θέλεις και θα το κάνουμε!»
«Μα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα… Τα παιχνίδια καταστράφηκαν. Όλα τα παιδιά αύριο θα είναι λυπημένα…»
«Μα είναι πραγματική καταστροφη, είπε το προβατάκι. Δεν φτάνει που τόσοι μεγάλοι είναι λυπημένοι, τώρα θα είναι και τα παιδιά... Το μαύρο σύννεφο θα μας πνίξει όλους!»
«Κάτι θα μπορούμε να κάνουμε, είπε το ποντικάκι αποφασιστικά. Ένα λεπτό! Έχω μια ιδέα!»
«Τι;» είπε ο Άγιος Βασίλης και σταμάτησε να χοροπηδάει.
«Στην αποθήκη που κρύβομαι κρυφοκοίταξα ένα αγόρι, όταν σου έγραφε το γράμμα. Δεν ζήτησε παιχνίδι. Ζήτησε… Κάτι άλλο…»
«Τι;», ρώτησαν ο Άγιος Βασίλης και το προβατάκι ταυτόχρονα.
«Ζήτησε δυο λόγια καλά αληθινά!», είπε το ποντικάκι.
«Το θυμάμαι! Το διάβασα αυτό το γράμμα! Νόμιζα πως ήταν φάρσα και δεν του έδωσα σημασία», είπε ο Άγιος Βασίλης σκεπτικός.
«Δεν ήταν φάρσα. Αυτό το αγόρι είπε πως είχε παιχνίδια και πως από τη ζωή του του λείπουν δυο καλά λόγια αληθινά.»
«Δυο καλά λόγια αληθινά αρκούν για να γεμίσει αστέρια η καρδιά σου», είπε το προβατάκι.
«Τότε πάμε! Πάμε να δώσουμε σε κάθε παιδί δυο καλά λόγια αληθινά!», φώναξε ο Άγιος Βασίλης και έδεσε τους τάρανδους στο έλκηθρο. Ύστερα ανέβηκε χαμογελώντας.
«Πάμε!», είπαν το προβατάκι και το ποντικάκι κι ανέβηκαν κι αυτά στο έλκηθρο με ενθουσιασμό αλλά και αγωνία.
Πήγαν πρώτα στο αγόρι που είχε γράψει το γράμμα.
«Σε περίμενα, Άγιε Βασίλη…», είπε το αγόρι.
«Έχω για σένα δυο καλά λόγια αληθινά», είπε ο Άγιος Βασίλης και του ψιθύρισε στο αυτί τα λόγια αυτά.
Στο άκουσμά τους η καρδιά του παιδιού γέμισε με αστέρια.
«Τα χρειαζόμουν! Κάθε παιδί τα χρειάζεται. Οι μεγάλοι μερικές φορές μέσα στις τόσες έγνοιες τα ξεχνούν», είπε το παιδί και αγκάλιασε τον Άγιο Βασίλη.
«Λες να αρέσουν και στα άλλα παιδιά; Δεν έχω παιχνίδια να τους δώσω», ρώτησε με αγωνία ο Άγιος Βασίλης.
«Στην αρχή μπορεί να απογοητευτούν όταν δεν δουν παιχνίδι. Μα όταν ακούσουν δυο καλά λόγια αληθινά, θα γεμίσει με αστέρια η καρδιά τους…»
«Σε ευχαριστώ, μικρέ μου φίλε, είπε ο Άγιος Βασίλης. Νομίζω πως έσωσες τις φετινές γιορτές με το γράμμα σου!»
Το αγόρι είχε δίκιο. Στις επόμενες επισκέψεις του Άγιου Βασίλη τα παιδιά απογοητεύονταν όταν τον έβλεπαν χωρίς σάκο. Όταν όμως τους ψιθύριζε τα λόγια που έβγαιναν από τη ζεστή καρδιά του, χαμογελούσαν γλυκά, σαν μαγεμένα. Για κάποια ήταν εμπειρία πρωτόγνωρη.
Ο Άγιος Βασίλης, το ποντικάκι και το προβατάκι της φάτνης επισκέφθηκαν όλα τα σπίτια. Οι καρδιές όλων των παιδιών της πόλης γέμισαν αστέρια.
Το επόμενο πρωί οι γονείς τους τα ρώτησαν τι έφερε ο Άγιος Βασίλης. Κι εκείνα τους απάντησαν με δυο καλά λόγια αληθινά. Και γέμισαν αστέρια και οι καρδιές των γονιών τους. Κι ύστερα οι γονείς βγήκαν έξω και είπαν δυο καλά λόγια αληθινά στους γείτονες. Κι εκείνοι στους φίλους τους και στους συγγενείς τους. Και έτσι λίγο-λίγο οι καρδιές όλων γέμιζαν αστέρια. Και το μαύρο σύννεφο άρχισε να διαλύεται καθώς τα αστέρια απλώνονταν σε όλη τη πόλη. Ήταν αστέρια, όχι σαν αυτά που βγαίνουν τη νύχτα. Αστέρια αόρατα και μαγικά, που φωλιάζουν μέσα μας και μας δίνουν δύναμη για να συνεχίζουμε.
Ο Άγιος Βασίλης επέστρεψε ευχαριστημένος στη χώρα του, το ποντικάκι στην αποθήκη και το προβατάκι της φάτνης στο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά ήταν αλλαγμένη. Τα μάτια της έλαμπαν και χαμογελούσε. Ο ταχυδρόμος που πέρασε το πρωί της είπε κι εκείνης δυο καλά λόγια αληθινά…


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

O άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα

Κάποτε γνώρισα κάποιον που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα. Δεν κατάφερα να καταλάβω την ηλικία του. Το πρόσωπό του ήταν παιδικό, το βλέμμα του βαθύ, θύμιζε άνθρωπο βαθιά ώριμο. Εγώ ήμουν ένας άντρας συνηθισμένος, με έγνοιες καθημερινές, είχα μάθει να ζω τη ζωή μου ήρεμα, να χαίρομαι με τις μικρές χαρές της, να μην απελπίζομαι στα δύσκολα. Να προχωρώ με αξιοπρέπεια στη ζωή και διακριτικά. Σαν να μην ήθελα να με αγγίζουν πολύ οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, τα όσα συναντούσα. Εκείνο το πρωινό έκανα τον καθημερινό μου περίπατο στο λιμάνι. Κοίταξα για λίγο τα πλοία, με κοίταξαν αμίλητα και γύρισα μπροστά το κεφάλι. Ο άνθρωπος που σας περιγράφω ήταν καθισμένος στην άκρη του λιμανιού, σκεπτικός. Μου αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους και του έπιασα κουβέντα. Μου μίλησε φιλικά μα για να σας πω την αλήθεια δεν πολυκατάλαβα ποιος ήταν και τι ήθελε στην πόλη μου, σε αυτό το λιμάνι, ίσως και σε αυτή τη ζωή.
Μου είπε πως είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα και γέλασα.
"Οι θάλασσες είναι για να τις βλέπουμε, για να μας ταξιδεύουν", του είπα κάπως καχύποπτα.
"Αυτό που έχω μέσα μου πρέπει να είναι θάλασσα", είπε και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
"Πώς είναι δηλαδή αυτό που έχεις μέσα σου;", ρώτησα σοβαρά κι εγώ.
"Περίεργο...Κάτι περίεργο...", είπε δειλά κάπως.
"Μα ο κόσμος είναι γεμάτος περίεργα, νέε μου", του είπα και μου έριξε βλέμμα σαν να το ήξερε ήδη.
"Μερικές φορές είναι όλα παγωμένα. Σιωπηλά."
"Πρέπει να μπορούμε να αντέχουμε κάθε σιωπή μας", του είπα εγώ που με τη σιωπή μου είχα μάθει να  ζω.
"Άλλες φορές νιώθω μέσα μου ταξίδια."
"Μα είναι ταξίδι η ζωή όπου κι αν είσαι."
"Και μερικές φορές η θάλασσα πιάνει φωτιά", το βλέμμα του ήταν τώρα τρομαγμένο.
"Τότε δεν θα είναι θάλασσα", του είπα εγώ κοφτά.
"Πρέπει να είναι θάλασσα", είπε ξανά.
"Καθένας έχει μια ιδέα για τα όσα νιώθει. Μα μερικές φορές πλανεύεται", απάντησα και ένιωσα πραγματικά πολύ σοφός.
"Κάθε φορά που προσπαθώ αυτό που έχω μέσα μου να βγάλω, χάνεται στα χέρια μου σαν νερό. Τι να'ναι αλλιώς;"
Δεν είπα τίποτα. Κάτι στον τόνο της φωνής του με είχε αγγίξει.
"Και είναι αστείρευτο και αχανές", συνέχισε μα πια δεν με κοιτούσε.
"Θα νιώθεις τόσο άσχημα", του είπα συμπονετικά.
"Συνήθισα", είπε χαμογελώντας.
"Τι ονειρεύεσαι;", ρώτησα γιατί έδινα μεγάλη σημασία στα όνειρα των ανθρώπων.
"Καμιά φορά εύχομαι να βγει, να αδειάσει...", είπε θλιμμένα.
Δεν μίλησα. Εμένα οι ευχές μου ήταν ευχές για όσα ήταν απτά. Δεν καταλάβαινα αυτόν τον άνθρωπο κι όμως ήθελα να πιάσω τον ώμο του.
"Ξέρεις, είναι δύσκολο να ζω με κάτι σαν θάλασσα μέσα μου. Μα και χωρίς αυτό ίσως να μην άντεχα να ζω", χαμογέλασε γλυκά κι επίμονα.
"Πότε την ένιωσες πρώτη φορά αυτή τη θάλασσα... Ή ό,τι άλλο είναι αυτό που κουβαλάς", ρώτησα και σηκώθηκα να φύγω. Οι έγνοιες μου οι καθημερινές με φώναζαν κι εγώ άλλωστε ήμουν ένας άνθρωπος που του άρεσε να σκέφτεται λογικά. Πώς παρασύρθηκα έτσι σε λόγια τέτοια;
"Όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, ίσως τότε. Όταν σκαρφίστηκα για πρώτη φορά έναν στίχο. Τώρα πια δεν τον θυμάμαι, κύλησε σαν το νερό και χάθηκε μαζί με όλους τους άλλους..."
"Πρέπει να φύγω, φίλε μου, είπα στοργικά σαν πατέρας. Κι εσύ, μην κοιτάζεις άλλο τα πλοία..."
Μου χαμογέλασε πάλι και συνέχισε να κοιτάζει τα πλοία.
Ακόμη δεν ξέρω γιατί τον αποχαιρέτισα με αυτά τα λόγια. Ίσως ήθελα να του πω να τολμήσει να δει μέσα του ό,τι είχε κι έτσι θα λυτρωνόταν. Ίσως μου θύμισε λίγο τον εαυτό μου. Μα εγώ είμαι άνθρωπος λογικός, ξέρετε, και οι έγνοιες μου καθημερινές και τα όνειρά μου είναι για όσα είναι απτά. Αξιοπρεπής με διακριτικότητα, σαν να μην αντέχω πολύ να με αγγίζει η ζωή και πάνω από όλα εγώ ποτέ μου δεν σκαρφίστηκα στίχους αν και με πάθος διάβαζα όταν ήμουν νέος. 
Παράξενος αυτός ο άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα κι ακόμη πιο παράξενη η συνάντησή μας και τώρα δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. Ναι, ίσως κάποτε να κοιτούσα κι εγώ τα πλοία σαν κάτι να περίμενα. Ίσως κάποτε, όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, σκαρφίστηκα έναν στίχο, ίσως να έγραψα και ποιήμα ολόκληρο. 'Εσκισα το χαρτί ή το έκαψα κι έκανα σαν να μην έγινε τίποτα, συνέχισα τη ζωή μου. 
Ναι, ίσως να είχα κάποτε κι εγώ κάτι σαν θάλασσα μέσα μου.
Αχανές, ορμητικό, ενοχλητικό, ανικανοποίητο.  
Μάλλον το κοίμησα. 
Το ξέχασα και με ξέχασε και απορώ τώρα πως μπλέχτηκα σε σκέψεις και αναμνήσεις τέτοιες.
Μάλλον καλύτερα, φίλοι μου, που σταμάτησα να κοιτάζω τα πλοία. 
Ειλικρινά για έναν στίχο, δεν ξέρω αν αξίζει να ταλαιπωρείσαι έτσι...


Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Ο ΜΟΤΣΑΡΤ ΕΠΑΙΖΕ ΠΙΑΝΟ ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Η κυρία Μ. γύρισε στο σπίτι της. Στα χέρια της βάραιναν οι σακούλες του σούπερ μάρκετ. Την έλεγαν κυρία Μ. ή κυρία Σ. ή κυρία Π, δεν έχει τόση σημασία. Οι σακούλες θα μπορούσαν να είναι από οποιοδήποτε σούπερ μάρκετ. Αυτή η πληθώρα είναι μερικές φορές βαρετή. Όλα τόσα πολλά κι όλα ίδια. Η κυρία, ας την πούμε κυρία Μ, γύρισε λοιπόν στο σπίτι της. Ήταν απόγευμα. Ήταν κουρασμένη. Η δουλειά της, δουλειά γραφείου, δεν έχει και τόση σημασία να πούμε τι δουλειά ακριβώς. Όλες αυτές οι δουλειές γραφείου μερικές φορές φαντάζουν τόσο ίδιες. Χαρτιά και υπολογιστές, τηλέφωνα και εκνευρισμένοι συνάδελφοι ή απαιτητικοί πελάτες. Και αυτή η αίσθηση πως η ζωή σου δεν σου ανήκει, πως η μέρα σου χάνεται και κάτι σου κλέβουν. Κάτι πολύτιμο, κάτι σημαντικό, κάτι που δεν θα βρεις ποτέ ξανά. Αυτήν την αίσθηση είχε ακριβώς η κα Μ. εκείνη την ημέρα. Πως κάτι της στερούσαν. Μη νομίζετε πως το συνειδητοποιούσε ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι δεν συνηθίζουν να συνειδητοποιούν. Μόνο μια αδιόρατη αίσθηση τους κυνηγά σαν σκιά κι ύστερα δρουν χωρίς να σκέφτονται. Έτσι και η κυρία Μ. Μπήκε μέσα στο σπίτι, άφησε τις σακούλες κάτω κι όταν ένιωσε μια σουβλιά στη μέση της φώναξε.
"Ήρθα! Γιατί το σπίτι είναι άνω κάτω;". Μια κοπέλα, η κοπέλα που πρόσεχε το παιδί της έτρεξε να συμμαζέψει ένα επιτραπέζιο παιχνίδι από το πάτωμα. Στην προσπάθειά της να κάνει γρήγορα σκόνταψε και παρά λίγο να πέσει. Η κυρία Μ. εκνευρίστηκε με την άτσαλη κίνηση αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν τόσο, μα τόσο κουρασμένη.
Ο γιος της κυρίας Μ. βγήκε από το δωμάτιό του. Έτρεξε να την αγκαλιάσει. Ήταν πέντε χρόνων. Εκείνη βούλιαζε, βούλιαζε σε αυτήν την απαίσια, ακατονόμαστη αίσθηση. Η αγκαλιά του παιδιού ήταν σαν νερό που πέρασε από ανοιχτή παλάμη.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;", ρώτησε η κυρία Μ. το παιδί.
Το παιδί άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα για τη μέρα του στο νηπιαγωγείο. Η κυρία Μ. επέμεινε.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;"
Το παιδί αγνοούσε την ερώτηση και μιλούσε για τα παιχνίδια που έπαιξαν και τους δυο φίλους του που μάλωσαν γιατί ο ένας πήρε το μολύβι του άλλου.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;"
Το παιδί σταμάτησε να μιλάει και πήγε στην κοπέλα που το πρόσεχε. Σαν να ζητούσε προστασία, εκείνη όμως ήταν φοβισμένη από την κακή διάθεση της κυρίας Μ. και δεν του έδωσε σημασία.
"Ίσως να προσπαθήσετε λίγο κι εδώ..."
"Μα όταν γυρίζει από το νηπιαγωγείο θέλει να παίζει", είπε η κοπέλα με ξεψυχισμένη φωνή κι έκανε ένα βήμα πίσω.
"Να του το μάθεις παίζοντας! Δημιουργικά! Βρες τρόπο. Παιδαγωγός είσαι."
"Μάλιστα...", είπε η κοπέλα και κοίταξε το παιδί. Δεν ξέρουμε ποιος ήταν πιο τρομαγμένος.
"Και με το πιάνο τι έγινε;"
Το παιδί άρχισε να βήχει. Ύστερα άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι.
"Πρόσεχε!", φώναξε η κυρία Μ.
Το παιδί αγνόησε τη φωνή. Πήρε δύο μαξιλάρια και άρχισε να τα κουνάει. Ένα βάζο πάνω στο τραπέζι με κίτρινα τριαντάφυλλα παρασύρθηκε στη δίνη του παιδιού κι έπεσε κάτω.
"Έσπασε το βάζο!", φώναξε η κυρία Μ. Άρχισε να νιώθει απελπισία. Οι σουβλιές στη μέση της έρχονταν τώρα ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι σακούλες ήταν κάτω, δεν ήθελε να τις αδειάσει. Τα σπασμένα γυαλιά της έφεραν δάκρυα στα μάτια.
"Μην πατάς εκεί!", φώναξε πάλι. Το παιδί την αγνόησε. Λίγο μετά φώναξε κι αυτό. Η κάλτσα του μάτωσε. 
"Εσύ τι κοιτάς και δεν βοηθάς;", φώναξε η κυρία Μ. αυτή τη φορά στην κοπέλα. 
"Ναι...πού έχετε σκούπα;", ρώτησε αυτή ξεψυχισμένα. Με την άκρη του ματιού της κοίταξε το ρολόι της. Το ωράριό της είχε τελειώσει εδώ και 45 λεπτά.
"Άσε! Θα πάω εγώ. Κράτα τον μακριά από τα γυαλιά", είπε η κυρία Μ. και η φωνή της έκοβε σαν γυαλί.
Η κοπέλα χάιδεψε το κεφάλι του παιδιού. Το παιδί πονούσε αλλά ευτυχώς δεν είχε κοπεί πολύ.
Η κα Μ. ήρθε λίγο μετά με τη σκούπα κι ένα φαράσι.
"Μπορείς να μαζέψεις τα γυαλιά; Πονάει πολύ η μέση μου..."
Η κοπέλα υπάκουσε. Ο θυμός της, αυτός ο θυμός των ανθρώπων που φοβούνται πολύ τους άλλους, έγινε ένας φρικτός πονοκέφαλος.
"Δεν μου είπες τι έγινε με το πιάνο...", είπε η κυρία Μ. στην κοπέλα.
Το παιδί άρχισε να κλαίει.
"Ηρέμησε, αγάπη μου, δεν είναι τίποτα. Πάω να σου φέρω ιώδιο. Βγάλε την κάλτσα σου", είπε η κα Μ. και έφυγε. Λίγα λεπτά αργότερα γύρισε με βαμβάκι, ιώδιο κι ένα χανσαπλαστ. 
"Πέτα και την κάλτσα", είπε στην κοπέλα, που πήγε να αδειάσει το φαράσι στα σκουπίδια αλλά εκείνη δεν την άκουσε.
"Δεν μου είπες τι έγινε με το πιάνο!", φώναξε η κυρία Μ. για να την ακούσει η κοπέλα στην κουζίνα.
Η κοπέλα βγήκε από την κουζίνα χλωμή. Άρχισε να μαζεύει τα κίτρινα τριαντάφυλλα. Τα αγκάθια τρυπούσαν τα δάχτυλά της αλλά αυτό ήταν κάτι αμελητέο.
"Μα πες μου, έμαθε κανένα τραγούδι στο πιάνο;"
"Όχι", είπε η κοπέλα.
Το αγόρι πήρε το επιτραπέζιο. Έριξε τα περιεχόμενά του στο πάτωμα κι ύστερα πήγε και τράβηξε τη μπλούζα της μητέρας του.
"Έλα να παίξουμε, μαμά!"
"Όχι τώρα, αγάπη μου. Δεν βλέπεις ότι συζητάω;"
"Δεν έμαθε κανένα τραγούδι. Λυπάμαι", είπε η κοπέλα.
"Ξέρεις, διάβαζα για τον Μότσαρτ τις προάλλες. Εσύ θα ξέρεις σίγουρα μιας και έχεις σπουδάσει πιάνο. Έπαιζε πιάνο τριών χρόνων."
"Ναι, στα οκτώ του χρόνια συνέθετε..."
"Ο μικρός αγαπά πολύ τη μουσική. Το ξέρω ότι μπορεί να παίξει πιάνο. Το έχει μέσα του. Έχει πολύ ρυθμό αυτό το παιδί..."
"Πάντως δεν θέλει να του μάθω τραγούδι..."
"Μαμά, έλα να παίξουμε!", τσίριξε ο μικρός.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Ο σύζυγός της κυρίας Μ. μπήκε μέσα. Επέστρεψε από τη δουλειά του. Ελεύθερος επαγγελματίας εκείνος. Με πολλούς στόχους. Ελπίδες για ανέλιξη. Με όνειρα για κέρδη. Με ιδιαίτερη αγάπη για το χρήμα. "Δύσκολοι καιροί αλλά με δουλειά, πολλή δουλειά, θα τα καταφέρουμε", έλεγε στην κυρία Μ., όταν του παραπονιόταν πως δεν διέθετε χρόνο στην οικογένεια. Ο σύζυγος της κυρίας Μ. κοίταξε εκνευρισμένος τα νερά στο πάτωμα, τις γεμάτες σακούλες και την κοπέλα, που δεν είχε φύγει ακόμη, ενώ είχε καταστήσει σαφές πως όταν γύριζε στο σπίτι του δεν την ήθελε στα πόδια του.
"Μπαμπά!", έτρεξε το παιδί προς το μέρος του.
Εκείνος το αγκάλιασε. Είχε δύσκολη μέρα. Όλα τον τελευταίο καιρό έδειχνε πως πια δεν ήταν στόχος τα μεγάλα κέρδη που ονειρευόταν αλλά το να καταφέρει να συντηρήσει την εταιρεία του. Στο μυαλό του ένα μόνιμο μαύρο σύννεφο. Η αγκαλιά του παιδιού έφυγε γρήγορα, όπως οι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα.
Η κυρία Μ. είδε το συννεφιασμένο πρόσωπο του άντρα της. Το βλέμμα του σιγά-σιγά αγρίευε. Έτσι αγρίευε κάθε φορά που γύριζε πεινασμένός και το φαγητό δεν ήταν έτοιμο στο τραπέζι.
"Πήγαινε καλή μου... Τα λέμε αύριο. Και όπως είπαμε, προσπάθησε να του μάθεις ένα τραγούδι στο πιάνο. Ο Μότσαρτ δηλαδή τόσο καλύτερος ήταν;", είπε η κυρία Μ. και άρχισε να γελάει μόνη της με το αστείο της. Η κοπέλα βιαστικά πήρε το μπουφάν και την τσάντα της. Ήθελε να αποχαιρετίσει το παιδί μα δεν τόλμησε. Έφυγε ψαχουλεύοντας τα τσιγάρα στην τσάντα της, ονειρευόταν εδώ και ώρα τη στιγμή που θα κάπνιζε μακριά από τη κα Μ.
"Αυτό το πιάνο που έπιασε όλο το σαλόνι θα το πετάξω!", είπε ο σύζυγος της κυρίας Μ. κι ύστερα σκέφτηκε πως αν το πουλούσε θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα σε διαφήμιση για την εταιρεία του.
"Μπαμπά, να σου πω τι κάναμε σήμερα στο νηπιαγωγείο;"
"Είμαι πολύ κουρασμένος, αγόρι μου. Πήγαινε στο δωμάτιό σου να παίξεις και θα έρθω μετά", είπε ο σύζυγος της κυρίας Μ.
"Μα έτσι λες και δεν έρχεσαι ποτέ!", διαμαρτυρήθηκε το παιδί.
"Πήγαινε!", του φώναξε η κυρία Μ. και ύστερα πήγε να φέρει τη σφουγγαρίστρα για να μαζέψει τα νερά από το σπασμένο βάζο.
Το παιδί πήρε το επιτραπέζιο παιχνίδι και πήγε στο δωμάτιό του κλείνοντας δυνατά την πόρτα.
"Αυτές οι σακούλες γιατί είναι στο πάτωμα; Μόνες τους θα αδειάσουν; Κι αυτή η ματωμένη κάλτσα τι κάνει εδώ πέρα;", φώναξε ο σύζυγος της κυρίας Μ.
Ύστερα μάλωσαν πάνω από τις σακούλες, καθένας τους υποστηρίζοντας πως ο άλλος δεν καταλαβαίνει τι περνάει. Το παιδί έπαιξε μόνο του στο δωμάτιό του με το επιτραπέζιο που ήταν για άνω των δύο παικτών. Ο σύζυγος της κυρίας Μ. μετά αποσύρθηκε στο γραφείο του. Η κυρία Μ. έπλυνε τα πιάτα. Την πονούσε τόσο πολύ η μέση της. Ύστερα βοήθησε το παιδί της να κάνει μπάνιο και μετά να φορέσει τις πιτζάμες του. Του έδωσε το γάλα του και το έβαλε για ύπνο. Το φίλησε για καληνύχτα, μπορεί και όχι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το βράδυ, όταν έκανε κι εκείνη ένα καυτό ντους προσπαθώντας να καθαρίσει από πάνω της μια ακόμη τιποτένια μέρα.
Την ώρα που ο μικρός κοιμόταν βαθιά μέσα σε ένα υπέροχα διακοσμημένο παιδικό δωμάτιο και ο άντρας της διάβαζε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες για την παγκόσμια οικονομία, η κυρία Μ. είπε να χαρίσει στον εαυτό της μια στιγμή χαλάρωσης. Είχε διαβάσει πως επιβάλλεται οι εργαζόμενες μαμάδες να έχουν λίγο χρόνο για τον εαυτό τους. Έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε στον καναπέ. Στο στερεοφωνικό έπαιζε Μότσαρτ. 
Η κυρία Μ. κοιτούσε το μεγάλο πιάνο και ονειρευόταν πως το παιδί της αύριο θα μάθαινε ένα τραγούδι. Ναι, αυτό ήταν κάτι που θα την έκανε ευτυχισμένη. Ναι, για τέτοιες όμορφες στιγμές αξίζουν όλες οι ταλαιπωρίες που περνάει μια μητέρα και σύζυγος.
Στην κουζίνα είχε ξεχάσει να αδειάσει μία σακούλα. Στη σακούλα ήταν το πρωινό γάλα του παιδιού. Το επόμενο πρωί θα φώναζε πανικόβλητη, όταν συνειδητοποιούσε πως το γάλα είχε χαλάσει. Μα τώρα οι νότες του Μότσαρτ χόρευαν στο σαλόνι, τα όνειρά της χόρευαν, η μέση της πονούσε κι αυτή η αδιόρατη αίσθηση πως κάτι της έκλεβαν μεγάλωνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Σαν σκιά που σε ακολουθεί κι όταν ξαφνικά τη βλέπεις, είναι τρομακτική και είναι πολύ αργά.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ

Ο άνθρωπος κρατούσε σφιχτά τις μαριονέτες
Τα προβλήματα όλων, ο κόσμος
Ήταν για εκείνον απλώς
Κουκλοθέατρο
Νόμιζε ο δυστυχής πως μπορούσε
Να ελέγχει, να σώζει
Να καταστρέφει, να καθορίζει
Απλώς κουνώντας
Λεπτά, λεπτά σκοινιά
Όλο βάρος

Πέρασαν χρόνια και βρέθηκε κάποια στιγμή
Πολύ μπλεγμένος
Τα σκοινιά των άλλων τον έπνιγαν
Το πιο λυπηρό
Δεν επηρέαζε τίποτα
Και κανέναν
Δεν μπορούσε να σώσει
Ή το ευτυχές
Ούτε κανέναν να καταστρέψει

Πνιγόταν όμως
Και ήταν σχεδόν
Ακινητοποιημένος
Είχε ξεχάσει ολότελα
Τη δική του αληθινή ζωή
Κι αν είχε χάσει τον εαυτό του;

Για να μη ζει άλλο ανάμεσα
Σε ξένα σκοινιά
Και μάταια να προσπαθεί
Να αλλάξει τα όσα δεν μπορούσε
Αποφασιστικά έκοψε
Τα σκοινιά με τα δόντια του
Τα χέρια του ήταν πληγωμένα
Μα μπορούσε επιτέλους
Ελεύθερα να τα κινεί
Δεν είχαν βάρος

Οι μαριονέτες ανάσαναν
Και πήραν ξαφνικά ζωή
Άρχισαν να μεγαλώνουν
Οι άλλοι άρχισαν τώρα πια να ζουν
Απαλλαγμένοι από την αφόρητη
Πίεσή του
Μεγάλωσαν κι έγιναν άνθρωποι
Με σάρκα και οστά
Κυρίως με ευθύνη
Δικαίωμα επιλογής
Ελευθερία

Κι ο άνθρωπος τους έβλεπε
Να μεγαλώνουν και να φεύγουν
Και με τα πληγωμένα χέρια του
Τους χαιρετούσε

Ανάλαφρος
Χαμογελαστός
Με την ευθύνη τώρα πια
Μόνο του εαυτού του

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Μέσα Στο Φθινόπωρο

Περπάτησε πάλι μέσα στο φθινόπωρο
Κοιτάζοντας ένα φύλλο που έπεφτε θυμήθηκε
Πως έτσι πάντα κάπως ξεκινούσε
Με ορμή, ενίοτε θλίψη
Στο φθινόπωρο αρέσει πάντα η θλίψη
Ταιριάζει με το κιτρινωπό του χρώμα
Και με τον αέρα που σηκώνει σκόνη
Σκόνη κι ύστερα τίποτα
Μα είναι κι η θλίψη των ποιητών
Κάτι αγαπημένο

Τη ντύνουν με λέξεις, την περιποιούνται
Ύστερα τη συνηθίζουν τόσο
Θέλουν να την κρατούν στο χέρι τους μονίμως
Όπως ένα μικρό κορίτσι μια κούκλα αγαπημένη
Μερικές φορές της γελούν
Και προσπαθούν να την κάνουν να γελάσει
Μα είναι όντως σαν την κούκλα άψυχη
Αυτή η θλίψη των ποιητών
Στον χρόνο παγωμένη
Ένα πρώτο, πρώτο καταφύγιο

Καλύτερα όμως να μεγαλώνεις
Να σταματάς να σέρνεις
Όσα μπορείς έτσι απλά να αφήνεις πίσω
Τα παιδικά παιχνίδια να θυμάσαι
Μόνο όταν εκείνα σου γελούν
Το κίτρινο φθινόπωρο ίσως θα μπορούσε
Να γελάει συχνότερα αν με δύναμη πετούσε
Τα φύλλα του με τρόπο που χορεύουν
Οι ποιητές θα μπορούσαν να γελάνε συχνότερα
Αν απεγκλωβίζονταν από τον ίδιο τον εαυτό τους

Όπως και να'χει εκείνος τώρα προχωρούσε
Μέσα στο φθινόπωρο, μέσα στα φύλλα
Και ναι, και τότε κάπως έτσι ξεκινούσε
Με ορμή, πάντα ορμή -λίγο θλιμμένη



Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΜΕΛΩΔΙΑ, μια ιστορία για την αποτυχία

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε μια κιθάρα στο σπίτι μιας οικογένειας. Ο άντρας του σπιτιού είχε κληρονομήσει αρκετά μουσικά όργανα από τον πατέρα του και τα είχε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Ένα πιάνο, τύμπανα και μια φλογέρα που κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκε εκεί ήταν μαζί με την κιθάρα. Όμως από τότε που πέθανε ο παππούς της οικογένειας δεν χρησιμοποιούνταν. Ο πατέρας ήταν πολύ απασχολημένος με τη ζωή του, με τη δουλειά του, με τις οικογενειακές υποχρεώσεις και επίσης δεν του άρεσε πολύ η μουσική. Το δωμάτιο με τα μουσικά όργανα είχε γίνει αποθήκη. Ανάμεσα σε παλιά παπούτσια και σπασμένα ράφια το Πιάνο, η Κιθάρα, τα Τύμπανα και η Φλογέρα γέμιζαν σκόνη.
 Το Πιάνο δυσκολευόταν πιο πολύ από όλους με αυτήν την κατάσταση. Κάθε μέρα βαρυγκωμούσε. 
«Μα είναι δυνατόν εγώ, το πιο αριστοκρατικό από όλα τα όργανα, να είμαι θαμμένο σε αυτό το παλιοδωμάτιο που μυρίζει άσχημα;»
Η Φλογέρα γελούσε.
«Θα προτιμούσες να είσαι σε κανένα παλάτι, αριστοκράτη; Τι να κάνουμε, εδώ σε έφερε η ζωή…»
«Σκάσε, αγενές πνευστό!», έλεγε το Πιάνο και μυξόκλαιγε.
Τα Τύμπανα ήταν κάπως αδιάφορα στην όλη κατάσταση. Ίσως επειδή τα παιδιά του σπιτιού έμπαιναν μερικές φορές κρυφά στο δωμάτιο και έπαιζαν λίγο με αυτά.  Η Κιθάρα τούς παρατηρούσε όλους με ενδιαφέρον και ούτε κι αυτή πολυμιλούσε. Ονειρευόταν κάποιος να την κρατήσει στα χέρια του και να γράψει ένα τραγούδι.
Μια μέρα άκουσαν συζητήσεις από το σαλόνι. Ο άντρας και η γυναίκα που ζούσαν στο σπίτι ανέφεραν τα ονόματά τους. Η Φλογέρα χοροπηδώντας βρέθηκε στην άκρη της πόρτας για να ακούσει τι έλεγαν.
«Δεν έχει νόημα να τα κρατάμε έτσι κι αλλιώς. Εμείς δεν ξέρουμε μουσική, τα παιδιά δεν ξέρουν μουσική…», είπε η μητέρα.
«Μα είναι ό,τι έχω από τον πατέρα μου…», είπε ο πατέρας.
«Δυστυχώς! Αν σου είχε αφήσει και τίποτα άλλο ίσως να μην χρειαζόταν να τα πουλήσουμε!», είπε η μητέρα με εκνευριστικά σίγουρη φωνή.
«Ας κάνουμε λίγη υπομονή. Κάποια άλλη λύση θα βρούμε.»
Η μητέρα δεν υποχωρούσε. Τα οικονομικά της οικογένειας ήταν σε άσχημη κατάσταση. Χρειάζονταν οπωσδήποτε χρήματα. Θα πουλούσαν τα μουσικά όργανα. Η Φλογέρα είπε στα άλλα μουσικά όργανα τι άκουσε.
«Τι καταστροφή!», τσίριξε το πιάνο.
«Νόμιζα πως θα χαιρόσουν. Θα βγεις από αυτή τη βρωμερή αποθήκη… Εμένα όμως μου άρεσε εδώ και δεν θέλω να φύγω…», είπε η Φλογέρα που για πρώτη φορά έχανε τη διάθεσή της για αστεία.
Τα Τύμπανα πάλι σιώπησαν, όμως, το βλέμμα τους είχε σκοτεινιάσει.
Η Κιθάρα μίλησε με πρωτόγνωρο θάρρος.
 «Πρέπει να τους δείξουμε πως έχουμε ακόμη αξία! Ας παίξουμε μουσική μόνα μας!»
«Καλή ιδέα!», είπε το Πιάνο και κορδώθηκε. Τα πλήκτρα του άρχισαν να παίζουν. Όμως ήταν ξεκούρδιστο…
Η Φλογέρα τσίριξε αλλά και ο δικός της ήχος ήταν σαν χαλασμένος.
Τα Τύμπανα έκαναν ένα δυνατό νταπ ντουπ αλλά είχαν χάσει τον ρυθμό τους παρά το περιστασιακό παιχνίδι των παιδιών του σπιτιού.
Και η Κιθάρα ήταν ξεκούρδιστη…
Τους έπιασε όλους απελπισία. Ένιωθαν τόσο αποτυχημένοι. Δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό για το οποίο προορίζονταν. Αυτό για το οποίο είχαν φτιαχτεί. Αυτό το οποίο περίμεναν οι άλλοι από αυτούς. Μα τότε γιατί να ζουν; Γιατί να υπάρχουν; Καλύτερα να τους πετούσαν στα σκουπίδια! Δεν τους άξιζε η ζωή αφού δεν μπορούσαν να εκπληρώσουν τον σκοπό τους. Ήταν αληθινά λυπημένοι και απελπισμένοι.
Τα τέσσερα μουσικά όργανα δακρυσμένα άρχισαν να παίζουν μουσική. Η μουσική ήταν μελαγχολική μα τόσο, τόσο υπέροχη! Πλημμύρισε το σπίτι, τον δρόμο, την πόλη. Όλοι οι περαστικοί γύριζαν το κεφάλι αναζητώντας την προέλευσή της.
Οι γονείς του σπιτιού σταμάτησαν τη συζήτηση και όρμησαν στο δωμάτιο. Τα παιδιά άρχισαν να χοροπηδούν βλέποντας τα πλήκτρα του πιάνου να χορεύουν και τη φλογέρα να λικνίζεται σε έναν ρυθμό μοναδικό. Τα τύμπανα και η κιθάρα συνόδευαν τους φίλους τους. Περαστικοί άρχισαν να χτυπούν την πόρτα και να μπαίνουν στο σπίτι σαν υπνωτισμένοι.
«Δεν θα πουλήσουμε τα μουσικά όργανα του πατέρα μου!», είπε ο άντρας στη γυναίκα του κι εκείνη συμφώνησε μαγεμένη ακόμη από τη μουσική. Ύστερα από λίγο η μουσική σταμάτησε και όλα συνέχισαν όπως πριν. Το ζευγάρι επέστρεψε στις δουλειές του σπιτιού, τα παιδιά διάβαζαν για το σχολείο και οι περαστικοί πήγαν στα δικά τους σπίτια τους για να κοιμηθούν.
«Μα ήμουν υπέροχο!», είπε το Πιάνο τρομερά περήφανο για τον εαυτό του.
«Αριστοκράτη, ειλικρινά δεν το περίμενα να τα καταφέρουμε έτσι! Σε παλάτι να ήσουν δεν θα έπαιζες καλύτερα. Κι εγώ στα χέρια ενός βοσκού λιγότερο μαγευτική μουσική θα έβγαζα.»
«Γκουχου γκουχου», έκαναν τα λιγομίλητα Τύμπανα.
«Και τα Τύμπανα και η Κιθάρα δεν πήγαν πίσω! Συγχαρητήρια σε όλους μας! Εξασφαλίσαμε τη διαμονή μας στη βρωμοαποθήκη!», είπε η Φλογέρα.
«Αν καθάριζαν και λίγο το δωμάτιο δεν θα ήταν άσχημα. Αυτή η σκόνη μού προκαλεί άσθμα», είπε το Πιάνο βρίσκοντας πάλι το παλιό του παράπονο.
«Θα γίνει κι αυτό, φώναξε η Κιθάρα. Αν παίζουμε έτσι κάθε μέρα, θα σωθούμε από τη σκόνη, είναι σίγουρο.»
«Μα πώς τα καταφέραμε αλήθεια;», αναρωτήθηκε η Φλογέρα.
«Ψιτ… Κανείς σας δεν κατάλαβε τι έγινε;», ακούστηκε μια ανδρική βραχνή φωνή από μια κούτα.
Η Φλογέρα χοροπηδώντας πήγε πάνω στην κούτα. Άρχισε να πετάει πράγματα μέχρι να βρεθεί ο ομιλητής. Ήταν ένα κάδρο με μια φωτογραφία του παππού, του παλιού ιδιοκτήτη των μουσικών αυτών οργάνων. Όταν είδαν το κάδρο έτσι ζωντανεμένο τα μουσικά όργανα χάρηκαν τρομερά. Τους είχε λείψει αυτός ο τόσο καλός άνθρωπος. Τα χέρια του τα χάιδευαν κι εκείνα τραγουδούσαν κάποτε, παλιά, πολύ παλιά.
«Μα ήμασταν καταδικασμένοι… Ήμασταν αποτυχημένοι. Ξεκούρδιστοι, και ξεχαρβαλωμένοι και σκονισμένοι, είπε η Κιθάρα. Πώς καταφέραμε να βγάλουμε τέτοια όμορφη μελωδία;»
«Ήσασταν αληθινοί, αυτό έχει σημασία. Και ήσασταν όλοι μαζί ενωμένοι.»
Τα μουσικά όργανα συγκινημένα έβγαλαν μερικούς ακόμη υπέροχους ήχους.
«Εδώ που τα λέμε στο παλάτι δεν θα είχα την ευκαιρία να παίξω ποτέ με φλογέρα… Δεν θα ήξερα καν την ύπαρξή της», είπε το Πιάνο δειλά.
Ύστερα κορδώθηκε και άρχισε πάλι να παραπονιέται.
«Αλλά τη σκόνη εδώ δεν την αντέχω…»
«Άντε, βάλτε με πάλι στην κούτα μου!», φώναξε το κάδρο του παππού.
Η Φλογέρα έβαλε το κάδρο στη θέση του κι ύστερα έριξε μέσα στην κούτα όλα τα παλιοπράγματα που ήταν πριν από πάνω του. Ύστερα τα όργανα έκλεισαν τα μάτια και κοιμήθηκαν ευτυχισμένα που αν και τώρα πια αποτυχημένα, ξεχαρβαλωμένα και σχεδόν άχρηστα και χαλασμένα, ήταν αυτά που ήταν και ήταν εκεί όλα μαζί.  

Και η πιο όμορφη μουσική ακούστηκε πάλι μέσα στη νύχτα και πολλοί στον ύπνο τους εκείνο το βράδυ χαμογέλασαν.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Η ΕΥΧΗ

Ο ήλιος κρυμμένος πίσω από σύννεφα
Πότε έστελνε σκιές πότε τις μάζευε
Ο νέος μόνος του, χαμένος σε μια μουσική
Που έκανε τα δέντρα να γυρίζουν
Απλώς ονειροπολούσε
Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε
Που πίστευε πως ό,τι ευχόταν
Ήταν κάτι που αναπόφευκτα θα ζούσε
Ο κόσμος τού ψιθύριζε γύρω
Με μια φωνή ανατριχιαστική
Πως οι ευχές είναι αδύναμα φαντάσματα
Ωχριούν μπροστά σε μια πραγματικότητα
Μάταιη, τουλάχιστον θλιβερή
Συνήθως σκληρή ή αφάνταστα ανιαρή


Όμως όλα θα φαίνονται τόσο αστεία,
Σκέφτηκε ο νέος και χαμογέλασε
Σε αυτόν τον ήλιο που κρύβεται
Οι άνθρωποι φωνάζουν και απαιτούν μονίμως
Παραπονιούνται, ματαιοπονούν, εθίζονται
Φιλοδοξούν, ερωτεύονται χίμαιρες
Συχνά δεν είναι παρά μονάχα
Η ίδια η σκιά του εαυτού τους
Σε ένα αδίστακτο, ανελέητο κυνήγι σκιών
Ο ήλιος μονίμως γελάει μαζί τους
Ακόμη και με τα πικρά τους δάκρυα
Αν τον κοιτάξουν καλά μες στα μάτια
Ίσως με τις συμφορές τους γελάσουν κι αυτοί

Οι σκιές στο έδαφος άλλαζαν μορφές
Τα σύννεφα συνέχιζαν να ταξιδεύουν
Τα δέντρα χόρευαν τόσο ακίνητα
Ο νέος πήρε μια ανάσα
"Θα τολμήσω να ευχηθώ", είπε δυνατά
Στο ξεφύσημά του η Ευχή έφυγε γρήγορα
Βιαστική να φτάσει στον προορισμό της
Με ένα τεράστιο ιερό καθήκον στους ώμους της
Κι ωστόσο ανάλαφρη σαν νεράιδα

Ο νέος έκλεισε τα μάτια ευχαριστημένος
Που είχε το θάρρος σε αυτόν τον γκρίζο, ασήκωτο κόσμο
Να στέλνει ευχές

Κι αν η νεράιδα κάπου στον δρόμο εξαϋλωνόταν
Λίγα πικρά δάκρυα ακόμη, λίγο γέλιο
Ή μπορεί και όχι

Αυτό το θάρρος
Είναι από μόνο του
Το πρώτο άνοιγμα των φτερών σου
Από το αρχικό σημείο μια μετακίνηση

Ή αλλιώς
Η μισή διαδρομή


Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΠΡΟΒΟΛΗ

Το φεγγάρι σε κοιτάζει
Σαν λυπημένο, λειψό πρόσωπο
Ύστερα ένα γέλιο παιδικό από μακριά
Το κάνει να χαμογελάει

Στους άλλους κοιτάζεις πάντα με εμμονή
Το ίδιο δικό σου κομμάτι που κρύβεις

Ο κόσμος ένα τεράστιο σύνολο
Από καθρέφτες που δεν βλέπεις


Κι όταν αρχίζεις και τους σπας έναν-έναν
Το ξένο δεν σε φοβίζει
Δεν σε θυμώνει
Είναι απλώς ένα κομμάτι του κόσμου
Που δεν σε αφορά
Και η δική σου ματιά περιττή
-ποιος άλλωστε τα είδε ή τα κατάλαβε όλα;

Όταν όλοι οι καθρέφτες σπάσουν
Το δικό σου πρόσωπο
Είναι επιτέλους ολόκληρο
Χαμογελαστό ή θλιμμένο
-πάντως βαθιά κι αληθινά δικό σου

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Ενας Άνθρωπος Μονοδιάστατος

Ήταν ένας άνθρωπος μονοδιάστατος
Αναρωτιέμαι αν μερικές φορές
Έχανε την ουσία
Όταν παράπαιε διαρκώς ανάμεσα
Σε ένα καλό κι ένα κακό
Ένα σωστό, ένα λάθος
Σε συνεχή αναζήτηση ήταν
Φίλων ή εχθρών
Με πάθος αγαπούσε
Μισούσε βαθιά


Ενίοτε σκότωνε
Όταν δεν άντεχε μέσα του
Την αντιπαράθεση
Τον εαυτό του σκότωνε
Ή τον άλλο
(εν τέλει δηλαδή
σκότωνε πάντα τον εαυτό του)

Και βυθιζόταν στη μία αυτή διάσταση
Τη μόνη αυτή που εκείνη τη στιγμή ανεχόταν
Για εκείνον καταφύγιο ήταν ασφαλές
Μονόχρωμο, όμως, και μουντό και τόσο λίγο
Σιγά σιγά έχανε τη μορφή του ανθρώπου
Γινόταν μικρός, συρρικνωμένος
Μία ανήμπορη κουκκίδα
Νόμιζε πως ήταν μεγάλος
Μα ήταν μονάχα 
Σαν έντομο

Σαν ένα έντομο δυστυχισμένο
Που φοβισμένο κάτω από ένα φύλλο
Δεν κοίταξε ποτέ του γύρω
Κι έτρεμε μόνο γιατί δεν μπόρεσε ποτέ του να συλλάβει
Την απέραντη, περίπλοκη
Σκληρότητα και ομορφιά
Αυτού του κόσμου


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Ένα αδιάκοπο κυνήγι...



Κάθισε πάνω στο ρολόι
Ο χρόνος έτρεχε με φόρα
Κι εκείνος άρχισε να τρέχει
Ο χρόνος γύριζε πιο πίσω
Γύριζε πίσω και εκείνος




Χωρίς στιγμή να σταματάει
Πάλευε να ισορροπήσει
Ανάμεσα σε οράματα και στόχους
Και στα όσα έχουν ήδη γίνει
Συχνά εκεί που προσπαθούσε
Έπεφτε, με δύναμη ριχνόταν
Σε μια άβυσσο, έναν βούρκο
Εκεί μετά και πριν γίνονταν ένα
Κι εκείνος τότε κολυμπούσε
Και πάλευε να βγει εξοντωμένος
Μόνο και μόνο να ανασάνει

Έτσι ήταν η ζωή του ανθρώπου εκείνου
Δευτερολέπτων αδιάκοπο κυνήγι...

Οι δείκτες γύριζαν σαν ξεχαρβαλωμένοι
Ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον
Σε αυτόν τον βούρκο από κάτω
Μονάχα έχανε ανάσες

"Θα σταματήσω το ρολόι!"
Είπε με τόλμη κάποια μέρα
Και θ'ανασάνω έστω για λίγο

Ήρθε η στιγμή
Την έζησε με πάθος
Δίχως παρελθόν ή μέλλον

Λίγο μετά άρχισε να τρέχει
Μπροστά και πίσω κι αντιστρόφως
Και έπεφτε πάλι και ξανά στο βούρκο

Δεν ήταν για πολλές στιγμές φτιαγμένος
Δεν ήταν για πολλές ανάσες





Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Ο Θησαυρός

Μπήκε σε εκείνη την παλιά
Από καιρό ξεχασμένη 
Σοφίτα

Καθισμένος όπως τότε
Τότε που ήταν παιδί
Είδε τα πάντα τώρα 
Αλλιώς




Οι σκιές λιγότερο τρομακτικές
Σαν απειλή αστεία
Η σκόνη λεπτομέρεια ασήμαντη
Και τα παλιά έπιπλα
Βαριά, σκεπασμένα
Έτοιμα ήταν να διηγηθούν
Την ίδια ιστορία

Δεν άκουγε
Δεν ήταν εκεί για αυτό

Το μισοσκόταδο έγινε ημίφως
Το ημίφως ήταν τώρα
Κάτι πιο κοντά στο φως
Είχε ελπίδα

Ένα σπασμένο παιδικό παιχνίδι
Θύμησε για λίγο
Τις μακρινές στιγμές
Τότε που έσπαζε έτσι
Η αθωότητα

Έμεινε για ώρα
Στην παλιά σοφίτα
Νιώθοντας βαθιά 
Ηρεμία

Σωροί βιβλίων
Που δεν θα διαβαστούν ξανά
Νιώθοντας ένα βλέμμα
Θυμήθηκαν για λίγο
Τον σπουδαίο τους ρόλο

Οι σκιές άρχισαν να χαμογελούν
Η σκόνη έγινε μέρος για να γράψεις

Λίγο πριν φύγει θυμήθηκε
Πως μπήκε στη σοφίτα για να βρει
Τον Θησαυρό

Δεν ήταν ανάμεσα
Στα σπασμένα ράφια
Στις φωτογραφίες
Ή στα γεμάτα παρελθόν κουτιά

Ήταν μονάχα
Αυτή η ίδια
Η ηρεμία



Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Μια Επιστροφή Περίεργη

Εκεί που έτρεχε
Στάθηκε λίγο
Στο ίδιο ακίνητο σημείο
Που ήταν πριν χρόνια

Μια επιστροφή περίεργη
Κάπως τότε επετεύχθη




Τον τότε εαυτό του κοίταξε
Κρυμμένος κάπου
Ευχόταν, ήλπιζε
Και προσπαθούσε
Και έτρεχε πάλι
Προς τα εκεί
Που τώρα εκείνος είχε φτάσει

Περίεργο, σκέφτηκε
Αφουγκραζόμενος
Αυτές του τις παλιές ευχές
Που τώρα μέσα στις παλάμες του
Σφιχτά κρατούσε
Μα είχε ξεχάσει

Το μέλλον πάλι τον τραβούσε
Κι ετοιμάστηκε να συνεχίσει
Με φόρα πάλι προς τα εμπρός

Και ο εαυτός αυτός
Του παρελθόντος που ευχόταν
Λίγο πριν στρίψει και χαθεί
Τον κοίταξε
Με ελπίδα και χαρά
Μα ίσως και λίγη λύπη

"Μην με ξεχνάς"
Μόνο είπε
Κι ύστερα συνέχισε να προσπαθεί
Για αυτό που εκείνος
Είχε ήδη καταφέρει

Ο άνθρωπος που έτρεχε έφυγε
Κρατούσε τις πολύτιμες ευχές
Που είχε κερδίσει
Τις ένιωθε να σπαρταρούν
Να ζωντανεύουν
Για λίγο δεν κοιτούσε μακριά
Μόνο χαμογελούσε

Λίγο πιο πέρα του τότε ο εαυτός του
Συνέχιζε να προσπαθεί
Για όσα τελικά είχαν γίνει



Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Ο ΑΝΑΠΟΔΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Κάθε πρωί ξυπνούσε
Με μια αίσθηση κάπως βαριά
Οι υποχρεώσεις μπροστά του
Βήματα ανιαρά,
Άτολμα, κυρίως ανούσια
Πριν φύγει για μια ακόμη μέρα
Που ήταν ίδια με την προηγούμενη
Για όσο θυμόταν τον εαυτό του
Κοιτούσε προσεκτικά έναν καθρέφτη
Που δεν θυμόταν από πού τον κληρονόμησε
Δεν τον ενδιέφερε να αναρωτηθεί
Ήταν απλώς εκεί
Ήταν ανάποδος
Ο καθρέφτης τού έδειχνε
Έναν κόσμο ανάποδο
Έναν εαυτό ανάποδο
Διασκεδαστικά διαφορετικό
Και τόσο μα τόσο απείθαρχο
Και χρωματιστό πολύ
Χωρίς ωστόσο καμία ελπίδα επιβίωσης
Στον κόσμο που είχε μεγαλώσει
Πέρασαν χρόνια έτσι
Και ο ανάποδος καθρέφτης
Ήταν πάντα εκεί
Να του θυμίζει κάτι
Εκείνος συνέχιζε να βηματίζει
Σαν ξένος, σαν επισκέπτης
Ανάμεσα σε άλλους που γίνονταν ξαφνικά
Όλο και πιο ασπρόμαυροι
Κάποια στιγμή ένα παιδί
Βρέθηκε στον καθρέφτη του μπροστά
Ο ανάποδος κόσμος
Τώρα γελούσε
Το παιδί άρχισε να χορεύει
Τα βήματά του ανάποδα
Οι νότες από το τραγούδι του
Ανάποδες κι αυτές
Εκείνος πλησίασε τον καθρέφτη
Για πρώτη φορά το είδωλό του
Έστεκε τώρα μπροστά του ευθυτενές
Μέσα στην ατέλειωτη φασαρία του παιδιού
Το σπίτι είχε γυρίσει
Ο κόσμος είχε γυρίσει
Κι εκείνος τώρα ανάμεσα στα χρώματα
Με τόλμη και ουσία
Περπατούσε
Και κάθε μέρα τώρα πια γίνεται άλλη

(δημοσιεύθηκε στη σελίδα τοβιβλίο.net)

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

α έ ρ α ς

   

Ξύπνησε ξαφνικά τα ξημερώματα. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Μέσα στη νύχτα πίεσε το μυαλό της να θυμηθεί όλες τις υποχρεώσεις της εβδομάδας. Κάτι μέσα της χτυπούσε πάντα σαν ρολόι. Όχι ιδιαίτερα καλοκουρδισμένο, όμως κατάφερνε να λειτουργεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε ξεχάσει. Δεν μπορούσε πάλι να κοιμηθεί και σηκώθηκε. Ήπιε ένα ποτήρι νερό στην κουζίνα και κοίταξε την ατζέντα της. Είδε την ημερομηνία. 20 Ιουλίου. Του Προφήτη Ηλία. Θυμήθηκε και χαμογέλασε. Βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Η νύχτα είχε αρχίσε να φεύγει, το φως θα ερχόταν. Σαν σήμερα θα γιόρταζε ο παππούς της. Χαμογέλασε πάλι κοιτάζοντας την αυγή που έστελνε τα πρώτα της χρώματα.
  Ο παππούς της ξυπνούσε τέτοια ώρα κάθε πρωί. Ανέβαινε στο άλογό του και επέστρεφε το μεσημέρι. Κοιμόταν και το απόγευμα ξυπνούσε. Τριγύριζε στο σπίτι σαν να μην ήταν από ύλη, σαν ένα μικροκαμωμένο ξωτικό που βρέθηκε κατά τύχη στο σπίτι τους και ανυπομονούσε να βγει πάλι στο δάσος για να μιλήσει με τα πουλιά. Το  βράδυ κοιμόταν νωρίς κι ένιωθες πως η καρδιά και το μυαλό του ήταν ελαφριά. Δεν έδινε σημασία σε πολλά. Είχες την εντύπωση πως αγνοούσε τα πρόσωπα γύρω του, τις καταστάσεις, τους επισκέπτες, τις καθημερινές έγνοιες. Μόνη του έγνοια ήταν το άλογό του. Σε εκείνο μιλούσε πολύ. Ήταν ένα λευκό, ψηλόλιγνο άλογο. Απορούσες πώς σκαρφάλωνε σ'αυτό έτσι μικροκαμωμένος που ήταν, πως μπορούσε και ισορροπούσε. Περίεργο πράγμα η ισορροπία έτσι αλλιώς. Το άλογο του κλεισμένο σε έναν μικρό στάβλο δίπλα στην αυλή τους και ο παππούς κλεισμένος στο σπίτι σαν να ασφυκτιούσαν λίγο. Κάθε αυγή όμως έφευγαν μαζί, χάνονταν στον κόκκινο ορίζοντα με μια τρομερή αίσθηση ενότητας. Ο παππούς όταν αρρώστησε κι άρχισε να ξεχνάει και πάλι έφευγε πάνω στο άλογο. Ήταν πεισματάρης και έδινε την αίσθηση πως κάτι από κάπου μακριά τον καλούσε. 
  Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Εκείνη ήταν τότε κοριτσάκι, τώρα διένυε την ενήλικη ζωή. Ο παππούς είχε πάψει από καιρό να υπάρχει. Είχε μείνει μόνο σε φωτογραφίες ξεθωριασμένες, μακρινές. Τόσο ξεθωριασμένη ήταν και η παιδική της ηλικία. Πάλευε μερικές φορές να θυμηθεί πώς έτρεχε μικρή, πως πηδούσε τους τοίχους με τα γδαρμένα γόνατα, πώς φώναζε τότε. Δεν θυμόταν. Λες και σωροί από άλλα πρόσωπα, από άλλες στιγμές, από τόσες ανούσιες και άσκοπες δραστηριότητες να κάλυψαν τα πάντα. Κι όμως αυτή η μνήμη του παππού με το άλογο ξεπήδησε και η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Όλα αυτά υπήρξαν κάποτε και ήταν μέσα της κάπου.
     Θυμήθηκε την πρωινή λειτουργία στο ξωκλήσι πάνω στον βράχο. Δεν της άρεσε να ξυπνάει νωρίς, όμως ένιωθε πως έπρεπε να είναι εκεί, για να τιμήσει τον παππού που γιόρταζε. Η εικόνα του Προφήτη Ηλία της έφερνε μια άγρια αίσθηση. Ίσως κάτι από αυτό το άγριο να είχε ο παππούς της. Ίσως να ήταν μέσα της, δικό της κι αυτό να φοβόταν. Ένα ξωκλήσι πάνω στο βράχο, ένα λευκό άλογο που τρέχει την αυγή. Τα είχε ζήσει αυτά, ήταν δικά της. Ήθελε τόσο πολύ να καλύψουν το τώρα, να καλύψουν το μάταιο, να γίνει όπως τότε. Που δεν την ένοιαζε. Που απλώς σκαρφάλωνε. Απλώς φώναζε. Απλώς υπήρχε. 
   Μια χρονιά, θα ήταν επτά ή οκτώ χρόνων δυο κεριά, από αυτά τα πολλά που είχαν έξω στο ξωκλήσι έπεσαν στη φούστα της. Ήταν η καλή της φούστα, την είχε διαλέξει η μαμά της για όλες αυτές τις καλές στιγμές του καλοκαιριού. Στην αρχή φοβήθηκε. Έτρεξαν πάνω της γυναίκες κι έσβησαν τη φωτιά. Ευτυχώς δεν κάηκε. Όμως δυο μεγάλες τρύπες έμειναν στη φούστα της. Αυτήν την πολύχρωμη φούστα που τώρα έπρεπε να υπομείνει τρύπια μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο. Ήθελε όμως να δείξει δυνατή και δεν έκλαψε. Μόνο πήρε το λαστιχάκι που είχε στα μαλλιά της και το έδεσε στη φούστα με τρόπο που να μην φαίνονται πια οι τρύπες. Είχε μανία να προσπαθεί να μπαλώνει τα προβλήματα με βιασύνη και ορμή. Από τότε. Υπέμεινε την ταπείνωση εκείνου του πρωινού και γύρισε στο σπίτι στενοχωρημένη. Η φούστα της είχε καταστραφεί και όλοι στο χωριό την είδαν να φοράει τρύπιο ρούχο. Ο παππούς ούτε που το πρόσεξε. Ή μάλλον την κοίταξε λίγο και δεν έδωσε σημασία. "Να είσαι λεβέντρα", της είπε μόνο. Ύστερα μουρμούρισε κάτι όπως συνήθως. Τα λόγια του συχνά ήταν ένα μουρμούρισμα, ένα σφύριγμα του αέρα. Ίσως μόνο το λευκό του άλογο, αυτός ο αληθινός ο φίλος του, να τα καταλάβαινε. 
    Τώρα ήταν τόσο μακριά. Το λευκό άλογο και ο παππούς. Και τα προβλήματά της ήταν τώρα τρύπες σαν αυτές στην πολύχρωμη φούστα, που όλο πάλευε να τις κλείσει κι όλο αυτές έχασκαν χαιρέκακα κι εκείνη έκρυβε συνεχώς την ταπείνωση και τον θυμό και έσφιγγε τα δόντια. Όμως κάποτε ήταν παιδί και πετούσε και κάποτε ανέβαινε κι εκείνη στο άλογο στην αγκαλιά του παππού και ήταν τότε ελεύθερη και κάποτε έτρεχε δίχως να σταματάει. Λαχάνιαζε και της κοβόταν η ανάσα κι όμως έτρεχε γιατί τότε μπορούσε να μη σταματά, άντεχε και δεν την ένοιαζε τίποτα. 
    Ο ουρανός είχε βαφτεί εδώ και πολλή ώρα κόκκινος. Η μέρα ξεκινούσε. Δεν ήθελε να σηκωθεί από την καρέκλα, δεν ήθελε να πάει στη δουλειά της. Ήθελε μόνο να γίνει αέρας. Να περάσει τους δρόμους της πόλης, να τρέξει στις εθνικές οδούς. Να φτάσει στην ήσυχη κοιλάδα, να χαϊδέψει τα δέντρα της, τα λουλούδια, ακόμη και τους μικρούς της θάμνους. Να βρεθεί στο μικρό χωριό που τώρα τόσο σπάνια έβλεπε. Αθόρυβα να διαβεί στα σοκάκια του. Να την καταλάβει μόνο κάποιο παιδί που θα κλωτσάει κάπου εκεί μια πέτρα. Κι ύστερα να μπει στο σπίτι χωρίς να την ακούσει κανείς. Να τρέξει στο δωμάτιό του παππού. Κι εκεί  να τον σκουντήσει. Να του τραβήξει το χέρι.
"Σήκω, πάμε," να του πει.
Αυτή να είναι παιδί κι αυτός να είναι πάλι εδώ και το λευκό, το ψηλό άλογο να ζει κι αυτό ξανά και να τους περιμένει.

Στη Γ.Μ.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Η Ερώτηση

Ρώτησε τον ποιητή κάποιος
Αν είναι το ποιήμα στόχος
Και είπε, "όχι, ποτέ"
Αν ευχαρίστηση είναι
Κούνησε το κεφάλι δίχως νύξη
Αν είναι πολύτιμο το ποιήμα
Είπε, "όσο όλα"
Αν το αγαπάει
Είπε, "δεν ξέρω
πόσο να αγαπάς μπορείς στ'αλήθεια
τον κάθε απροειδοποίητο επισκέπτη
που σου χτυπά επίμονα την πόρτα
μέχρι να τρέξεις να του ανοίξεις"

Εκνευρισμένος ο άνθρωπος
Επιασε τον ποιητή απ'τους ώμους
"Τι είναι δηλαδή το ποιήμα;
Μα είναι δυνατόν, για πες μου
Εσύ να μην μπορείς να ξέρεις;"

Ο ποιητής χαμογελώντας είπε
Πικρά, χαρούμενα, ποιος ξέρει
"Το ποιήμα είναι ίσως κάτι
Που δεν μπορείς ποτέ να αγγίξεις
Οδύνη, όνειρο, όπως θες πες το
Είναι αυτό που μέσα σε σένα
Να υπάρχει καθόλου δεν αντέχει"

"Κι ανακουφίζεσαι, όταν γράφεις;"
Ρώτησε ο άνθρωπος με ύφος
Δίχως πολλά όμως να νιώθει

"Ίσως στιγμιαία μα και λίγο", η απάντηση ήταν
Το ποιήμα είναι μία τόση δα φράση
Που γράφεται, όλο γράφεται για πάντα
Το ίδιο πάντοτε με αυτό φωνάζεις
Κι αυτή η φράση εν τέλει δεν μιλάει"

"Απάτη η ποίηση λοιπόν;"
Ρώτησε ο άνθρωπος με λύπη
Και φανερά ματαιωμένος
Από την αποπλάνηση ενός κάτι ωραίου
Που όμως εν τέλει ξεγελούσε

"Όσο και η ζωή η ίδια, ο ποιητής είπε
Έχεις μια φράση μέσα χαραγμένη
Αυτήν ζούσες και ζεις όσο υπάρχεις
Το ίδιο στους άλλους μόνο αγαπούσες
Το ίδιο θα σε εξοργίζει πάντα
Το ίδιο ζητούσες, το ίδιο δεν βρίσκεις
Το ίδιο επιλεκτικά μόνο απλόχερα δίνεις"

"Καλύτερα όμως να ζεις παρά να γράφεις"
Είπε ο άνθρωπος με τόλμη
Και φανερά ευχαριστημένος
Από τη δική του ευστροφία
Νιώθωντας σε κάτι τώρα πια
Πως φανερά υπερτερούσε

Ο ποιητής απάντησε με γέλιο
Και απομακρύνθηκε αληθινά γελώντας
Αν κάτι να απολαμβάνει είχε μάθει
Ήταν το να γελάει με τον εαυτό του
"Εύστοχο, μα όχι για μένα", είπε μόνο

Ύστερα χάθηκε για πάντα
Σε έναν μεγάλο, θορυβώδη δρόμο
Εκεί με ασφάλεια ήταν τώρα
Ένας απλώς μέσα στους άλλους
Μια φράση που επαναλαμβανόταν
Μέσα στις τόσες, τόσες φράσεις
Που τίποτα, τίποτα δεν λένε

Ο άνθρωπος άκουγε από μακριά το γέλιο
Και κάπως παραξενεμένος
Άκουσε ξαφνικά το ποιήμα
Το ίδιο το ποιήμα που γραφόταν









Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Το Μικρό Τέρας

 
Ξάπλωσε νωρίς να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Κουρασμένος και παραιτημένος. Ήταν τρομακτικό για εκείνον το ότι δεν είχε διάθεση για τίποτα, όμως είχε αφεθεί. Σπίτι δουλειά και ύπνος για να μην σκέφτεται. "Όλοι κάποια στιγμή θα πάθουν κατάθλιψη, του είχε πει ένας καλός του φίλος. Η εποχή αυτή σε τραβάει σαν τρύπα." Αρνιόταν πως είχε κατάθλιψη αλλά αρνιόταν και να ζήσει. Δεν ήθελε να παίξει μουσική, ούτε να περπατήσει, ούτε να διαβάσει, ούτε να βγει με φίλους, ούτε σκεφτόταν πως θα μπορούσε πάλι κάποια στιγμή να ερωτευτεί. Είχε ξεπεράσει κάθε παλιό του έρωτα αλλά δεν ονειρευόταν πια. "Όποιος δεν ονειρεύεται μπορεί να γεράσει μέσα σε λίγες μέρες", του είχε πει άλλη φορά ο ίδιος φίλος του. Τον βαριόταν κι αυτόν. Μιλούσε πολύ, κάπνιζε πολύ και έβγαζε πολλά συμπεράσματα. Δεν ήθελε κανέναν, δεν ήθελε τίποτα. Μόνο να κοιμηθεί. Μόνο να μη σκέφτεται. Ίσως να ήθελε και να πεθάνει. Όμως αυτό σπάνια το παραδέχεσαι.
  Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Ευχήθηκε να κοιμηθεί γρήγορα και να περάσουν αργά οι ώρες μέχρι να ξυπνήσει. Το μυαλό του άρχισε να βυθίζεται, άρχισε να ταξιδεύει σε παράξενα τούνελ, οι σκέψεις σιγά σιγά γίνονταν όνειρο και ελευθερωνόταν. Κολυμπούσε. Κολυμπούσε σε μια ωραία θάλασσα. Τα κύματά της πλημμύριζαν μια πόλη, άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι κι εκείνος κολυμπούσε. Και ξαφνικά κλάμα, ένα μωρό τσίριζε πολύ.
  Πετάχτηκε ιδρωμένος. Το κλάμα ακουγόταν από δίπλα. Το διπλανό ζευγάρι είχε μάλλον επιστρέψει από το μαιευτήριο. Ο απόγονός τους δεν φαινόταν ενθουσιασμένος με το νέο του περιβάλλον. Έκλαιγε σπαρακτικά. Εκνευριστικά. Για ώρες. Όλη τη νύχτα. Εκείνος αγκάλιαζε το μαξιλάρι του και ξεφυσούσε. Άλλαζε πλευρό, καταριόταν, έβαζε το μαξιλάρι στ'αυτιά του. Το πρωί τον βρήκε στον καθρέφτη να κοιτάζει ένα είδωλο άσχημο, ταλαιπωρημένο. Ήταν τόσο θυμωμένος. Ο ύπνος ήταν η μόνη του ευχαρίστηση και τώρα θα την έχανε κι αυτήν. Πήγε στη δουλειά του με τα πόδια να σέρνονται και μέσα του βαθύ μίσος για όλους.
  Αυτό ήταν το πρώτο βράδυ. Ακολούθησαν κι άλλα πολλά. Εφιαλτικά. Έκλεισε τις μπαλκονόπορτες και καταιδρωμένος μέσα σε πέντε λεπτά άκουγε το κλάμα του μωρού ακόμη. Έβαλε ωτοασπίδες αλλά ένιωσε ενοχλητικότατη φαγούρα στο εσωτερικό των αυτιών και τις πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Μέτρησε πρόβατα και ζήτησε από τον παθολόγο του υπνωτικά χάπια. Ο παθολόγος δεν του έγραψε χάπια, του σύστησε όμως ψυχοθεραπεία γιατί "είναι κρίμα νέοι άνθρωποι να υποφέρουν έτσι". Δεν ήθελε να κάνει ψυχοθεραπεία, ούτε να ξαναπάει στον παθολόγο αυτό. Ένιωσε πως τον πρόδωσε που δεν του έγραψε τα χάπια. "Είναι εθιστικά", του είπε ο φίλος του που έβγαζε πολλά συμπεράσματα. "Άρα ψάχνεις να εθιστείς σε κάτι. Ίσως να είναι υπαρξιακή η κρίση και να πρέπει να..." Του έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Το μωρό δίπλα λες και κατάλαβε τα νεύρα του άρχισε πάλι να κλαίει. Τότε η μητέρα του μωρού άρχισε να ουρλιάζει στον άντρα της. Το κλάμα της σαν να του τρυπούσε την ψυχή και σαν να τον ενοχλούσε ταυτόχρονα. Ο άντρας δεν ακουγόταν. Εκείνος σκέφτηκε πως αν περνούσε άλλο ένα βράδυ με αυτούς τους ήχους, θα έπεφτε από το μπαλκόνι.
  Δύο μήνες μετά την άφιξη του μικρού τέρατος, έτσι έλεγε από μέσα του το μωρό, το συνάντησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η γειτόνισσα είχε τα χάλια της. Μαύρους κύκλους, άλουστα μαλλιά και λεκέδες στην μπλούζα. Το κρατούσε στην αγκαλιά της και του χαμογελούσε με προσπάθεια. Μόλις τον είδε σαν να ντράπηκε για την εμφάνισή της, έκανε δυο βήματα πίσω και έσφιξε το μωρό της.
"Ελπίζω να μην σας έχουμε αναστατώσει πολύ", του είπε δειλά.
"Ακούγεστε λίγο", είπε εκείνος και το μετάνιωσε.
"Δεν ξέρω τι να κάνω! Δεν ξέρω πώς να το κάνω να σταματήσει!", είπε εκείνη και βούρκωσε. 
"Εντάξει, δεν πειράζει, μωρό είναι", είπε και είχε τόσο μετανιώσει που έπιασαν κουβέντα.
"Ξέρετε, με πιάνει κι εμένα υστερία καμιά φορά..."
Εκεί δεν απάντησε.
"Αλλά καλύτερα, συνέχισε η γειτόνισσα. Δεν πρέπει να κρατάμε το θυμό, τη λύπη μέσα μας."
"Δεν πρέπει", είπε αυτός και κοιτούσε την πόρτα. Έπρεπε οπωσδήποτε να ξεφύγει.
Τα μάτια της γυναίκας έκλειναν. Μπήκαν μέσα και κάλεσαν το ασανσέρ.  Ήταν έτοιμη να κοιμηθεί. Το μωρό παρά λίγο να της πέσει από τα χέρια. 
"Είστε καλά;", τη ρώτησε και άγγιξε λίγο το μπράτσο της. Εκείνη τινάχτηκε.
"Δεν έπρεπε να βγω. Ήθελα να πάρω λίγο αέρα..."
   Το τρομαγμένο βλέμμα του μωρού καρφώθηκε μέσα του. Ήταν τόσο μικρό όσο δεν μπορούσε να φανταστεί. Το παρατήρησε τα λίγα λεπτά που περίμεναν το ασανσέρ. Του φαινόταν έτοιμο να σπάσει Ακουμπισμένο στο μητρικό στήθος ήταν σαν ένα κομμάτι παζλ τέλεια τοποθετημένο. Όταν έφτασαν στον όροφό τους, της άνοιξε την πόρτα. Εκείνη είχε τα κλειδιά περασμένα στον λαιμό της με ένα κορδόνι σαν μενταγιόν. Μόλις συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να τα βγάλει άρχισε να κλαίει σπαρακτικά.
"Να σας βοηθήσω;", της είπε και ο γλυκός τόνος της φωνής του τον παραξένεψε. Ξαφνικά το μικρό τέρας τού φαινόταν σαν κάτι που έπρεπε να προστατέψει.
    Η γυναίκα χωρίς να το σκεφτεί τού έδωσε το μωρό κι έβγαλε το κορδόνι από το λαιμό της. Εκείνος πάγωσε. Κράτησε το μωρό μακριά του. Τόσο φόβο δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή του.
Η γυναίκα ξεκλείδωσε και πήρε πάλι το μωρό της.
"Σας ευχαριστώ...Συγγνώμη που με είδατε έτσι...Οι ορμόνες, η αϋπνία...Ο άντρας μου λείπει όλη μέρα και είμαι μόνη μου..."
"Θα περάσει κι αυτό", της είπε την αγαπημένη φράση του φίλου του που τελευταία τόσο τον εκνεύριζε. Εκείνη τον κοίταξε σαν να της είχε πει κάτι πολύ σημαντικό. Ύστερα μπήκε μέσα μουρμουρίζοντας κάτι. Ένιωσε μια παράξενη ακατανίκητη ανάγκη να μπει μέσα μαζί τους.
   Το δικό του διαμέρισμα τού φάνηκε άδειο. Οι επόμενες πέντε ώρες τον βρήκαν στο μπαλκόνι. Δεν ήθελε να πέσει, όμως έσπαζε το κεφάλι του να βρει τι σε αυτήν την ανούσια ζωή που είχε φτιάξει θα μπορούσε να τον κρατήσει για να μην πέσει αν το ήθελε. Δεν έβρισκε τίποτα. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον φίλο του αλλά κατά βάθος δεν ήθελε. Δεν ήθελε κανέναν. Τους μισούσε όλους. Κυρίως και πιο πολύ τον εαυτό του.
   Ήρθε το βράδυ. Δεν ξάπλωσε όπως συνήθως. Σαν να περίμενε το κλάμα του μωρού. Το είχε πια συνηθίσει. Ήταν ο μόνος ζωντανός ήχος στο σπίτι του. Τρομακτικός, ενοχλητικός αλλά ο μόνος ζωντανός. Το μωρό ήταν πιστό στο ραντεβού του. Το τσίριγμά του θα ακουγόταν και στο επόμενο τετράγωνο.
   Τότε συνέβη κάτι πραγματικά πολύ παράξενο. Το χέρι του έπιασε την κιθάρα. Είχε τόσο καιρό να πιάσει την κιθάρα του. Την είχε μισήσει κι αυτήν. Τώρα όμως την αποζητούσε. Τη χάιδεψε λίγο σαν να της ζητούσε συγγνώμη κι άρχισε να παίζει. Είχε καιρό να σκαρφιστεί κάποια μελωδία, τώρα γεννιόταν μέσα του κι ήταν σαν το πρωινό φως. Άρχισε να τραγουδάει. Ασυνάρτητα. Οι λέξεις έβγαιναν από μέσα του και αυτός ο κόμπος που τον έπνιγε τόσο σαν για λίγο να λυνόταν. Σαν να ανέπνεε για λίγο. Σαν και πάλι για λίγο να ζούσε. Λίγη ώρα μετά το μωρό σταμάτησε να κλαίει. Εκείνος μην πιστεύοντας στην τύχη του έπεσε να κοιμηθεί.
   Τρεις ώρες πέρασαν και το μικρό τέρας άρχισε πάλι να κλαίει. Μετά από μερικές κατάρες σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι. Φοβόταν σαν να ήταν έτοιμος να κάνει επικίνδυνο πείραμα που μπορεί να τα ανατίναζε όλα. Πήρε την κιθάρα. Στο μυαλό του ήρθε το μικρό προσωπάκι που τον κοίταξε τόσο χαμένα το απόγευμα, το μικρό σωματάκι που κράτησε στα χέρια του τόσο πρωτόγνωρα. Αυτή η αίσθηση του πολύτιμου, αυτός ο κίνδυνος. Αυτό που πάντα φοβόταν. Η ευθύνη. Πόσο τρομακτικός θα ήταν για το μικρό τέρας αυτός ο κόσμος. Πόσο τρομακτικός θα του είχε φανεί ο ίδιος με τα γένια του και την τόσο αρνητική του διάθεση. Έπαιξε μια γλυκιά μελωδία, τραγούδησε με την πιο γλυκιά φωνή για να εξιλεωθεί. Το κλάμα σταμάτησε πάλι. Εκείνος χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από καιρό, όμως δεν πήγε να κοιμηθεί.
  Καθισμένος στο πάτωμα με την κιθάρα του αγκαλιά έκλαψε μέχρι να ξημερώσει. Σαν τον μελλοθάνατο έγκλειστο που μετά από χρόνια μοναξιάς σε λευκούς τοίχους, ακούει ένα χτύπημα από το διπλανό κελί. Και νιώθει πως έχει λίγο χρόνο και θα τον ακούσουν. Πως έχει ακόμη κάτι να πει. 

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Αν ήταν από εκείνους

Αν ήταν από εκείνους
Που δεν αντέχει στιγμή το μυαλό τους
Στο δείκτη του δευτερολέπτου
Ακίνητο
Που πάντα μέσα τους
Κάτι τρέχει




Που υποφέρουν
Ασταμάτητα
Από μια ανάγκη
Να δρουν
Για όσα δεν ελέγχουν
Που ο ανθρώπινος πόνος
Τους έπεφτε πάντοτε βαρύς
Για να είναι συνήθεια
Για να είναι κάτι
Που δεν ασχολούνται
Γιατί η κακή τύχη πέρασε ξυστά
Που άλλοτε δεν πιστεύουν στην τύχη
Τη δική τους την έφτιαξαν με πειθαρχία 
Κι ύστερα τη χάλασαν ξανά
Και ύστερα ανάσαναν ξανά με δύναμη
Στο νέο ξεκίνημα
Που ονειρεύονται
Και διώχνουν αγάπη από μέσα τους
Για να μην εξαρτηθούν άλλο
Που το παιδί που υπήρξαν
Ακόμη τους μιλά
Με ένα μόνιμο παράπονο
Και πάντα με ελπίδα
Τους ψιθυρίζει ανάμεσα
Σε καθημερινές, συνηθισμένες στιγμές
Όπως όλων

Πως το μέλλον είναι μόνο στα παιδιά
Πως σε αυτά πρέπει να δώσουμε
Αν σταματήσουμε για λίγο να ζητάμε

Αν ήταν από εκείνους που πιστεύουν
Πως ο κόσμος κουτσαίνει απορημένος
Ανίκανος να δει το βάρος το αλόγιστο που έδωσε
Στον ενήλικα τον σοβαρό με τους στόχους
Που μετράει, μονίμως μετράει πνιγμένος
Στη ζωή που μόνος του έφτιαξε
Κυρίως με τη μάσκα που κρύβει μονίμως
Την πιο σημαντική του αλήθεια

Αν ήταν από εκείνους
Που κουράστηκαν

Αν ήταν τελικά από αυτούς
Ναι, ήταν επώδυνο
Ίσως ανώριμο
Ίσως με μια πιο ψύχραιμη ματιά
Εν δυνάμει κάτι
Ίσως όπως συνήθως
Χαμένο από χέρι

Όμως αυτό ήταν
Κι αυτό πάντα θα είναι

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Η μαύρη κουκίδα


 
 Ήταν μεσημέρι καλοκαιρού. Περπάτησε για ώρα μέσα στη ζέστη μέχρι που έφτασε στην κεντρική πλατεία. Ο ήλιος έκαιγε και οι άνθρωποι γύρω ίδρωναν και δυσανασχετούσαν. Της είχε λείψει το κέντρο της μεγαλούπολης. Είχε μήνες να πάει. Όταν κάτι σου λείπει, χαίρεσαι όταν το συναντάς όπως και να'ναι, σκέφτηκε. Κι ύστερα από λίγο πάλι δυσανασχετείς και θέλεις να το αφήσεις. Οι άνθρωποι συχνά δεν ξέρουν τι θέλουν. Ούτε εκείνη ήξερε μάλλον, όταν συνέβαινε κάτι που ήθελε σαν να έχανε λίγο από την αξία του. Μέσα στον τόσο κόσμο όμως ένιωσε ασφαλής. Δεν ήταν μόνη εκεί, δεν ξεχώριζε, ούτε ήταν το κεντρο του κόσμου. Όταν σκεφτόταν πολύ τη ζωή της, ένιωθε σαν όλοι και όλα να γύριζαν γύρω της. Εκεί, μέσα στην πολυκοσμία ένιωσε απελευθερωμένη από αυτήν την ψευδαίσθηση. Όπως όταν μικρή κοιτούσε στον ουρανό τα αστέρια και ένιωθε όσο μικρή ήταν. Όσο μικρός είναι στ'αλήθεια ο άνθρωπος. Ένα μαύρο σκυλί με τρία πόδια πέρασε από μπροστά της. Ασυναίσθητα το ακολούθησε. Το σκυλί κάθισε μπροστά από μια καφετέρια. Φαινόταν εξαντλημένο. Αποφάσισε να καθίσει να περιμένει τη φίλη της εκεί. Είχε μισή ώρα μπροστά της, μισή ώρα να ονειροπολήσει.
   Ο κόσμος πηγαινοερχόταν ασταμάτητα. Ο σταθμός του μετρό πάντα τής θύμιζε μυρμηγκοφωλιά. Σαν αυτές που στους χωμάτινους δρόμους παρατηρούν τα παιδιά της. Ο κόσμος είναι έτσι, θέλει να τους φωνάξει. Οι άνθρωποι είναι έτσι. Πηγαινοέρχονται ασταμάτητα, κουβαλάνε βάρος πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός τους και συχνά ποδοπατούνται. Τα παιδιά της όμως βλέπουν απλώς ενδιαφέροντα πλασματάκια, που μερικές φορές με θράσος περπατάνε στα πόδια τους. Με ξυλαράκια τα πειράζουν, άλλοτε ρίχνουν νερό και τα πνίγουν. Μερικές φορές κάνουν την κηδεία τους στη γλάστρα. Τα μυργμήγκια απλώς πηγαινοέρχονται, απλώς κουβαλούν το τεράστιο για αυτά βάρος, απλώς ποδοπατούνται. Ουδεμία συνείδηση δεν έχουν για όλα αυτά, όμως κι αυτοί οι άνθρωποι που έβγαιναν που έμπαιναν στο μετρό, σαν λίγο έτσι να έμοιαζαν μερικές φορές.
  "Με συγχωρείτε, μήπως μπορείτε να μου δώσετε ένα τσιγάρο;", ρώτησε μια κοπέλα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και κάπνιζε. Απόρησε και η ίδια που το ζήτησε. Δεν της άρεσε καθόλου να ζητάει. Όμως της ήταν δύσκολο να βρίσκεται με ακίνητα τα χέρια. Οι στιγμές όπως έμπαιναν, έπρεπε να βγουν, γι'αυτό ήθελε να καπνίσει. Θυμήθηκε τον εαυτό της μικρό κορίτσι, όταν έκανε πως κάπνιζε στον καθρέφτη με άσπρα καπάκια από μαρκαδόρους μιμούμενη μια θεία της, που τελικά πέθανε νέα. Μη βιάζεστε να γίνετε σαν εμάς, θέλει τόσο πολύ να φωνάξει στα παιδιά της, όταν με τρόμο τα αντικρύζει να αντιγράφουν τις συνήθειές της. Όμως εκείνα ακόμη νομίζουν πως οι μεγάλοι αξίζουν τόσο πολύ, πως όσα κάνουν είναι σωστά. Μη βιάζεστε τόσο, μείνετε λίγο ακόμη όπως είστε τώρα, αυτοί θα είναι οι αληθινοί εαυτοί που θα ψάχνετε σε όλη σας τη ζωή, τους λέει από μέσα της και παρακαλεί το Θεό, αν υπάρχει και θελήσει καθόλου να ασχοληθεί με τη ζωή της, τα παιδιά της να μην της μοιάσουν.
  Η κοπέλα τής έδωσε ένα τσιγάρο και τον αναπτήρα της χαμογελώντας. Το άναψε κι ένιωσε ένοχη. Έδωσε τον αναπτήρα πίσω χαμογελώντας κι εκείνη. Κι ύστερα ξαφνικά θυμήθηκε το όνειρό που είδε το προηγούμενο βράδυ. Ήταν σε μια έρημη πόλη. Τα πέτρινα κτήρια είχαν παράθυρα τρύπια. Μέσα τους τίποτα. Κτήρια χωρίς πατώματα, χωρίς τοίχους, χωρίς ανθρώπους, χωρίς ζωή. Κι όμως τα περιβλήματά τους περήφανα δημιουργούσαν μια πόλη. Κι εκείνη περπατούσε μόνη στους δρόμους της αναζητώντας κίνηση. Ήταν όμως όλα τόσο ακινητοποιημένα. Ξύπνησε χωρίς ιδιαίτερη ένταση, άλλαξε πλευρό και ξανακοιμήθηκε. Όμως τώρα, καθώς παρατηρούσε τους ανθρώπους που περνούσαν τα φανάρια, της φάνηκαν ξαφνικά όλοι σαν τα κτήρια του ονείρου της. Περήφανα περιβλήματα, με τρύπες που έχασκαν, περιφερόμενα κενά.
  Κοίταξε το ρολόι της. Είχαν περάσει μόνο δέκα λεπτά. Ο χρόνος όταν τον θέλεις, τρέχει γρήγορα, δεν τον καταλαβαίνεις, όταν τον έχεις είναι βαρύς και σκυθρωπός. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι μισό. Ο κόσμος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται. Τα φανάρια απέναντι συνέχιζαν να αλλάζουν χρώματα, τα αυτοκίνητα εναλλάσσονταν τόσο αδιάφορα.  Η πόλη συνέχιζε να ανασαίνει. 
   Το κουτσό σκυλί, αυτό το δύστυχο ζωντανό με τα τρία πόδια, σηκώθηκε και άρχισε να περπατά. Σφίχτηκε η καρδιά της, μα το σκυλί απομακρύνθηκε γρήγορα, σαν να μην χρειαζόταν πια το τέταρτο πόδι. Γύρω του άνθρωποι ιδρωμένοι δυσανασχετούσαν ή περπατούσαν βιαστικά ή αδιάφορα ή έσερναν τα σώματά τους με κόπο ή κρατιούνταν χέρι χέρι. Ένα μικρό αγόρι άφησε το χέρι της μητέρας του και πλησίασε το σκυλί με ενδιαφέρον. Το σκυλί κοντοστάθηκε και κούνησε την ουρά του. Η μητέρα του παιδιού το απομάκρυνε αυστηρά κουνώντας το δάχτυλο. Το αγόρι διαμαρτυρήθηκε λίγο κι ύστερα άρχισε να περπατά με σκυμένο το κεφάλι. Η μαύρη κουκίδα γρήγορα χάθηκε στον κόσμο κουτσαίνοντας. Εκείνη ένιωσε μέσα της κάτι σαν λύπη.  
  Λίγο μετά η φίλη της ήρθε και άρχισαν να συζητούν. Όλα και όλοι άρχισαν πάλι να γυρίζουν γύρω της. Η ζωή της έγινε πάλι πρόσωπα, καταστάσεις και ένιωθε την πνιγηρή ανάγκη να πρέπει να αλληλεπιδράσει μαζί τους. Πού και πού μόνο σταματούσε για λίγο να μιλά και κοιτούσε γύρω της ψάχνοντας το ανάπηρο ζώο. Μα αυτό δεν γύρισε όσο ήταν εκεί. Ίσως και με μόνο τρία πόδια να είχε φτάσει πιο μακριά από όσο θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.