Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το μικρό, μωρουδιακό γάντι...

Το μικρό, μωρουδιακό γαντάκι μπήκε στο κουτί δίπλα στο ταίρι του. Από κάτω τους μερικά μωρουδιακά ρούχα και λίγα παιχνίδια. Κι ακόμη πιο κάτω λίγα γυναικεία και λίγα αντρικά ρούχα. Στον πάτο του κουτιού δύο κουβέρτες. Η γυναίκα έκλεισε το κουτί με κολλητική ταινία και πάνω με μαρκαδόρο έγραψε τα περιεχόμενά του. Ύστερα το άφησε στο χωλ, δίπλα στην πόρτα και πήγε στην κουζίνα να δει το φαγητό που μαγειρευόταν. Το κοριτσάκι της κοιμόταν ήσυχο στο παιδικό δωμάτιο, στο οποίο ξεχώριζε η φανταχτερή κουρτίνα με τις νεράιδες κι ένας μεγάλος μπεζ αρκούδος που έμοιαζε ευχαριστημένος. 
Η γυναίκα ανακάτεψε το φαγητό. Η εικόνα τής έφερε στο μυαλό την εικόνα μιας τεράστιας κατσαρόλας με όσπρια, που είχαν μαγειρέψει κάποιες εθελόντριες σε ένα από τα νησιά όπου κατέφταναν κάθε μέρα χιλιάδες πρόσφυγες από τη Συρία και κάποιοι έμεναν εκεί. Το χαμόγελο των γυναικών εκείνων δεν ήξερε αν ήταν αρκετό για να ανακουφίσει τον πόνο αυτών των ανθρώπων, που στο μυαλό της ήταν αδιανόητος. Κι από την άλλη άκουσε κάποιον σε ένα ρεπορτάζ στις ειδήσεις να λέει πως εκεί κάτω από τα αστέρια κοιμούνταν πολύ πιο ήσυχοι από ό,τι στα σπίτια τους που κατέτρωγε ο πόλεμος και πως εκεί, χωρίς φαγητό, χωρίς στέγη, χωρίς ρούχα ένιωθαν ευγνωμοσύνη και ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Τα όρια του ανθρώπου απλώνονται μακριά, καλύτερα να μην ξέρει κανείς τι μπορεί να αντέξει, σκέφτηκε η γυναίκα κι ύστερα έσβησε το μάτι της κουζίνας και πήγε στο σαλόνι.
Το απόγευμα επέστρεψε ο άντρας της από τη δουλειά. Ήταν κουρασμένος αλλά η μικρή του κόρη που γελούσε στην αγκαλιά του τού πρόσφερε στιγμές πιο σημαντικές από αυτές της ξεκούρασης. Η γυναίκα άφησε την κόρη της και τον άντρα της στο παιδικό δωμάτιο να παίζουν, πήγε στο μεγάλο υπνοδωμάτιο και άνοιξε τη ντουλάπα για να διαλέξει ρούχα. Ξαφνικά τα ρούχα της τής φάνηκαν πολλά, η ντουλάπα έγινε κάπως πνιγηρή, όταν στο μυαλό της έφερε τις γυναίκες που είχε δει στην εφημερίδα, που πήραν μαζί τους φεύγοντας μόνο ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τα παιδιά τους. Ντύθηκε βιαστικά χωρίς να προσέξει τον συνδυασμό παντελονιού και μπλούζας, όπως έκανε συνήθως. Φόρεσε το μπουφάν της, πήρε το κουτί που ήταν στο χωλ και βγήκε από το σπίτι.
Στον δρόμο το δέμα της φάνηκε βαρύ αλλά δεν θα τολμούσε να παραπονεθεί. Στο μυαλό της άρχισε να μετράει τα ρούχα που έδωσε και να αναρωτιέται αν έπρεπε να δώσει κι άλλα. Τα μικρά γαντάκια ήταν τα αγαπημένα της. Δώρο από τη γιαγιά της μικρής, ζέσταιναν τα χεράκια της τον χειμώνα στις βόλτες τους. Αν ένα άψυχο ρούχο μπορεί να νιώσει, αυτά τα γαντάκια ήταν πολύ τυχερά σκέφτηκε. Τύλιξαν αυτά τα μικρά χεράκια, όμως ένα παιδικό χεράκι έχει τόση ζεστασιά που τα γάντια, αν μπορούσαν να νιώσουν, θα ζεσταίνονταν κι αυτά. Αν και τον περισσότερο περσινό χειμώνα το κοριτσάκι της τον πέρασε ασφαλές, σκεπασμένο στην κούνια του. Η γυναίκα προσπάθησε να μετρήσει τις φορές που φορέθηκαν τα γάντια. Ναι, ήταν λίγες, σκέφτηκε, ίσως τα γάντια να ένιωσαν μοναξιά όλον τον χειμώνα μέσα σε ένα συρτάρι. Μα τι ανοησίες σκέφτομαι, είπε στον εαυτό της. Προσπάθησε να προχωρήσει πιο γρήγορα, αλλά το κουτί την εμπόδιζε. Μετά από δεκαπέντε λεπτά κι ενώ έξω είχε αρχίσει να κάνει κρύο και να σκοτεινιάζει έφτασε στα γραφεία του Δήμου. Μπήκε μέσα σπρώχνοντας την πόρτα με την πλάτη της και κατευθύνθηκε στο γραφείο που υποψιάστηκε ότι έπρεπε να πάει. Ήταν ένα γραφείο σχεδόν πνιγμένο στα δέματα.
Η γυναίκα μίλησε λίγο με την υπάλληλο. Ναι, είχαν μαζέψει πολλά δέματα. Οι ανάγκες, όμως, ήταν πολλές. Η κατάσταση τούς ξεπερνούσε. Ναι, είχαν αρκετούς εθελοντές. Αλλά ο αριθμός των προσφύγων ήταν συνταρακτικός. Ναι, και κάποιοι γιατροί. Ποιον να πρωτοπροσέξουν, όμως. Δεν το χρειαζόταν αυτό η χώρα, είχε ήδη τις δικές της δύσκολες στιγμές. Από την άλλη όλοι έχουμε μια ιστορία προσφυγιάς στις οικογένειές μας, δεν είμαστε λαός που θα γυρίσει το κεφάλι σε ανθρώπους σε τόση ανάγκη. Τέτοια είπαν κι ύστερα η γυναίκα έφυγε. Η διαδρομή της επιστροφής ήταν πιο ευχάριστη γιατί δεν είχε το δέμα στα χέρια της. Έφτασε γρήγορα στο σπίτι. Όταν μπήκε, βρήκε τον άντρα της αγκαλιά με την κόρη της να χορεύουν. Λίγο μετά έπιασε βροχή. Το κοριτσάκι θα έκανε το μπάνιο του και θα κοιμόταν. Η κουρτίνα με τις νεράιδες θα έκλεινε και ο ευχαριστημένος αρκούδος ίσως κοιμόταν κι αυτός.
Την επόμενη μέρα το πακέτο ταξίδεψε με ένα πλοίο. Στιβαγμένο μαζί με άλλα δέματα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη αν και είχε αρχίσει να μπαίνει ο χειμώνας. Όταν έφτασαν στο νησί, τα δέματα συνάντησαν τους εθελοντές που περίμεναν στο λιμάνι. Τα μετέφεραν χωρίς να παραπονεθούν για το βάρος τους, ευχαριστημένοι που είχαν κι άλλα ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης να μοιράσουν. Ύστερα τα πήγαν στον χώρο που είχαν διαθέσει για αυτόν το σκοπό. Δύο εθελόντριες άρχισαν να ανοίγουν τις κούτες και να ομαδοποιούν τα ρούχα σε ανδρικά, γυναικεία, παιδικά. Ένα γυναικείο χέρι έφτασε στα δύο μικρά, μωρουδιακά γαντάκια.
Το ίδιο βράδυ τα γαντάκια ζέσταιναν δυο μικροσκοπικά χεράκια λίγο μελανιασμένα. Το μωρό είχε ίσως πυρετό, η αγκαλιά της μητέρας του δεν μπορούσε να το ανακουφίσει. Έκανε κρύο. Τα άστρα έλαμπαν πάνω στον καθαρό ουρανό. Η μητέρα του μωρού προσευχόταν. Αν τα άψυχα ρούχα κάποιες φορές μπορούσαν να νιώσουν, ίσως και λίγο να δάκρυζαν.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Το Φύλλο

 
Στην Κατερίνα Ν.

Μόλις πάτησε τα πόδια του στο νησί, ένιωσε την ισορροπία του να χάνεται. Το σώμα του μούδιασε, βάρυνε και νόμιζε πως θα λιποθυμούσε. Στάσου όρθιος, είπε στον εαυτό του και προσπάθησε να χαμογελάσει. Αυτή θα ήταν η ζωή του από εδώ και στο εξής. Μια προσπάθεια να χαμογελάσει. Μια προσπάθεια να ξυπνήσει το πρωί χωρίς αυτό το πλάκωμα στο στήθος του. Μια προσπάθεια να ονειρευτεί χωρίς να φοβάται το απρόσμενο που μπορεί να κάνει τη ζωή σου χίλια κομμάτια. Μια προσπάθεια να συνεχίσει να ζει κι όμως η απώλεια τον τραβούσε σαν μαγνήτης σε μια άβυσσο σκοτεινή και βαριά. Ναι, αυτή θα ήταν η ζωή του. Μια προσπάθεια να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον αδερφό του. Να συνεχίσει να θέλει να ζει, να συνεχίσει να αγαπάει, να συνεχίσει να βρίσκει όμορφα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο που πια δεν του φαινόταν όμορφος καθόλου.
  Το  νησί συνέχιζε να είναι όμορφο και χωρίς εκείνον. Ναι, ο ουρανός ήταν καθαρός, κάποια πουλιά κελαηδούσαν στα δέντρα, το πλακόστρωτο γραφικό και αναλλοίωτο και οι μικρές βαρκούλες έπλεαν ανέμελες. Είμαστε μικροί, πολύ μικροί, όλα μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς εμάς κι ωστόσο όταν ένας άνθρωπος χαθεί γκρεμίζονται οι ψυχές των δικών του ανθρώπων.
  Εδώ ο αδερφός του είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια του, τα χρόνια των σπουδών του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Από παιδί ήθελε να γίνει ναυτικός. Ήταν από οικογένεια ναυτικών, το θαλασσινό νερό έτρεχε στο αίμα του, τα μακρινά ταξίδια ήταν για αυτόν κάλεσμα στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Εκείνος ήθελε μια ζωή πιο ασφαλή, πιο συνηθισμένη, στη ζωή του ναυτικού έβλεπε μόνο δυσκολίες, αποχωρισμούς και μοναξιά. Ο αδερφός μου όμως λάτρευε τα καράβια, λάτρευε τα ταξίδια κι αυτόν τον δρόμο από μικρός ανακοίνωσε πως θα ακολουθούσε. 
  Είχε προλάβει να κάνει μόλις δύο μεγάλα ταξίδια και στο τρίτο έγινε το κακό. Χάθηκε. Έτσι ξαφνικά. Εξαφανίστηκε από το πλοίο. Χωρίς ίχνη. Χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω του που να μπορούσε να εξηγήσει τι κακό τον βρήκε. Και όλα αυτά σε ένα λιμάνι στην άκρη του κόσμου. Έγιναν έρευνες, δεν βρέθηκε ποτέ ζωντανός ή νεκρός. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Μίλησαν για αυτοκτονία. Εκείνος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν το δεχόταν. Υπήρχε η πιθανότητα της δολοφονίας. Όμως κανείς δεν ασχολήθηκε. Το θέμα κουκουλώθηκε. Εκείνος και η οικογένειά του δεν μπόρεσαν να μάθουν τι συνέβη και το παιδί τους εξαφανίστηκε. Και με αυτήν την πραγματικότητα έπρεπε τώρα να ζουν. Δεν ήξεραν αν έπρεπε να τον κλαίνε ή να τον περιμένουν. Ανάμεσα στην ελπίδα και στην απελπισία ακροβατούσαν όλον αυτόν τον καιρό προσπαθώντας να αντέξουν αυτό το ξαφνικό, αδιανόητο γεγονός που κατακερμάτισε όλα όσα μέχρι τότε ήξεραν, την ίδια τη ζωή, την ουσία και την πραγματικότητα, τον ίδιο τους τον εαυτό.
  Τα συναισθήματα με τα οποία πάλευε ήταν άγρια, μέσα του ζούσε τώρα εκείνος τρικυμίες, εκείνος που πάντα ήθελε μια ζωή απλή, χωρίς αναταραχές, χωρίς εντάσεις, εκείνος τώρα σαν να πνιγόταν σε μια θάλασσα αόρατη που τον τραβούσε σε έναν πάτο μαύρο. Κι όμως ποια δύναμη είχε μέσα του ακόμη δεν είχε καταλάβει και συνέχιζε κάθε μέρα να ζει. Συνέχιζε να αναπνέει, να ξυπνάει το πρωί, να κοιμάται το βράδυ, να σκέφτεται, να μην χάνει τα λογικά του σε μια κατάσταση που η τρέλα θα μπορούσε να είναι και σωτήρια αν τον έκανε έστω και για λίγο να μην πονάει. Και αυτός ο απέραντος θυμός, η λύσσα για αυτούς που νόμιζε πως έφταιγαν, η οργή για την αδιαφορία ανθρώπων που θα μπορούσαν να έχουν βοηθήσει, αυτός ο θυμός τον έκανε να τρομάζει με τον ίδιο του τον εαυτό αλλά του θύμιζε πως ήταν ακόμη ζωντανός, πως δεν είχε παραιτηθεί, πως στη ζωή του είχε αποφασίσει να δρα και όχι να αφήνεται.
  Μια μητέρα με δυο αγοράκια περπάτησε μπροστά του και τότε τα μάτια του βούρκωσαν. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ πόσο είχε επιθυμήσει, όταν ήταν μικρός, ένα αδερφάκι. Πόσο είχε προσευχηθεί για αυτό. Πόση αγαλλίαση είχε νιώσει, όταν είδε τη μητέρα του να κρατάει αγκαλιά αυτό το μωράκι που μετέπειτα έγινε ο αγαπημένος του σύντροφος. Ήταν πάντα προστατευτικός απέναντί του. Ήταν ο μεγάλος αδερφός. Τώρα είχε χάσει τον ρόλο του. Ο αδερφός του δεν ήταν πουθενά, ο κόσμος φάνταζε πολύ πιο επικίνδυνος από ό,τι τότε και εκείνος δεν ένιωθε μεγάλος, παρά μικρός, μικρός, ασήμαντος και επώδυνα ανήμπορος απέναντι στην καταστροφική τροπή που μπορεί να φέρει ξαφνικά η κάθε μέρα.
  Περπάτησε και τα μάτια του έτρεχαν. Δεν τον ένοιαζε αν τον κοιτούσαν οι περαστικοί. Δεν τον ένοιαζε που ήταν άντρας κι έκλαιγε. Κι αν θα τον χαρακτήριζαν αδύναμο δεν θα ήταν ψέμα. Ήταν αδύναμος αλλά τουλάχιστον εκείνος το ήξερε. Εκείνος  μπορούσε να καταλάβει πόσο ρευστά είναι όλα, πως μπορεί να χαιρετίσεις τον πιο αγαπημένο σου άνθρωπο και να μην τον ξαναδείς ποτέ, πως τη μια υπάρχεις, την άλλη χάνεσαι, πως μπορούν όλα να αλλάξουν ξαφνικά, να κατρακυλήσει η ζωή σου, να γκρεμιστεί σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, να χαθούν όσα ήξερες, να μην βρίσκεις πουθενά τον παλιό, χαρούμενο εαυτό σου. Ένιωθε σαν κοινωνός μιας μεγάλης αλήθειας, ναι, ήταν αδύναμος αλλά αυτή η επίγνωση τον έκανε πιο δυνατό. Οι άνθρωποι γύρω του περπατούσαν, γελούσαν, μιλούσαν, ζούσαν, τις περισσότερες φορές χαμένοι, μπερδεμένοι, τελματωμένοι σε καταστάσεις που ήταν κατασκευάσματα του εαυτού τους. Πάλευαν για τον έλεγχο σε μια ζωή που ανεξέλεγκτη μας οδηγεί εκεί που θέλει να μας οδηγήσει. Εκείνου η ζωή είχε βγει εκτός ελέγχου. Είχε δει πως ήταν. Τώρα τίποτα επουσιώδες δεν μπορούσε να τον ταράξει, να τον πληγώσει, να τον φοβήσει. Η επαφή του με την αδυναμία του τον είχε κάνει να στέκεται καλύτερα στα πόδια του και να μην τον σοκάρουν πια πράγματα που πριν μπορεί να τον έκαναν να τρέμει. Περπατούσε και τα μάτια του έτρεχαν, τα πόδια του, όμως, τα ένιωθε δυνατά γιατί ήταν αποφασισμένος αυτή τη φρικτή εξέλιξη που του έφερε η ζωή να την αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια.
  Έφτασε στο μικρό εκκλησάκι. Μπήκε μέσα, οι εικόνες σιωπηλές σαν να τον καλοδέχτηκαν, όπως και κάθε πονεμένο άνθρωπο. Εκεί είχε ανάψει ένα κεράκι ο αδερφός του πριν κάνει το πρώτο του ταξίδι. Τώρα θα άναβε εκείνος ένα κεράκι. Δεν είχε λόγια μέσα του να πει στον Θεό. Ήταν θυμωμένος με τον Θεό. Μα μπορείς να θυμώσεις στον Θεό;, σκεφτόταν κάποιες φορές που η ψυχή του άντεχε να σκεφτεί με καθαρότητα αυτό που συνέβη. Ο Θεός δεν σου υποσχέθηκε ποτέ τίποτα. Έχουμε μάθει να παίρνουμε στη ζωή μας, να απλώνουμε τα χέρια και να ζητάμε, να μην ικανοποιούμαστε ποτέ, να μην ευγνωμονούμε, να μην ευχαριστούμε. Κι όταν έρθει η απώλεια θυμώνουμε. Η απώλεια είναι στη ζωή η μόνη αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ό,τι είμαστε, ό,τι έχουμε κάποτε θα το χάσουμε, ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό. Κανείς ποτέ δεν μας προετοιμάζει κι όμως είναι τόσο απλό όσο ένα φύλλο που πέφτει από ένα δέντρο το φθινόπωρο. Είμαστε φύλλα και πέφτουμε και μετά γινόμαστε πάλι ένα με το χώμα και από εμάς κάτι καινούριο φυτρώνει. Ο αδερφός του ήταν ένας άνθρωπος ζωντανός, αγαπούσε, χαιρόταν, μάθαινε, χαιρόταν. Μπορεί στα εικοσιτρία του χρόνια να πήρε και να έδωσε χαρά κι αγάπη όση ποτέ δεν δίνουν και δεν δέχονται άνθρωποι που πεθαίνουν σε βαθιά γεράματα. Όλοι θα θυμούνταν το χαμόγελό του, το κέφι του και την καλοσύνη του, αυτό το φύλλο κι αν έπεσε τόσο νωρίς δεν πήγε χαμένο, δεν το έσπρωξε ο άνεμος να χαθεί στις βρωμιές του δρόμου, βυθίστηκε στο χώμα και από εκεί σίγουρα κάτι όμορφο, ένα λουλούδι ή ένας μικρός χαριτωμένος θάμνος θα φυτρώσει. Κι αν είναι ζωντανός;, δεν μπορούσε να μην το σκέφτεται, να μην βασανίζεται, να μην καίγεται από αυτό το ερώτημα. Κι αν είναι ζωντανός, όταν η ζωή το θελήσει, ο άνεμος θα τον φέρει πάλι κοντά του. Προς το παρόν έπρεπε να μάθει να αντέχει την απουσία του και να μάθει να διαχειρίζεται αυτή τη βαριά αβεβαιότητα, τόσο βαριά, σχεδόν ασήκωτη για να μπορέσει να τη σηκώσει κανείς. Όσο όμως άντεχε λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα και πιο πολύ, τόσο με αυτή την ουσία της ζωής, την αλήθεια της ερχόταν πιο κοντά, τόσο πιο δυνατός γινόταν κουβαλώντας στην πλάτη του την οδύνη, την ανημπόρια του, την άγνοιά του απέναντι στην πραγματικότητα. Άναψε το κεράκι. Δεν προσευχήθηκε. Δεν ζήτησε συγγνώμη για τις κακές του σκέψεις. Δεν ήλπισε. Δεν σκέφτηκε τίποτα. Απλώς ένιωσε, καλοδέχτηκε εκείνη τη δική του, απόλυτα προσωπική στιγμή με όλο του το είναι.
  Όταν έβγαινε, σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό. Θα βρέξει, σκέφτηκε. Εκείνη την ώρα, ένα κίτρινο φύλλο ξέφυγε από το κλαρί του, χόρεψε λίγο στον αέρα και έπεσε απαλά και αθόρυβα, σαν να φοβήθηκε να διαταράξει την ησυχία αυτού του θλιμμένου μεσημεριού.
  

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Ο Έλεγχος

Ο άνθρωπος κρατούσε τα ηνία
Σφιχτά
Οδηγούσε τα άλογα
Σε μια ξύλινη άμαξα
Που τον πήγαινε στη ζωή του

Έσερνε πίσω του το παρελθόν
Όλο και πιο βαρύ
Μέρα με τη μέρα
Έριχνε τη σκιά του
Μερικές φορές
Και του έκρυβε τον δρόμο

Ο άνθρωπος αγωνιούσε
Κρατούσε τα ηνία σφιχτά
Φοβόταν μην του ξεφύγουν
Μην βρεθεί να προχωρά
Οδηγούμενος
Από κάτι
Πέρα από τον έλεγχό του

Κι έτσι πέρασε τη ζωή του
Ταξιδεύοντας
Μέσα σε λιβάδια, βουνά
Καταρράκτες, ερήμους
Μικρά χωριά, μεγάλες πόλεις
Πεδιάδες και ακροθαλασσιές

Δεν στάθηκε ούτε μια στιγμή
Να κοιτάξει γύρω του τα μέρη
Ούτε και κανέναν άλλο άνθρωπο
Από αυτούς που έσερναν
Τις δικές τους άμαξες στις ζωές τους
Ή κάποιους λίγους που περπατούσαν
Κοίταξε ποτέ στα μάτια

Η ζωή του πέρασε γρήγορα

Και ήρθε η ώρα του τέλους

Ξαπλωμένος κρατούσε τα ηνία σφιχτά

Και τότε έστρεψε το βλέμμα του
Πρώτη φορά αληθινά
Στα άλογα
Και πρόσεξε με τρόμο
Πως τα ηνία
Δεν ήταν στα κεφάλια τους δεμένα

Τα χέρια του
Πληγιασμένα, πονεμένα
Είχαν επιτελέσει για χρόνια
Ένα έργο
Εντελώς αχρείαστο

Έπρεπε να αφήσω κάπου το φορτίο
Να κατέβω από την άμαξα
Σκέφτηκε λυπημένος
Να περπατήσω
Να κοιτάξω γύρω μου αληθινά

Όλη τη ζωή μου έχασα, είπε πικρά
Πάνω από αυτά τα καταραμένα άλογα
Που με πήγαιναν τελικά όπου ήθελαν!
Πόσο θα γελάνε μαζί μου τώρα...
Πόσο θα γέλασαν με τις προσπάθειές μου
Όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μπροστά μου
Τάχα μου σκλαβωμένα

Αυτά είπε και δάκρυσε μόνο
Κι ύστερα άρχισε να γελάει
Με ένα γέλιο καθάριο, αληθινό
Τα άλογα τον πλησίασαν
Κι έσκυψαν πάνω του τρυφερά
Κι ύστερα κοιμήθηκε για πάντα
Γαλήνιος

(γιατί κανένας έλεγχος
δεν ήταν ποτέ πραγματικός
μόνο το βλέμμα του 
πού θα το στρέψει
μπορεί να ορίζει κανείς
και το αν 
ακόμη και τη χειρότερη στιγμή
θα γελάσει)