Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Λαβύρινθοι

Δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα, αν τα μάτια του ήταν ανοιχτά ή κλειστά, αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος. Ξαπλωμένος, ακινητοποιημένος σε ένα κρεβάτι, δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε ήταν εκεί και ο χρόνος κυλούσε παράξενα, σαν να μην είχε ροή, σαν το παρελθόν να είχε γίνει ένα ατέλειωτο παρόν και το μέλλον φάνταζε μακρινό με παράξενα χρώματα, καθόλου αληθινά αλλά τόσο ελκυστικά και όμορφα.

Είχε μεθύσει το προηγούμενο βράδυ; Μάλλον. Ήταν ένας συνηθισμένος, νεαρός φοιτητής, χωρίς καμία ιδιαίτερότητα, που το προηγούμενο βράδυ στενοχωρημένος για έναν λόγο ανθρώπινο, όχι όμως και τόσο μοναδικό όσο νόμιζε, ήπιε πάρα πάρα πολύ χαμένος σε μια τεράστια παρέα, που διασκέδαζε και χόρευε όλη τη νύχτα μέσα στα φώτα ενός γεμάτου μπαρ και στον εκκωφαντικό ήχο έντονων μουσικών που έμπαιναν στο σώμα του.

Και τώρα τι ώρα ήταν; Τι ώρα είχε γυρίσει; Πώς; Δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τις τελευταίες καληνύχτες, το αν οδήγησε εκείνος ή αν κάποιος τον έφερε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και τον βοήθησε να ξαπλώσει κι ύστερα έφυγε. Δεν μπορούσε καν να καταλάβει τι φορούσε, τα ίδια αυτά τα ιδρωμένα ρούχα της χθεσινής βραδιάς ή μπορεί και να ήταν μισόγυμνος, αλλά δεν είχε καμία αίσθηση και δεν ήξερε. Θα περάσει, σκέφτηκε, αλλά τότε το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει σαν να χόρευε και κάτι σαν φόβος άρχισε να τον κυριεύει.

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο να μείνει εκεί, ακίνητος, εγκαταλελειμμένος, καθηλωμένος, μα γιατί είχε πιει τόσο, αναρωτήθηκε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα, μόνο την εκκωφαντική μουσική που έμπαινε στο σώμα του, τους φίλους του που κινούνταν μακριά σαν σε άλλο ρυθμό και τον εαυτό του αποξενωμένο και το αλκοόλ να κατεβαίνει στο λαρύγγι του και να τον καίει ολόκληρο, όμως δεν μπορούσε να σταματήσει. Μόνο αυτό μπορούσε να θυμηθεί, πως δεν μπορούσε να σταματήσει και τώρα δεν ήξερε αν βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο νοσοκομείου με σπασμένα κόκαλα γιατί αν είχε οδηγήσει δεν υπήρχε περίπτωση να έφτανε κάπου αβλαβής.

Το δωμάτιο, που δεν μπορούσε να το δει, μόνο να το νιώσει, γύριζε ασταμάτητα και κάποια στιγμή οι τοίχοι του έγιναν σαν λαβύρινθοι κι εκείνος βρέθηκε εγκλωβισμένος και με το μυαλό του προσπάθησε να τρέξει. Θα τα καταφέρω, είπε στον εαυτό του, θα βγω από αυτά τα πέτρινα, τραχιά, δαιδαλώδη εμπόδια και πήρε φόρα αποφασισμένος. Όμως οι τοίχοι ήταν πολλοί, κάποιοι σχεδόν αόρατοι έπεφταν πάνω του ή έπεφτε πάνω τους εκείνος και τα χέρια του μάτωναν. Έπεφτε, σηκωνόταν με το πείσμα ενός παιδιού που δεν γνωρίζει κίνδυνο ή απελπισία και άρχιζε πάλι να χάνεται μέσα τους, τα πόδια του τον πονούσαν, τα χέρια του ήταν γεμάτα γρατζουνιές και σιγά-σιγά οι τοίχοι των λαβύρινθων άρχισαν να υψώνονται τόσο απειλητικά, που φοβήθηκε πως θα πέθαινε από ασφυξία και άρχισε να φωνάζει ξαπλωμένος και παραδομένος στο τέλος. Κάποια στιγμή άρχισε να βρέχει ή να χιονίζει και έβρεξε ή χιόνισε για μέρες, το πόσο δεν έχει σημασία, ύστερα μικρά ροδοπέταλα άρχισαν να πέφτουν και σαν να του έδειχναν τον δρομο. Ένας λαβύρινθος τη φορά, ένας δρόμος, στο κέντρο του μπορούσε να νιώσει μια μικρή ηλιαχτίδα να χαϊδεύει το πρόσωπό του κι ύστερα κι άλλος λαβύρινθος, κι άλλος, μα πότε θα τελείωναν, δεν ήξερε αλλά αυτά τα ροδοπέταλα του έδιναν μια ελπίδα. Έτσι πέρασε αμέτρητους λαβύρινθους, κάθε φορά νόμιζε πως όλα επιτέλους τελείωναν κι όμως κάποιος άλλος λαβύρινθος ξεκινούσε πάλι από την αρχή, όμως τα ροδοπέταλα συνέχιζαν από το πουθενά να πέφτουν και αυτές οι μικρές ηλιαχτίδες δεν τον άφηναν να παραιτηθεί. Και τελικά πέρασε όλους τους λαβυρίνθους και επιτέλους βγήκε στο φως και στην ησυχία, που τον περίμεναν σαν τίποτα από όσα προηγήθηκαν να μην είχαν γίνει ποτέ.

Οι κινήσεις του δωματίου σιγά-σιγά άρχισαν να μειώνονται κι ύστερα έγινε πάλι ακίνητο, ένα συνηθισμένο δωμάτιο με τέσσερις αδιάφορους τοίχους χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, άψυχους. Εκείνος ακόμη δεν ήξερε πού ήταν και μέσα του φοβόταν πως είχε παραλύσει στο ατύχημα και πως ίσως ήταν στην εντατική και το κορμί του χαροπάλευε και το τέλος ήταν κοντά. Μα γιατί μέθυσα τόσο; αναρωτιόταν συνεχώς και τα έβαζε με τον εαυτό του ξανά και ξανά και ξανά.

Κάποια στιγμή ο χρόνος άρχισε πάλι να κυλάει σαν χρόνος και το τικ τακ του ρολογιού που είχε δίπλα στο κομοδίνο του από τα παιδικά του χρόνια ακούστηκε τυπικό και σωτήριο. Είμαι στο δωμάτιό μου;, αναρωτήθηκε. Μάλλον. Δεν είμαι στο νοσοκομείο, δεν παρέλυσα. Ανακουφισμένος ένιωσε τα δάχτυλα των ποδιών του να κουνιούνται κι ύστερα σήκωσε τα πόδια του κι ύστερα τα μάτια του κατάφεραν να ξεχωρίσουν το φως της μέρας που έμπαινε από τις μισάνοιχτες γρίλιες και μετά και τα ίδια του τα πόδια άχαρα υψωμένα. Σήκωσε λίγο το κεφάλι του και επεξεργάστηκε το σώμα του. Ακόμη όλα ήταν θολά αλλά μπορούσε να διακρίνει πως από τη χθεσινή νύχτα είχε μείνει μόνο η κοντομάνικη μπλούζα του, που μύριζε κάπνα, αλκοόλ και ιδρώτα. Και τα χέρια του ήταν γεμάτα μελανιές και γρατζουνιές με ξεραμένο αίμα, ίσως τελικά να είχε προκαλέσει κάποιο ατύχημα και το αυτοκίνητό του να βρισκόταν κάπου κατεστραμμένο τώρα, ίσως να έπεσε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για να φτάσει στο διαμέρισμά του. Μπορούσε, όμως, να κουνήσει το σώμα του κι αυτό του έδινε μια μικρή ανεπαίσθητη χαρά και τον έκανε να παραγκωνίζει για λίγο όλες τις άσχημες σκέψεις και κυρίως τον φόβο ότι αυτή η χθεσινή νύχτα προκάλεσε κάτι που θα μπορούσε να είναι ανεπανόρθωτο, όπως το να έχει σκοτώσει οδηγώντας μεθυσμένος κάποιον άτυχο περαστικό και η αστυνομία ήδη να τον κυνηγούσε.

Κάποια στιγμή, λίγο ή πολύ μετά, δεν έχει σημασία, σηκώθηκε. Έβγαλε τη μπλούζα του και μπήκε στο μπάνιο κρατώντας τη σφιχτά. Δεν ήθελε να τη βάλει στα άπλυτα και χωρίς να το σκεφτεί πολύ,
άνοιξε το μικρό παράθυρο και την πέταξε στον ακάλυπτο. Ύστερα έριξε πολύ, πολύ νερό στο πρόσωπό του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένα πρόσωπο σκυθρωπό, σαν ξένο, ένας εαυτός ταλαιπωρημένος που δεν έβλεπε και πολύ συχνά, γιατί ήταν ένας νεαρός χαμογελαστός, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, τα μαλλιά του μύριζαν κι αυτά ποτισμένα από τον τόσο καπνό και κάτω από το μάτι, εκεί που ίσως θα μπορούσε να κυλήσει ένα δάκρυ, ένα μικρό, κόκκινο σημαδάκι. Έριξε κι άλλο νερό στο πρόσωπό του. Μα γιατί μέθυσα τόσο;, αναρωτήθηκε και τα έβαλε πάλι με τον εαυτό του για την έλλειψη αυτοσυγκράτησης. Αυτό το είδωλο που αντίκρυζε δεν του άρεσε, αλλά όσο νερό κι αν έριχνε με τις γρατζουνισμένες του παλάμες δεν έφευγε γιατί πολύ απλά ήταν μόλις η επόμενη μέρα και η ταλαιπωρία από ένα ξενύχτι δεν φεύγει παρά λίγες μέρες μετά.

Κάποια στιγμή κουράστηκε να στέκεται όρθιος στον νιπτήρα, πόνεσαν τα πόδια του και άλλωστε, αν θυμόταν καλά, είχε πολλές υποχρεώσεις εκείνη τη μέρα και έπρεπε γρήγορα πάλι να βρει τον εαυτό του και σε αυτές να ανταποκριθεί. Άνοιξε τη μεγάλη βρύση πάνω από τη μπανιέρα, το κρύο νερό σε όλο του το σώμα ίσως τον ανακούφιζε περισσότερο και τον έκανε να ξυπνήσει για τα καλά.

Ο ήχος του νερού στη μπανιέρα που γέμιζε είχε πια καταλάβει τον χώρο κι εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά στο κουρασμένο είδωλό του. Δεν μπορούσε να χαμογελάσει, όμως, σκέφτηκε ότι ήταν μια πολύ δύσκολη νύχτα. Και την είχε αντέξει. Ίσως αυτό για εκείνη τη στιγμή να αρκούσε.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Αυπνία

Συνέχεια του διηγήματος "Επίσκεψη από τον Συγγραφέα"

Ο μεταφραστής βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα λόγια του συγγραφέα, που είχε συναντήσει πριν μερικές μέρες. Όλη η ζωή του είχε αναποδογυρίσει. Δίπλα
η γυναίκα του βαριανάσαινε, ένιωθε πως την αγαπούσε περισσότερο τώρα για κάποιον άγνωστο λόγο.
Η εικόνα του συγγραφέα, όμως, τον είχε στοιχειώσει. Εκείνος είχε τόσα χρόνια πατήσει σε λάθος μέρη, είχε διαμορφώσει μια ζωή βασισμένη σε ιδέες που δεν ίσχυαν. Τόση απογοήτευση, τόση κακία που είχε στρέψει εναντίον ανθρώπων που ήταν απλώς διαφορετικοί. Και νόμιζε πως και ο συγγραφέας ήταν έτσι. Μόνος, αποκλεισμένος σε έναν δικό του πύργο με μοναδική αγάπη το γράψιμο, όμως, όχι, εκείνος αν και τόσο ηλικιωμένος μπορούσε να γελάει σαν παιδί. Μετά τη συζήτησή τους τού είχε πει πόσα πράγματα απολάμβανε ακόμη. Περιπάτους, πολλές φορές επισκεπτόταν τις κορυφές βουνών με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού πάντα και όσο του επέτρεπε η ηλικία του και το σώμα του χαιρόταν τόσο αυτό, όσο και την ψυχή του με τη βοήθεια πολλών φίλων.

Εκείνος, ο μεταφραστής είχε πια καταλάβει πόσο μόνος, πόσο αδαής είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια
με τη σκιά του αγαπημένου του συγγραφέα στο μυαλό του πλαστή. Είχε εξιδανικεύσει όλα αυτά τα βιβλία που μιλούσαν για έρωτες απελπισμένους ανθρώπων μόνων, που τις γυναίκες δεν τολμούσαν
να πλησιάσουν. Κι όμως, ο συγγραφέας ήταν για χρόνια παντρεμένος και πολύ ευτυχισμένος, φαινόταν άλλωστε στο χαμόγελό του. Οι ευχαριστημένοι άνθρωποι χαμογελούν με τρόπο που καταλαβαίνεις. Τότε τι ήταν όλα αυτά τα απελπισμένα ερωτικά γράμματα, που έγραφαν οι ήρωες των βιβλίων του σε κορίτσια ή γυναίκες μυστηριώδεις ή σε νεράιδες, σε κάποια παραμύθια του, που χόρευαν σε λίμνες τα ξημερώματα; Τον είχε ρωτήσει, έπρεπε κι αυτός να μάθει να βλέπει τον έρωτα
στη σωστή του διάσταση.
"Μυθοπλασία", αγαπητέ, είχε χαμογελάσει πάλι ο συγγραφέας πιο στοργικά αυτή τη φορά.
Ο μεταφραστής τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει, αυτός ο άνθρωπος τον μπέρδευε συνεχώς με τις απαντήσεις του. Ο συγγραφέας ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, που τόσο έδειχνε να απολαμβάνει.
"Είναι κάποιες φορές που ξυπνάω πριν ξημερώσει και τότε όλα μοιάζουν χωρίς νόημα. Συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους, μην νομίζεις ότι είναι κάτι φοβερό. Όλοι κάποιες φορές μένουμε ολομόναχοι, εμείς και οι καθρέφτες μας, οι άλλοι γύρω μας είναι μακριά ακόμη κι αν είναι δίπλα, ξυπνάνε μέσα παλιοί εφιάλτες, παλιά όνειρα, γινόμαστε πάλι παιδιά και θέλουμε μόνο να βγούμε να τρέξουμε δίπλα σε κάποιον αγαπημένο φίλο. Τέτοιες στιγμές μοναξιάς, η πέννα μου παίρνει φωτιά.
Γράφω με πέννα, δεν ξέρω αν σου το είπα. Πρώτα με την πέννα σε κάποιο από τα αγαπημένα μου
σημειωματάρια φτιάχνω τον σκελετό του βιβλίου μου κι ύστερα η γραφομηχανή μου παίρνει φωτιά.
Έχω φυσικά και υπολογιστή, είμαι άνθρωπος της εποχής μου. Όμως η κόκκινη αγαπημένη μου γραφομηχανή είναι για τα κείμενα αυτά της μοναξιάς, όταν τις νύχτες η γυναίκα μου κοιμάται κουρασμένη από τη δική της καθημερινότητα, ματαιωμένη από τα δικά της ανέλπιδα όνειρα, πονεμένη από πόνους που εγώ δεν γνωρίζω. Τότε η κόκκινη γραφομηχανή μου είναι ένα μαγικό χαλί,
που με πάει στα όνειρα που έκανα νέος, τότε που η καρδιά μου χτυπούσε παθιασμένα και δυνατά, όμως στη ζωή μου υπήρχαν εμπόδια που δεν γνώριζα καν πως θα μπορούσα σε τέτοια μεγάλη ηλικία να ξεπεράσω απλώς γράφοντας. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Είσαι πολύ κλεισμένος στο δικό σου μυαλό. Πρέπει να το ανοίξεις, να ανοίξεις την ψυχή σου, να δεις μια ανατολή πολύ προσεκτικά.
Μια ανατολή μπορεί να πάρει πολλά χρώματα, ανάλογα με τις μουσικές που θα ντύσουν την ψυχή σου τη στιγμή που ο ήλιος κόκκινος ξεπροβάλλει πάνω από μια θάλασσα, ένα βουνό, τη στιγμή που ο ουρανός υποδέχεται αυτό το κάτι καινούριο, την καινούρια στιγμή, το καινούριο σήμερα. Είναι η ελπίδα η ανατολή, μην χάνεις την ελπίδα σου σε μικροψυχίες, μάταια κλάματα και καταδιώξεις από ανθρώπους που σε αγαπούν με όλη τους την ψυχή, όχι γιατί θέλουν κάτι από σένα, αλλά απλώς επειδή είσαι εσύ, αυτός ο μοναδικός άνθρωπος, όπως και όλοι."

Ο μεταφραστής μπερδεμένος άκουγε τα λόγια του, η ψυχή του σαν να άνοιγε σιγά-σιγά εκείνη την ώρα, όμως είχε μάθει στη ζωή του να ζητάει απαντήσεις συγκεκριμένες, να ζητάει την επαναληπτικότητα, το σίγουρο, την ασφάλεια που είναι τελικά μια ψευδαίσθηση.
"Πρέπει να φύγω, είπε ο συγγραφέας. Κι αν κάτι δεν κατάλαβες για μένα, διάβασε τα βιβλία μου πάλι ξανά, από την αρχή, με την ψυχή σου αυτή τη φορά, με το σώμα σου, με την καρδιά σου που μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά και να μην ξέρεις γιατί, με κάποιο πόνο που μπορεί το σώμα σου να ταράξει στιγμιαία, με τον εαυτό σου ολόκληρο. Το μυαλό και οι εξηγήσεις είναι για τα όσα μικρά δεν θα μας γεμίσουν ποτέ."

Τώρα ο μεταφραστής άυπνος, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, πήγαινε να κοιμηθεί και μια μουσική που έπαιζε στο ξενοδοχείο την ώρα που έφευγε ο συγγραφέας είχε κολλήσει στο μυαλό του και τον ξυπνούσε σαν ανυπόμονα. Η γυναίκα του δίπλα στριφογύριζε ενοχλημένη στον ύπνο της από την ανησυχία του. Σηκώθηκε, προσπαθώντας να κάνει βήματα ανάλαφρα, ένιωθε όμως πως τα βήματά του στην ησυχία της νύχτας ακούγονταν παντού. Από τη μισάνοιχτη πόρτα, κοίταξε την κόρη του που κοιμόταν ήσυχη και ένιωσε ελπίδα για πρώτη φορά, το μέλλον δεν θα κατέστρεφε, αν αυτό δεν είχε στο μυαλό του. Κι ύστερα βγήκε στον κήπο. Γύρω του το πράσινο μέσα στη νύχτα σκοτεινό, τα δέντρα βουβά, η ησυχία με θόρυβο που ξεκούφαινε τα τόσο βουλωμένα για χρόνια αυτιά του. Τριγύρισε για ώρα μέσα στα σκοτάδια κι ύστερα κάποια στιγμή άρχισε να βγαίνει το πρώτο φως εκείνης της μέρας που περίμενε να φέρει τα δικά της απρόοπτα.

Κοίταξε στον ουρανό, μετά από λίγη ώρα ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα. Ήταν γεμάτος, κόκκινος κι όσο η ώρα περνούσε ο ήλιος άρχισε να γίνεται πιο ζεστός και πιο πολύ να τον τυφλώνει. Τα πουλιά απλώς κελαηδούσαν σαν τίποτε από όλα αυτά να μην είχε πια σημασία. Και τότε ο μεταφραστής ένιωσε μέσα του τα λόγια του συγγραφέα, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό, χωρίς τίποτα,
λόγια ντυμένα στο σώμα του για αυτά τα λίγα λεπτά.

Κι ύστερα ο ήλιος ανέβηκε κι άλλο και αυτή η καινούρια η μέρα ξεκινούσε. Και ο μεταφραστής φαντάστηκε τον συγγραφέα να κοιτάζει κι αυτός τον ήλιο να ξεπροβάλλει μέσα από τη θάλασσα, να τον σκέφτεται και να χαμογελάει...

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Κάστρο στην άμμο

Καθόταν στο σχετικά μικρό μπαλκόνι του, απέναντι από τα δέντρα. Ήταν μεσημέρι, καλοκαίρι, είχε ζέστη αλλά εκείνος δεν ζεσταινόταν και του φαινόταν παράξενο. Η γυναίκα του μέσα ίδρωνε και του έλεγε να αγοράσουν καινούριο κλιματιστικό αλλά εκείνος άκουγε μόνο το θρόισμα των φύλλων. Ησυχία. Αυτό που πάντα αποζητούσε. Ηρεμία. Αυτό το καλοκαίρι ήταν διαφορετικό.
            Τα δέντρα έχουν μια δική τους γλώσσα που ποτέ δεν θα καταλάβουμε. Μπορούν να χορέψουν με τον αέρα, να στείλουν ανάσες, να φανούν ίσως και τρομακτικά τις νύχτες στο σκοτάδι, όμως πάντα είναι θεραπευτικά. Όταν ήταν παιδί, ένας μακρινός του συγγενής είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο για λίγες μέρες. Ο πατέρας του για κάποιο λόγο τον είχε πάρει μαζί του. Για να μάθεις, του έλεγε πάντα, όταν εκείνος τον ρωτούσε γιατί έκανε κάτι που του φαινόταν περίεργο. Ο πατέρας του τον μεγάλωσε μόνος του, με τη βοήθεια ενός πολύ καλού του φίλου, παράδοξη παιδική ηλικία, αλλά τι είναι συνηθισμένο τελικά σε αυτή τη ζωή, σκέφτεται τώρα. Το θέμα είναι ότι τότε σε εκείνο το ψυχιατρείο, είδε πόσο θεραπευτικά είναι τα δέντρα. Οι άνθρωποι κάπνιζαν λυπημένοι, βουτηγμένοι σε σκέψεις παράξενες, σκοτεινές, όμως κάτι εκεί τους βοηθούσε κι αυτό ήταν η ησυχία, η απομόνωση, η απομάκρυνση από καθετί τοξικό επιβάλλει η εποχή μας. Αυτό το έλεγε συχνά ο πατέρας του για τις τοξικότητες των εποχών, αλλά όταν ήταν μικρός δεν το καταλάβαινε. Όλα τα κατάλαβε πολύ αργότερα.
            Επιστροφή στα δέντρα λοιπόν και στο μικρό μπαλκόνι, όπου ο ήρωάς μας κάθεται ήρεμος χωρίς να ιδρώνει μέσα στο καλοκαιρινό μεσημέρι. Δεν τον αγγίζει τίποτα πια, όλα έχουν καθαρίσει, όλα έχουν φύγει, μπορεί να ακούει μόνο αυτά τα πουλιά που σε κάποια παράξενη γλώσσα μιλούν κι αυτά και οι λίγοι θόρυβοι από τον δρόμο δεν περνάνε καν μέσα από τα αυτιά του. Λίγο πιο πέρα είναι η θάλασσα και γι’αυτό στον ουρανό πετούν γλάροι. Τα πιο όμορφα πουλιά για εκείνον είναι οι γλάροι γιατί τα φτερά τους είναι μεγάλα, μπορούν να αγκαλιάζουν και κυρίως να πετούν πολύ, πολύ μακριά και από πολύ μακριά να φαίνονται. Κάθε φορά που τώρα βλέπει έναν γλάρο, θυμάται πόσο ελεύθερος είναι και δεν υπάρχει στον κόσμο καμία μεγαλύτερη ευτυχία από αυτό. Όμως για να φτάσει εκεί, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος.
            Όλα ξεκίνησαν πριν τρία χρόνια, τότε που η καρδιά του άρχισε να καταρρέει αν και στην αρχή δεν το καταλάβαινε.  Από τα δεκαοκτώ του εργαζόταν ως οδηγός ταξί, ήταν μια δουλειά καθιστική, κουραστική, μονότονη μερικές φορές και η μόνη του παρηγοριά ήταν το ραδιόφωνο. Κάποιες φορές έμπαιναν στο ταξί πελάτες που του μιλούσαν για τις ζωές τους, πελάτες απελπισμένοι, κουρασμένοι, φοβισμένοι, οργισμένοι, το συναίσθημά τους κατέκλυζε το μικρό, κίτρινο ταξί του γιατί έπεφτε όλο πάνω του. Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος, σκεφτόταν κάθε φορά και έκανε υπομονή και προσπαθούσε να τους παρηγορήσει και όσο το δυνατόν καλύτερα να τους πάει στον προορισμό τους χωρίς να τους συγχύσει περαιτέρω. Κάθε φορά που έκλειναν την πόρτα, όμως, έμενε μόνος και αυτό το συναίσθημά τους ήταν εκεί, μέσα, μπορούσε να το νιώσει στα δερμάτινα καθίσματα, μπορούσε ακόμη να ακούσει τα παράπονά τους, ακόμη κι όταν εκείνοι είχαν από ώρα φύγει. Και φυσικά κάποιοι πελάτες ήταν χαρούμενοι και του έπιαναν κουβέντα για τον καιρό ή για συναυλίες ή για διάφορα άλλα αλλά εκείνος κουραζόταν όλο και περισσότερο με τα χρόνια και αυτή τη χαρά των άλλων δεν μπορούσε να την εκτιμήσει όσο θα έπρεπε.
            Και φυσικά είχε και τα οικογενειακά του θέματα. Δεν έχει σημασία τι ακριβώς ήταν αυτά. Είχε θλίψη για τον πρόωρο χαμό της μητέρας του, είχε την έγνοια του πατέρα του, αργότερα τη γυναίκα του, τα παιδιά του, προβλήματα με άλλους συγγενείς και φίλους, το οικονομικό άγχος φυσικά, όλα αυτά μαζεύονταν, μαζεύονταν και έτσι η καρδιά του άρχισε να καταρρέει κι εκείνος ούτε που το καταλάβαινε.
            Στην αρχή ταχυπαλμίες, μετά έντονο βάρος στο στήθος, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να αναπνεύσει και κατέληξε να πονάει τόσο πολύ ένα βράδυ που άρχισε να ουρλιάζει. Η γυναίκα του, τα παιδιά του φοβήθηκαν τότε. Πήγαν όλοι μαζί στο νοσοκομείο. Εκεί άρχισαν να γίνονται ένα σωρό εξετάσεις και ύστερα οι επισκέψεις στους καρδιολόγους και καθένας είχε και άλλη άποψη μέχρι που η κατάστασή του επιδεινώθηκε τόσο πολύ που του είπαν ότι θα χρειαζόταν μεταμόσχευση καρδιάς. Όλοι και όλα πάγωσαν. Αυτό θα ήταν το τέλος; Αρρώστια; Θάνατος; Η φρίκη άρχισε να απλώνεται σε όλο του το κορμί, ένιωσε μέσα του να μαυρίζει, να λιώνει, να σαπίζει, ο φόβος τα είχε κυριεύσει όλα και αυτός ήταν ένας λαβύρινθος που φάνταζε χωρίς τελειωμό.
            Κάποια στιγμή πήγε σε έναν καρδιολόγο που ανακάλυψε τυχαία στο διαδίκτυο. Δεν ήξερε γιατί πήγε, μια φωνή μέσα του τού είπε να πάει και την άκουσε. Του έδειξε τις εξετάσεις, του είπε ποια χάπια του είχαν δώσει οι άλλοι γιατροί και για τη μεταμόσχευση. Ο καρδιολόγος ήταν σοβαρός, πολύ σοβαρός αλλά κάτι είχε στο βλέμμα διαφορετικό από τους άλλους. Του είπε πολύ λίγα πράγματα, άγγιξαν, όμως, την ψυχή του.
"Δεν μπορώ να σας πω τίποτε διαφορετικό όσον αφορά στη σωματική σας κατάσταση ως γιατρός παρά να μπείτε σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς. Σαν άνθρωπος, όμως, μπορώ να σας δώσω μία και μόνο συμβουλή και αν θέλετε την ακούτε. Βρείτε έναν τρόπο να ηρεμήσετε, ακόμη κι αν αυτός είναι πολύ παράδοξος. Στον καθένα η ηρεμία έρχεται με διαφορετικό τρόπο, θα έλεγα ότι αξίζει να την αναζητήσετε αλλά δεν επιμένω γιατί είναι δική σας επιλογή το αν θα πιστέψετε σε αυτό που σας λέω." Ύστερα σταμάτησε απότομα, του έκοψε την απόδειξη αμίλητος, πληρώθηκε, του την έδωσε και μετά κάτι σημείωσε σε ένα μικρό μπλοκάκι που τον έκανε να νιώσει άβολα γιατί καταλάβαινε ότι έπρεπε να φύγει, περίμεναν πολλοί ασθενείς έξω. «Ευχαριστώ», είπε χωρίς να ξέρει γιατί. Άλλωστε δεν του είχε πει τίποτα το σπουδαίο, όλοι ξέρουν πως η ηρεμία βοηθάει στις αρρώστιες. Όμως, κάτι μέσα του είχε γίνει.
            Οι επόμενοι μήνες ήταν πολύ δύσκολοι. Έπρεπε να κάνει συνεχώς εξετάσεις, να παίρνει τα φάρμακά του, δεν μπορούσε να δουλέψει, ήταν μέσα στο σπίτι συνεχώς εκνευρισμένος και αμίλητος, περίμενε μόνο να έρθει το τέλος να ησυχάσει από την ατελείωτη δυστυχία. Κάποια στιγμή η γυναίκα του την ώρα που έπιναν τον καφέ στο μπαλκόνι χωρίς να μιλάνε του είπε με ύφος σοβαρό και αποφασισμένο.
«Είναι πολύ ψυχοφθόρο για τα παιδιά να σε βλέπουν έτσι. Κι εγώ δεν το αντέχω. Καλύτερα να πας στο εξοχικό που έχτισε ο πατέρας σου να ηρεμήσεις λίγο και όταν νιώσεις καλύτερα, θα σε περιμένουμε εδώ με όλη την αγάπη μας. Όμως, αν μείνεις και είσαι έτσι, θα καταρρεύσω κι εγώ.»
            Κι έτσι πήγε στο εξοχικό τους, ένα μικρό σπίτι δύο δωματίων στη θάλασσα, που το είχε χτίσει ο πατέρας του με τα ίδια του τα χέρια, όταν εκείνος ήταν πολύ μικρός. Θυμάται λίγες στιγμές από αυτό το χτίσιμο. Ο πατέρας του στον ήλιο μαυρισμένος, ίδρωνε, πάλευε με τον καύσωνα, αλλά δούλευε αδιάκοπα, δεν σταματούσε παρά μόνο για να φάει ένα μικρό γεύμα και να πιει νερό κι ύστερα πάλι συνέχιζε. Εκείνου δεν του άρεσε το σπίτι γιατί το έβρισκε πολύ μικρό και δεν χωρούσε μέσα άνετα όλη του η οικογένεια, γι’αυτό και είχε πάψει από καιρό να πηγαίνει. Όμως τώρα που ήταν άρρωστος και μόνος και ίσως και ετοιμοθάνατος η ενέργεια του σπιτιού άρχισε κάτι μέσα του να θεραπεύει.
            Κι ύστερα άρχισε να τον επισκέπτεται η μικρή ανιψιά του. Την έφερε ο αδερφός του μια φορά που πήγε να τον δει κι εκείνος ξετρελάθηκε μαζί της γιατί τόσα χρόνια βουτηγμένος στην αρνητικότητα και στα προβλήματά του δεν την είχε προσέξει πραγματικά. Ήταν τόσο έξυπνη, τόσο χαριτωμένη, τόσο γελαστή, είχε κι εκείνη μια ενέργεια μαγική, όπως το σπίτι. Μετά την πρώτη της επίσκεψη, παρακάλεσε τον αδερφό του να την πηγαίνει και να την αφήνει εκεί για όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα για να παίζουν. Κι έτσι αφέθηκε στη μαγεία της παιδικής ζωής. Χωρίς χρόνο, χωρίς όρια, μόνο παιδικό γέλιο και κλάμα, τα συναισθήματά του άρχισαν τότε να μεταλλάσσονται κάπως. Ξεχάστηκαν όλα τα άλλα, η αρρώστια, τα  οικογενειακά και τα οικονομικά προβλήματα, το πόσο πολύ είχε βαρεθεί τη δουλειά του, όλα απομακρύνθηκαν κι εκείνος ζούσε μόνο για τις στιγμές που η ανιψιά του ερχόταν κι έπαιζαν μαζί στη θάλασσα με ένα παιδικό κουβαδάκι κι έφτιαχναν κάστρα.
            Τι μαγική στιγμή να φτιάχνει κάστρο στην άμμο ένα παιδί. Πόσα όνειρα μπορεί να κάνει τότε. Ναι, κάποτε ήταν κι αυτός παιδί, θυμήθηκε κι έφτιαχνε κι εκείνος κάστρα. Αλλά δεν άντεχε το κύμα που ερχόταν πάνω τους ή τους αδιάφορους μεγάλους που μπορεί να πατούσαν πάνω τους και να τα κατέστρεφαν ή και τους ίδιους του τους φίλους που δεν ονειρεύονταν όσο κι εκείνος. Με αυτό το παιδί, όμως, ήταν αλλιώς. Έγινε πάλι παιδί κι εκείνος κι άρχισε να ονειρεύεται. Ξέχασε την αρρώστια του, τη μεταμόσχευση καρδιάς, τα ξέχασε όλα και όταν τα σαββατοκύριακα ερχόταν η οικογένειά του να τον επισκεφθεί τον έβρισκε όλο και καλύτερα. Η γυναίκα του είναι ένας βράχος στη ζωή του, ποτέ δεν θα ξεχάσει την υπομονή της σε αυτή τη δοκιμασία, την ψυχραιμία της, την αντοχή της. Και τα παιδιά του εκεί που πριν ήταν θλιμμένα από τη δυστυχία του και την αρρώστια του και φοβούνταν ότι θα τον έχαναν για πάντα, άρχισαν και πάλι να χαμογελούν.
            Πέρασε πολύς χρόνος έτσι, πάρα πολύς. Δεν θυμάται πόσος γιατί έτσι απομονωμένος στο μικρό σπιτάκι, με την περιστασιακή παρέα ενός παιδιού σε μόνιμη βάση ο χρόνος χάθηκε, έμεινε μετέωρος, η ζωή του ήταν μόνο θάλασσα, ήλιος, ουρανός, άμμος, πουλιά, γλάροι και κάστρα. Τα χάπια του τα έπαιρνε συστηματικά, δεν παρέλειπε κανένα. Όμως έλεγε ψέματα στη γυναίκα του και για κάποιο λόγο δεν πήγαινε να κάνει τις απαιτούμενες εξετάσεις. Είχε σιχαθεί τόσο πολύ τους γιατρούς και τα νοσοκομεία και αυτό το σύστημα που αρρωσταίνει περισσότερο από τις αρρώστιες. Ήταν ρίσκο το ήξερε και φοβόταν όταν μπορεί κάποια στιγμή να τον έβρισκαν νεκρό στην παραλία από ανακοπή καρδιάς, όμως το προτιμούσε από το να πεθάνει σε ένα κρεβάτι ανάμεσα σε λευκές ρόμπες και αδιαφορία.
            Και κάποια στιγμή τον ενημέρωσαν ότι είχε βρεθεί δότης. Εκείνος σαν να λυπήθηκε. Έπρεπε να φύγει λοιπόν; Έπρεπε να αφήσει την απομόνωση, την ηρεμία, τα παιχνίδια με την ανιψιά του, που τώρα πια την ήθελε μόνο δική του χωρίς άλλα παιδιά, χωρίς άλλους ενήλικες γύρω του; Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε να το σκάσει και να πάει σε κάποιο μέρος μακρινό, να ζήσει μόνος για πάντα κοντά στη θάλασσα, μακριά από θυμούς, αναστατώσεις, αγωνίες, ανησυχίες, χρήματα, οικογενειακά βάρη και τόσα άλλα που είχε καταλάβει πια καλά πως αυτά τον αρρώστησαν. Όμως, ήταν άνθρωπος υπεύθυνος και αγαπούσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, δεν θα μπορούσε να τους αφήσει. Ένα πρωί ένιωσε την καρδιά του να σκληραίνει, να γίνεται πέτρα, σηκώθηκε από το κρεβάτι, μάζεψε τα λιγοστά ρούχα που είχε μαζί του και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του τη θάλασσα ή το τελευταίο πανέμορφο κάστρο που άφηνε στην άμμο.
            Η εξέλιξη ήταν αναπάντεχη. Οι γιατροί του είπαν ότι είχε θεραπευτεί. Ότι είχε γίνει θαύμα.
«Όλοι οι ασθενείς με την πάθησή σας παίρνουν αυτά τα χάπια, αλλά σε εσάς ο οργανισμός αντέδρασε. Δεν χρειάζεστε πια μεταμόσχευση. Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο, όμως, από παράξενα ο κόσμος και οι υγείες άλλο τίποτα», του είπε η γιατρός στο νοσοκομείο κι ύστερα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και παρήγγειλε έναν καφέ.
            Αυτά έγιναν λίγο πολύ και τώρα ήταν καλά. Σιγά-σιγά όλα επανήλθαν και συνήθισε τη φασαρία στο σπίτι, το οικονομικό άγχος, τους φίλους που τον περίμεναν κι εκείνοι με αγάπη. Άρχισε πάλι να δουλεύει στο ταξί, όμως, με έναν μαγικό τρόπο τώρα δεν τον βάραινε ο πόνος και το άγχος κανενός και όταν του μιλούσαν οι πονεμένοι πελάτες του λίγα τους έλεγε. Και δεν ίδρωνε ποτέ, ενώ εκείνοι οι κακόμοιροι βαριανάσαιναν μέσα στον καύσωνα, ζητούσαν να βάλει κλιματισμό, κουνούσαν βεντάλιες, μιλούσαν για την καταστροφή του κλίματος ή περίμεναν τις διακοπές τους για να ξεφύγουν από τις αμέτρητες μέρες κούρασης, που είχε φέρει κι αυτή η χρονιά. Κι εκείνος δεν ίδρωνε ποτέ και χαμογελούσε.
            Την ανιψιά του την έβλεπε τώρα ανάμεσα στους άλλους συγγενείς. Την έβλεπε με χαρά, με θαυμασμό για το πώς μεγάλωνε, με νοσταλγία καμιά φορά για τα παιχνίδια τους στην άμμο και κυρίως με τεράστια ευγνωμοσύνη γιατί εκείνη ήταν τελικά η θεραπεία του. Εκείνη  παρασυρόταν από τα παιχνίδια με τα παιδιά του ή τις συζητήσεις με τους γονείς της και δεν έδειχνε να του δίνει πολλή σημασία, όμως, ήταν κάποιες μαγικές στιγμές, που κοιτάζονταν με νόημα και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον και οι ακόμη πιο μαγικές στιγμές ήταν όταν το ένιωθε αυτό χωρίς να κοιτάζονται. Όταν την έβλεπε να κάθεται σε μια γωνίτσα μόνη της, μακριά από τα άλλα παιδιά και τους μεγάλους και να παίζει για λίγο ήσυχη με κάποιο παιχνίδι. Αυτό του αρκούσε. Κι εκείνη αμέσως χαμογελούσε χωρίς, όμως, να σηκώσει το κεφάλι της και να τον δει, μόνος κι αυτός εκείνες τις στιγμές ανάμεσα στους μεγάλους να την κοιτάζει έτσι με τόση αγάπη.
           Τώρα είναι απέναντι από τα δέντρα του στην ησυχία που πάντα αποζητούσε και δεν το ήξερε. Και τα πουλιά τραγουδάνε τα ακατανόητα τραγούδια τους στα δέντρα και ο αέρας περνάει μέσα από τα φύλλα και αυτό το θρόισμα είναι το μεγαλύτερο βάλσαμο στην ψυχή του που θα έχει ποτέ ακόμη κι αν χάσει τα πάντα. Μέσα η οικογένειά του είναι χαρούμενη γιατί έγινε καλά χωρίς να χρειαστεί εγχείρηση κι εκείνος σκέφτεται αύριο να πάει να δει εκείνον τον παράξενο γιατρό, που του είχε συστήσει την ηρεμία και τόσο άβολα τον είχε κάνει να νιώσει έτσι ξαφνικά. Θα πάει να τον δει λοιπόν αύριο, δεν θα καθίσει πολύ, όμως, απλώς θα ενημερώσει ότι είναι καλά, θα ευχαριστήσει κάπως τυπικά κι ύστερα θα φύγει και θα ευχηθεί να γίνουν καλά όλοι αυτοί οι λυπημένοι καρδιοπαθείς που θα ιδρώνουν στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου του.
            Αυτό σκέφτεται τώρα και αναρωτιέται τι να απέγινε εκείνο το κάστρο που άφησε στην άμμο άθικτο τη μέρα που έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Δεν θα μπορέσει ποτέ να μάθει. Μπορεί όμως να φαντάζεται πού και πού ότι κανένα κύμα και καμιά αδιαφορία δεν θα φτάσει ποτέ εκεί να το καταστρέψει.

Το διήγημα βασίζεται στην ιστορία που πριν λίγες μέρες μου αφηγήθηκε ένας οδηγός ταξί, που φορούσε μακρυμάνικο πουκάμισο και ήταν μεσημέρι και δεν ίδρωνε, για το πώς ενώ ήταν σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς, κατάφερε μόνος του, όταν απομονώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους "αντιπάλους" του, όπως είπε που τώρα τους αντιμετωπίζει, και βλέποντας μόνο τη μικρή του ανιψιά και κανέναν άλλον να θεραπεύσει το πρόβλημά του και να μην χρειαστεί τελικά μεταμόσχευση.