Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Η σκιά


Γύρισε αργά στο σπίτι του, μέσα του ένιωθε κάτι που δεν καταλάβαινε. Η επίσκεψη στο νοσοκομείο, ο θάνατός της, η κηδεία το επόμενο πρωί, όλα έγιναν τόσο γρήγορα, το μυαλό του πάλευε να τα συνειδητοποιήσει, το σώμα του πονούσε. Το προσωπικό της βίλας είχε φύγει. Ήταν μόνος. Έβγαλε το σακάκι του, το πέταξε σε έναν από τους καναπέδες και έβαλε σε ένα από τα κρυστάλλινο ποτήρι ένα πολύ ακριβό ουίσκι. Αυτό ήταν λοιπόν. Η μητέρα του είχε πεθάνει.  Ήταν τελικά τόσο απλό να γίνει. Έτσι απλά έρχεται λοιπόν ο θάνατος. Έτσι απλά ήρθε και ο θάνατός της. Το περίμενε καιρό. Και τώρα ένιωθε μουδιασμένος.
Όλη η χώρα γνώριζε τη μητέρα του και στην κηδεία το πλήθος ήταν αδιανόητο. Δεν ήταν ένας απλός αποχαιρετισμός ενός ανθρώπου που έφυγε από αυτόν τον κόσμο αλλά μια παρέλαση ανθρώπων της υψηλής κοινωνίας, εφοπλιστών, πολιτικών, ηθοποιών αλλά και απλού κόσμου που ο ίδιος αναρωτιόταν για ποιον λόγο βρέθηκε εκεί. Και φυσικά δημοσιογράφων, πόσο τους μισούσε. Αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Η μητέρα του ήταν μια γυναίκα διάσημη.
Είχε γίνει διάσημη, αρχικά όχι χάρη σε κάποιο επίτευγμά της αλλά χάρη στον δεύτερο γάμο της. Ο πρώτος της γάμος με τον πατέρα του ήταν πολύ δυσάρεστος για εκείνη. Ο πατέρας του έπινε αρκετά, ενίοτε τη χτυπούσε, ποτέ δεν τα πήγαν καλά και όταν ο ίδιος ήταν πέντε χρόνων χώρισαν και δεν τον ξαναείδε ποτέ. Ακολούθησαν κάποια χρόνια οικονομικής ανασφάλειας, κάποια στιγμή κάποιοι πλούσιοι μακρινοί συγγενείς για χάρη της γιαγιάς του μεσολάβησαν και βρέθηκε να εργάζεται στην εταιρεία ενός εφοπλιστή. Ήταν όμορφη, έξυπνη και φιλόδοξη, κάποια στιγμή κατάφερε να βρεθεί στο γραφείο του εφοπλιστή, έπειτα στο κρεβάτι του και λίγο μετά στη βίλα του ως επίσημη σύζυγος.  Ο ίδιος θυμάται πόσο απέραντη του είχε φανεί αυτή η βίλα, όταν μπήκε για πρώτη φορά, θα ήταν περίπου οκτώ ή εννέα χρόνων. Δεν έμεινε, όμως, ποτέ εκεί, γιατί ο εφοπλιστής δεν ήθελε να αποσπά τίποτα την νέα του σύζυγο. Μέχρι τα δεκαοκτώ του που τον έστειλαν για σπουδές στο εξωτερικό έζησε με τη γιαγιά του, που πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Κανείς δεν τον ειδοποίησε εγκαίρως για να παρευρεθεί στην κηδεία.
Αυτό ήταν λοιπόν. Η 75χρονη μητέρα του είχε πεθάνει. Αφήνοντας πίσω εκείνον και το φιλανθρωπικό της ίδρυμα με το τεράστιο έργο, που συχνά γινόταν αφορμή για να βγαίνει στην τηλεόραση και να μιλάει για την αγάπη που οφείλουμε ως κοινωνία να δείχνουμε στα απροστάτευτα και αβοήθητα παιδιά. Προσπάθησε να θυμηθεί το πρόσωπό της στο νοσοκομείο, τότε που ξαπλωμένη στο κρεβάτι είχε πια καταλάβει πως ό,τι έκανε σε αυτή τη ζωή σε λίγο θα τελείωνε. Ήταν τόσο διαφορετικό από αυτό στην τηλεόραση ή στις φωτογραφίες χωρίς τα καλοχτενισμένα μαλλιά, το άπλετο μακιγιάζ, τα πανάκριβα ρούχα και τα χρυσά κοσμήματα στον λαιμό της. Ήταν σαν μάσκα πλαστική, μύριζε θάνατο αλλά οι αισθητικές επεμβάσεις που εδώ και δεκαετίες έκανε είχαν αφαιρέσει κάθε αίσθηση γηρατειών αφήνοντας στη θέση τους απλώς κάτι αλλόκοτο. Τον είχε κοιτάξει όπως τον κοίταζε πάντα. Σαν να ήταν το μεγαλύτερο λάθος της. Σαν να μην ήθελε να τον βλέπει. Ή μπορεί και  να ήταν και ιδέα του.
«Άργησες όπως πάντα, του είχε πει με φωνή αποδυναμωμένη. Λίγο ακόμη και δεν θα με προλάβαινες. Εκτός αν αυτός ήταν ο σκοπός σου.»
Εκείνος δεν ήξερε τι να πει, ήταν σοκαρισμένος με την εικόνα της σε αυτό το κρεβάτι. Η μητέρα του στα μάτια του φάνταζε παντοδύναμη, ανίκητη, σκληρή, δυνάστρια, ικανή να αντιμετωπίσει τα πάντα. Τώρα, όμως, ήταν μέσα σε ένα κατάλευκο δωμάτιο, μέσα σε κατάλευκα σεντόνια ένα πλάσμα αποδυναμωμένο και τα πλούτη της, η αίγλη, η φήμη, οι συναναστροφές της με τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της χώρας, ακόμη και τα όσα καλά είχε κάποτε προσφέρει δεν μπορούσαν να αλλάξουν το παραμικρό, δεν μπορούσαν να ξεγελάσουν τον θάνατο που πλησίαζε.
            Ήθελε να της πει «μητέρα» αλλά το στόμα του είχε στεγνώσει. Κάθισε δίπλα της και ψηλάφισε το πακέτο με τα τσιγάρα του στην αριστερή του τσέπη. Η μητέρα του, όμως, είχε να πει κάτι όπως πάντα.
«Νομίζω πως περίμενες εδώ και καιρό αυτή τη στιγμή. Τώρα όλα θα γίνουν δικά σου. Μάλλον όχι όλα, κάποια. Θα σε ενημερώσω για τη διαθήκη πριν το κάνουν οι δικηγόροι μου. Με ρωτούσες επίμονα τα τελευταία χρόνια και αρνιόμουν να σου αποκαλύψω το οτιδήποτε γιατί αυτές σου οι ερωτήσεις σε έκαναν στα μάτια μου σαν κοράκι που κυκλώνει στον αέρα ένα ζώο που αργοπεθαίνει. Ξέρω πως είχες βάλει λυτούς και δεμένους να μάθεις αλλά πάντα στη ζωή μου φρόντιζα για τα πολύ δικά μου θέματα να έχω ανθρώπους έμπιστους, που δεν θα με πρόδιδαν ποτέ, όχι βέβαια επειδή με αγαπούσαν τόσο αλλά επειδή από άλλον περισσότερα χρήματα δεν θα έπαιρναν. Η αγωνία σου τώρα θα λάβει τέλος, επιτέλους θα μάθεις ποια είναι η περιουσία που σε περιμένει. Δεν ξέρω αν έτσι θα καταφέρεις να κάνεις τη γυναίκα σου να αφήσει τον νεαρό εραστή της και να γυρίσει σε σένα. Προσωπικά το απεύχομαι. Αλλά δεν σε λυπάμαι. Από την αρχή σου είχα πει ότι αυτή η γυναίκα ήθελε μόνο τα χρήματά μου και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να σε αγαπάει για οτιδήποτε άλλο. Δεν χρειαζόταν να είσαι σοφός πάντως για να το καταλάβεις. Ήσουν πενήντα χρόνων όταν την παντρεύτηκες κι εκείνη μια τριαντάχρονη ασήμαντη ηθοποιός που φλέρταρε ασύστολα με την κοσμική ζωή. Σου είπα πολλές φορές τότε και φυσικά δεν ήμουν η μόνη. Όλος ο κόσμος το έβλεπε και αυτή η φτηνή σχέση σας με ρεζίλεψε. Ήρθα στον γάμο σου για να του προσδώσω έστω και λίγη αξιοπρέπεια. Εκείνη θα έρθει στην κηδεία μου για να φωτογραφηθεί. Πες της να μην πλησιάσει ούτε στα είκοσι μέτρα το φέρετρό μου γιατί…»
            Εκείνη την ώρα άρχισε να βήχει, η φωνή της δεν έβγαινε. Άλλοτε οι απειλές της μπορούσαν να κάνουν άντρες πανύψηλους και δυναμικούς να τρέμουν και φυσικά κι εκείνον. Τώρα το βλέμμα της έχανε όλο και περισσότερο τη ζωή, το αυστηρό αγέρωχο ύφος θύμιζε απλώς παρωδία. Εκείνος ξαφνικά έχασε κάθε ενδιαφέρον για τη διαθήκη και το στόμα του γέμισε με κάτι σαν πίκρα. Ήταν ένα συναίσθημα που από μικρός είχε μάθει να καταπίνει. Συνέχισε αμίλητος να ψηλαφίζει το πακέτο με τα τσιγάρα. Μετά από αρκετή ώρα η μητέρα του ανέκτησε κάπως τις δυνάμεις της και συνέχισε να μιλάει.
«Λοιπόν, δεν έχω πολλές αντοχές. Θα σου πω γρήγορα για τη διαθήκη. Άλλωστε ξέρω ότι είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο είσαι εδώ. Σου αφήνω όλη μου την προσωπική περιουσία αλλά διαχειριστές του ιδρύματος θα είναι άλλοι. Το  ποιοι θα είναι αυτοί θα το μάθεις στην ώρα του. Ελπίζω να είσαι ευχαριστημένος. Δεν νομίζω να σε ενδιέφερε ποτέ κάτι εκτός από τον εαυτό σου, πόσο μάλλον τα φτωχά άρρωστα παιδιά που ζουν σε ένα σύμπαν, που εσύ δεν έχεις πλησιάσει ποτέ και δεν μπορείς ούτε να διανοηθείς πως υπάρχει. Άλλωστε θέλω το ίδρυμα να είναι σε καλά χέρια για να συνεχίσει την πορεία του για όσες δεκαετίες είναι δυνατό. Είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω κάνει στη ζωή μου, ότι πιο σημαντικό αφήνω πίσω μου. Θα έφευγα πικραμένη αν αυτό δεν υπήρχε, είναι το παιδί μου.»
            Ένιωσε σαν να τον κλώτσησαν στο στομάχι. Ήταν, όμως, ένας άνθρωπος που δεν είχε ποτέ μάθει να έρχεται σε επαφή με το οτιδήποτε ένιωθε. Η πίκρα, το σοκ, ο θυμός, η λύπη, ο φόβος όλα έπαιρναν τη μορφή χτυπημάτων στο σώμα του, μουδιασμάτων, πόνων, κενού. Και η αντανακλαστική του αντίδραση σε αυτά, το μοναδικό του καταφύγιο ήταν το αλκοόλ, το τσιγάρο, κάποια ναρκωτικά, όταν ήταν νεότερος και τώρα που είχε μεγαλώσει τα ηρεμιστικά χάπια.
«Μπορείς να με αποχαιρετήσεις και να φύγεις, του είπε η μητέρα του σκληρά. Αυτό που ήθελες και ζητούσες πάντα από μένα ήταν χρήμα, τώρα θα το έχεις και θα σου φτάσει για να ζήσεις με την πολυτέλεια που λατρεύεις εσύ και αυτό το αδίστακτο πλάσμα η γυναίκα σου μέχρι να έρθεις στη θέση όπου βρίσκομαι εγώ τώρα.»
«Μπορώ να μείνω αν θέλεις…», είπε με ξεψυχισμένη φωνή, που θύμιζε τη φωνή του, που έτρεμε όταν έφηβος την αντίκριζε μπροστά στο τεράστιο γραφείο της με τα πολλά χαρτιά και τα τηλέφωνα που χτυπούσαν συνεχώς.
«Αντίο», είπε εκείνη και έκλεισε τα μάτια.
«Αντίο, μητέρα», της είπε από μέσα του.
            Έφυγε από το λευκό δωμάτιο με βήματα βαριά, ασήκωτα. Κι ύστερα όσο γρήγορα του επέτρεπε το σώμα του, που το βάραιναν οι συνέπειες μιας ζωής καταχρήσεων, βγήκε έξω από την πανάκριβη ιδιωτική κλινική. Ο σωφέρ του τον περίμενε μέσα στη λιμουζίνα του.
«Φεύγουμε;», τον ρώτησε αδιάφορα.
«Σε πέντε λεπτά», είπε εκείνος ανάβοντας τσιγάρο κι ύστερα προσπάθησε να θυμηθεί αν τα ηρεμιστικά χάπια στο ασημένιο κουτάκι, δίπλα στο κομοδίνο του θα αρκούσαν για να βγάλει τη νύχτα. Δεν χρειάστηκε πάντως, γιατί λίγες ώρες αφότου γύρισε στο σπίτι του, ο δικηγόρος της μητέρας του τού τηλεφώνησε και του είπε ότι η μητέρα του είχε πεθάνει.
Την επόμενη ημέρα έγινε η κηδεία. Τώρα καθισμένος στον καναπέ, πλημμυριζόταν από αναμνήσεις που δεν ήθελε να έχει. Θυμήθηκε τη μητέρα του να λέει πόσο δυστυχισμένη ήταν όταν ήταν έγκυος. Σε έναν καβγά με τον πατέρα του, τρεις μήνες πριν γεννηθεί της είχε σπάσει τη μύτη. Θυμήθηκε τον εαυτό του μικρό παιδί να κοιτάζει με τρόμο τον εφοπλιστή δεύτερο σύζυγό της κι εκείνος να του αντιγυρίζει βλέμματα άγρια, μάλλον από ζήλια. Κι ύστερα, όταν ο εφοπλιστής πέθανε, τα παιδιά από τον πρώτο του γάμο κληρονόμησαν τις ναυτιλιακές του επιχειρήσεις και όλη η τεράστια προσωπική του περιουσία πέρασε στα δικά της χέρια και με κάποιες έξυπνες επενδύσεις κατέφερε να την αυξήσει. Θυμήθηκε τον εαυτό του αμέτρητες να φορές να βρίσκεται πίσω από το γραφείο της και να ζητά. Κατά καιρούς ζήτησε διάφορα, αρχικά δικό του μπλοκ επιταγών και πιστωτικές κάρτες, ύστερα πολυτελές αυτοκίνητο, δικό του διαμέρισμα και σκάφος, κάποια στιγμή το τηλέφωνο του δικηγόρου της γιατί είχε προβλήματα με την αστυνομία, όταν βρέθηκε στο σπίτι ενός καλού του φίλου μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, ύστερα οικονομική στήριξη στις επιχειρήσεις με τις οποίες κατά καιρούς ασχολήθηκε άλλοτε με επιτυχία άλλοτε όχι. Μια ζωή εκείνος πίσω από το μεγάλο της γραφείο ζητούσε κι εκείνη πάντα του έδινε κοιτάζοντας τον με το πιο απογοητευμένο της βλέμμα.
            Η μεγάλη τους ρήξη έγινε, όταν της ανακοίνωσε ποια γυναίκα θα γινόταν η δεύτερη σύζυγός του. Είχε ήδη έναν πρώτο αποτυχημένο γάμο και δυο γιους, που ζούσαν στο εξωτερικό και που σπάνια επικοινωνούσαν μαζί του. Η νεαρή ηθοποιός που παντρεύτηκε στα πενήντα του χρόνια ίσως σε έναν βαθμό να τον ξελόγιασε, όμως κι εκείνος με τη σειρά του την είχε χρησιμοποιήσει για να ανορθώσει έναν ανδρικό εγωισμό, που με τα χρόνια είχε αρχίσει να κατρακυλά. Η μεγαλύτερη ικανοποίησή του πάντως ήταν το ότι για μια φορά είχε αντισταθεί στη μητέρα του, είχε κάνει εκείνο που του είχε απαγορεύσει, ήταν η επανάστασή του και ίσως η μοναδική φορά που ένιωσε πως τη νίκησε. Δεν τον πλήγωσε ιδιαίτερα, όταν έμαθε πως η γυναίκα του δεν ήταν μόνη τον καιρό που έλεγε πως ήταν σε διακοπές για να καταπολεμήσει μια μικρή κατάθλιψη που είχε περάσει. Κι ούτε όταν αφότου γύρισε από αυτές τις διακοπές, του είπε ότι θα πήγαινε να μείνει αλλού χωρίς άλλες εξηγήσεις. Όταν η μητέρα του τού έστειλε τον έμπιστο της δικηγόρο για να κανονίσει τα διαδικαστικά του διαζυγίου όσο το δυνατόν πιο ήσυχα, με έκπληξη άκουσε τον εαυτό του να του λέει ότι δεν είχε σκοπό να τερματίσει αυτόν τον γάμο. Και χάρηκε όσο τίποτα με την οργή της. Δεν είχε καμία διάθεση να ασχοληθεί με τη γυναίκα του. Ήταν για εκείνον ένα αντικείμενο που είχε από καιρό χάσει την αξία του, όπως άλλωστε αντικείμενα ήταν και όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους συνδιαλεγόταν, οι φίλοι της υψηλής κοινωνίας με τους οποίους οι σχέσεις ήταν επίπεδες και επιφανειακές, οι δουλικοί υπάλληλοι, που δεν του έλεγαν ποτέ όχι, αλλά έδιναν κρυφά πληροφορίες σε δημοσιογράφους για να τον βλάψουν, το προσωπικό στη βίλα του και φυσικά όλες οι πανέμορφες γυναίκες που κατά καιρούς είχαν περάσει από το κρεβάτι του, είτε επί πληρωμή είτε με αντάλλαγμα ένα ταξίδι σε κάποιο εξωτικό μέρος ή έστω και το να φωτογραφηθούν δίπλα του για να εμφανιστούν καλοντυμένες στις κοσμικές στήλες κάποιου περιοδικού. Εκείνο που όμως δεν άντεχε να συνειδητοποιήσει ήταν πως και αυτός για όλους εκείνους ήταν ένα αντικείμενο, μια συνδιαλλαγή, μια επιταγή, ένα όφελος, ένα σκαλί και πως ποτέ για κανέναν άνθρωπο σε αυτόν τον κόσμο δεν είχε υπάρξει κάτι παραπάνω ή μάλλον ποτέ δεν είχε υπάρξει αληθινά αγαπητός για αυτό που ήταν ο ίδιος, χωρίς τη φήμη, χωρίς τα χρήματα, χωρίς τη σκιά της μητέρας του, που σερνόταν πίσω του από τότε που έγινε πάμπλουτη σαν κατάρα προσοδοφόρα.
            Πριν λίγα χρόνια η μητέρα του αρρώστησε αλλά πάλεψε και κατάφερε για καιρό να μην καταπέσει. Τότε ήταν που άρχισε να του γίνεται εμμονή η διαθήκη της, να ρωτάει συνεχώς για αυτήν και να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει με τα χρήματα που ήταν πιθανό να κληρονομήσει. Σκεφτόταν πολλά, μεγαλεπήβολες και καινοτόμες  επιχειρηματικές επενδύσεις, ανάμιξη στην πολιτική, ακόμη και γενναιόδωρες φιλανθρωπίες μέσω του ιδρύματος που θα αναλάμβανε ως διαχειριστής. Επιτέλους θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος κάτι μεγάλο, τεράστιο, το όνομά του θα ακουγόταν χωρίς να συνοδεύεται από το δικό της και θα αποκτούσε φήμη ή έστω θα τον αναγνώριζαν ως άξιο συνεχιστή της. Η πίεσή που άσκησε σε εκείνη και στον έμπιστο δικηγόρο της για το θέμα της διαθήκης, την εξόργισε όσο ποτέ δεν την είχε εξοργίσει κάτι που είχε κάνει και δυο μέρες αφότου έγινε η κρίσιμη εγχείρηση που θα καθόριζε την πορεία της ασθένειάς της, έμαθε από τον δικηγόρο ότι αν πλησίαζε στο νοσοκομείο οι σωματοφύλακές της θα τον εμπόδιζαν να μπει μέσα με κάθε τρόπο, ενώ κανείς συνεργάτης της δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του και φυσικά ούτε και η ίδια.
            Τώρα όλα είχαν τελειώσει και η μητέρα του βρισκόταν θαμμένη στο χώμα. Όπως η φύση προστάζει για κάθε ζωντανό πλάσμα αυτού του κόσμου, η αποσύνθεση σε λίγο θα άρχιζε να κατασπαράζει το γέρικο σώμα και το πλαστικό της πρόσωπο και κάποια στιγμή και το πανάκριβο ρούχο της, που είχε παραγγελθεί ειδικά από σχεδιαστή του εξωτερικού για αυτήν την περίσταση. Η μητέρα του δεν είχε πια φυσική παρουσία, δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να ασκήσει καμιά δύναμη πάνω του. Θα έπρεπε να νιώθει ελεύθερος, σε λίγο καιρό η τεράστια περιουσία της θα περνούσε στα χέρια του και όλοι οι δρόμοι θα μπορούσαν να ανοιχτούν μπροστά του. Από καιρό είχε φανταστεί αυτή τη σκηνή που λυτρωμένος από τη δυναστική της παρουσία και με την απεριόριστη ελευθερία που νόμιζε πως θα είχε χάρη στον αμέτρητο πλούτο της, θα μπορούσε επιτέλους να γίνει κάτι άλλο πέραν του να είναι ο γιος της. Άναψε ένα πούρο και προσπάθησε να αποφασίσει σε ποιον χώρο θα ξεκινούσε να δραστηριοποιείται, είχε ήδη μιλήσει με επιχειρηματίες του εξωτερικού και με πολιτικούς της χώρας. 
            Όμως το μυαλό του ξαφνικά σαν να μην μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Ο παντοδύναμος άντρας που ήταν σίγουρος πως θα γινόταν μετά τον θάνατό της άρχισε σιγά-σιγά να μικραίνει, να γίνεται μικρούλης, ένα μωρό, ένας άχαρος έφηβος, ένας άχρηστος, όπως την είχε κάποιες φορές ακούσει να τον χαρακτηρίζει μιλώντας με φίλες της. Ένιωθε λύσσα, πίκρα, παράπονο, τρόμο, οργή, τα συναισθήματα ορθώνονταν τόσο τρομακτικά μέσα του που φοβήθηκε πως θα πέθαινε κι ίδιος. Έσβησε το πούρο και ήταν σαν να έσβηνε και ο ίδιος και τρομαγμένος σηκώθηκε για να πάει να ξαπλώσει.
            Λίγα λεπτά μετά βρήκε πάλι την αυτοκυριαρχία του. Τηλεφώνησε στη γραμματέα του, θα ήταν σίγουρα περασμένες δύο. Της είπε να του κανονίσει ένα ολιγοήμερο ταξίδι με το γιοτ του. Κι ύστερα, όταν γύριζε, θα τα ξεκινούσε όλα, χρειαζόταν λίγη ξεκούραση, λίγο να καθαρίσει το μυαλό του από την ένταση των τελευταίων ημερών. Κι ύστερα θα μπορούσε να πραγματοποιήσει όλους τους στόχους του και να γίνει ξακουστός και μεγάλος.
              Σηκώθηκε από τον πανάκριβο καναπέ, έσβησε το φως και περπάτησε αργά προς τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιό του. Μέσα στο σκοτάδι δεν είδε πως καθώς ανέβαινε τα σκαλιά γυρτός η σκιά της νεκρής τώρα πια μητέρας του σερνόταν πίσω του πιο μεγάλη.