Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Το παιδί και το ρολόι

Έδωσε στο παιδί του το ρολόι
Στην ησυχία
Εκείνο δειλά άκουσε τον χρόνο
Να περνάει
Το δευτερόλεπτο να φεύγει
Είδε με τα μικρά του μάτια
Γέλασε
Θα του φάνηκε αστείο
Μέσα στο παιδικό μυαλό του
Ο χρόνος πως περνά και φεύγει
Ήταν σε μια ηλικία, μικρή αθώα

Τα δευτερόλεπτα, οι ώρες, οι μέρες
Ακόμη δεν είχαν αρχίσει
Να βαραίνουν προς τα πίσω
Μέσα στο ατέλειωτο, αθώο παρόν του
Μπορούσε μόνο να γελάει για ώρα
Χωρίς να νοιάζεται αν την ώρα αυτή
Θα χάσει
Χωρίς να μπορεί να μετανιώσει
Χωρίς τις ώρες που ίσως ζήσει να φοβάται

Ο χρόνος πέρασε μες στο ρολόι
Τα δευτερόλεπτα έκαναν
Την γνωστή τους βόλτα
Ο ήχος του χρόνου
Συνεπής και πάλι
Χωρίς αρχή, μέση και τέλος
Χωρίς προειδοποιήσεις για ό,τι θα ρθει

Τα δευτερόλεπτα όμως συνεχίζουν
Τις δικές τους αέναες μετρήσεις

Ο χρόνος ίσως τελικά να είναι
Ένα μηδενικό ατέλειωτο, μεγάλο
Μετέωρος μέσα εκείνος ψάχνει
Τον λεπτοδείκτη κυνηγώντας
Εκείνο που για κείνον είναι
Και τόσο συχνά αυτό το χάνει
Γυρίζοντας τον λεπτοδείκτη πίσω
Ή με το φόβο της επόμενης ώρας

Εκεί μετέωρος άσκοπα μετρώντας
Άκουσε αυτό το παιδικό το γέλιο
Κι ήταν η πρώτη η φορά τότε
Σκαρφάλωσε πάνω στο ρολόι
Σταμάτησε τον λεπτοδείκτη
Και γέλασε κι αυτός για ώρα

Κι ήταν αυτή η στιγμή δική του

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Φωνές

Φύσηξε στις πόλεις
Και μερικά φύλλα έπεσαν
Ο γύρω κόσμος, τα δέντρα
Δεν νοιάστηκαν ποτέ
Για τα όσα μαίνονται γύρω σου

Λόγια, λόγια
Συνεχώς λόγια
Απόψεις επί των απόψεων
Κρίσεις
Και ο καθένας μόνος
Σε πλήκτρα φωνάζει
Στους άλλους
Αυτά που δεν τολμάει
Να φωνάξει στο ίδιο το δικό του πρόσωπο
Νομίζεις ότι καταρρέουν όλα
Η βία είναι αβάσταχτη
Ο ανθρώπινος πόνος
Μερικές φορές γίνεται συνήθεια
Ή τύπωμα πάνω σε σημαίες
Σύνθημα απλώς για να φωνάξεις
Για να νιώσεις πως έχεις κι εσύ
Κάτι να πεις για όλα αυτά
Φωνάζεις και δεν αντέχεις
Τις φωνές του δίπλα ανθρώπου
Κι είστε κατά βάθος ίδιοι
Μισείς στον άλλον πάντοτε
Αυτό που μισείς μέσα σου
Κι όταν οι καταστάσεις μας ξεπερνούν
Μισείς περισσότερο
Γιατί αυτό έχεις μάθει
Να βλέπεις μόνο το Άλλο
Ποτέ το δικό σου μίσος
Ποτέ τη δική σου οργή
Να μην αντιμετωπίζεις
Ποτέ τη δική σου οδύνη

Οι καιροί αλλάζουν
Νέες απειλές, νέο αίμα
Νέος ανθρώπινος, άδικος πόνος
Οι πόλεις μένουν σιωπηλές
Φωτίζουν σε χρώματα σημαίων, πενθούν
Και σε λίγες μέρες
Όλοι θα επιστρέψουν
Ξανά στις ίδιες ζωές τους
Απλώς με λίγες απόψεις περισσότερες
Με λίγο μίσος παραπάνω
Με ένα επιχείρημα ακόμη στη τσέπη τους

Έμαθα μόνο να μιλώ
Να τρέχω να απαντήσω
Να έχω μια ανάγκη λαίμαργη
Να έχω πάντοτε δίκιο
Να μην βλέπω
Να μην πολεμώ ποτέ
Αυτό το βίαιο, άσχημο
Που κρύβεται μέσα μου
Και είναι όλο δικό μου

Στις πόλεις τα φύλλα έμειναν πεσμένα
Κανένα δέντρο δεν θα νοιαστεί ποτέ
Για τα όσα μαίνονται γύρω σου
Κυρίως ποτέ δεν θα ακούσει
Αυτές, τις τόσες φωνές
Που μιλάνε διαρκώς ακατάπαυστα
Χωρίς ποτέ ουσιαστικά
Τίποτα να λένε

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Σκυθρωπός Καθρέφτης

…Κι ένας καθρέφτης μετράει σκυθρωπός τη μορφή σου…
                                                                        Μ.Αναγνωστάκης, «13.12.43»


Έφτιαξαν τον Καθρέφτη Σκυθρωπό
Οι Άλλοι κι αυτός
Ένα θλιμμένο χάδι
Μια πνιγμένη οργή
Ποτέ δεν έμαθε στον Καθρέφτη
Να βλέπει
Χαμόγελο

Ήταν παιδί που ήθελε
Να κυνηγήσει τα πολλά
Χωρίς να χαίρεται
Σοβαρό, έξυπνο, αποτελεσματικό παιδί
Και στον Καθρέφτη γκρίζο



Μεγάλωνε κι άρχισε να μπαίνει
Στον κόσμο που θέλει
Τους ανθρώπους
Δυστυχισμένους
Και ο Καθρέφτης
Ήταν γι’αυτόν
Μια αλήθεια πολύ αδιαμφισβήτητη

Έκανε φίλους
Ταξίδεψε
Ερωτεύτηκε
Και ο Καθρέφτης
Συνέχισε να τον κοιτάζει
Κάθε πρωί
Με μια μορφή
Θλιβερή εξίσου

Κάποια μέρα
Ίσως να έβρεχε
Ίσως να ήταν μέρα φωτεινή
(μικρή σημασία έχει,
μιας και η βροχή
ανάλογα από το πώς
η ψυχή τη βλέπει
μπορεί να λάμπει
κι ο λαμπερός ο ήλιος
να φαίνεται απειλητικός μπορεί)
Κοίταξε πάλι τον Καθρέφτη
Περιμένοντας να δει
Την ίδια καθημερινή
Λυπητερή μορφή του

Και ο Καθρέφτης χαμογέλασε
Με ένα χαμόγελο αχνό
Πώς βρήκε το θάρρος
Είναι να απορεί κανείς
Τα αντικείμενα της ύλης
Δεν είναι για να παίρνουν πρωτοβουλίες

Και τότε εκείνος σκέφτηκε
Πως ναι, ήταν δυνατό
Κάποια στιγμή
Να βλέπει στη μορφή του κάθε μέρα
Ένα όμορφο αληθινό χαμόγελο

Και με αυτό να πορεύεται
Σε αυτόν τον κόσμο
Των σοβαρών
Των έξυπνων
Των αποτελεσματικών
Που κάθε μέρα στρέφουν το βλέμμα
Σε καθρέφτες θαμπούς
Χωρίς χρώμα
Και τέτοια βλέμματα
Και μεταξύ τους ανταλλάσσουν

Και σκέφτηκε
Πόσο όμορφο κι αστείο ίσως
Και αναπάντεχο και ανατρεπτικό
Και λίγο τρομακτικό μπορεί να ήταν
Μια μέρα βροχερή ή φωτεινή
Δεν έχει σημασία
Αυτοί όλοι οι καθρέφτες ξαφνικά
Οι σκυθρωποί, οι γκρίζοι, οι θαμποί
Να βγάλουν όλοι τους μορφές
Που δυνατά, πολύ δυνατά
Απέναντι σε αυτούς που τους κοιτάζουν
Θα γελάσουν



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το μικρό, μωρουδιακό γάντι...

Το μικρό, μωρουδιακό γαντάκι μπήκε στο κουτί δίπλα στο ταίρι του. Από κάτω τους μερικά μωρουδιακά ρούχα και λίγα παιχνίδια. Κι ακόμη πιο κάτω λίγα γυναικεία και λίγα αντρικά ρούχα. Στον πάτο του κουτιού δύο κουβέρτες. Η γυναίκα έκλεισε το κουτί με κολλητική ταινία και πάνω με μαρκαδόρο έγραψε τα περιεχόμενά του. Ύστερα το άφησε στο χωλ, δίπλα στην πόρτα και πήγε στην κουζίνα να δει το φαγητό που μαγειρευόταν. Το κοριτσάκι της κοιμόταν ήσυχο στο παιδικό δωμάτιο, στο οποίο ξεχώριζε η φανταχτερή κουρτίνα με τις νεράιδες κι ένας μεγάλος μπεζ αρκούδος που έμοιαζε ευχαριστημένος. 
Η γυναίκα ανακάτεψε το φαγητό. Η εικόνα τής έφερε στο μυαλό την εικόνα μιας τεράστιας κατσαρόλας με όσπρια, που είχαν μαγειρέψει κάποιες εθελόντριες σε ένα από τα νησιά όπου κατέφταναν κάθε μέρα χιλιάδες πρόσφυγες από τη Συρία και κάποιοι έμεναν εκεί. Το χαμόγελο των γυναικών εκείνων δεν ήξερε αν ήταν αρκετό για να ανακουφίσει τον πόνο αυτών των ανθρώπων, που στο μυαλό της ήταν αδιανόητος. Κι από την άλλη άκουσε κάποιον σε ένα ρεπορτάζ στις ειδήσεις να λέει πως εκεί κάτω από τα αστέρια κοιμούνταν πολύ πιο ήσυχοι από ό,τι στα σπίτια τους που κατέτρωγε ο πόλεμος και πως εκεί, χωρίς φαγητό, χωρίς στέγη, χωρίς ρούχα ένιωθαν ευγνωμοσύνη και ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Τα όρια του ανθρώπου απλώνονται μακριά, καλύτερα να μην ξέρει κανείς τι μπορεί να αντέξει, σκέφτηκε η γυναίκα κι ύστερα έσβησε το μάτι της κουζίνας και πήγε στο σαλόνι.
Το απόγευμα επέστρεψε ο άντρας της από τη δουλειά. Ήταν κουρασμένος αλλά η μικρή του κόρη που γελούσε στην αγκαλιά του τού πρόσφερε στιγμές πιο σημαντικές από αυτές της ξεκούρασης. Η γυναίκα άφησε την κόρη της και τον άντρα της στο παιδικό δωμάτιο να παίζουν, πήγε στο μεγάλο υπνοδωμάτιο και άνοιξε τη ντουλάπα για να διαλέξει ρούχα. Ξαφνικά τα ρούχα της τής φάνηκαν πολλά, η ντουλάπα έγινε κάπως πνιγηρή, όταν στο μυαλό της έφερε τις γυναίκες που είχε δει στην εφημερίδα, που πήραν μαζί τους φεύγοντας μόνο ό,τι πιο πολύτιμο είχαν, τα παιδιά τους. Ντύθηκε βιαστικά χωρίς να προσέξει τον συνδυασμό παντελονιού και μπλούζας, όπως έκανε συνήθως. Φόρεσε το μπουφάν της, πήρε το κουτί που ήταν στο χωλ και βγήκε από το σπίτι.
Στον δρόμο το δέμα της φάνηκε βαρύ αλλά δεν θα τολμούσε να παραπονεθεί. Στο μυαλό της άρχισε να μετράει τα ρούχα που έδωσε και να αναρωτιέται αν έπρεπε να δώσει κι άλλα. Τα μικρά γαντάκια ήταν τα αγαπημένα της. Δώρο από τη γιαγιά της μικρής, ζέσταιναν τα χεράκια της τον χειμώνα στις βόλτες τους. Αν ένα άψυχο ρούχο μπορεί να νιώσει, αυτά τα γαντάκια ήταν πολύ τυχερά σκέφτηκε. Τύλιξαν αυτά τα μικρά χεράκια, όμως ένα παιδικό χεράκι έχει τόση ζεστασιά που τα γάντια, αν μπορούσαν να νιώσουν, θα ζεσταίνονταν κι αυτά. Αν και τον περισσότερο περσινό χειμώνα το κοριτσάκι της τον πέρασε ασφαλές, σκεπασμένο στην κούνια του. Η γυναίκα προσπάθησε να μετρήσει τις φορές που φορέθηκαν τα γάντια. Ναι, ήταν λίγες, σκέφτηκε, ίσως τα γάντια να ένιωσαν μοναξιά όλον τον χειμώνα μέσα σε ένα συρτάρι. Μα τι ανοησίες σκέφτομαι, είπε στον εαυτό της. Προσπάθησε να προχωρήσει πιο γρήγορα, αλλά το κουτί την εμπόδιζε. Μετά από δεκαπέντε λεπτά κι ενώ έξω είχε αρχίσει να κάνει κρύο και να σκοτεινιάζει έφτασε στα γραφεία του Δήμου. Μπήκε μέσα σπρώχνοντας την πόρτα με την πλάτη της και κατευθύνθηκε στο γραφείο που υποψιάστηκε ότι έπρεπε να πάει. Ήταν ένα γραφείο σχεδόν πνιγμένο στα δέματα.
Η γυναίκα μίλησε λίγο με την υπάλληλο. Ναι, είχαν μαζέψει πολλά δέματα. Οι ανάγκες, όμως, ήταν πολλές. Η κατάσταση τούς ξεπερνούσε. Ναι, είχαν αρκετούς εθελοντές. Αλλά ο αριθμός των προσφύγων ήταν συνταρακτικός. Ναι, και κάποιοι γιατροί. Ποιον να πρωτοπροσέξουν, όμως. Δεν το χρειαζόταν αυτό η χώρα, είχε ήδη τις δικές της δύσκολες στιγμές. Από την άλλη όλοι έχουμε μια ιστορία προσφυγιάς στις οικογένειές μας, δεν είμαστε λαός που θα γυρίσει το κεφάλι σε ανθρώπους σε τόση ανάγκη. Τέτοια είπαν κι ύστερα η γυναίκα έφυγε. Η διαδρομή της επιστροφής ήταν πιο ευχάριστη γιατί δεν είχε το δέμα στα χέρια της. Έφτασε γρήγορα στο σπίτι. Όταν μπήκε, βρήκε τον άντρα της αγκαλιά με την κόρη της να χορεύουν. Λίγο μετά έπιασε βροχή. Το κοριτσάκι θα έκανε το μπάνιο του και θα κοιμόταν. Η κουρτίνα με τις νεράιδες θα έκλεινε και ο ευχαριστημένος αρκούδος ίσως κοιμόταν κι αυτός.
Την επόμενη μέρα το πακέτο ταξίδεψε με ένα πλοίο. Στιβαγμένο μαζί με άλλα δέματα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη αν και είχε αρχίσει να μπαίνει ο χειμώνας. Όταν έφτασαν στο νησί, τα δέματα συνάντησαν τους εθελοντές που περίμεναν στο λιμάνι. Τα μετέφεραν χωρίς να παραπονεθούν για το βάρος τους, ευχαριστημένοι που είχαν κι άλλα ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης να μοιράσουν. Ύστερα τα πήγαν στον χώρο που είχαν διαθέσει για αυτόν το σκοπό. Δύο εθελόντριες άρχισαν να ανοίγουν τις κούτες και να ομαδοποιούν τα ρούχα σε ανδρικά, γυναικεία, παιδικά. Ένα γυναικείο χέρι έφτασε στα δύο μικρά, μωρουδιακά γαντάκια.
Το ίδιο βράδυ τα γαντάκια ζέσταιναν δυο μικροσκοπικά χεράκια λίγο μελανιασμένα. Το μωρό είχε ίσως πυρετό, η αγκαλιά της μητέρας του δεν μπορούσε να το ανακουφίσει. Έκανε κρύο. Τα άστρα έλαμπαν πάνω στον καθαρό ουρανό. Η μητέρα του μωρού προσευχόταν. Αν τα άψυχα ρούχα κάποιες φορές μπορούσαν να νιώσουν, ίσως και λίγο να δάκρυζαν.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Το Φύλλο

 
Στην Κατερίνα Ν.

Μόλις πάτησε τα πόδια του στο νησί, ένιωσε την ισορροπία του να χάνεται. Το σώμα του μούδιασε, βάρυνε και νόμιζε πως θα λιποθυμούσε. Στάσου όρθιος, είπε στον εαυτό του και προσπάθησε να χαμογελάσει. Αυτή θα ήταν η ζωή του από εδώ και στο εξής. Μια προσπάθεια να χαμογελάσει. Μια προσπάθεια να ξυπνήσει το πρωί χωρίς αυτό το πλάκωμα στο στήθος του. Μια προσπάθεια να ονειρευτεί χωρίς να φοβάται το απρόσμενο που μπορεί να κάνει τη ζωή σου χίλια κομμάτια. Μια προσπάθεια να συνεχίσει να ζει κι όμως η απώλεια τον τραβούσε σαν μαγνήτης σε μια άβυσσο σκοτεινή και βαριά. Ναι, αυτή θα ήταν η ζωή του. Μια προσπάθεια να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τον αδερφό του. Να συνεχίσει να θέλει να ζει, να συνεχίσει να αγαπάει, να συνεχίσει να βρίσκει όμορφα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο που πια δεν του φαινόταν όμορφος καθόλου.
  Το  νησί συνέχιζε να είναι όμορφο και χωρίς εκείνον. Ναι, ο ουρανός ήταν καθαρός, κάποια πουλιά κελαηδούσαν στα δέντρα, το πλακόστρωτο γραφικό και αναλλοίωτο και οι μικρές βαρκούλες έπλεαν ανέμελες. Είμαστε μικροί, πολύ μικροί, όλα μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς εμάς κι ωστόσο όταν ένας άνθρωπος χαθεί γκρεμίζονται οι ψυχές των δικών του ανθρώπων.
  Εδώ ο αδερφός του είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια του, τα χρόνια των σπουδών του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Από παιδί ήθελε να γίνει ναυτικός. Ήταν από οικογένεια ναυτικών, το θαλασσινό νερό έτρεχε στο αίμα του, τα μακρινά ταξίδια ήταν για αυτόν κάλεσμα στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Εκείνος ήθελε μια ζωή πιο ασφαλή, πιο συνηθισμένη, στη ζωή του ναυτικού έβλεπε μόνο δυσκολίες, αποχωρισμούς και μοναξιά. Ο αδερφός μου όμως λάτρευε τα καράβια, λάτρευε τα ταξίδια κι αυτόν τον δρόμο από μικρός ανακοίνωσε πως θα ακολουθούσε. 
  Είχε προλάβει να κάνει μόλις δύο μεγάλα ταξίδια και στο τρίτο έγινε το κακό. Χάθηκε. Έτσι ξαφνικά. Εξαφανίστηκε από το πλοίο. Χωρίς ίχνη. Χωρίς να αφήσει τίποτα πίσω του που να μπορούσε να εξηγήσει τι κακό τον βρήκε. Και όλα αυτά σε ένα λιμάνι στην άκρη του κόσμου. Έγιναν έρευνες, δεν βρέθηκε ποτέ ζωντανός ή νεκρός. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Μίλησαν για αυτοκτονία. Εκείνος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν το δεχόταν. Υπήρχε η πιθανότητα της δολοφονίας. Όμως κανείς δεν ασχολήθηκε. Το θέμα κουκουλώθηκε. Εκείνος και η οικογένειά του δεν μπόρεσαν να μάθουν τι συνέβη και το παιδί τους εξαφανίστηκε. Και με αυτήν την πραγματικότητα έπρεπε τώρα να ζουν. Δεν ήξεραν αν έπρεπε να τον κλαίνε ή να τον περιμένουν. Ανάμεσα στην ελπίδα και στην απελπισία ακροβατούσαν όλον αυτόν τον καιρό προσπαθώντας να αντέξουν αυτό το ξαφνικό, αδιανόητο γεγονός που κατακερμάτισε όλα όσα μέχρι τότε ήξεραν, την ίδια τη ζωή, την ουσία και την πραγματικότητα, τον ίδιο τους τον εαυτό.
  Τα συναισθήματα με τα οποία πάλευε ήταν άγρια, μέσα του ζούσε τώρα εκείνος τρικυμίες, εκείνος που πάντα ήθελε μια ζωή απλή, χωρίς αναταραχές, χωρίς εντάσεις, εκείνος τώρα σαν να πνιγόταν σε μια θάλασσα αόρατη που τον τραβούσε σε έναν πάτο μαύρο. Κι όμως ποια δύναμη είχε μέσα του ακόμη δεν είχε καταλάβει και συνέχιζε κάθε μέρα να ζει. Συνέχιζε να αναπνέει, να ξυπνάει το πρωί, να κοιμάται το βράδυ, να σκέφτεται, να μην χάνει τα λογικά του σε μια κατάσταση που η τρέλα θα μπορούσε να είναι και σωτήρια αν τον έκανε έστω και για λίγο να μην πονάει. Και αυτός ο απέραντος θυμός, η λύσσα για αυτούς που νόμιζε πως έφταιγαν, η οργή για την αδιαφορία ανθρώπων που θα μπορούσαν να έχουν βοηθήσει, αυτός ο θυμός τον έκανε να τρομάζει με τον ίδιο του τον εαυτό αλλά του θύμιζε πως ήταν ακόμη ζωντανός, πως δεν είχε παραιτηθεί, πως στη ζωή του είχε αποφασίσει να δρα και όχι να αφήνεται.
  Μια μητέρα με δυο αγοράκια περπάτησε μπροστά του και τότε τα μάτια του βούρκωσαν. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ πόσο είχε επιθυμήσει, όταν ήταν μικρός, ένα αδερφάκι. Πόσο είχε προσευχηθεί για αυτό. Πόση αγαλλίαση είχε νιώσει, όταν είδε τη μητέρα του να κρατάει αγκαλιά αυτό το μωράκι που μετέπειτα έγινε ο αγαπημένος του σύντροφος. Ήταν πάντα προστατευτικός απέναντί του. Ήταν ο μεγάλος αδερφός. Τώρα είχε χάσει τον ρόλο του. Ο αδερφός του δεν ήταν πουθενά, ο κόσμος φάνταζε πολύ πιο επικίνδυνος από ό,τι τότε και εκείνος δεν ένιωθε μεγάλος, παρά μικρός, μικρός, ασήμαντος και επώδυνα ανήμπορος απέναντι στην καταστροφική τροπή που μπορεί να φέρει ξαφνικά η κάθε μέρα.
  Περπάτησε και τα μάτια του έτρεχαν. Δεν τον ένοιαζε αν τον κοιτούσαν οι περαστικοί. Δεν τον ένοιαζε που ήταν άντρας κι έκλαιγε. Κι αν θα τον χαρακτήριζαν αδύναμο δεν θα ήταν ψέμα. Ήταν αδύναμος αλλά τουλάχιστον εκείνος το ήξερε. Εκείνος  μπορούσε να καταλάβει πόσο ρευστά είναι όλα, πως μπορεί να χαιρετίσεις τον πιο αγαπημένο σου άνθρωπο και να μην τον ξαναδείς ποτέ, πως τη μια υπάρχεις, την άλλη χάνεσαι, πως μπορούν όλα να αλλάξουν ξαφνικά, να κατρακυλήσει η ζωή σου, να γκρεμιστεί σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, να χαθούν όσα ήξερες, να μην βρίσκεις πουθενά τον παλιό, χαρούμενο εαυτό σου. Ένιωθε σαν κοινωνός μιας μεγάλης αλήθειας, ναι, ήταν αδύναμος αλλά αυτή η επίγνωση τον έκανε πιο δυνατό. Οι άνθρωποι γύρω του περπατούσαν, γελούσαν, μιλούσαν, ζούσαν, τις περισσότερες φορές χαμένοι, μπερδεμένοι, τελματωμένοι σε καταστάσεις που ήταν κατασκευάσματα του εαυτού τους. Πάλευαν για τον έλεγχο σε μια ζωή που ανεξέλεγκτη μας οδηγεί εκεί που θέλει να μας οδηγήσει. Εκείνου η ζωή είχε βγει εκτός ελέγχου. Είχε δει πως ήταν. Τώρα τίποτα επουσιώδες δεν μπορούσε να τον ταράξει, να τον πληγώσει, να τον φοβήσει. Η επαφή του με την αδυναμία του τον είχε κάνει να στέκεται καλύτερα στα πόδια του και να μην τον σοκάρουν πια πράγματα που πριν μπορεί να τον έκαναν να τρέμει. Περπατούσε και τα μάτια του έτρεχαν, τα πόδια του, όμως, τα ένιωθε δυνατά γιατί ήταν αποφασισμένος αυτή τη φρικτή εξέλιξη που του έφερε η ζωή να την αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια.
  Έφτασε στο μικρό εκκλησάκι. Μπήκε μέσα, οι εικόνες σιωπηλές σαν να τον καλοδέχτηκαν, όπως και κάθε πονεμένο άνθρωπο. Εκεί είχε ανάψει ένα κεράκι ο αδερφός του πριν κάνει το πρώτο του ταξίδι. Τώρα θα άναβε εκείνος ένα κεράκι. Δεν είχε λόγια μέσα του να πει στον Θεό. Ήταν θυμωμένος με τον Θεό. Μα μπορείς να θυμώσεις στον Θεό;, σκεφτόταν κάποιες φορές που η ψυχή του άντεχε να σκεφτεί με καθαρότητα αυτό που συνέβη. Ο Θεός δεν σου υποσχέθηκε ποτέ τίποτα. Έχουμε μάθει να παίρνουμε στη ζωή μας, να απλώνουμε τα χέρια και να ζητάμε, να μην ικανοποιούμαστε ποτέ, να μην ευγνωμονούμε, να μην ευχαριστούμε. Κι όταν έρθει η απώλεια θυμώνουμε. Η απώλεια είναι στη ζωή η μόνη αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Ό,τι είμαστε, ό,τι έχουμε κάποτε θα το χάσουμε, ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό. Κανείς ποτέ δεν μας προετοιμάζει κι όμως είναι τόσο απλό όσο ένα φύλλο που πέφτει από ένα δέντρο το φθινόπωρο. Είμαστε φύλλα και πέφτουμε και μετά γινόμαστε πάλι ένα με το χώμα και από εμάς κάτι καινούριο φυτρώνει. Ο αδερφός του ήταν ένας άνθρωπος ζωντανός, αγαπούσε, χαιρόταν, μάθαινε, χαιρόταν. Μπορεί στα εικοσιτρία του χρόνια να πήρε και να έδωσε χαρά κι αγάπη όση ποτέ δεν δίνουν και δεν δέχονται άνθρωποι που πεθαίνουν σε βαθιά γεράματα. Όλοι θα θυμούνταν το χαμόγελό του, το κέφι του και την καλοσύνη του, αυτό το φύλλο κι αν έπεσε τόσο νωρίς δεν πήγε χαμένο, δεν το έσπρωξε ο άνεμος να χαθεί στις βρωμιές του δρόμου, βυθίστηκε στο χώμα και από εκεί σίγουρα κάτι όμορφο, ένα λουλούδι ή ένας μικρός χαριτωμένος θάμνος θα φυτρώσει. Κι αν είναι ζωντανός;, δεν μπορούσε να μην το σκέφτεται, να μην βασανίζεται, να μην καίγεται από αυτό το ερώτημα. Κι αν είναι ζωντανός, όταν η ζωή το θελήσει, ο άνεμος θα τον φέρει πάλι κοντά του. Προς το παρόν έπρεπε να μάθει να αντέχει την απουσία του και να μάθει να διαχειρίζεται αυτή τη βαριά αβεβαιότητα, τόσο βαριά, σχεδόν ασήκωτη για να μπορέσει να τη σηκώσει κανείς. Όσο όμως άντεχε λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα και πιο πολύ, τόσο με αυτή την ουσία της ζωής, την αλήθεια της ερχόταν πιο κοντά, τόσο πιο δυνατός γινόταν κουβαλώντας στην πλάτη του την οδύνη, την ανημπόρια του, την άγνοιά του απέναντι στην πραγματικότητα. Άναψε το κεράκι. Δεν προσευχήθηκε. Δεν ζήτησε συγγνώμη για τις κακές του σκέψεις. Δεν ήλπισε. Δεν σκέφτηκε τίποτα. Απλώς ένιωσε, καλοδέχτηκε εκείνη τη δική του, απόλυτα προσωπική στιγμή με όλο του το είναι.
  Όταν έβγαινε, σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό. Θα βρέξει, σκέφτηκε. Εκείνη την ώρα, ένα κίτρινο φύλλο ξέφυγε από το κλαρί του, χόρεψε λίγο στον αέρα και έπεσε απαλά και αθόρυβα, σαν να φοβήθηκε να διαταράξει την ησυχία αυτού του θλιμμένου μεσημεριού.
  

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Ο Έλεγχος

Ο άνθρωπος κρατούσε τα ηνία
Σφιχτά
Οδηγούσε τα άλογα
Σε μια ξύλινη άμαξα
Που τον πήγαινε στη ζωή του

Έσερνε πίσω του το παρελθόν
Όλο και πιο βαρύ
Μέρα με τη μέρα
Έριχνε τη σκιά του
Μερικές φορές
Και του έκρυβε τον δρόμο

Ο άνθρωπος αγωνιούσε
Κρατούσε τα ηνία σφιχτά
Φοβόταν μην του ξεφύγουν
Μην βρεθεί να προχωρά
Οδηγούμενος
Από κάτι
Πέρα από τον έλεγχό του

Κι έτσι πέρασε τη ζωή του
Ταξιδεύοντας
Μέσα σε λιβάδια, βουνά
Καταρράκτες, ερήμους
Μικρά χωριά, μεγάλες πόλεις
Πεδιάδες και ακροθαλασσιές

Δεν στάθηκε ούτε μια στιγμή
Να κοιτάξει γύρω του τα μέρη
Ούτε και κανέναν άλλο άνθρωπο
Από αυτούς που έσερναν
Τις δικές τους άμαξες στις ζωές τους
Ή κάποιους λίγους που περπατούσαν
Κοίταξε ποτέ στα μάτια

Η ζωή του πέρασε γρήγορα

Και ήρθε η ώρα του τέλους

Ξαπλωμένος κρατούσε τα ηνία σφιχτά

Και τότε έστρεψε το βλέμμα του
Πρώτη φορά αληθινά
Στα άλογα
Και πρόσεξε με τρόμο
Πως τα ηνία
Δεν ήταν στα κεφάλια τους δεμένα

Τα χέρια του
Πληγιασμένα, πονεμένα
Είχαν επιτελέσει για χρόνια
Ένα έργο
Εντελώς αχρείαστο

Έπρεπε να αφήσω κάπου το φορτίο
Να κατέβω από την άμαξα
Σκέφτηκε λυπημένος
Να περπατήσω
Να κοιτάξω γύρω μου αληθινά

Όλη τη ζωή μου έχασα, είπε πικρά
Πάνω από αυτά τα καταραμένα άλογα
Που με πήγαιναν τελικά όπου ήθελαν!
Πόσο θα γελάνε μαζί μου τώρα...
Πόσο θα γέλασαν με τις προσπάθειές μου
Όλα αυτά τα χρόνια που ήταν μπροστά μου
Τάχα μου σκλαβωμένα

Αυτά είπε και δάκρυσε μόνο
Κι ύστερα άρχισε να γελάει
Με ένα γέλιο καθάριο, αληθινό
Τα άλογα τον πλησίασαν
Κι έσκυψαν πάνω του τρυφερά
Κι ύστερα κοιμήθηκε για πάντα
Γαλήνιος

(γιατί κανένας έλεγχος
δεν ήταν ποτέ πραγματικός
μόνο το βλέμμα του 
πού θα το στρέψει
μπορεί να ορίζει κανείς
και το αν 
ακόμη και τη χειρότερη στιγμή
θα γελάσει)

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Το Πηγάδι

Ήταν μια μέρα φθινοπωρινή και ζεστή. Λίγα φύλλα είχαν πέσει στο έδαφος και πολλά σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό πάνω από τη γκρίζα πόλη. Ο συγγραφέας περπατούσε στον παραλιακό δρόμο παρέα με τον σκύλο του, ένα ασπρόμαυρο λαγωνικό. Όταν το σκυλί ήταν ακόμη κουτάβι, χρόνια πριν, του το είχε στείλει ένας γνωστός του  από κάποιο νησί και είχε αποδειχθεί ο καλύτερος σύντροφος που θα μπορούσε να έχει, με ζεστή καρδιά, αφοσίωση και κέφι. Αυτός ο ασπρόμαυρος φίλος με τη μεγάλη γλώσσα έμαθε στον συγγραφέα πόσο όμορφη είναι η καθημερινή βόλτα, του έμαθε την απόλαυση της πρωινής δροσιάς, την υπέροχη μελαγχολία του ηλιοβασιλέματος και τη γλυκιά κούραση μετά το  περπάτημα. Πριν πάρει το κουτάβι στο σπίτι του ο συγγραφέας πάλευε με τον αλκοολισμό του, τον διαλυμένο του γάμο και την μόνιμη ενοχή απέναντι στον γιο του, που συνεχώς απογοήτευε. Είχε μόλις ξεκινήσει να ορθοποδεί και να θεραπεύεται κι αυτή η τετράποδη συντροφιά επιτάχυνε την ανάρρωσή του και του έδωσε χαρά και αγάπη. Ο συγγραφέας ήταν τώρα ένας ευχαριστημένος άνθρωπος, παραγωγικός, με νέα σύντροφο, καλούς φίλους και μια καλή σχέση με το παιδί του, που ενήλικος πια τον είχε από καιρό συγχωρέσει για τα λάθη του.
Κάτι όμως στο φθινόπωρο τον μελαγχολούσε, κάτι τον έτρωγε εκείνες τις μέρες, μια κακή διάθεση που δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον έκανε να μην μπορεί να δουλέψει, να μην θέλει τη συντροφιά κανενός, να μην έχει όρεξη να φάει και μόνο στον σκύλο του με δυσκολία να χαμογελά. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως το φθινόπωρο μελαγχολεί τους λογοτέχνες με τις βροχές του και τον λυπημένο του ουρανό, όμως ο συγγραφέας αυτός δεν υπέκυπτε έτσι στις αλλαγές του καιρού. Πολλές φορές του άρεσε να περπατά στη βροχή και είχε από καιρό βαρεθεί τη ζέστη του καλοκαιριού, τον ιδρώτα και τον ήλιο του μεσημεριού που σε ζαλίζει. Ήταν ίσως οι αναμνήσεις του, αυτές που ξυπνούσαν αυτήν την αδιόρατη θλίψη. Είχε περάσει αρκετά άσχημα φθινόπωρα, για κάποιο λόγο ο αλκοολισμός του κορυφωνόταν αυτήν την εποχή, κάποιο παιδικό τραύμα ίσως ήταν η βαθύτερη αιτία, αλλά τα παιδικά του τραύματα, τα παιδικά του χρόνια, κυρίως η παιδική του ανημποριά ήταν πολύ μακριά και δεν την σκεφτόταν. Την αρρώστια του, όμως, τη σκεφτόταν συχνά. Όχι πια σαν κάποιο εχθρό. Όχι σαν κάτι που του έστειλε ο Θεός για να τον τιμωρήσει. Όχι σαν αδυναμία, αδικία ή ντροπή ή έναν λόγο για να θέλει να πεθάνει. Απλώς σαν ένα κομμάτι του. Σαν ένα από τα πολλά πολλά κομμάτια του, που δεν τον καθόριζαν, χωρίς αυτό όμως δεν θα ήταν αυτός σήμερα έτσι όπως ακριβώς ήταν. 
Τι ήταν λοιπόν σήμερα; Ένας αξιοπρεπής κύριος με τον σκύλο του. Και όχι ένας άντρας που μύριζε άσχημα και κοιμόταν στα σκαλιά της πολυκατοικίας. Όχι ένας φίλος που γεμάτος οργή και παράπονα παραληρούσε στους φίλους του γιατί τάχα δεν τον στήριζαν στις δύσκολες στιγμές του. Όχι ο πατέρας που φώναζε στο παιδί του, που μια φορά το χτύπησε με δύναμη. Όχι ο σύζυγος που έκανε τη γυναίκα του να κλαίει κάθε βράδυ. Όχι εκείνος που περπατούσε για ώρες στους δρόμους χωρίς σκοπό, χωρίς να έχει κάπου να πάει, που φανταζόταν να πέφτει από γέφυρες για να τιμωρήσει τους άλλους, που το πρωί ξυπνούσε και σκεφτόταν πώς θα κλέψει από το σούπερ μάρκετ ένα μπουκάλι βότκα. Όχι δεν ήταν όλα αυτά αλλά ως όλα αυτά είχε κάποτε υπάρξει. Για να γίνει καλά έπρεπε να το αποδεχτεί αυτό το κομμάτι, να το αγκαλιάσει, να το συγχωρήσει κι ύστερα μέρα με τη μέρα να το συρρικνώνει και να δίνει δύναμη σε όλα τα υπόλοιπα κομμάτια του, σε αυτά που τον έκαναν ευπρεπή και ταλαντούχο και δοτικό και ευγνώμονα για τα τόσα όμορφα που δίνει η ζωή στην κάθε της μέρα. Ναι αυτός ήταν σήμερα, ένας αξιοπρεπής άντρας με τον σκύλο του.
Και αυτή του η λύπη η σημερινή; Αυτή η ματαιότητα που έσερνε εκείνο το απόγευμα σε κάθε του βήμα; Το σώμα του ήταν πιο βαρύ, το μυαλό του υπέκυπτε σε άσχημες σκέψεις, κυρίως στον παράλογο φόβο που μπορεί με διάφορους τρόπους να δηλητηριάζει την ευτυχία σαν ένα φίδι κρυμμένο που πετάγεται ξαφνικά. Ναι, θυμόταν τα άσχημα φθινόπωρα, τη φρίκη με την οποία γέμισε την ψυχή του παιδιού του, τον εξευτελισμό στον οποίο υπέβαλλε εκείνος  μόνος του τον εαυτό του. Δεν ήταν οι αναμνήσεις, όμως, που προκαλούσαν το βάρος κι αυτό το ήξερε πια καλά. Οι αναμνήσεις αυτές είχαν πάρει τη χροιά του ουδέτερου γιατί δεν μισούσε πια τον εαυτό του, τους άλλους, την αρρώστια του ή τη μοίρα του και ο γιος του του είχε πει πως τον θαύμαζε γιατί είχε αλλάξει και πως με το παράδειγμά του θα αντιμετώπιζε κι εκείνος τις δυσκολίες του στη ζωή. Τι ήταν λοιπόν αυτή η λύπη;
Ο συγγραφέας το ήξερε, το ήξερε από παιδί χωρίς να το ξέρει, τότε που έγραφε ποιητικές προτάσεις σε χαρτιά και μετά τα έσκιζε για να μην τα δει κανείς ή τότε που χανόταν για ώρες σε μυθιστορήματα για ανθρώπους απελπισμένους. Η ψυχή του συγγραφέα είναι σαν ένα πηγάδι. Καταπίνει πόνο, συναισθήματα, εικόνες, ιστορίες κι ύστερα με τα χέρια του τις βγάζει σαν λέξεις. Ο συγγραφέας παλιά ασχολιόταν πολύ με τις ιστορίες των άλλων. Είχε μεγάλη περιέργεια για το παρελθόν τους, πίστευε πως ήξερε πώς ένιωθαν οι άλλοι και συχνά έβαζε στοιχήματα με τον εαυτό του για την εξέλιξή τους, στοιχήματα που πάντα έχανε γιατί οι άλλοι δεν ήταν σαν τους ήρωές του, πλάσματα του μυαλού του και της ψυχής του που κατεύθυνε εκείνος. Ήταν άνθρωποι ξεχωριστοί με δικές τους σκέψεις, βούληση, δική τους φιλοσοφία και δικές τους επιθυμίες. Τώρα φρόντιζε να μην μπλέκεται με όσα δεν τον αφορούσαν κι αυτό για να διατηρεί μέσα του τη γαλήνη που με τόσους κόπους απέκτησε. Όμως αυτό που είχε μέσα του, αυτό το πηγάδι, το ήξερε, δεν θα γέμιζε ποτέ. Και θα περνούσε έτσι πολλά απογεύματα ή πρωινά, ανήσυχος, με μια θλίψη από το πουθενά στην ψυχή του, με μια τρομερή αίσθηση ανικανοποίητου εκεί που σε όλα ήταν ικανοποιημένος.
Ο ασπόμαυρος τετράποδος φίλος του συγγραφέα γάβγισε σε μια μικρή σκυλίτσα που τον προσπέρασε όλο χάρη. Ο συγγραφέας κοίταξε τον ουρανό από τη μια του άκρη ως την άλλη. Ο μισός ήταν γεμάτος σύννεφα σκούρα γκρίζα που περίμεναν να ξεσπάσουν κι ο άλλος μισός είχε τυλιχτεί στο απαλό ροζ του σούρουπου. Δυο μεσήλικες αγκαζέ έκαναν τη βόλτα τους μπροστά του. Τι γλυκό ζευγάρι, μπορεί να είναι μαζί από φοιτητές, σκέφτηκε ο συγγραφέας και τους ακολούθησε με το βλέμμα του ενώ έσπευσε να επαναφέρει τον σκύλο του που είχε απομακρυνθεί. Μια αγάπη, ίσως, χρόνων περπατούσε αγκαζέ κι ο συγγραφέας σκαρφιζόταν την επόμενη ιστορία του.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Άντρας Που Δεν Σταμάτησε Να Κολυμπά, μια ιστορία για τον ψυχαναγκασμό

Κάποτε σε ένα όμορφο, παραθαλάσσιο χωριό ζούσε ένας άντρας με την οικογένειά του. Με τη γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, δεν θα ήταν και τα δύο πάνω από δέκα χρόνων. Στην αυλή του σπιτιού νιαούριζε διαρκώς ο κανελί τους γάτος. Ήταν ένας γάτος μεγάλος και τριχωτός, έμοιαζε με μικρό λιοντάρι. Ο άντρας αυτός δούλευε σκληρά στο χωράφι του όλη τη μέρα και το απόγευμα κολυμπούσε. Αλλά για να καταλάβετε αυτήν την ιστορία, θα πρέπει να σας μιλήσω λίγο περισσότερο για αυτόν τον άντρα και τις συνήθειές του. Φορούσε το ρολόι του συνεχώς, ακόμη και στον ύπνο του. Ήθελε πάντοτε να ξέρει τι ώρα είναι γιατί κάθε μέρα ήταν ίδια για αυτόν
και κάθε μέρα συγκεκριμένα πράγματα έκανε. Ξυπνούσε την ίδια ώρα κάθε πρωί και έτρωγε την ίδια ώρα το ίδιο πρωινό. Πήγαινε πάντοτε από την ίδια διαδρομή στο χωράφι του αν και υπήρχαν τόσο όμορφες διαδρομές που δεν τις είχε δει ποτέ του. Ήταν η διαδρομή που έκανε και ο πατέρας του. Αυτήν του έμαθε, όταν ήταν μικρός και ποτέ δεν αναρωτήθηκε αν κάποια άλλη ήταν καλύτερη, ούτε λαχτάρησε να ανακαλύψει κάποια μόνος του. Στο χωράφι δούλευε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, έκανε διάλειμμα κάθε μέρα την ίδια ώρα και έτρωγε κάθε μέρα και το ίδιο φαγητό, που το είχε τυλιγμένο η γυναίκα του με τον ίδιο τρόπο γιατί αλλιώς τη μάλωνε. Το φαγητό ήταν πάντοτε τυλιγμένο με το ίδιο καρό, άσπρο κόκκινο πανί. Όταν ο δείκτης του ρολογιού του έδειχνε μια συγκεκριμένη ώρα, έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής. Γύριζε στο σπίτι του, ξεκουραζόταν για λίγο, άλλαζε ρούχα και κατηφόριζε για την παραλία φορώντας ακόμη το ρολόι του. Τα παιδιά του όσο έλειπε έπαιζαν χαρούμενα, όταν όμως άκουγαν τα βαριά του βήματα, σταματούσαν γιατί ήξεραν ότι ήταν κουρασμένος και ήθελε την ησυχία του στο σπίτι. Όταν έφευγε πάλι, τα γέλια και το παιχνίδι ξανάρχιζαν. Ο γάτος πολλές φορές τον ακολουθούσε νιαουρίζοντας μέχρι την παραλία, κι όταν εκείνος έμπαινε στη θάλασσα, επέστρεφε στο σπίτι και τριβόταν στα πόδια των παιδιών ή της γυναίκας του.
Ήταν λοιπόν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. 
Η ζωή αυτού του ανθρώπου θα μπορούσε να είναι αυτή η ίδια μέρα, κομματιασμένη από τους δείκτες του ρολογιού, βαριά σαν τα βήματά του, χωρίς καμία έκπληξη, ή απρόσμενη χαρά, βυθισμένη στην ψεύτικη ασφάλεια του προβλέψιμου. Ήταν αρχές φθινοπώρου, απόγευμα, ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει και ο άντρας μόλις είχε βγάλει τα ρούχα του και είχε μπει στη θάλασσα. Ξέχασα πριν να αναφέρω ότι κάθε μέρα διένυε κολυμπώντας την ίδια απόσταση, από τη μια άκρη της παραλίας ως την άλλη και το κολύμπι του διαρκούσε μία ώρα ακριβώς. Όταν οι δείκτες των ρολογιών έδειχναν ότι η ώρα αυτή είχε περάσει, έβγαινε από τη θάλασσα ικανοποιημένος, ανανεωμένος, αναζωγονημένος, έχοντας εκπληρώσει με ακρίβεια την προγραμματισμένη του απόλαυση. Γύριζε στο σπίτι, έτρωγε το βραδινό του και έπεφτε για ύπνο ήρεμος, χωρίς έγνοιες, χωρίς προσμονή.
Εκείνη τη φθινοπωρινή μέρα λοιπόν, μπήκε στη θάλασσα, ήταν ζεστή και γαλήνια και η ησυχία γύρω της υπέροχη. Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακόμη το καλοκαίρι. Ο άντρας κοίταξε το ρολόι του και άρχισε να κολυμπάει απολαμβάνοντας τις κινήσεις του δυνατού του σώματος, που με το κολύμπι δυνάμωναν κι άλλο.
Και τότε το ρολόι του σταμάτησε.
Ο άντρας στην αρχή δεν το κατάλαβε και συνέχισε να κολυμπάει. Η ώρα πέρασε όμως και ο ήλιος άρχισε να δύει, ο ουρανός βάφτηκε κόκκινος τα τζιτζίκια σταμάτησαν το τραγούδι τους, η μέρα έφευγε και η νύχτα ετοιμαζόταν να έρθει. Ο άντρας κοιτούσε το ρολόι του, οι δείκτες δεν είχαν φτάσει στην ώρα που έπρεπε, οπότε δεν μπορούσε να βγει. Συνέχισε να κολυμπάει.
Τη νύχτα ήρθε η γυναίκα του να τον αναζητήσει. Δεν άκουσε τις φωνές της. Εκείνος έπρεπε να κολυμπήσει μέχρι οι δείκτες του ρολογιού να δείξουν ότι πέρασε μια ώρα. Η γυναίκα του κατάλαβε τι του συνέβη, έφυγε απελπισμένη και όλο το βράδυ έκλαιγε γιατί δεν ήξερε τι θα γινόταν τώρα. Είχε μάθει κι εκείνη να ζει προγραμματισμένη στο ρολόι του άντρα της κι αυτό το ξαφνικό αναπάντεχο την έκανε να παραλύσει. Το πρωί ξαναπήγε στην παραλία μαζί με τα παιδιά τους. Φώναζαν κι εκείνα τον πατέρα τους, όμως καμιά φωνή δεν έφτανε στα αυτιά του. Ήταν αφοσιωμένος στην προσπάθειά του, συγκεντρωμένος στο κολύμπι του, προσηλωμένος σε αυτό που έπρεπε να γίνει. Κάποιοι συγχωριανοί τους ήρθαν κι εκείνοι να βοηθήσουν, όμως, μάταια. 
Ο άντρας συνέχισε να κολυμπά.
Κι έτσι ανέτειλε ο ήλιος κάθε πρωί κι ο άντρας κολυμπούσε κάτω από τον κόκκινο ουρανό. Και η δύση τον έβρισκε ακόμη εκεί, ακούραστο και δυνατό να συνεχίζει, κι ύστερα ερχόταν η νύχτα, τα αστέρια στόλιζαν το μαύρο του ουρανού και το φεγγάρι άλλαζε σχήματα κι από λεπτό ημικύκλιο γινόταν λαμπερό και γεμάτο. Έκαναν το πέρασμά τους και οι εποχές πάνω από τη θάλασσα, το φθινόπωρο έριξε τα φύλλα του και τα πρωτοβρόχια και ήρθε το κρύο του χειμώνα. Ο άντρας δεν ένιωσε ούτε μια στιγμή να κρυώνει, δεν τον ενόχλησε ούτε το χιόνι που άρχισε να πέφτει κάποια στιγμή. Ούτε όμως το κελάηδισμα της άνοιξης έφτασε στα αυτιά του, ούτε ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού τον ενόχλησε.
Ο άντρας δεν σταμάτησε να κολυμπά.
Η γυναίκα του και τα παιδιά του στην αρχή πήγαιναν κάθε μέρα στη θάλασσα. Ύστερα το πήραν απόφαση και αποφάσισαν να αλλάξουν τη ζωή τους. Η γυναίκα πήγαινε στο χωράφι και τα παιδιά μετά το σχολείο βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού. Ήταν όλοι πιο κουρασμένοι αλλά στο σπίτι ξαφνικά ο αέρας έγινε πιο ελαφρύς. Το φαγητό δεν ήταν πια ανάγκη να μαγειρεύεται με τον ίδιο τρόπο, δοκίμασαν άλλες γεύσεις, η γυναίκα πήγαινε στο χωράφι από άλλες διαδρομές και είδε όμορφα λουλούδια και τα παιδιά στο σπίτι γελούσαν ελεύθερα όλη μέρα.
Κι ο άντρας δεν σταμάτησε να κολυμπά.
Και πέρασε έτσι ένας χρόνος.
Κι ένα φθινοπωρινό απόγευμα...
Το ημερολόγιο είχε την ίδια ημερομηνία με τη μέρα, που το ρολόι σταμάτησε.
Και η ώρα ήταν η ίδια με τη σταματημένη ώρα.
Και ο άντρας πέθανε κολυμπώντας και η θάλασσα τράβηξε το κορμί του.

Κανείς δεν το έμαθε, μόνο ο κανελί γάτος, αυτός που έμοιαζε με μικρό λιοντάρι, εκείνο το απόγευμα κατηφόρισε ως τη θάλασσα, στάθηκε κάτω από ένα αλμυρίκι και άρχισε να νιαουρίζει.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Το Δάνειο


Ο γιος μου με κοίταξε θυμωμένος. Ύστερα πήρε το μπουφάν του κι έφυγε. Έμεινα μόνος στο μεγάλο σαλόνι και πιο μόνος ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξανανιώσει. Ήθελε να κάνει την επανάστασή του και βρήκε τον χειρότερο τρόπο. Ήταν όμως πολύ ευφυής τρόπος, σε αυτό δεν μπορούσα παρά να τον παραδεχτώ. Μου είχε μοιάσει αλλά τώρα δεν ήταν καιρός για περηφάνιες. Πότέ άλλωστε δεν έδειξα ότι ένιωθα περήφανος για εκείνον και γι'αυτό άλλωστε με τιμωρούσε τώρα. Το πρόβλημα ήταν ότι είχε κληρονομήσει το πείσμα μου, ήμουν σίγουρος ότι δεν μπορούσα να τον μεταπείσω τώρα και πολύ φοβόμουν για εκείνον. Για αυτό είναι οι γονείς, για να φοβούνται για τα παιδιά τους, μου έλεγε η γυναίκα μου, που ήταν πάντα πολύ συνεσταλμένη και αφοσιωμένη στην οικογένειά μας. Όχι, εγώ ήθελα να είμαι ένας ελεύθερος γονιός, ένας ελεύθερος άνθρωπος πάνω από όλα και το παιδί μου ήθελα να είναι κι αυτό ελεύθερο. Ο φόβος είναι μια αλυσίδα, δεν σε αφήνει να κουνηθείς και μια ζωή μέσα στον φόβο είναι μια ζωή χαμένη. Όλες οι δυνατότητές τελματώνουν μέσα στον φόβο και εγκλωβίζεσαι. Σαν να είσαι βυθισμένος μέσα στη λάσπη, κάπως έτσι θα το έγραφα αν ήμουν συγγραφέας ή ποιητής αλλά εγώ ήμουν πάντα άνθρωπος πρακτικός και τα πολλά λόγια δεν μου άρεσαν ποτέ. Και για αυτό με τιμωρεί ο γιος μου. Δεν ήμουν ποτέ σαν τη μάνα του που ήταν στοργική, δοτική και φοβική πάνω από όλα. Εγώ δεν πήγα ποτέ στο σχολείο για να ρωτήσω αν ήταν καλός μαθητής γιατί δεν με ενδιέφερε. Μου αρκούσε το παιδί μου να είναι καλός άνθρωπος και επειδή ήξερα ότι ήταν έξυπνος όπως εγώ θα έβρισκε τον δρόμο του. Σε δύο τάξεις ήταν σημαιοφόρος και δεν πήγα στην παρέλαση. Η γυναίκα μου έκλαιγε γοερά, εκείνος με περιφρονούσε. Δεν μου αρέσουν οι παρελάσεις, είχα πει μόνο και είχα μείνει στο σπίτι και τις δύο αυτές χρονιές βυθισμένος σε ένα βιβλίο. Νομίζα πως βίωνε μια παρατεταμένη εφηβεία που τον έκανε να μου φωνάζει κατάμουτρα σε κάθε μας καυγά πως δεν ήμουν ποτέ ευχαριστημένος από εκείνον, πως δεν ήξερε τι άλλο έπρεπε να κάνει για να τον καμαρώσω κι εγώ όπως κάνουν όλοι οι γονείς, πως σε κάθε του επίτευγμα η περιφρόνησή μου ήταν το χειρότερο σαμποτάζ. Μα δεν σε περιφρονώ, παιδί μου, του έλεγα και εμένα μου αρκούσε. Πίστευα ότι αρκούσε και σε εκείνον αλλά τελικά οι άνθρωποι στους οποίους δίνεις πολλά θέλουν μόνο να παίρνουν και τα λίγα ισοδυναμούν για αυτούς με το τίποτα. Η γυναίκα μου τον παίνευε τόσο πολύ στους φίλους μας που μου ερχόταν εμετός αλλά την αγαπούσα και κατάπινα την αηδία μου, ήξερα άλλωστε πως εκείνη δεν είχε δουλέψει ποτέ, δεν είχε στη ζωή της τίποτε άλλο πέρα από την οικογένειά της για να καυχιέται και να νιώθει χρήσιμη. Εγώ ήμουν επιτυχημένος έμπορος και έκανα, χωρίς να θέλω να το περηφανευτώ και μεγάλο φιλανθρωπικό έργο ως διαχειριστής της κληρονομιάς μιας πλούσιας άκληρης πελάτισσάς μου, που με εμπιστεύτηκε στη διαθήκη της. Δεν είχα ανάγκη να ζω μέσα από το παιδί μου και ποτέ δεν θεώρησα τους καλούς βαθμούς ή τα πτυχία κάτι αξιέπαινο. Ήμουν και ο ίδιος κάτοχος πτυχίου, δεν είχα κοπιάσει ιδιαίτερα για αυτό, ούτε μπορώ να πω ότι με βοήθησε όσο το κοφτερό μυαλό μου στα επαγγελματικά μου εγχειρήματα. Η γυναίκα μου όμως δεν σπούδασε, με δυσκολία τελείωσε το σχολείο κι ύστερα παντρεύτηκε, νόμιζε πως το άριστα είναι κάτι σημαντικό και πως έπρεπε να το κυνηγάμε και να το δείχνουμε. Η γυναίκα μου πέθανε πριν έναν χρόνο αφήνοντας ένα τρομερό κενό στη ζωή μας αλλά πάνω από όλα στη σχέση μου με τη γιο μου. Χωρίς εκείνη σχεδόν δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Στην αρχή ερχόταν αρκετά συχνά. Το ξέρω ότι με αγαπάει και ότι φοβόταν μήπως πάθω κι εγώ από τη στενοχώρια. Εγώ είχα διεργαστεί μέσα μου τον θάνατό της καιρό πριν πεθάνει, ήταν άλλωστε άρρωστη δύο χρόνια και είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά. Την αγαπούσα, ήταν μια καλή γυναίκα και με φρόντιζε, έζησα μια ήρεμη ζωή μαζί της χωρίς εντάσεις ευχάριστες ή δυσάρεστες. Το νήμα της ζωής της ήταν να κοπεί, δεν ήταν ούτε πολύ νέα, ούτε τρομερά μεγάλη, έτσι όμως είναι η ζωή, ερχόμαστε για να φύγουμε και κάθε μέρα είναι ένα βήμα που πλησιάζει στο τέλος μας ακόμη κι αν εμείς κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε, αυτό είναι όμως που προκαλεί την ταραχή μας και όχι το ίδιο το τέλος που είναι το πιο φυσικό όλων. Ευτυχώς εγώ έχω καλή υγεία ακόμη και μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου, ξέρω να μαγειρεύω και μπορώ να πληρώνω μια καθαρίστρια για το σπίτι. Η μοναξιά είναι επίσης κάτι που μπορώ να αντιμετωπίσω μιας και με τη γυναίκα μου ήμουν αναγκασμένος να βιώνω μια μοναξιά υπαρξιακή εφόσον σε τίποτα δεν συμφωνούσαμε και δεν υπήρχε ουσιαστική κατανόηση μεταξύ μας, μόνο υποχωρούσε πότε ο ένας πότε ο άλλος αναγκαστικά για να μπορούμε να κυβερνάμε αυτο το καράβι, που ήταν η οικογένειά μας, και να μην βουλιάξει. Ο γιος μου όταν είδε ότι ήμουν ψύχραιμος απέναντι στον  θάνατο της γυναίκας άρχισε να με κατηγορεί ότι δεν την αγάπησα ποτέ. Στην αρρώστια της δεν είχα φανεί καθόλου ψύχραιμος και θα έπρεπε να το θυμάται, εγώ την είχα πενθήσει πριν πεθάνει επειδή την έβλεπα να υποφέρει. Και εκείνη τη μέρα που προσπαθώ τόση ώρα να σας περιγράψω είχαμε έναν έντονο καυγά επειδή τον απέλυσαν και μου ζήτησε χρήματα για να κάνει δεύτερο μεταπτυχιακό στο εξωτερικό κι εγώ του είπα ότι θα ήταν καλύτερα να έρθει να δουλέψει μαζί μου και ίσως αυτό να ήταν καλύτερο από μεταπτυχιακό. Με κατηγόρησε με τρομερά λόγια, με είπε αλλαζόνα, υποκριτή, μισάνθρωπο, οπισθοδρομικό.
"Μακάρι να μπορούσα να βρω χρήματα για να σου επιστρέψω τα όσα έχεις πληρώσει για μένα και να μην σου χρωστάω τίποτα", ήταν τα τελευταία του λόγια.
Την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε ο δικηγόρος μου, ο γιος του είναι ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του και φίλός του γιου μου. Ο γιος μου ήθελε να ζητήσει δάνειο για να μου δώσει τα χρήματα και να "γίνει επιτέλους το ελεύθερο παιδί που πάντα ήθελα", όπως είπε στον φίλο του. Θεέ μου, τι αμαρτίες πληρώνω. Το κακό ήταν ότι χάρη σε έναν γνωστό του, επειδή είναι πολύ κοινωνικός όπως κι εγώ, κατάφερε να πάρει ένα μικρό δάνειο. Τα χρήματα τα κατέθεσε στον εταιρικό μου λογαριασμό και όσες φορές κι αν προσπάθησα να του μιλήσω μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Και τώρα εγώ πρέπει να κάνω διαθήκη γιατί φοβάμαι πως αν πεθάνω ξαφνικά τα χρήματα μπορεί να χαθούν και να μην βρεθούν ποτέ στα χέρια του και να έχει να ξεπληρώσει και αυτό το δάνειο μέσα σε όλες τις δυσκολίες που θα αντιμετώπισει στη ζωή του με τέτοιο κεφάλι που έχει.
Αυτά ζω τώρα, έχω εκτός από το πένθος μου να διαχειριστώ και την αγωνία μου για τα καμώματα του γιου μου και είμαι και άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας και κάθε πρωί καταριέμαι τη γυναίκα μου για τα όσα μπράβο βγήκαν τα όσα χρόνια τον μεγάλωνε από το στόμα της. Νιώθω πολύ αδικημένος αλλά έχω καθαρή τη συνείδησή μου και το ξέρω ότι στο βάθος με αγαπάει και με θαυμάζει πολύ και πως όλο αυτό δεν είναι παρά μια ανόητη επανάσταση ίσως για την ηλικία του δικαιολογημένη αν και αρκετά καθυστερημένη. Τα πολλά λόγια όμως τελικά μπορεί να καταστρέψουν αυτό που πάνε να φτιάξουν και αυτό είναι ένα παράδειγμα αυτής της τρομερής αλήθειας.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Παροχέας Μουσικής

Κοίταξε το ρολόι της, είχε ήδη αργήσει και στη δουλειά ήταν σίγουρο ότι θα της έκαναν παρατήρηση. Εργαζόταν σε μια εταιρεία τηλεφωνίας, ήταν μία από τις πολλές ενοχλήσεις που κάθε μεσημέρι τηλεφωνούν στα σπίτια και ενημερώνουν για τα νέα πακέτα σύνδεσης και τις νέες προσφορές. "Καλησπέρα σας, έλεγε σε κάθε τηλεφώνημα και συστηνόταν. Μπορώ, σας παρακαλώ να σας απασχολήσω για λίγο;". Οι αντιδράσεις ήταν σχεδόν πάντα αρνητικές. Είτε της φώναζαν επειδή τους είχε ξυπνήσει, είτε ευγενικά απέφευγαν τη συνομιλία. Κι όμως κάποιοι συνάδελφοί της τα κατάφερναν καλύτερα, ίσως έφταιγε η μόνιμα χαμηλή της αυτοπεποίθηση, η δειλή φωνή της, που ήταν συνεχώς σαν να παρακαλούσε.
Επιτάχυνε το βήμα της. Ήξερε ότι έπρεπε να περπατήσει πιο γρήγορα, όμως της είχαν τελειώσει τα τσιγάρα. Δεν άντεχε να μην καπνίσει στο διάλειμμά της. Μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο στη γωνία, ήταν ακόμη αρκετά μακριά από την εταιρεία. Ένας φαλακρός κύριος, κάπως παχουλός της χαμογέλασε. Του ζήτησε τα τσιγάρα που κάπνιζε. Ξαφνικά άκουσε έναν παράξενο ήχο, ήταν σαν το κλάμα των νεογέννητων γατιών που είχε η γειτόνισσά της από το διπλανό διαμέρισμα. 
"Έχετε γατάκια;", ρώτησε άτολμα κι ύστερα το μετάνιωσε, δεν είχε χρόνο για κουβέντα.
Ο κύριος χαμογέλασε πάλι κι έξυσε το κεφάλι του. Ύστερα της έδειξε ένα ακουστικό σαν τηλεφώνου.
"Ένα γατάκι, χαχα. Το μωρό μου είναι, ο γιος μου. Η γυναίκα μου μας εγκατέλειψε πριν τρεις μήνες. Μένω στο διαμέρισμα στον πάνω όροφο. Δεν έχω κανέναν να μου τον κρατήσει και φοβάμαι να τον έχω εδώ, τόσοι άνθρωποι μπαίνουν, τόσα μικρόβια. Όταν κλαίει, κλείνω για λίγο το μαγαζί κι ανεβαίνω τρέχοντας να τον αλλάξω ή να τον ταίσω ή μερικές φορές απλώς να τον πάρω μια αγκαλιά για να ηρεμήσει. Δύσκολα τα βγάζουμε πέρα, όμως, όταν δεν υπάρχουν επιλογές κλείνεις το στόμα και προχωράς."
Όλη αυτή την ώρα το κλάμα του μωρού από το ακουστικό της ενδοεπικοινωνίας τής τρυπούσε τα αυτιά. Ήθελε κι εκείνη να βάλει τα κλάματα.
"Πάρε, κορίτσι μου, τα τσιγάρα σου. Πρέπει να τρέξω πάνω. Είναι κρίμα, όμως, που καπνίζεις, καταστρέφεις την υγεία σου και χαλάς τα λεφτά σου."
"Εε,ευχαριστώ", είπε εκείνη δειλά, έκανε επί τόπου στροφή κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας μετανιωμένη για τα λεπτά που έχασε ακούγοντας την εξομολόγηση του άντρα.
Μέχρι να φτάσει στη δουλειά το μυαλό της έπαιζε αυτό το γοερό, απελπισμένο κλάμα, αυτήν την συνεχόμενη μωρουδιακή κραυγή. Και λίγο πριν περάσει τον δρόμο ένας νεαρός με ένα ακορντεόν στάθηκε δίπλα της και άρχισε να παίζει προτρέποντάς την με το βλέμμα να του δώσει κάποιο κέρμα. Εκείνη εκνευρίστηκε. "Δεν έχω χρόνο", είπε μέσα από τα δόντια της και πέρασε τρέχοντας και απρόσεκτα τον μεγάλο δρόμο. Ένα αυτοκίνητο παρά λίγο να την πατήσει. "Πού πας, κοπέλα μου; Πρόσεχε λιγο!", της φώναξε άγρια ένας άντρας με μουστάκι από μέσα. Ένιωσε σαν παιδάκι που το μάλωσαν. Με κατεβασμένο το κεφάλι μπήκε στην εταιρεία, όπου τη μάλωσαν πάλι για την αργοπορία της και της υπενθύμισαν πόσοι άνεργοι τους χτυπάνε την πόρτα καθημερινά ζητώντας μια θέση που θα μπορούσε να είναι η δική της, αν συνέχιζε έτσι.
Κι ύστερα κάθισε στο γραφειάκι της, μπροστά από έναν υπολογιστή, φόρεσε τα ακουστικά της και για τέσσερις ώρες έκανε τη δουλειά της. "Καλησπέρα σας, έλεγε το όνομά της. Μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;", "Συγγνώμη για την ενόχληση". "Με συγχωρείτε". "Σας παρακαλώ". "Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας".
Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του διαλείμματος. Ήταν πολύ στενοχωρημένη από την επίπληξη και την απειλή απόλυσης και μόνο ένα τσιγάρο θα μπορούσε να απορροφήσει όλη αυτή την αρνητικότητα και τη θλίψη. Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά, δεν άντεχε ούτε το ασανσέρ να περιμένει και πέρασε πάλι τον δρόμο για να καθίσει σε ένα παγκάκι στο μικρό πάρκο απέναντι. Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα, κάποια πουλιά μπορούσαν να ακουστούν παρά τη φασαρία των αυτοκινήτων και ο ήλιος υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να τα κάνει όλα πιο όμορφα.
Έβγαλε το πακέτο της. Θυμήθηκε τον άντρα με το μωρό. Τι ζωή, Θεέ μου. Τι απαίσιος τρόπος για να ξεκινήσεις τη ζωή σου. Τι ελπίδες είχε αυτό το μωρό να νιώσει ποτέ αγαπητό; Κι ύστερα σκέφτηκε αυτό που της έλεγε η μητέρα της. Πως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν τόσο αγχωμένη, γιατί στενοχωριόταν τόσο εύκολα, σε εκείνη δεν έλειψε ποτέ τίποτα, όταν ήταν παιδί. Τις σκέψεις της διέκοψε πάλι ο νεαρός με το ακορντεόν. Τον κοίταξε πάλι ενοχλημένη. Εκείνος σαν να μην το είδε κάθισε δίπλα της. Ήταν όμορφος, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να τη γοητεύσει.
"Με συγχωρείς, μπορείς να μου δώσεις ένα τσιγάρο; Ίσως έτσι σταματήσω να παίζω και να σε ενοχλώ..."
Τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Μα γιατί της έπιαναν όλοι την κουβέντα σήμερα; Ήθελε να χαθεί στη μοναξιά της, στο τσιγάρο της, στη βαθιά χωρίς ουσιαστικό λόγο λύπη της. Του έδωσε, όμως, ένα τσιγάρο ελπίζοντας ότι θα έφευγε.
"Και αναπτήρα...Ξέρεις, δεν ανάβει μόνο του", ο νεαρός διασκέδαζε με την αμηχανία της. Τον κοίταξε καλύτερα. Δεν ήταν μετανάστης, δεν φαινόταν φτωχός, ούτε ήταν βρώμικος. Αν δεν είχε το ακορντεόν, δεν θα ξεχώριζε από τους περαστικούς ή τους συναδέλφους της.
"Σε βλέπω μερικές φορές, όταν πηγαίνεις στη δουλειά σου. Πάντα μπαίνεις τρέχοντας. Είσαι πολύ αγχώδης, έτσι;", της είπε και ρούφηξε τον καπνό.
Δεν του απάντησε. Φύσηξε τον δικό της καπνό παρακαλώντας από μέσα της μια ανώτερη δύναμη να τον κάνει να φύγει.
"Με θεωρείς σιχαμερό ζητιάνο, έτσι;"
Πάλι δεν του απάντησε.
"Είμαι φοιτητής. Μεγάλωσα μόνο με την μητέρα μου κι έμεινε άνεργη. Οπότε έγινα παροχέας μουσικής στον δρόμο για να πιάσουν τόπο και τα μαθήματα στο ωδείο που έκαναν όταν ήμουν μικρός. Θυμάμαι ότι όταν ερχόταν ο θειός μου με έβαζαν να παίζω ακορντεόν και μου πετούσαν κέρματα για πλάκα. Πού να ήξεραν ότι αυτό θα ήταν το μέλλον μου;"
Τον κοίταξε κάπως έκπληκτη αλλά επέστρεψε στο τσιγάρο της. Δεν είχε πολύ χρόνο, δεν ήταν τώρα ώρα για αλλαγή στάσης. Μα γιατί όλοι εκείνη τη μέρα της μιλούσαν για τις δύσκολες ζωές τους; Και η δική της ζωή ήταν δύσκολη, δεν έπιανε τον πρώτο τυχόντα να του το πει. Γιατί, ήταν δύσκολη, όμως αναρωτήθηκε και μην αντέχοντας τη σκέψη αυτή σηκώθηκε και είπε στον νεαρό χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια πως έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά της.
"Μη με λυπάσαι, οι άνθρωποι στον δρόμο μου χαμογελούν. Πριν λίγο ήρθε μια κυρία με ένα μωρό και της έπαιξα ένα παιδικό τραγούδι. Συγκινήθηκε τόσο που την πήραν τα κλάμματα. Η μουσική είναι κάτι όμορφο και το προσφέρω με την καρδιά μου και συνήθως οι αντιδράσεις είναι πιο θετικές από τη δική σου. Θα πρέπει να είσαι πολύ πιεσμένη. Σίγουρα δεν θέλεις να σου παίξω ένα τραγούδι να χαλαρώσεις λίγο;"
"Όχι, ευχαριστώ", είπε κι έφυγε τρέχοντας πάλι χωρίς να τον κοιτάξει. Δεύτερη φορά που παρα λίγο να την πατήσει αυτοκίνητο κι αυτή τη φορά παρά λίγο να προκαλέσει ατύχημα έτσι που πέρασε. Δύο οδηγοί την έβρισαν άσχημα κι ένιωσε απαίσια που τους άκουσε ο νεαρός με το ακορντεόν να της μιλάνε έτσι. Υπό άλλες συνθήκες μάλλον θα της άρεσε.

Δέκα λεπτά αργότερα ήταν καθισμένη στο γραφείο της. Παροχέας μουσικής, δεν μπορούσε να ξεχάσει αυτά τα λόγια. "Για τις νέες μας παροχές, θέλω να σας ενημερώσω", είπε στον πρώτο άνθρωπο εκείνη την ημέρα που δέχτηκε να την ακούσει. Λίγο μετά, όμως έχασε το ενδιαφέρον του και της είπε πως ήταν απασχολημένος και να μην του τηλεφωνήσει ξανά. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, άκουσε μέσα της ένα κλάμα, όπως εκείνου του μωρού πάνω από το ψιλικατζίδικο. "Σας παρακαλώ, μπορείτε να με ακούσετε για λίγο;", είπε σε μια κυρία που σήκωσε το τηλέφωνο ενοχλημένη. "Μα τι θέλετε πια μεσημεριάτικα; Σας έχω πει να μην με ενοχλήσετε ξανά!", της είπε και το έκλεισε τόσο απότομα που ένιωσε το σώμα της να τραντάζεται. Κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και σταμάτησε. Ήξερε πως αν την έβλεπαν θα της έκαναν ακόμη μια επίπληξη, μπορεί και να την απέλυαν. Για κάποιο λόγο ήταν τόσο στενοχωρημένη εκείνη τη στιγμή που ακόμη κι αν την απέλυαν μπορεί και να μην στενοχωριόταν άλλο. Γύρισε το κεφάλι στο παράθυρο, που έβλεπε στο πάρκο. Ο νεαρός με το ακορντεόν ήταν ακόμη εκεί. Ένας ηλικιωμένος κύριος με ένα παιδάκι τον άκουγαν όντως πολύ χαμογελαστοί. Ξαναφόρεσε τα ακουστικά της και στράφηκε πάλι στην οθόνη της, ύστερα τηλεφώνησε στον αριθμό που έβλεπε μπροστά της και ζήτησε να μιλήσει με τον κύριο που είχε το όνομα δίπλα στον αριθμό. Μια αντρική φωνή σαν όλες τις άλλες. "Ναι, καλησπέρα σας, ονομάζομαι...". Το ακορντεόν έξω έπαιζε κι εκείνη δεν άκουγε.