Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Το παιδί και το ρολόι

Έδωσε στο παιδί του το ρολόι
Στην ησυχία
Εκείνο δειλά άκουσε τον χρόνο
Να περνάει
Το δευτερόλεπτο να φεύγει
Είδε με τα μικρά του μάτια
Γέλασε
Θα του φάνηκε αστείο
Μέσα στο παιδικό μυαλό του
Ο χρόνος πως περνά και φεύγει
Ήταν σε μια ηλικία, μικρή αθώα

Τα δευτερόλεπτα, οι ώρες, οι μέρες
Ακόμη δεν είχαν αρχίσει
Να βαραίνουν προς τα πίσω
Μέσα στο ατέλειωτο, αθώο παρόν του
Μπορούσε μόνο να γελάει για ώρα
Χωρίς να νοιάζεται αν την ώρα αυτή
Θα χάσει
Χωρίς να μπορεί να μετανιώσει
Χωρίς τις ώρες που ίσως ζήσει να φοβάται

Ο χρόνος πέρασε μες στο ρολόι
Τα δευτερόλεπτα έκαναν
Την γνωστή τους βόλτα
Ο ήχος του χρόνου
Συνεπής και πάλι
Χωρίς αρχή, μέση και τέλος
Χωρίς προειδοποιήσεις για ό,τι θα ρθει

Τα δευτερόλεπτα όμως συνεχίζουν
Τις δικές τους αέναες μετρήσεις

Ο χρόνος ίσως τελικά να είναι
Ένα μηδενικό ατέλειωτο, μεγάλο
Μετέωρος μέσα εκείνος ψάχνει
Τον λεπτοδείκτη κυνηγώντας
Εκείνο που για κείνον είναι
Και τόσο συχνά αυτό το χάνει
Γυρίζοντας τον λεπτοδείκτη πίσω
Ή με το φόβο της επόμενης ώρας

Εκεί μετέωρος άσκοπα μετρώντας
Άκουσε αυτό το παιδικό το γέλιο
Κι ήταν η πρώτη η φορά τότε
Σκαρφάλωσε πάνω στο ρολόι
Σταμάτησε τον λεπτοδείκτη
Και γέλασε κι αυτός για ώρα

Κι ήταν αυτή η στιγμή δική του

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Φωνές

Φύσηξε στις πόλεις
Και μερικά φύλλα έπεσαν
Ο γύρω κόσμος, τα δέντρα
Δεν νοιάστηκαν ποτέ
Για τα όσα μαίνονται γύρω σου

Λόγια, λόγια
Συνεχώς λόγια
Απόψεις επί των απόψεων
Κρίσεις
Και ο καθένας μόνος
Σε πλήκτρα φωνάζει
Στους άλλους
Αυτά που δεν τολμάει
Να φωνάξει στο ίδιο το δικό του πρόσωπο
Νομίζεις ότι καταρρέουν όλα
Η βία είναι αβάσταχτη
Ο ανθρώπινος πόνος
Μερικές φορές γίνεται συνήθεια
Ή τύπωμα πάνω σε σημαίες
Σύνθημα απλώς για να φωνάξεις
Για να νιώσεις πως έχεις κι εσύ
Κάτι να πεις για όλα αυτά
Φωνάζεις και δεν αντέχεις
Τις φωνές του δίπλα ανθρώπου
Κι είστε κατά βάθος ίδιοι
Μισείς στον άλλον πάντοτε
Αυτό που μισείς μέσα σου
Κι όταν οι καταστάσεις μας ξεπερνούν
Μισείς περισσότερο
Γιατί αυτό έχεις μάθει
Να βλέπεις μόνο το Άλλο
Ποτέ το δικό σου μίσος
Ποτέ τη δική σου οργή
Να μην αντιμετωπίζεις
Ποτέ τη δική σου οδύνη

Οι καιροί αλλάζουν
Νέες απειλές, νέο αίμα
Νέος ανθρώπινος, άδικος πόνος
Οι πόλεις μένουν σιωπηλές
Φωτίζουν σε χρώματα σημαίων, πενθούν
Και σε λίγες μέρες
Όλοι θα επιστρέψουν
Ξανά στις ίδιες ζωές τους
Απλώς με λίγες απόψεις περισσότερες
Με λίγο μίσος παραπάνω
Με ένα επιχείρημα ακόμη στη τσέπη τους

Έμαθα μόνο να μιλώ
Να τρέχω να απαντήσω
Να έχω μια ανάγκη λαίμαργη
Να έχω πάντοτε δίκιο
Να μην βλέπω
Να μην πολεμώ ποτέ
Αυτό το βίαιο, άσχημο
Που κρύβεται μέσα μου
Και είναι όλο δικό μου

Στις πόλεις τα φύλλα έμειναν πεσμένα
Κανένα δέντρο δεν θα νοιαστεί ποτέ
Για τα όσα μαίνονται γύρω σου
Κυρίως ποτέ δεν θα ακούσει
Αυτές, τις τόσες φωνές
Που μιλάνε διαρκώς ακατάπαυστα
Χωρίς ποτέ ουσιαστικά
Τίποτα να λένε

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Σκυθρωπός Καθρέφτης

…Κι ένας καθρέφτης μετράει σκυθρωπός τη μορφή σου…
                                                                        Μ.Αναγνωστάκης, «13.12.43»


Έφτιαξαν τον Καθρέφτη Σκυθρωπό
Οι Άλλοι κι αυτός
Ένα θλιμμένο χάδι
Μια πνιγμένη οργή
Ποτέ δεν έμαθε στον Καθρέφτη
Να βλέπει
Χαμόγελο

Ήταν παιδί που ήθελε
Να κυνηγήσει τα πολλά
Χωρίς να χαίρεται
Σοβαρό, έξυπνο, αποτελεσματικό παιδί
Και στον Καθρέφτη γκρίζο



Μεγάλωνε κι άρχισε να μπαίνει
Στον κόσμο που θέλει
Τους ανθρώπους
Δυστυχισμένους
Και ο Καθρέφτης
Ήταν γι’αυτόν
Μια αλήθεια πολύ αδιαμφισβήτητη

Έκανε φίλους
Ταξίδεψε
Ερωτεύτηκε
Και ο Καθρέφτης
Συνέχισε να τον κοιτάζει
Κάθε πρωί
Με μια μορφή
Θλιβερή εξίσου

Κάποια μέρα
Ίσως να έβρεχε
Ίσως να ήταν μέρα φωτεινή
(μικρή σημασία έχει,
μιας και η βροχή
ανάλογα από το πώς
η ψυχή τη βλέπει
μπορεί να λάμπει
κι ο λαμπερός ο ήλιος
να φαίνεται απειλητικός μπορεί)
Κοίταξε πάλι τον Καθρέφτη
Περιμένοντας να δει
Την ίδια καθημερινή
Λυπητερή μορφή του

Και ο Καθρέφτης χαμογέλασε
Με ένα χαμόγελο αχνό
Πώς βρήκε το θάρρος
Είναι να απορεί κανείς
Τα αντικείμενα της ύλης
Δεν είναι για να παίρνουν πρωτοβουλίες

Και τότε εκείνος σκέφτηκε
Πως ναι, ήταν δυνατό
Κάποια στιγμή
Να βλέπει στη μορφή του κάθε μέρα
Ένα όμορφο αληθινό χαμόγελο

Και με αυτό να πορεύεται
Σε αυτόν τον κόσμο
Των σοβαρών
Των έξυπνων
Των αποτελεσματικών
Που κάθε μέρα στρέφουν το βλέμμα
Σε καθρέφτες θαμπούς
Χωρίς χρώμα
Και τέτοια βλέμματα
Και μεταξύ τους ανταλλάσσουν

Και σκέφτηκε
Πόσο όμορφο κι αστείο ίσως
Και αναπάντεχο και ανατρεπτικό
Και λίγο τρομακτικό μπορεί να ήταν
Μια μέρα βροχερή ή φωτεινή
Δεν έχει σημασία
Αυτοί όλοι οι καθρέφτες ξαφνικά
Οι σκυθρωποί, οι γκρίζοι, οι θαμποί
Να βγάλουν όλοι τους μορφές
Που δυνατά, πολύ δυνατά
Απέναντι σε αυτούς που τους κοιτάζουν
Θα γελάσουν