Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα του ποιητή

Ο Ποιητής ξύπνησε πάλι νωρίς. Είναι Χριστούγεννα, σκέφτηκε, αλλά για εκείνον όλες οι μέρες ήταν πάντα ίδιες. Μια ανατολή, μια δύση, φως και σκοτάδι, τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Ένιωσε μέσα του λύπη, αυτή τη λύπη χωρίς κανένα λόγο, χωρίς κανένα πρόβλημα, τη λύπη της ύπαρξης κι έγραψε ένα ποιήμα. Αποχαιρέτισε τα αγαπημένα του πρόσωπα και κάποιους συγγενείς που είχαν φέρει δώρα, πήρε τα τσιγάρα του και βγήκε. Ανέβηκε στο εκκλησάκι, στον μικρό λόφο όπου κάποτε ο παππούς του είχε φυτέψει πεύκα. Τον είχε ξεχάσει τον παππού του. Δεν μιλούσε πολύ, ήταν άνθρωπος της αγάπης. Μπήκε στο εκκλησάκι, μια γειτόνισσα του είχε δώσει την προηγούμενη μέρα τα κλειδιά. Η μυρωδιά γνώριμη, σε όλα τα ξωκλήσια. Το χέρι μιας καλής γυναίκας έχει καθαρίσει και το λάδι στα καντηλάκια. Προσκύνησε τις εικόνες, αυτό ήταν πάντα το προσκύνημα που του άρεσε, όταν δεν τον έβλεπε κανείς, αυτό ήταν αληθινό. Ύστερα ευχαρίστησε για όσα είχε. Είχε όσα ονειρεύτηκε κι όμως ζήτησε συγγνώμη από τον Θεό γιατί ακόμη ένιωθε λύπη, ήταν αχάριστος. Κοίταξε προσεκτικά τις εικόνες, κάθε Άγιος, κάθε όνομα και ένα νόημα για εκείνον προσωπικά, όπως και για τον καθένα. Ύστερα βγήκε έξω και κάθισε στο παγκάκι, ήταν φρεσκοβαμμένο. Άναψε το πρώτο τσιγάρο. Τα πουλιά στα αυτιά του ήταν τα γνώριμα κάλαντα. Τα κάλαντα τα καθημερινά. Τα πουλιά γιορτάζουν κάθε μέρα, κάθε πρωί, η φύση δεν έχει ανάγκη τις γιορτές μας, είναι γιορτινή στην ομορφιά της. Ρούφηξε τον καπνό. Κάπνισε το τσιγάρο. Κάποια στιγμή ένιωσε τον παππού του, που τον είχε ξεχάσει κι αυτό τον πονούσε. Παππού, εδώ θα έρχομαι και θα σου μιλάω. Εδώ είναι η ψυχή σου. Και του μίλησε. Τον ρώτησε για όλα αυτά που δεν ήξερε και πάλευε με τον εαυτό του για να μάθει. Ο παππούς δεν απάντησε σε πολλά. Είπε μόνο το εξής. Μπορείς να έρχεσαι εδώ και να μου μιλάς όποτε θέλεις, να ρωτάς ό,τι θέλεις, εγώ όμως δεν ξέρω τίποτα, δεν είμαι παρά ένας νεκρός. Οι απαντήσεις είναι πάντα στις ερωτήσεις. Μου έλειψες, παιδί μου. Ήθελα τόσο πολύ να μάθω πώς είσαι, πώς ζεις. Σ'ευχαριστώ που ήρθες. Ο ποιητής κάπνισε και δεύτερο τσιγάρο και τρίτο και τέταρτο. Τα έσβηνε προσεκτικά στο παγκάκι και το παγκάκι ήταν τόσο φρεσκοβαμμένο που δεν λερωνόταν. Ύστερα πήρε τα αποτσίγαρα ένα-ένα και τα έβαλε προσεκτικά στην τσέπη του. Αυτά ήταν τα λόγια του παππού του και δεν θα τα άφηνε εκεί. Μετά άρχισε να θυμάται αποσπαματικά τον εαυτό του παιδί. Μέσα από τη διαστρέβλωση της ποιητικής του φύσης ήταν πραγματικά πάρα πολύ δύσκολο να συναντήσει τη χαρά. Ύστερα έκλαψε λίγο για τον έρωτα. Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη των ποιητών, να κλαίνε για τον έρωτα. Ύστερα σηκώθηκε. Κλείδωσε το εκκλησάκι και άρχισε να κατηφορίζει. Μέσα στα πράσινα χόρτα ξεπρόβαλλε μια παπαρούνα. Μα είναι χειμώνας, σκέφτηκε, είναι Χριστούγεννα. Χαμογέλασε αχνά και κατηφόρησε ως την άκρη του δρόμου. Απέναντί του το βουνό ήταν καλυμμένο το μισό με ομίχλη. Σιγά σιγά οι ήχοι του χωριού άρχισαν να καλύπτουν το τραγούδι των πουλιών. Καλημέρα, του είπε ένας γείτονας. Καλημέρα, απάντησε σκυθρωπός. Κι ύστερα άρχισε να πλησιάζει όλο και περισσότερο στο χωριό. Σύντομα η έκφρασή του άρχισε να αλλάζει. Άρχισε να γίνεται σαν τους άλλους. Τα αποτσίγαρα στην τσέπη του έπρεπε να τα πετάξει.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΠΝΟΣ

Ο άντρας έβγαλε ακόμη ένα τσιγάρο από ένα πακέτο που δεν τελείωνε ποτέ
Και το κάπνισε κι αυτό
Ρούφηξε με δύναμη τον καπνό
Ο καπνός κατέβηκε στον λαιμό του, τον έγδαρε σχεδόν
Ο άντρας έβηξε
Είχε πολλές φορές πνιγεί στον βήχα, είχε συνηθίσει
Κι άλλο λίγο, κι άλλο λίγο
Ύστερα έσβησε το τσιγάρο
Ήταν μόλις μισό




Κι ύστερα πήρε κι άλλο τσιγάρο
Από αυτό το ατέλειωτο πακέτο
Ο καπνός θόλωσε το βλέμμα του
Ένα δάκρυ κύλησε
Το έδιωξε κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά

Δεν έπρεπε να τον δει κανείς
Ούτε να καπνίζει ούτε να κλαίει