Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου

Καθόταν απελπισμένος στον καναπέ, με το σπασμένο του πόδι τυλιγμένο στο γύψο, βαρύ και απεχθές, απλωμένο μπροστά του και ολοφάνερο, έτσι ώστε να μην μπορεί ούτε για λίγα λεπτά να ξεχάσει τη δυστυχία του. Αυτό έτσι κι αλλιώς δεν το επέτρεπε ούτε ο έντονος πόνος, αν και ήταν άνθρωπος που άντεχε τον σωματικό πόνο χωρίς πολλά παράπονα. Η κοπέλα του είχε φύγει πριν λίγο στενοχωρημένη. «Θέλω να σε βοηθήσω όσο μπορώ, αλλά νιώθω ότι θυμώνεις και δεν ξέρω τι να κάνω», του είχε πει, όταν της φώναξε κάποια στιγμή εκνευρισμένος για κάποιο λόγο που τώρα δεν θυμόταν. «Όταν ηρεμήσεις, τηλεφώνησέ μου, θα περιμένω», ήταν τα τελευταία της λόγια πριν κλείσει την πόρτα κι ύστερα άκουσε τα βήματά της να κατεβαίνουν σιγά-σιγά τα σκαλιά. Αυτά τα καταραμένα σκαλιά, αυτή η καταραμένη πολυκατοικία!
            Όταν είχε έρθει να μείνει σε αυτό το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου σε αυτήν την πολυκατοικία χωρίς ασανσέρ δεν ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για τις δυσκολίες, που θα αντιμετώπιζε. Νέος άνθρωπος είμαι, σκεφτόταν, τι το χρειάζομαι το ασανσέρ; Είχε αρκετά καλή φυσική κατάσταση, γιατί πήγαινε συχνά για τρέξιμο. Άλλωστε δεν είχε πολλές επιλογές. Το διαμέρισμα τού το νοίκιασε ένας φίλος του σε τιμή εξαιρετικά χαμηλή, που έμενε στον έκτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας. Το ότι θα είχε τον φίλο του τόσο κοντά ήταν ένα επιπλέον κίνητρο. Δεν διέθετε χρήματα για πιο υψηλό ενοίκιο και ήταν ο μόνος τρόπος να φύγει από το πατρικό του σπίτι όντας ενήλικας ήδη για μια δεκαετία. Η μητέρα του είχε στενοχωρηθεί πολύ τότε, ο πατέρας του τήρησε μια στάση ουδέτερη και απαθή, αφότου είχε βγει στη σύνταξη δεν έδειχνε να τον ενδιαφέρουν πολλά. Τελικά το πήρε απόφαση και πήγε να μείνει εκεί, στον πέμπτο όροφο, χωρίς ασανσέρ. Στην αρχή ήταν τρισευτυχισμένος. Η ανεξαρτησία, η αίσθηση της αυτονομίας, η απομάκρυνση από τους γονείς του που τους αγαπούσε πολύ αλλά που δεν άντεχε άλλο να μένει μαζί τους τον έκαναν να παραβλέπει τα κουραστικά σκαλιά, το λαχάνιασμα και έναν πόνο στο γόνατο, που δεν είχε άλλοτε. Άλλωστε όλη την ημέρα ήταν στο γραφείο και πάλευε μαζί με τον λίγο μεγαλύτερο συνέταιρό του έτσι ώστε η μικρή τους επιχείρηση να αντέξει σε μια αγορά, που είχε καταστραφεί από την οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων.
      Σιγά-σιγά άρχισε να προσαρμόζεται στην άσχημη κατάσταση του διαμερίσματος και της πολυκατοικίας. Τα κουδούνια ήταν χαλασμένα, όταν έρχονταν οι φίλοι του θα έπρεπε να ανέβει και να κατέβει πέντε ορόφους για να τους ανοίξει. Για να αποφύγει περιττές καταβάσεις και αναβάσεις, τύλιγε το κλειδί της εξώπορτας σε μια μικρή σακούλα, το έδενε με ένα λαστιχάκι και το πετούσε από το μπαλκόνι. Αν ήταν βράδυ, μερικές φορές το τυλιγμένο κλειδί χανόταν κάπου στο πεζοδρόμιο, πάντα, όμως οι φίλοι του το έβρισκαν και λαχανιασμένοι, όταν ανέβαιναν πάνω του το παρέδιδαν με ένα χαμόγελο εξαντλημένο. Τα ψώνια ήταν μια δυσκολία, αλλά σιγά-σιγά κι αυτό το συνήθισε, άλλωστε αγόραζε μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Όταν γύριζε από το τρέξιμο, ενώ άλλοτε ένιωθε ανακουφισμένος και έπαιρνε μια βαθιά ανάσα απολαμβάνοντας το τέλος της σωματικής άσκησης, τώρα πλησιάζοντας στο σπίτι ένιωθε ένα πλάκωμα στο στήθος γιατί ήξερε ότι τα σκαλιά τον πέντε ορόφων τον περίμεναν αδυσώπητα.
            Και δεν ήταν μόνο αυτό. Η υγρασία στο διαμέρισμα είχε καταστρέψει τον έναν τοίχο και αυτός ο καταραμένος αέρας στη βεράντα τον χειμώνα ήταν ανυπόφορος και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Η κακοσυντηρημένη πολυκατοικία, στην οποία ζούσε, βρισκόταν σε έναν λόφο, από τη βεράντα του έβλεπε όλη την πόλη να απλώνεται, το μεγάλο λιμάνι και έναν ατελείωτο ουρανό, που τα απογεύματα βαφόταν ροζ και κάποιες καλοκαιρινές βραδιές γέμιζε από την πανσέληνο. Του άρεσε να πίνει καφέ ή μπύρα έξω μόνος του και να χαλαρώνει, μέχρι που ο τρομερός αέρας κάποια βραδιά του χειμώνα πήρε το τραπέζι. Ένα σαββατιάτικο πρωί συνειδητοποίησε με τρομερή έκπληξη ότι το πάνω μέρος του τραπεζιού είχε εξαφανιστεί και είχαν μείνει μόνο τα πόδια να χάσκουν γυμνά και αδιάφορα και εντελώς άχρηστα. Κατέβηκε στον δρόμο αλαφιασμένος κι έψαξε για ώρα, το πάνω μέρος του τραπεζιού δεν βρέθηκε πουθενά αλλά κάπου λίγο παραπέρα εντόπισε το μεταλλικό τασάκι, που είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι και το ανέβασε πάνω ευχαριστημένος που κάτι σώθηκε από την πτώση. Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε στωικά, τουλάχιστον σε αυτό το σπίτι μπορούσε να ζει χωρίς τον φόβο των λωποδυτών και συχνά έλεγε αστειευόμενος με τον φίλο του και ιδιοκτήτη, ότι καμιά φορά θα γύριζαν από τη δουλειά και θα έβρισκαν έναν διαρρήκτη νεκρό στα σκαλιά με μια τηλεόραση αγκαλιά. Και μετά γνώρισε την κοπέλα του και την έφερε στο διαμέρισμα για πρώτη φορά.
            Την είχε προετοιμάσει για την έλλειψη ασανσέρ αλλά στον τρίτο όροφο, όπου η πόρτα του ασανσέρ ήταν μισάνοιχτη και από μέσα υπήρχε μόνο κενό, η κοπέλα που έπασχε από υψοφοβία ταράχτηκε έντονα στην ιδέα ότι μπορεί κάποιος από εκεί να πέσει. Λαχανιασμένη μπήκε στο διαμέρισμα εκείνη την Παρασκευή το βράδυ και δεν τόλμησε να βγει μέχρι την Κυριακή, παρόλο που της είχαν τελειώσει τα τσιγάρα και αυτό της προκαλούσε νευρικότητα. Η βεράντα τής προκαλούσε υψοφοβία και έτρεμε στην ιδέα ενός σεισμού, αλλά είχαν περάσει εκεί όμορφα απογεύματα και βράδια. Στην αρχή ένιωθε άσχημα, όταν της πετούσε το κλειδί κι εκείνη επειδή δεν φημιζόταν για τα καλά αντανακλαστικά της κουνούσε χαριτωμένα τα χέρια της πάνω κάτω κι ύστερα έσκυβε και το έψαχνε στο πεζοδρόμιο. Σιγά-σιγά, όμως τα συνήθισαν όλα, εκείνη μάλιστα μείωσε το κάπνισμα για να μπορεί πιο εύκολα να ξαναβρίσκει την ανάσα της, όταν έμπαινε στο διαμέρισμα και σωριαζόταν εξαντλημένη στον καναπέ και χαιρόταν μερικές φορές για την ποσότητα θερμίδων που έκαιγε στις σκάλες.
            Η ζωή του προχωρούσε λοιπόν, η επιχείρηση κρατιόταν με νύχια και με δόντια, η σχέση του πήγαινε καλά κι εκείνος βλέποντας αυτές τις δύσκολες εποχές όπου περιουσίες χάνονταν σε μια νύχτα, άνθρωποι με σπουδές και όρεξη για δουλειά έμεναν για χρόνια χωρίς δουλειά, το κράτος διαλυόταν σε βαθμό που άνθρωποι άρρωστοι ανησυχούσαν για το αν θα είχαν περίθαλψη στοιχειώδη, δεν γκρίνιαζε για τίποτα, αλλά ούτε τολμούσε και να ονειρευτεί πολλά για το μέλλον. Μέχρι που έσπασε το πόδι του.
            Το τρίχρονο παιδάκι που έμενε στον πρώτο όροφο είχε αφήσει ένα μικρό αυτοκινητάκι στα σκαλιά, κι εκείνος κατεβαίνοντας τρέχοντας ένα βράδυ για να προλάβει τον διανομέα του φαγητού που είχε παραγγείλει, το πάτησε και βρέθηκε αρκετά πιο κάτω με το πόδι γυρισμένο. Οι γιατροί είπαν ότι θα μπορούσε να είχε πάθει κάτι πολύ πιο σοβαρό αλλά για εκείνον τι ήταν πιο σοβαρό από ένα σπασμένο πόδι σε μια πολυκατοικία χωρίς σκαλιά με ένα διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο;
            Οι γονείς του επέμεναν να πάει να μείνει στο πατρικό του όσο είχε τον γύψο αλλά δεν ήθελε με τίποτα. Η μητέρα του σχεδόν έκλαιγε και τον παρακαλούσε να την αφήσει να τον φροντίσει αλλά εκείνος είπε ότι θα προσπαθούσε να μείνει στο σπίτι του με τη βοήθεια της κοπέλας και του φίλου του που έμενε από πάνω κι αν δεν τα κατάφερνε η επιστροφή στους γονείς θα ήταν η τελευταία λύση. Τον τρέλαινε η ιδέα ότι δεν θα μπορούσε να πάει στη δουλειά τόσο καιρό, αν και θα μπορούσε να δουλεύει λίγο από το σπίτι. Ο συνέταιρός του τον καθησύχασε αλλά εκείνος στη σκέψη του τι θα γινόταν η μικρή τους επιχείρηση χωρίς εκείνον, πάθαινε έντονη ταχυκαρδία. Για να ανέβει τα καταραμένα τα σκαλιά της πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ με τον γύψο στο πόδι, χρειάστηκε να επιστρατευτούν οι πιο μεγαλόσωμοι φίλοι του, δύο τον κρατούσαν από τις μασχάλες δεξιά και αριστερά κι ένας τρίτος ήταν από πίσω. Κι έτσι βρέθηκε στο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου φυλακισμένος, σαν καταραμένος πρίγκιπας αιχμάλωτος σε ένα ψηλό πύργο.
Η κοπέλα του βοηθούσε όσο μπορούσε, του μαγείρευε, καθάριζε το σπίτι, αλλά είχε κι εκείνη τη δουλειά της και πολλές φορές την ένιωθε να πνίγεται βουβά. Αυτό τον έκανε να οργίζεται με την κατάσταση, με τον εαυτό του, να νιώθει ανεπαρκής απέναντί της και συχνά να της βάζει τις φωνές. Πονούσε πολύ αλλά δεν ήθελε να παίρνει παυσίπονα και ήταν συνεχώς δύσθυμος κι όσο εκείνη προσπαθούσε να του φτιάξει το κέφι και να τον στηρίξει, τόσο πιο πολύ ένιωθε να πνίγεται από θυμό και ενοχές και από αυτό το καταραμένο αίσθημα της ανικανότητας. Εκείνο το πρωινό του Σαββάτου λοιπόν, εκείνη αφού ήπιαν τον πρωινό καφέ τους, σηκώθηκε κι έφυγε απογοητευμένη και πληγωμένη και ίσως νιώθοντας κι εκείνη αδυναμία ή ανικανότητα. Όσο τα βήματά της απομακρύνονταν ήθελε να πάρει τις πατερίτσες του και να σύρει το βαρύ πόδι με τον γύψο μέχρι να τη φτάσει, να της ζητήσει συγγνώμη, να την αγκαλιάσει και να κλάψει στην αγκαλιά της αλλά η περηφάνιά και ο πληγωμένος του εγωισμός ήταν ένας κόμπος στον λαιμό, που δεν έφευγε και που τον έκανε να παραλύει. Ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα από τον εκνευρισμό και τον πόνο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
Η μητέρα του για ακόμη μια φορά τον παρακάλεσε να γυρίσει στο σπίτι για να τον φροντίσουν κι εκείνος αν και ήθελε πολύ να γίνει πάλι παιδί, χωρίς ευθύνες και έννοιες, αρνήθηκε αλλά με δυσκολία. Εκείνη  επέμεινε για λίγο, κάποια στιγμή το αποδέχτηκε και του είπε ότι του έστελνε την κυρία, που καθάριζε την πολυκατοικία τους, για να τον βοηθήσει λίγο, εφόσον η κοπέλα του είχε φύγει. Αλλιώς θα πήγαινε η ίδια αν και πονούσαν τα γόνατά της. Στην ιδέα της ευσυγκίνητης και γκρινιάρας μητέρας του στο σπίτι του αυτή τη στιγμή τρόμαξε πολύ και είπε ότι δεν ήθελε να την κουράσει, ας ερχόταν η άλλη κυρία. Με τρόμο υπολόγισε ότι ίσως να μην είχε χρήματα για να την πληρώσει αλλά η μητέρα του σαν να το κατάλαβε είπε ότι την είχε πληρώσει εκείνη και ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει σαν μάνα. Ύστερα συγκινήθηκε πάλι και άρχισε να καταριέται αυτήν την πολυκατοικία και το διαμέρισμα και να του θυμίζει τι ωραία που περνούσαν στο πατρικό του σπίτι. Κάποια στιγμή σταμάτησε να την ακούει και θυμήθηκε ότι αυτόν τον μήνα έπρεπε να πληρώσει το ασφαλιστικό ταμείο με χρήματα που ίσως δεν είχε και όταν στο στήθος του άρχισε να σφίγγεται κάτι σαν θηλιά, της είπε ένα βιαστικό «γεια» και έκλεισε το τηλέφωνο. Ύστερα έμεινε στον καναπέ ακίνητος, παγωμένος, άψυχος σαν να περίμενε το μέλλον να έρθει να τον σαρώσει. Πέρασε πολλή ή λίγη ώρα, δεν κατάλαβε και κάποια στιγμή άκουσε χτυπήματα στην πόρτα κι ύστερα ένα κλειδί γύρισε και μια μεγαλόσωμη γυναίκα μπήκε μέσα με μια ενέργεια τρομακτική.
Του συστήθηκε μιλώντας κάπως ακατανόητα, ήταν από μια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης και είχε καθαρά γαλάζια μάτια. Περιέργως δεν σχολίασε την έλλειψη ασανσέρ και αν και ήταν κάπως γεμάτη, δεν είχε λαχανιάσει πολύ. Εκείνος μιλούσε μέσα από τα δόντια του, ένιωθε άβολα, ξαφνικά προτιμούσε να πεθάνει από την πείνα και τη βρωμιά μόνος στο διαμέρισμα παρά να έχει αυτήν την ξένη παρουσία γύρω του. Η γυναίκα άρχισε σαν σίφουνας να καθαρίζει και έβαλε να ζεστάνει το φαγητό που του έστελνε με αγάπη η μητέρα του. Εκείνος ακίνητος βαριανάσαινε στον καναπέ μετρώντας τα δευτερόλεπτα, χωρίς να ξέρει τι να περιμένει. Η γυναίκα κάποια στιγμή άρχισε να μουρμουρίζει στην ακατανόητη γλώσσα της και στα αυτιά του αυτός ο θόρυβος ερχόταν εκνευριστικός και ανυπόφορος. Δεν κατάφερε να κρύψει τη δυσφορία του. Εκείνη το κατάλαβε και τον κοίταξε αυστηρά.
«Ο καθένας κάνει δουλειά του με τρόπο του. Αν σε ενοχλώ, κάθισε έξω. Έχει ήλιο σήμερα. Άνοιξη μπήκε, ζέστη. Να κάνω κι εγώ δουλειά με την ησυχία μου.» Ύστερα κοίταξε στη βεράντα και παρατήρησε τα γυμνά πόδια του τραπεζιού, που το είχε πάρει ο αέρας. «Τι έπαθε τραπέζι σου;», ρώτησε. «Το πήρε ο αέρας», απάντησε εκείνος. Η γυναίκα άρχισε να γελάει, σαν να είχε ενθουσιαστεί για κάποιο λόγο. «Πωπω, ευτυχώς που δεν έπεσε σε κανένα κεφάλι! Κι εσύ, τι είσαι στενοχωρημένος; Θα μπορούσες να σπάσεις κεφάλι σου στις σκάλες...» Πήγε και του έφερε τις πατερίτσες και τον βοήθησε να σηκωθεί. Ένιωθε άβολα που τον άγγιζε αλλά για κάποιο λόγο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να στηριχτεί πάνω της. Βγήκαν στη βεράντα.
            «Ωραία, εδώ! Άνοιξη, λιμάνι!», ενθουσιάστηκε η γυναίκα και είπε πάλι κάτι στην ακατανόητη γλώσσα της. Η πόλη απέραντη λουζόταν στο φως του Μαρτίου. Τον βοήθησε να καθίσει στην καρέκλα και να βάλει το πόδι του στην άλλη καρέκλα. «Ευτυχώς αέρας δεν πήρε καρέκλες!», είπε η γυναίκα και γέλασε πάλι. Ύστερα μπήκε μέσα. Εκείνος κοίταξε τον απέραντο ουρανό. Πριν λίγη ώρα, όταν η σκέψη του χανόταν στην απελπισία είχε σκεφτεί, όχι αρκετά σοβαρά όμως, να πηδήξει από το μπαλκόνι.  Ύστερα με τρόμο είχε φανταστεί τους δικούς του να τον ψάχνουν και να μην τον βρίσκουν πουθενά, γιατί ο δυνατός ο αέρας θα είχε πάρει το σώμα του, όπως πριν λίγο καιρό είχε πάρει το πάνω μέρος του τραπεζιού του, που τώρα το φανταζόταν να πετάει στρογγυλό σαν ιπτάμενος δίσκος κάπου μακριά. Ο ουρανός άρχισε να του φαίνεται όμορφος και ναι, η άνοιξη είχε μπει κι αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει πάντα να χαίρεσαι, είχε διαβάσει κάπου. Όμως το ασφαλιστικό ταμείο ήρθε πάλι στο μυαλό του και μαζί με αυτό και η σκέψη ότι μάλλον δεν θα έπαιρνε ποτέ σύνταξη. Εκείνη την ώρα η αλλοδαπή γυναίκα τον χτύπησε ελαφρά στην πλάτη.
         «Πάρε», είπε και του έδωσε το κινητό του, που ήταν συνδεδεμένο με ακουστικά. «Άκου μουσική γιατί εγώ τραγουδάω και μπορεί ενοχλώ». Ύστερα μπήκε μέσα και με αυτήν την τρομερή ενέργειά της άρχισε να καθαρίζει. Εκείνος κοίταξε το κινητό του. Η κοπέλα του είχε τηλεφωνήσει. Θα της τηλεφωνούσε σε λίγο και θα ζητούσε συγγνώμη για τη συμπεριφορά του, είχε μετανιώσει πολύ.
            Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά του. Στο κινητό είχε αποθηκευμένα τα τραγούδια που άκουγε, όταν πήγαινε για τρέξιμο. Πότε θα ξανατρέξω, σκέφτηκε; Και πόσο θα κοστίσουν οι φυσικοθεραπείες, τι θα καλύψει το καταραμένο το ταμείο, που δεν έχω να το πληρώσω; Ύστερα η μουσική μπήκε στα αυτιά του. Κοίταξε τον ουρανό, την πόλη με τα ψηλά, άσχημα κτήρια, το λιμάνι με τα μεγάλα καράβια αραγμένα και το μεγάλο μακρόστενο ρολόι, που έδειχνε ότι ο χρόνος κυλά, η ζωή προχωρά, ό,τι κι αν συμβεί, ό,τι κι αν πάθουμε. Αυτά σκέφτηκε κι έκλεισε τα μάτια. Σκέφτηκε την κοπέλα του κι ύστερα με το μυαλό του άρχισε να τρέχει, όπως πριν λίγο καιρό που άκουγε αυτό το τραγούδι, έτρεχε με δύναμη και όλα μέσα του άδειαζαν. 
              Κάποιες στιγμές ακουγόταν το τραγούδι της γυναίκας που καθάριζε μέσα, σε μια γλώσσα ακατανόητη, όμως για έναν περίεργο λόγο καθόλου δεν τον πείραζε.