Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Παροχέας Μουσικής

Κοίταξε το ρολόι της, είχε ήδη αργήσει και στη δουλειά ήταν σίγουρο ότι θα της έκαναν παρατήρηση. Εργαζόταν σε μια εταιρεία τηλεφωνίας, ήταν μία από τις πολλές ενοχλήσεις που κάθε μεσημέρι τηλεφωνούν στα σπίτια και ενημερώνουν για τα νέα πακέτα σύνδεσης και τις νέες προσφορές. "Καλησπέρα σας, έλεγε σε κάθε τηλεφώνημα και συστηνόταν. Μπορώ, σας παρακαλώ να σας απασχολήσω για λίγο;". Οι αντιδράσεις ήταν σχεδόν πάντα αρνητικές. Είτε της φώναζαν επειδή τους είχε ξυπνήσει, είτε ευγενικά απέφευγαν τη συνομιλία. Κι όμως κάποιοι συνάδελφοί της τα κατάφερναν καλύτερα, ίσως έφταιγε η μόνιμα χαμηλή της αυτοπεποίθηση, η δειλή φωνή της, που ήταν συνεχώς σαν να παρακαλούσε.
Επιτάχυνε το βήμα της. Ήξερε ότι έπρεπε να περπατήσει πιο γρήγορα, όμως της είχαν τελειώσει τα τσιγάρα. Δεν άντεχε να μην καπνίσει στο διάλειμμά της. Μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο στη γωνία, ήταν ακόμη αρκετά μακριά από την εταιρεία. Ένας φαλακρός κύριος, κάπως παχουλός της χαμογέλασε. Του ζήτησε τα τσιγάρα που κάπνιζε. Ξαφνικά άκουσε έναν παράξενο ήχο, ήταν σαν το κλάμα των νεογέννητων γατιών που είχε η γειτόνισσά της από το διπλανό διαμέρισμα. 
"Έχετε γατάκια;", ρώτησε άτολμα κι ύστερα το μετάνιωσε, δεν είχε χρόνο για κουβέντα.
Ο κύριος χαμογέλασε πάλι κι έξυσε το κεφάλι του. Ύστερα της έδειξε ένα ακουστικό σαν τηλεφώνου.
"Ένα γατάκι, χαχα. Το μωρό μου είναι, ο γιος μου. Η γυναίκα μου μας εγκατέλειψε πριν τρεις μήνες. Μένω στο διαμέρισμα στον πάνω όροφο. Δεν έχω κανέναν να μου τον κρατήσει και φοβάμαι να τον έχω εδώ, τόσοι άνθρωποι μπαίνουν, τόσα μικρόβια. Όταν κλαίει, κλείνω για λίγο το μαγαζί κι ανεβαίνω τρέχοντας να τον αλλάξω ή να τον ταίσω ή μερικές φορές απλώς να τον πάρω μια αγκαλιά για να ηρεμήσει. Δύσκολα τα βγάζουμε πέρα, όμως, όταν δεν υπάρχουν επιλογές κλείνεις το στόμα και προχωράς."
Όλη αυτή την ώρα το κλάμα του μωρού από το ακουστικό της ενδοεπικοινωνίας τής τρυπούσε τα αυτιά. Ήθελε κι εκείνη να βάλει τα κλάματα.
"Πάρε, κορίτσι μου, τα τσιγάρα σου. Πρέπει να τρέξω πάνω. Είναι κρίμα, όμως, που καπνίζεις, καταστρέφεις την υγεία σου και χαλάς τα λεφτά σου."
"Εε,ευχαριστώ", είπε εκείνη δειλά, έκανε επί τόπου στροφή κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας μετανιωμένη για τα λεπτά που έχασε ακούγοντας την εξομολόγηση του άντρα.
Μέχρι να φτάσει στη δουλειά το μυαλό της έπαιζε αυτό το γοερό, απελπισμένο κλάμα, αυτήν την συνεχόμενη μωρουδιακή κραυγή. Και λίγο πριν περάσει τον δρόμο ένας νεαρός με ένα ακορντεόν στάθηκε δίπλα της και άρχισε να παίζει προτρέποντάς την με το βλέμμα να του δώσει κάποιο κέρμα. Εκείνη εκνευρίστηκε. "Δεν έχω χρόνο", είπε μέσα από τα δόντια της και πέρασε τρέχοντας και απρόσεκτα τον μεγάλο δρόμο. Ένα αυτοκίνητο παρά λίγο να την πατήσει. "Πού πας, κοπέλα μου; Πρόσεχε λιγο!", της φώναξε άγρια ένας άντρας με μουστάκι από μέσα. Ένιωσε σαν παιδάκι που το μάλωσαν. Με κατεβασμένο το κεφάλι μπήκε στην εταιρεία, όπου τη μάλωσαν πάλι για την αργοπορία της και της υπενθύμισαν πόσοι άνεργοι τους χτυπάνε την πόρτα καθημερινά ζητώντας μια θέση που θα μπορούσε να είναι η δική της, αν συνέχιζε έτσι.
Κι ύστερα κάθισε στο γραφειάκι της, μπροστά από έναν υπολογιστή, φόρεσε τα ακουστικά της και για τέσσερις ώρες έκανε τη δουλειά της. "Καλησπέρα σας, έλεγε το όνομά της. Μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;", "Συγγνώμη για την ενόχληση". "Με συγχωρείτε". "Σας παρακαλώ". "Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας".
Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του διαλείμματος. Ήταν πολύ στενοχωρημένη από την επίπληξη και την απειλή απόλυσης και μόνο ένα τσιγάρο θα μπορούσε να απορροφήσει όλη αυτή την αρνητικότητα και τη θλίψη. Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά, δεν άντεχε ούτε το ασανσέρ να περιμένει και πέρασε πάλι τον δρόμο για να καθίσει σε ένα παγκάκι στο μικρό πάρκο απέναντι. Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα, κάποια πουλιά μπορούσαν να ακουστούν παρά τη φασαρία των αυτοκινήτων και ο ήλιος υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να τα κάνει όλα πιο όμορφα.
Έβγαλε το πακέτο της. Θυμήθηκε τον άντρα με το μωρό. Τι ζωή, Θεέ μου. Τι απαίσιος τρόπος για να ξεκινήσεις τη ζωή σου. Τι ελπίδες είχε αυτό το μωρό να νιώσει ποτέ αγαπητό; Κι ύστερα σκέφτηκε αυτό που της έλεγε η μητέρα της. Πως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν τόσο αγχωμένη, γιατί στενοχωριόταν τόσο εύκολα, σε εκείνη δεν έλειψε ποτέ τίποτα, όταν ήταν παιδί. Τις σκέψεις της διέκοψε πάλι ο νεαρός με το ακορντεόν. Τον κοίταξε πάλι ενοχλημένη. Εκείνος σαν να μην το είδε κάθισε δίπλα της. Ήταν όμορφος, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να τη γοητεύσει.
"Με συγχωρείς, μπορείς να μου δώσεις ένα τσιγάρο; Ίσως έτσι σταματήσω να παίζω και να σε ενοχλώ..."
Τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Μα γιατί της έπιαναν όλοι την κουβέντα σήμερα; Ήθελε να χαθεί στη μοναξιά της, στο τσιγάρο της, στη βαθιά χωρίς ουσιαστικό λόγο λύπη της. Του έδωσε, όμως, ένα τσιγάρο ελπίζοντας ότι θα έφευγε.
"Και αναπτήρα...Ξέρεις, δεν ανάβει μόνο του", ο νεαρός διασκέδαζε με την αμηχανία της. Τον κοίταξε καλύτερα. Δεν ήταν μετανάστης, δεν φαινόταν φτωχός, ούτε ήταν βρώμικος. Αν δεν είχε το ακορντεόν, δεν θα ξεχώριζε από τους περαστικούς ή τους συναδέλφους της.
"Σε βλέπω μερικές φορές, όταν πηγαίνεις στη δουλειά σου. Πάντα μπαίνεις τρέχοντας. Είσαι πολύ αγχώδης, έτσι;", της είπε και ρούφηξε τον καπνό.
Δεν του απάντησε. Φύσηξε τον δικό της καπνό παρακαλώντας από μέσα της μια ανώτερη δύναμη να τον κάνει να φύγει.
"Με θεωρείς σιχαμερό ζητιάνο, έτσι;"
Πάλι δεν του απάντησε.
"Είμαι φοιτητής. Μεγάλωσα μόνο με την μητέρα μου κι έμεινε άνεργη. Οπότε έγινα παροχέας μουσικής στον δρόμο για να πιάσουν τόπο και τα μαθήματα στο ωδείο που έκαναν όταν ήμουν μικρός. Θυμάμαι ότι όταν ερχόταν ο θειός μου με έβαζαν να παίζω ακορντεόν και μου πετούσαν κέρματα για πλάκα. Πού να ήξεραν ότι αυτό θα ήταν το μέλλον μου;"
Τον κοίταξε κάπως έκπληκτη αλλά επέστρεψε στο τσιγάρο της. Δεν είχε πολύ χρόνο, δεν ήταν τώρα ώρα για αλλαγή στάσης. Μα γιατί όλοι εκείνη τη μέρα της μιλούσαν για τις δύσκολες ζωές τους; Και η δική της ζωή ήταν δύσκολη, δεν έπιανε τον πρώτο τυχόντα να του το πει. Γιατί, ήταν δύσκολη, όμως αναρωτήθηκε και μην αντέχοντας τη σκέψη αυτή σηκώθηκε και είπε στον νεαρό χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια πως έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά της.
"Μη με λυπάσαι, οι άνθρωποι στον δρόμο μου χαμογελούν. Πριν λίγο ήρθε μια κυρία με ένα μωρό και της έπαιξα ένα παιδικό τραγούδι. Συγκινήθηκε τόσο που την πήραν τα κλάμματα. Η μουσική είναι κάτι όμορφο και το προσφέρω με την καρδιά μου και συνήθως οι αντιδράσεις είναι πιο θετικές από τη δική σου. Θα πρέπει να είσαι πολύ πιεσμένη. Σίγουρα δεν θέλεις να σου παίξω ένα τραγούδι να χαλαρώσεις λίγο;"
"Όχι, ευχαριστώ", είπε κι έφυγε τρέχοντας πάλι χωρίς να τον κοιτάξει. Δεύτερη φορά που παρα λίγο να την πατήσει αυτοκίνητο κι αυτή τη φορά παρά λίγο να προκαλέσει ατύχημα έτσι που πέρασε. Δύο οδηγοί την έβρισαν άσχημα κι ένιωσε απαίσια που τους άκουσε ο νεαρός με το ακορντεόν να της μιλάνε έτσι. Υπό άλλες συνθήκες μάλλον θα της άρεσε.

Δέκα λεπτά αργότερα ήταν καθισμένη στο γραφείο της. Παροχέας μουσικής, δεν μπορούσε να ξεχάσει αυτά τα λόγια. "Για τις νέες μας παροχές, θέλω να σας ενημερώσω", είπε στον πρώτο άνθρωπο εκείνη την ημέρα που δέχτηκε να την ακούσει. Λίγο μετά, όμως έχασε το ενδιαφέρον του και της είπε πως ήταν απασχολημένος και να μην του τηλεφωνήσει ξανά. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, άκουσε μέσα της ένα κλάμα, όπως εκείνου του μωρού πάνω από το ψιλικατζίδικο. "Σας παρακαλώ, μπορείτε να με ακούσετε για λίγο;", είπε σε μια κυρία που σήκωσε το τηλέφωνο ενοχλημένη. "Μα τι θέλετε πια μεσημεριάτικα; Σας έχω πει να μην με ενοχλήσετε ξανά!", της είπε και το έκλεισε τόσο απότομα που ένιωσε το σώμα της να τραντάζεται. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και σταμάτησε. Ήξερε πως αν την έβλεπαν θα της έκαναν ακόμη μια επίπληξη, μπορεί και να την απέλυαν. Για κάποιο λόγο ήταν τόσο στενοχωρημένη εκείνη τη στιγμή που ακόμη κι αν την απέλυαν μπορεί και να μην στενοχωριόταν άλλο. Γύρισε το κεφάλι στο παράθυρο, που έβλεπε στο πάρκο. Ο νεαρός με το ακορντεόν ήταν ακόμη εκεί. Ένας ηλικιωμένος κύριος με ένα παιδάκι τον άκουγαν όντως πολύ χαμογελαστοί. Ξαναφόρεσε τα ακουστικά της και στράφηκε πάλι στην οθόνη της, ύστερα τηλεφώνησε στον αριθμό που έβλεπε μπροστά της και ζήτησε να μιλήσει με τον κύριο που είχε το όνομα δίπλα στον αριθμό. Μια αντρική φωνή σαν όλες τις άλλες. "Ναι, καλησπέρα σας, ονομάζομαι...". Το ακορντεόν έξω έπαιζε κι εκείνη δεν άκουγε.