Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Επίσκεψη από τον συγγραφέα

Ο μεταφραστής πήρε το βιβλίο στα χέρια του. Το άνοιξε σε μια τυχαία σελίδα και διάβασε μια πρόταση. Ύστερα άλλη μια πρόταση σε άλλη σελίδα, ύστερα άλλη. Έκλεισε το βιβλίο και στο οπισθόφυλλο κοίταξε τη φωτογραφία του ηλικιωμένου, πολυβραβευμένου συγγραφέα. Ήταν χαρούμενος, ήταν περήφανος. Θα μετέφραζε ακόμη ένα βιβλίο αυτού του τόσο σημαντικού ανθρώπου, που τα γραπτά του είχαν γεμίσει πολλές φορές τις ώρες του και τη ζωή του. Αυτή τη φορά όμως τον περίμενε κάτι ακόμη πιο υπέροχο. Ο συγγραφέας είχε ζητήσει μια συνάντηση μέσω των εκδοτών με τους ανθρώπους που για τόσα χρόνια δούλευαν τα βιβλία του. Είχε αναφερθεί και στον ίδιο, τον μεταφραστή. Θα βρισκόταν στην πόλη του τις επόμενες  μέρες. Σε λίγη ώρα έπρεπε να αρχίσει να ετοιμάζεται για το ραντεβού τους στο ξενοδοχείο, που θα διέμενε ο συγγραφέας. Η προσμονή του ήταν μεγάλη και ίσως ποτέ στη ζωή του να μην είχε νιώσει τέτοιου είδους προσμονή.
            Άφησε το βιβλίο πάνω στο  μικρό τραπεζάκι, σαν να άφηνε κάτι ιερό. Κι ύστερα κάθισε στο γραφείο του και άνοιξε τον υπολογιστή του για να βεβαιωθεί για μια προθεσμία. Είχε αρκετή δουλειά, έπρεπε τις επόμενες μέρες να ολοκληρώσει τη μετάφραση της αυτοβιογραφίας μιας ηθοποιού. Για εκείνον ήταν έργο ευτελές. Το βιβλίο ήταν γεμάτο με ανούσιους έρωτες και ματαιοδοξία. Κι όμως, όταν κυκλοφορούσε, θα βρισκόταν πρώτο στα ράφια των βιβλιοπωλείων, θα έφτανε σε πολλά χέρια. Εκείνος θα υπέγραφε με ψευδώνυμο ως μεταφραστής. Δεν ήθελε το όνομά του να αναγράφεται σε βιβλία εμπορικά, άτεχνα, χωρίς αξίες, χωρίς ιδέες, χωρίς γνώση.
«Από αυτά ζεις, του έλεγαν κάποιοι φίλοι του.  Αν δεν ήταν αυτά, δεν ξέρω πώς θα μεγάλωνες το παιδί σου. Μην τα περιφρονείς.» Εκείνος κατέβαζε το κεφάλι. Ναι, ένιωθε ταπεινωμένος, που με αμοιβές από λέξεις φτηνές, από ιστορίες πλαστές, εμπορικές, μπορούσε να πληρώνει τους λογαριασμούς του σπιτιού του, το φαγητό του, τα έξοδα της κόρης του.  Πιο πολύ, όμως, τον θύμωναν τα λόγια της γυναίκας του, που ένιωθε πως δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
«Είναι στον κόσμο του, δεν καταλαβαίνει. Δεν χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι την υψηλή διανόηση, την ανώτερη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία. Κάποιοι διαβάζουν μόνο στην παραλία, γιατί αυτό να το θεωρεί κατάπτυστο; Κάθε φορά που η κόρη μας λέει πως θέλει να διαβάσει τη αυτοβιογραφία αυτής της ηθοποιού την κοιτάζει τόσο περιφρονητικά, που το πρόσωπο της μικρής παγώνει.»
«Δεν θέλω να γεμίζει το μυαλό του παιδιού με αυτές τις ανοησίες!», ύψωνε εκείνος τη φωνή του.
«Αυτές οι ανοησίες είναι ο κόσμος γύρω σου και δεν μπορείς να τον  κρύβεις γιατί έτσι δεν θα είναι ποτέ έτοιμη να τον αντιμετωπίσει.»
«Η εποχή μας είναι τόσο απαίσια», ήταν κάτι που έλεγε συχνά και συνήθως εκεί οι συζητήσεις ολοκληρώνονταν.
            Το όνειρό του ήταν να πουλήσουν το διαμέρισμά τους, να αγοράσουν ένα κτήμα μακριά από την πόλη, να χτίσουν ένα σπίτι και να ζήσουν εκεί. Για εκείνον θα ήταν εύκολο, δούλευε στο σπίτι. Αυτή η απομόνωση από αυτόν τον κόσμο που τον εκνεύριζε τόσο ίσως του πρόσφερε λίγη γαλήνη. Η γυναίκα του, όμως, δεν το συζητούσε. Πώς θα πήγαινε εκείνη στη δουλειά της; Και τα φροντιστήρια της κόρης τους, οι παρέες της; Τι ζωή θα ήταν αυτή για μια έφηβη, ανάμεσα μόνο σε δέντρα; Εκείνος θύμωνε με τις τόσες ανάγκες που είχε αποκτήσει η γυναίκα του. Δεν ήταν μόνο η δουλειά της που την κρατούσε στην πόλη, ήταν το γυμναστήριο, οι βόλτες στα μαγαζιά με τις φίλες της, οι έξοδοι και χιλιάδες άλλα ανούσια για εκείνον πράγματα, που απλώς τους έκαναν να πρέπει να δουλεύουν περισσότερο.
            Κοίταξε το ρολόι του, ναι η ώρα είχε περάσει. Μπήκε στο μπάνιο και έκανε ένα καυτό ντους, με το σφουγγάρι του έτριψε προσεκτικά όλο το σώμα του, σαν να έπρεπε να εξαγνιστεί πριν βρεθεί με τον ηλικιωμένο, βραβευμένο και τόσο αγαπημένο συγγραφέα του. Ύστερα σκουπίστηκε, έπλυνε για ώρα τα δόντια του και πήγε να ντυθεί. Η γυναίκα του τού είχε διαλέξει κάποια ρούχα αλλά δεν του άρεσαν γιατί του φάνηκαν επιδεικτικά. Ήθελε να φανεί, απλός, λιτός, ουσιώδης. Ντύθηκε προσεκτικά, χτενίστηκε, κοίταξε για αρκετή ώρα το είδωλό του στον μεγάλο καθρέφτη του χολ κι ύστερα πήρε τα κλειδιά του και το κινητό του κι έφυγε. Στο αυτοκίνητο άκουσε κλασική μουσική και συγκεκριμένα ένα συμφωνικό έργο, που ανέφερε ο συγγραφέας στο προτελευταίο του μυθιστόρημα και είχε μάλιστα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης. Η ασχήμια της πόλης τον απωθούσε, οι μεγάλοι της δρόμοι, ο θόρυβος, το πλήθος των ανθρώπων, που έδειχνε σαν μια άψυχη, αγχωμένη μάζα, η έλλειψη γαλήνης, που εκείνος μια ζωή ονειρευόταν και αποζητούσε. Κάποια στιγμή έφτασε στο ξενοδοχείο, που η όψη του είχε μια πολυτέλεια για εκείνον τρομακτική. Άφησε το παλιό του αυτοκίνητο στο πάρκινγκ και μπήκε μέσα νιώθοντας σαν αδέξιος έφηβος που βγαίνει αναπάντεχα για πρώτη φορά ραντεβού με το πιο όμορφο κορίτσι του σχολείου.
            Πήγε στη ρεσεψιόν και είπε ότι είχε ραντεβού με τον συγγραφέα δίνοντας και τον αριθμό του δωματίου του.
«Σας περιμένει», είπε η κοπέλα στη ρεσεψιόν και του είπε πού ήταν το σαλόνι. Εκείνος πήγε εκεί με βήματα αβέβαια και βυθισμένο σε μια πολυθρόνα είδε τον ηλικιωμένο άντρα. Πλησίασε, στάθηκε μπροστά του, ξερόβηξε και συστήθηκε στην γλώσσα του συγγραφέα, στην οποία έγινε και όλη η συζήτησή τους.
«Είμαι ο μεταφραστής των βιβλίων σας. Έχω μεταφράσει τα περισσότερα. Σας διαβάζω από τότε που ήμουν δεκαπέντε χρόνων. Δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που σας γνωρίζω», είπε με τρόπο χειμαρρώδη κι ένιωσε να ιδρώνει.
Ο συγγραφέας σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι χαμογελώντας. Ήταν περίπου ογδόντα χρόνων, τα μάτια του, όμως θύμιζαν παιδί. Του είπε να καθίσει. Ο εκδότης είχε ειδοποιήσει ότι θα καθυστερούσε μια ώρα, τον ενημέρωσε. Η καρδιά του φτερούγισε από χαρά. Θα βρισκόταν για μια ώρα μόνος του με τον συγγραφέα του. Πάντα προτιμούσε τις δυαδικές συζητήσεις, ήθελε τους συνομιλητές του κατά αποκλειστικότητα, αλλά μια τέτοια αποκλειστική συζήτηση ήταν κάτι που δεν είχε τολμήσει ούτε να ονειρευτεί. Ο συγγραφέας άρχισε να μιλάει για το ταξίδι του και τις πρώτες εντυπώσεις από την πόλη αυτή, την οποία δεν είχε επισκεφτεί ξανά. Εκείνος περιεργάστηκε το πρόσωπό του. Είχε ρυτίδες, όχι πολύ βαθιές και το δέρμα του ήταν αρκετά καθαρό. Τα δόντια του κιτρινισμένα από το τσιγάρο, τα δάχτυλά του το ίδιο. Δεν είχε χάσει τα μαλλιά του, ήταν πυκνά, λευκά και φαινόταν ότι είχαν καιρό να κουρευτούν. Τα μάγουλά του καλά ξυρισμένα, μαλακά και πεσμένα προς τα κάτω. Φαινόταν πολύ καθαρός, τα ρούχα του ίσως να ήταν και κάπως νεανικά για την ηλικία του, όμως, χωρίς να δείχνουν παράταιρα.
            Για αρκετή ώρα μίλησαν τυπικά. Για το νέο βιβλίο του συγγραφέα, που ο μεταφραστής δεν είχε προλάβει να διαβάσει ακόμη και για όλα τα παλιότερα, που γνώριζε σχεδόν απ’έξω. Ύστερα για τη λογοτεχνία στην εποχή του, τότε που οι συγγραφείς ήταν λίγοι και ξεκινούσαν συνήθως δημοσιεύοντας διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά και τη λογοτεχνία τώρα, τα αμέτρητα βιβλία στα ράφια και το διαδίκτυο, στο οποίο ήταν τόσο εύκολο πια να δημοσιεύσεις διηγήματα, ποιήματα ή και να φτιάξεις το δικό σου ηλεκτρονικό βιβλίο.
           «Το διαδίκτυο έχει διευκολύνει τρομερά τη δουλειά μου. Ο χρόνος έρευνας για κάτι άγνωστο που μπορεί να συναντήσω έχει μειωθεί σε βαθμό αφάνταστο», είπε ο μεταφραστής.
«Ο χρόνος έχει μειωθεί σε όλα, και που να είχατε ζήσει πριν εβδομήντα χρόνια, τότε που εγώ ήμουν παιδί. Όλα γίνονταν αργά, η ζωή κυλούσε αργά, οι άνθρωποι κινούνταν αργά.»
«Εμένα αυτοί οι ρυθμοί με τρελαίνουν.»
«Το καθετί έχει τα θετικά και τα αρνητικά του. Αν είχα ξεκινήσει από τη χώρα μου για να σας συναντήσω με μέσα μεταφοράς που χρησιμοποιούσαν οι γονείς μου, το πιο πιθανό ήταν ότι θα είχα πεθάνει στον δρόμο και δεν θα έβλεπα ποτέ την πόλη σας ή εσάς.»
Ο μεταφραστής χαμογέλασε αμήχανα και συνέχισε να παραπονιέται για την εποχή του.
«Το καταλαβαίνω αυτό, έχετε δίκιο. Όμως, όλα έχουν φτάσει στην υπερβολή και αυτό είναι κάτι που με φοβίζει. Αυτή η υπερβολή με φοβίζει.»
«Ο κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το αν θα μετριάσει τη ζωή του, μα πιστεύετε ότι σε άλλες εποχές δεν υπήρχε υπερβολή; Δεν έχετε διαβάσει ποτέ ιστορία;»
«Ναι, σε άλλες εποχές ίσως υπήρχε υπερβολή στη ζωή των αριστοκρατών ή των αυτοκρατόρων. Όχι στον μέσο άνθρωπο όπως τώρα.»
«Τι σας ενοχλεί λοιπόν στον σημερινό μέσο άνθρωπο;»
«Ίσως πιο πολύ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτός ο ναρκισσισμός που έχει καταλάβει τα πάντα, αυτή η ανάγκη για έκθεση των πιο προσωπικών στιγμών, των σωμάτων, των επιτευγμάτων, των συναισθημάτων. Η κόρη μου μπαίνει στην εφηβεία και με φοβίζει αυτή η κατάσταση.»
«Καταλαβαίνω την αγωνία σας αν και δεν έχω δικά μου παιδιά. Έζησα, όμως, για πολλά χρόνια με τον γιο της δεύτερης γυναίκας μου, θα μπορούσα να πω ότι τον έχω σαν γιο μου.»
«Εσείς, που είστε ένας άνθρωπος, τόσο μορφωμένος, που τόσα χρόνια πασχίζετε με τα γραπτά σας να εκφράσετε ιδέες ανώτερες, που είστε τόσο απλός και τόσο γεμάτος, πώς αντιδράτε σε αυτήν την κατάσταση;»
«Σας είπα πως καθετί έχει το θετικό και το αρνητικό του και ο καθένας είναι υπεύθυνος για το τι θα κάνει για τον εαυτό του. Το θετικό για μένα, όμως, μπορεί να είναι αρνητικό για κάποιον άλλο και το αντίθετο. Κάποια πράγματα ίσως και να με λυπούν. Αλλά είμαι σε μια ηλικία που έχω καταλάβει πως η λύπη για κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις είναι αν μη τι άλλο περιττή. Δεν θέλω να περάσω τα τελευταία μου χρόνια με λύπη για την τροπή που παίρνει η ζωή, η κοινωνία, η εποχή, ποτέ ο κόσμος δεν ήταν τέλειος. Όποιος νομίζει πως μπορεί να τα βάλει με την εποχή του θα πέσει σε πολλούς τοίχους. Η κάθε εποχή παίρνει τον δρόμο της κι ο κάθε άνθρωπος τον δικό του και είναι το μοναδικό και ίσως πιο δύσκολο που μπορεί να κάνει. Εγώ κάποια στιγμή στη ζωή μου αποφάσισα να ψάχνω τη χαρά, θέλω να παίρνω από το καθετί που μπορώ χαρά και γνώση και αν κάτι πριν το περιφρονούσα, τώρα έχω καταφέρει απλώς να γελάω μαζί του καλοπροαίρετα και να αναρωτιέμαι αν και από αυτό μπορώ να πάρω κάτι καινούριο.»
          Ο μεταφραστής σοκαρίστηκε. Όχι, ο συγγραφέας του δεν εξέφραζε τέτοιες ιδέες στα πρώτα του, αγαπημένα για εκείνον βιβλία. Ήταν αυστηρός με το ψεύτικο, περιφρονούσε, γελοιοποιούσε με τρόπο σκληρό.
«Τα γραπτά σας άλλη εικόνα μου έχουν δώσει.», είπε σχεδόν ψιθυριστά.
«Μα ήμουν νέος τότε, είχα την πολυτέλεια να σαρκάζω τους άλλους γιατί δεν είχα ακόμη δει καλά τον εαυτό μου, πόσο γεμάτος μικρότητες και αδυναμίες ήταν κι εκείνος, όπως και όλοι οι άνθρωποι. Τώρα μου αρκεί να αυτοσαρκάζομαι και μπορώ να σας πω ότι είναι απολαυστικότατο.»
Ο μεταφραστής τον κοίταξε έκπληκτος.
«Ξέρετε κάποτε πίστευα με όλη μου την ψυχή ότι η κόλαση είναι οι άλλοι. Είχα θεωρήσει αυτό το φιλοσοφικό ρητό τόσο εύστοχο, που το είχα κάνει τρόπο ζωής και σκέψης.»
«Εγώ έτσι νιώθω συνεχώς», είπε ο μεταφραστής θλιμμένος.
«Οι άλλοι είναι απλώς εκεί και ευτυχώς γιατί είναι πολύ χειρότερα, όταν είσαι μόνος. Το αν θα τους κάνουμε εμείς κόλαση είναι αποκλειστικά στο χέρι μας. Όταν απαλλαγείτε από αυτούς τους θυμούς για όσους είναι απλώς διαφορετικοί, πιστέψτε με θα νιώσετε σαν να έχετε βγάλει φτερά.»
«Ομολογώ πως δυσκολεύομαι κάπως να σας καταλάβω», είπε ο μεταφραστής μπερδεμένος.
«Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που παθιάζεται με την πολιτική. Στο τώρα, στο παρόν αυτό το πάθος, αυτή η πίστη, αυτός ο θυμός, το μίσος για τον αντίπαλο είναι τόσο έντονα, τόσο δυνατά. Κι ύστερα έρχεται απλώς η ιστορία, με τους ίδιους λίγο πολύ κανόνες και σβήνει τα πάντα. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μετανιώσει για όσα πίστεψε, να κατηγορεί μετά εκείνους που εξύψωνε. Όλα γίνονταν κι όλα θα γίνονται ίσως και με τον ίδιο τρόπο, οι ανθρώπινες ψυχές είναι λίγο πολύ το ίδιο. Αλλάζουν μόνο τα μέσα, τα πρόσωπα, ο τρόπος ζωής. Στα επόμενα κεφάλαια, όμως, λίγα είναι αυτά που μένουν, αυτά που έχουν τελικά ουσία, βάθος. Βάλτε στη θέση της πολιτικής το οτιδήποτε άλλο. Μια ιδέα, ένα πάθος, ακόμη και την ίδια τη λογοτεχνία, που εσείς κι εγώ αγαπάμε τόσο. Είναι όλα τόσο πρόσκαιρα, εφήμερα, όλα μπορεί να ξεχαστούν, όταν το μέλλον τα απογυμνώσει. Δεν θα ντραπώ να σας πω ότι έχω γελάσει πολλές φορές με πράγματα που έγραψα παλιότερα και έχω νιώσει και πολύ ανόητος που τα πίστεψα. Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι.»
«Με σοκάρει που συγκρίνετε την πολιτική με τη λογοτεχνία», είπε ο μεταφραστής με αποτροπιασμό.
«Είμαστε όλοι άνθρωποι και ο καθένας φοράει τον μανδύα του. Για πολλούς και διάφορους λόγους φτάνει ο καθένας σε μια επιλογή, δεν έχει αυτό τόση σημασία. Άλλος θα επιλέξει τον μανδύα της τέχνης, άλλος της πολιτικής, άλλος της φιλανθρωπίας και υπάρχουν και τόσοι άλλοι μανδύες σήμερα, υπάρχουν τόσοι τρόποι έκφρασης ικανοτήτων, ταλέντου, επιθετικότητας, ανθρωπιάς, φιλοδοξίας. Καμιά ενασχόληση δεν θα μας κάνει από μόνη της αγνούς ή βρώμικους, καλούς ή ευτελείς, οι πράξεις μας μόνο θα το ορίσουν αυτό. Εγώ αυτό που έχω καταλάβει κι αν μου επιτρέπετε, θα σας δώσω μια συμβουλή ως μεγαλύτερος, γιατί σας βλέπω πολύ αγχωμένο για πολλά και είναι μάλλον περιττό.»
«Πείτε μου, αν και με έχετε μπερδέψει.»
«Μην παίρνετε ποτέ πολύ στα σοβαρά ούτε τον εαυτό σας, ούτε τους άλλους.»
            Ο μεταφραστής δέχτηκε τα λόγια αυτά ως μομφή και κοκκίνισε. Ένιωσε σαν να τον ταπείνωσε ο αγαπημένος του δάσκαλος με τρόπο σκληρό και άγριο. Πραγματικά δεν ήξερε τι να πει. Είχε θυμώσει. Έμεινε σιωπηλός για ώρα με μια σιωπή επιθετική και παθητική, όπως ενός παιδιού που έχει πεισμώσει για κάτι που θεωρεί πολύ σημαντικό.  
             Ο ηλικιωμένος συγγραφέας τον κοίταξε με καλοσύνη και δεν είπε τίποτα άλλο. Ήπιε λίγο από τον καφέ του απολαμβάνοντας τη γεύση του σαν να ήταν η τελευταία φορά που την δεχόταν στο στόμα του. Κι ύστερα  σαν η ένταση του εκνευρισμένου μεταφραστή να είχε χτυπήσει σε αλεξίσφαιρο μέσα του γύρισε το κεφάλι και κοίταξε στο παράθυρο με ευγνωμοσύνη ένα πουλί που πετούσε.