Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα του ποιητή

Ο Ποιητής ξύπνησε πάλι νωρίς. Είναι Χριστούγεννα, σκέφτηκε, αλλά για εκείνον όλες οι μέρες ήταν πάντα ίδιες. Μια ανατολή, μια δύση, φως και σκοτάδι, τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο. Ένιωσε μέσα του λύπη, αυτή τη λύπη χωρίς κανένα λόγο, χωρίς κανένα πρόβλημα, τη λύπη της ύπαρξης κι έγραψε ένα ποιήμα. Αποχαιρέτισε τα αγαπημένα του πρόσωπα και κάποιους συγγενείς που είχαν φέρει δώρα, πήρε τα τσιγάρα του και βγήκε. Ανέβηκε στο εκκλησάκι, στον μικρό λόφο όπου κάποτε ο παππούς του είχε φυτέψει πεύκα. Τον είχε ξεχάσει τον παππού του. Δεν μιλούσε πολύ, ήταν άνθρωπος της αγάπης. Μπήκε στο εκκλησάκι, μια γειτόνισσα του είχε δώσει την προηγούμενη μέρα τα κλειδιά. Η μυρωδιά γνώριμη, σε όλα τα ξωκλήσια. Το χέρι μιας καλής γυναίκας έχει καθαρίσει και το λάδι στα καντηλάκια. Προσκύνησε τις εικόνες, αυτό ήταν πάντα το προσκύνημα που του άρεσε, όταν δεν τον έβλεπε κανείς, αυτό ήταν αληθινό. Ύστερα ευχαρίστησε για όσα είχε. Είχε όσα ονειρεύτηκε κι όμως ζήτησε συγγνώμη από τον Θεό γιατί ακόμη ένιωθε λύπη, ήταν αχάριστος. Κοίταξε προσεκτικά τις εικόνες, κάθε Άγιος, κάθε όνομα και ένα νόημα για εκείνον προσωπικά, όπως και για τον καθένα. Ύστερα βγήκε έξω και κάθισε στο παγκάκι, ήταν φρεσκοβαμμένο. Άναψε το πρώτο τσιγάρο. Τα πουλιά στα αυτιά του ήταν τα γνώριμα κάλαντα. Τα κάλαντα τα καθημερινά. Τα πουλιά γιορτάζουν κάθε μέρα, κάθε πρωί, η φύση δεν έχει ανάγκη τις γιορτές μας, είναι γιορτινή στην ομορφιά της. Ρούφηξε τον καπνό. Κάπνισε το τσιγάρο. Κάποια στιγμή ένιωσε τον παππού του, που τον είχε ξεχάσει κι αυτό τον πονούσε. Παππού, εδώ θα έρχομαι και θα σου μιλάω. Εδώ είναι η ψυχή σου. Και του μίλησε. Τον ρώτησε για όλα αυτά που δεν ήξερε και πάλευε με τον εαυτό του για να μάθει. Ο παππούς δεν απάντησε σε πολλά. Είπε μόνο το εξής. Μπορείς να έρχεσαι εδώ και να μου μιλάς όποτε θέλεις, να ρωτάς ό,τι θέλεις, εγώ όμως δεν ξέρω τίποτα, δεν είμαι παρά ένας νεκρός. Οι απαντήσεις είναι πάντα στις ερωτήσεις. Μου έλειψες, παιδί μου. Ήθελα τόσο πολύ να μάθω πώς είσαι, πώς ζεις. Σ'ευχαριστώ που ήρθες. Ο ποιητής κάπνισε και δεύτερο τσιγάρο και τρίτο και τέταρτο. Τα έσβηνε προσεκτικά στο παγκάκι και το παγκάκι ήταν τόσο φρεσκοβαμμένο που δεν λερωνόταν. Ύστερα πήρε τα αποτσίγαρα ένα-ένα και τα έβαλε προσεκτικά στην τσέπη του. Αυτά ήταν τα λόγια του παππού του και δεν θα τα άφηνε εκεί. Μετά άρχισε να θυμάται αποσπαματικά τον εαυτό του παιδί. Μέσα από τη διαστρέβλωση της ποιητικής του φύσης ήταν πραγματικά πάρα πολύ δύσκολο να συναντήσει τη χαρά. Ύστερα έκλαψε λίγο για τον έρωτα. Αυτή είναι η αιώνια καταδίκη των ποιητών, να κλαίνε για τον έρωτα. Ύστερα σηκώθηκε. Κλείδωσε το εκκλησάκι και άρχισε να κατηφορίζει. Μέσα στα πράσινα χόρτα ξεπρόβαλλε μια παπαρούνα. Μα είναι χειμώνας, σκέφτηκε, είναι Χριστούγεννα. Χαμογέλασε αχνά και κατηφόρησε ως την άκρη του δρόμου. Απέναντί του το βουνό ήταν καλυμμένο το μισό με ομίχλη. Σιγά σιγά οι ήχοι του χωριού άρχισαν να καλύπτουν το τραγούδι των πουλιών. Καλημέρα, του είπε ένας γείτονας. Καλημέρα, απάντησε σκυθρωπός. Κι ύστερα άρχισε να πλησιάζει όλο και περισσότερο στο χωριό. Σύντομα η έκφρασή του άρχισε να αλλάζει. Άρχισε να γίνεται σαν τους άλλους. Τα αποτσίγαρα στην τσέπη του έπρεπε να τα πετάξει.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΠΝΟΣ

Ο άντρας έβγαλε ακόμη ένα τσιγάρο από ένα πακέτο που δεν τελείωνε ποτέ
Και το κάπνισε κι αυτό
Ρούφηξε με δύναμη τον καπνό
Ο καπνός κατέβηκε στον λαιμό του, τον έγδαρε σχεδόν
Ο άντρας έβηξε
Είχε πολλές φορές πνιγεί στον βήχα, είχε συνηθίσει
Κι άλλο λίγο, κι άλλο λίγο
Ύστερα έσβησε το τσιγάρο
Ήταν μόλις μισό




Κι ύστερα πήρε κι άλλο τσιγάρο
Από αυτό το ατέλειωτο πακέτο
Ο καπνός θόλωσε το βλέμμα του
Ένα δάκρυ κύλησε
Το έδιωξε κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά

Δεν έπρεπε να τον δει κανείς
Ούτε να καπνίζει ούτε να κλαίει

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

η κορυφή

Ο ορειβάτης έχει μόλις φτάσει σε μιαν ακόμη κορυφή. Ήταν ίσως η πιο δύσκολη. Είχε ονειρευτεί και είχε προετοιμαστεί για χρόνια για αυτή την ανάβαση. Είχε διαβάσει βιβλία, που είχαν γράψει άλλοι ορειβάτες που είχαν κάνει την ίδια διαδρομή και είχε υπολογίσει την κάθε του κίνηση. Είχε πάρει μαζί του με ακρίβεια όλα όσα θα χρειάζονταν, το αγαπημένο του παγούρι με το νερό του και πολλά προστατευτικά σκοινιά. Είχε σχεδόν μάθει απ'έξω κάθε δύσβατο σημείο και ήξερε πολύ καλά πώς να το αποφύγει. Ήταν πολύ κουραστική αυτή η προσπάθεια, είχε ιδρώσει όσο καμιά άλλη φορά. Ήταν χειμώνας και το κρύο πάγωνε το πρόσωπό του, σχεδόν το έκανε να το νιώθει ξένο, να μην ανήκει στο  ζεστό σώμα του. Ο ορειβάτης είχε συνηθίσει βέβαια και τις δύσβατες πορείες και το έντονο κρύο, είχε άλλωστε πάντα μαζί του τον αγαπημένο του χακί σκούφο, που προστάτευε τα αυτιά του αν και καμιά φορά τον έκανε να μην ακούει καλά τα κελαηδίσματα των πουλιών. Δεν τον ενοχλούσε, όμως, το να στερείται στη ζωή γιατί για εκείνον σημασία είχε μόνο η προσπάθεια, ο κόπος, η αναρρίχηση, τα γδαρμένα του χέρια τού έδιναν χαρά. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά σε κάθε τέτοια εμπειρία, ήταν συγκλονισμένος από τον ίδιο του τον εαυτό που τα κατάφερνε ακόμη μια φορά. Κι αν καμιά φορά παραπατούσε και κινδύνευε να πέσει, σαν κάποιος να τον προστάτευε από ψηλά, πάντα τα κατάφερνε και ανακτούσε πάλι την ισορροπία του και η καρδιά του ερχόταν πάλι στη θέση της και τότε νοερά έκανε τον σταυρό του και ευχαριστούσε τη ζωή ή τη μοίρα ή τον Θεό ή αυτό το κάτι που τα ορίζει όλα στα σημαντικά σταυροδρόμια της ύπαρξής μας. Ύστερα συνέχιζε σαν τίποτα να μην είχε συμβεί, σαν ο κίνδυνος να ήταν απλώς ένα όνειρο, ούτε καν εφιάλτης, ένα ενοχλητικό, αδιόρατο όνειρο, από το οποίο ξυπνούσε ξαφνικά ιδρωμένος και ύστερα άλλαζε πλευρό και κοιμόταν ξανά ήσυχος. Αυτά λοιπόν λίγο πολύ είχαν γίνει και να τος πάλι στην κορυφή, σε αυτή τη σπάνια κορυφή που λίγοι ορειβάτες είχαν κατακτήσει με τόση ευκολία όσο εκείνος και που στα περισσότερα βιβλία όλοι περιέγραφαν με λόγια τρομακτικά, κάποιοι ακόμη δεν είχαν συνέλθει από αυτή τη δύσκολη ανάβαση και άλλοι έλεγαν ότι δεν θα έκαναν την ίδια απόπειρα ποτέ. Εκείνος όμως με την ευκολία που είχε στη δυσκολία τα κατάφερε ακόμη μια φορά και τώρα έχωνε το σημαιάκι του στο χώμα για να το φωτογραφίσει μετά από λίγο, όταν θα ξεδιψούσε με το νερό το πολύτιμο που είχε στο παγούρι του. Αλλά ας δούμε πιο προσεκτικά τις κινήσεις του ορειβάτη γιατί αυτή η στιγμή θεωρείται η πολύτιμη, η στιγμή της κορύφωσης της προσπάθειας, η ανταμοιβή, η νίκη του εαυτού.
Ο ορειβάτης καταρχής αισθάνεται δικαιωμένος απέναντι στον εαυτό του, όχι τόσο για τη σωματική ευκολία που κατέδειξε αλλά για τη σωστή προετοιμασία που έκανε εξετάζοντας λεπτομέρειες που στους περισσότερους ορειβάτες φάνταζαν ανούσιες. Συχνά τον υποτιμούσαν οι άλλοι ή τον χλεύαζαν επειδή είχε μια εμμονή τρομακτική με λεπτομέρειες παράταιρες, όμως, αυτές οι λεπτομέρειες στον υπολογισμό της διαδρομής του τον έκαναν να τα καταφέρει τόσο καλά τώρα και να είναι εδώ μόνος και ελεύθερος με το σημαιάκι του, όταν όλοι οι άλλοι πάλευαν ακόμη με κορυφές που εκείνος δεν χρειάστηκε καν να ανέβει για εξάσκηση. Ήταν το μυαλό του παράξενο και υπολόγιζε παράξενα, δεν είχε καταλάβει κι ο ίδιος πόσο παρά τώρα σε αυτή τη διαδρομή, τη δύσκολη, τη δύσβατη, τη μοναχικότερη όλων. Χάρη στο μυαλό του λοιπόν και δευτερευόντως στο σώμα του τα είχε καταφέρει αλλά οι άλλοι δεν θα τολμούσαν να το πιστέψουν και ως συνήθως θα φρόντιζαν να υποτιμήσουν το εγχείρημα του, την τόλμη του και το όνειρό του.
Επιστρέφουμε στην παγωνιά αυτής της κορυφής είναι η παγωνιά της μοναξιάς. Ο ορειβάτης καλύπτει κάπως καλύτερα τα αυτιά του, άλλωστε τόσο ψηλά δεν υπάρχουν πουλιά, δεν υπάρχει ήχος, δεν υπάρχει τίποτε να ακούσει παρά μόνο τους χτύπους της καρδιάς του που έχουν επιβραδύνει τρομακτικά. Βγάζει το πολύτιμο νερό από το παγούρι του και πίνει μια γουλιά μόνο, του αρκεί γιατί ήταν πάντα και τρομακτικά ολιγαρκής και φυσικά αυτό τον βοήθησε στην κατάκτηση κάθε κορυφής. Κι ύστερα παίρνει τη φωτογραφική του μηχανή, μια πολύ μικρή ειδική φωτογραφική μηχανή που χωράει στην τσέπη του παντελονιού του για τέτοιες περιστάσεις και φωτογραφίζει το σημαιάκι του για να το δείξει στους φίλους του. Θα μπορούσε να στείλει τη φωτογραφία και σε περιοδικά ή ακόμη χειρότερα να φωτογραφηθεί και ο ίδιος, όμως, αυτό θα ήταν κάτι τόσο τρομακτικά ανούσιο που θα άδειαζε όλη του η καρδιά τη στιγμή εκείνη αν αναγκαζόταν να το κάνει για κάποιο λόγο. Ευτυχώς δεν χρειάζεται και απλώς εκείνος φωτογραφίζει το μικροσκοπικό του σημαιάκι που ανεμίζει μόνο του μέσα στην παγωνιά.
Κι ύστερα ο ορειβάτης παγώνει. Το σώμα του όλο παγώνει, το μυαλό του παγώνει, οι αισθήσεις του παγώνουν, η σκέψη του παγώνει, δεν υπάρχει τίποτα, δεν είναι τίποτα παρά ένα κομμάτι πάγος σε αυτήν την κορυφή, που την ανέβηκε τόσο μα τόσο εύκολα αλλά το τέλος της διαδρομής δεν μπορεί να το αντέξει. Μετά από λίγο ανακτά κάπως τις αισθήσεις του και κοιτάζει κάτω. Ίλιγγος, νιώθει μια παρόρμηση να πέσει όμως δεν θα το έκανε ποτέ γιατί ο οδηγός του στη ζωή ήταν πάντα η ίδια η ζωή. Κι ύστερα ο πάγος θρυμματίζεται, γίνεται κομμάτια και φεύγει από μέσα του και μένει ένα κενό παράξενο, άδειο, αδυσώπητο.
Κοιτάζει τα γδαρμένα του χέρια. Αυτή τη στιγμή ούτε αυτά δεν μπορούν να του δώσουν λίγη χαρά.

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

ΓΑΤΕΣ

Η αυλή μας ήταν γεμάτη γάτες. Γάτες ασπρόμαυρες, κανελλί, ολόλευκες και μία που είχε όλα αυτά τα χρώματα μαζί. Οι γάτες είναι ζώα παράξενα. Όταν ξεκινούν την ύπαρξή τους είναι πολύ γλυκά και αθώα πλασματάκια, η φωνούλα τους εκλιπαρεί για τη μητρική φροντίδα και μπορούν να χωρέσουν σε μια παιδική παλάμη. Σιγά-σιγά μεγαλώνουν κι αρχίζουν και γίνονται παιχνιδιάρικα ζωάκια. Θυμάμαι τον παππού μου να παίζει με ένα άσπρο και κανελλί γατάκι κρατώντας στα χέρια του μια κουβαρίστρα. Το γατάκι αυτό δυστυχώς το πάτησε κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο και μάλιστα μπροστά στα μάτια του. Λυπήθηκε τόσο πολύ που το πήρε και το έθαψε στο βουνό. Σε αυτή τη φάση θα μπορούσα, τώρα που εμπιστεύομαι περισσότερο κι εγώ το ένστικτό μου, να λυπηθώ για την απώλεια μιας γάτας. Είναι ακόμη παιχνιδιάρικα πλάσματα, έχουν ωστόσο αρχίσει να κυνηγούν κάποια έντομα και αυτή είναι μόνο η αρχή. Μετά οι γάτες μεγαλώνουν και μπαίνουν στην ηλικία της αναπαραγωγής. Πόσες γάτες πέρασαν από την αυλή μας...Αμέτρητες και δεν θυμάμαι παρά μόνο δύο. Η μία ήταν μια κατάμαυρη γάτα, σε μεγέθυνση θα μπορούσε να θυμίζει πάνθηρα, που είναι ένα ζώο σαρκοβόρο, που μπορεί να σε κάνει κομμάτια φαντάζομαι σε δευτερόλεπτα. Δεν τη θεωρούσα γρουσούζα, όπως μας έμαθαν να λέμε, όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ πως μια φορά την είδα να προσπαθεί να κατασπαράξει ένα μικρό σπουργιτάκι κι εγώ τότε ήμουν ένα αγοράκι γύρω στα επτά, οκτώ, ίσως και μικρότερος. Όρμησα πάνω της και πάτησα με δύναμη τα πόδια μου στο έδαφος και έβγαλα τη φωνή που έβγαζε η γιαγιά μου για να μην τις αφήνει να μπαίνουν μέσα στο σπίτι. "Ξουτ!".
Η γάτα με κοίταξε τρομαγμένη και άφησε το σπουργιτάκι, μπορεί να ήταν ζωντανό, μπορεί και όχι,
εγώ πάντως το πήρα και το πήγα στο αναμμένο καντήλι της κουζίνας της γιαγιάς μου και το άφησα εκεί μήπως η φωτιά του το ζεστάνει και βρει πάλι τη ζωούλα του. Μετά η μαμά μου με πήρε και πήγαμε επίσκεψη σε μια θεία μου. Όταν γυρίσαμε, έτρεξα με αγωνία στο καντήλι, το σπουργιτάκι ήταν ασάλευτο και λυπήθηκα τόσο μα τόσο πολύ. Τη μαύρη αυτή γάτα καθώς και όλες τις άλλες
έπρεπε όμως να ανέχομαι στην αυλή μας γιατί υποτίθεται ότι έτρωγαν τα ποντίκια. Η μοναδική γάτα που αγάπησα είχε όλα τα χρώματα μαζί και το τρίχωμά της ήταν φουντωτό. Ενώ όλες οι άλλες δεν μας άφηναν ποτέ να τις πλησιάζουμε, μόνο έτρεχαν όταν ανοίγαμε την πόρτα κι έτρωγαν λαίμαργα τα αποφάγια μας κι ύστερα μας κοιτούσαν υπεροπτικά, η γατούλα εκείνη ήταν διαφορετική. Στην αρχή τη χαϊδέψαμε με το πόδι, ύστερα άρχισε να έρχεται μόνη της και να τρίβεται στα πόδια μας και κάποια στιγμή τη χαϊδέψαμε και το πολύχρωμο τρίχωμά της ήταν τόσο υπέροχο. Έκανε πολύ όμορφα γατάκια και ήταν η μοναδική γάτα που μας επέτρεπε να πλησιάζουμε τα μικρά της, οι άλλες όλες τα έκρυβαν στο υπόγειο ή πίσω από τα ξύλα που ήταν για το τζάκι και πολλές φορές βρέχονταν από τη βροχή και δεν μπορούσαμε να τα ανάψουμε. Ένα από τα γατάκια της το αγάπησα τρομερά πολύ, ήταν μαύρο και άσπρο, κατά λάθος, όμως η γιαγιά μου το χάρισε νομίζοντας ότι δεν ήταν αυτό το αγαπημένό μου και πάλι λυπήθηκα τρομερά τότε. Τη μαμά του, όμως, αυτή την υπέροχη γατούλα την είχαμε για πολλά χρόνια ακόμη, συνέχιζε να μας αφήνει να την πλησιάζουμε και πέθανε, όταν ήμουν δεκατεσσάρων, νομίζω. Και πάλι λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι τώρα την αυλή με τις γάτες, κάποτε κατηγόρησα τη γιαγιά μου που τις έδιωχνε, όταν έμπαιναν μέσα, τώρα τις βλέπω κι εγώ και νιώθω τρομερό εκνευρισμό. Και όταν ήμουν μικρός κάποια στιγμή προσπάθησα να επιτεθώ σε μία με μια ρόγα σταφύλι, της το πέταξα με ορμή κι εκείνη τρόμαξε κι έφυγε. Ήμουν άτυχος, όμως. Γιατί πάνω στη ρόγα αυτή υπήρχε μια σφίγγα, που τσίμπησε το δάχτυλό μου και πόνεσα πολύ και ένιωσα πως ήμουν πολύ κακό παιδί. Όπως και να΄χει τέτοιες παιδικές αναμνήσεις δεν έχουν και πολλή σημασία. Η λύπη και ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός καθώς και οι αποχωρισμοί όταν έχεις μάθει να τα αντέχεις δεν είναι παρά  αστείρευτος πλούτος και όταν κάποια στιγμή στη ζωή σου ξεφυλλίσεις όλες σου τις λύπες κι όλους σου τους πόνους τους σωματικούς ή ψυχικούς κι όλους σου τους αποχωρισμούς μπορείς να νιώσεις τόσο δυνατός και να μπορέσεις να σκαρφαλώσεις με τα χέρια σου στο πιο ψηλό βουνό και να φωνάξεις πως είσαι καλά χωρίς να σε νοιάζει αν θα σε ακούσει κάποιος ή αν οι φωνές που έρχονται είναι απλώς αντίλαλοι της δικής σου φωνής. Οπότε ναι, δεν έχει σημασία τι γινόταν τότε σε αυτήν την αυλή με τις γάτες. Σημασία έχει πως τώρα και χωρίς αυτές
στο υπόγειο δεν έχουμε κανένα ποντίκι και πως τελικά είχε τόσο δίκιο ο καλύτερος μου παιδικός φίλους που πάντα έλεγε πως δεν τις άντεχε και πως προτιμάει τα σκυλάκια, όχι επειδή είναι παιχνιδιάρικα, αλλά επειδή ξέρουν να αγαπούν.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΓΛΑΡΟΙ

Η μαία κοίταξε το ρολόι της. Η ώρα δεν περνούσε με τίποτα. Είχε ακόμη άλλες έξι ώρες δουλειάς, ήταν νύχτα, οι διάδρομοι ήταν άδειοι, τα φώτα αναμμένα και ακουγόταν μόνο το συνεχές κλάμα των μωρών στην πτέρυγα. Όταν είχε ξεκινήσει να δουλεύει δεν άντεχε να τα ακούει, της φαινόταν τόσο σπαρακτικό. Τα νεογέννητα μωράκια ζητούσαν τις μαμάδες τους τη νύχτα μέσα σε έναν θάλαμο όλο φως και όταν οι μαίες πήγαιναν και τα τάιζαν σταματούσαν για λίγο κι ύστερα πάλι ξανάρχιζαν. «Έτσι ακούγονται κάθε πρωί και οι γλάροι. Ξέρετε, μένουμε πολύ κοντά στη θάλασσα…», είπε τις προάλλες μια κυρία που είχε μείνει το βράδυ κοντά στην κόρη της και είχε κοιμηθεί πάνω σε έναν μεγάλο αρκούδο, που είχε φέρει μια φίλη της κοπέλας. Περίεργη παρομοίωση, σκέφτηκε η μαία τώρα που είχε χρόνο να σκεφτεί. Η κόρη της κυρίας εκείνης είχε γεννήσει με καισαρική και την επόμενη μέρα ήταν σε απελπισία γιατί πονούσε και δεν μπορούσε να σηκωθεί και να πλυθεί. Δεν είχε καν ρωτήσει αν έφαγε το μωρό της και ούτε το είχε ζητήσει. Κάποια στιγμή άρχισε να τη βλέπει να περπατάει για ώρα πολλή στο διάδρομο και να μιλάει στο κινητό της επίσης για ώρα πολλή με φίλες της. Αρκετές φίλες της την επισκέφθηκαν όσο ήταν στο μαιευτήριο και ήταν όλες τόσο χαρούμενες. "Είμαστε μαζί από το σχολείο και είναι η πρώτη που κάνει παιδί", της είπε κάποια.  Η κοπέλα γινόταν όλο και πιο καλά. Όταν της πήγαν το μωρό και προσπάθησαν να το βάλουν να θηλάσει εκείνο με το που ακουμπούσε πάνω της βυθιζόταν σε ύπνο. Δοκίμασαν τέσσερις μαίες να τη βοηθήσουν αλλά το μωρό όλο βυθιζόταν με μια έκφραση τόσο γλυκιά σαν να ήταν ακόμη στη μήτρα της. Η κοπέλα και ο άντρας της, που στην όλη διαδικασία του τοκετού ήταν πρωτοφανώς ψύχραιμος και κεφάτος, κάποια στιγμή του έβαλαν μουσική κι εκείνη το κράτησε στην αγκαλιά της για ώρα. «Μα πρέπει να φάει», έλεγαν οι μαίες. Τελικά το ίδιο απόγευμα το μωρό ξύπνησε, όταν το πήραν για να του κάνουν μπάνιο. Το πήγαν στο δωμάτιο της κοπέλας, ήταν ήσυχο με μάτια ορθάνοιχτα και καρφωμένα στη μικρή του διάφανη κούνια. Για καλή τύχη της κοπέλας μια φίλη της ήταν εκεί, που είχε δύο παιδιά. «Έλα να δοκιμάσουμε μαζί», της είπε κι έδιωξαν τους άντρες τους από το δωμάτιο. Τα κατάφεραν και την επόμενη μέρα η κοπέλα έφυγε με τον άντρα της και το μωρό τους κοιμόταν ήρεμα.
            Τις σκέψεις της μαίας διέκοψε το κουδούνι, σε κάποια δωμάτιο κάποια λεχώνα τη ζητούσε. Πήγε γρήγορα στο δωμάτιο από όπου την κάλεσαν. Στο ένα κρεβάτι ήταν μια γυναίκα που γέννησε με καισαρική κι εκείνη αλλά με ολική νάρκωση. Καθόταν με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό και κοιτούσε τα μπαλόνια και τα δώρα που είχαν φέρει οι συγγενείς και οι φίλοι το απόγευμα. Ακόμη δεν είχε δει το μωρό της, ήταν στη θερμοκοιτίδα γιατί είχε καταπιεί αμνιακό υγρό με τα κόπρανά του. Ο άντρας της και η αδερφή της το έβγαλαν φωτογραφία στη θερμοκοιτίδα και η αδερφή της ήθελε να αναρτήσει τη φωτογραφία σε δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης. «Μην τολμήσεις!», της φώναξε η λεχώνα και η αδερφή της είπε φοβισμένη «Ό,τι πεις, ό,τι πεις». Η μαία είχε εκνευριστεί πολύ εκείνο το απόγευμα με την αδερφή αυτή και τους φίλους και τους συγγενείς, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι αυτή δεν καθόλου στιγμή χαράς και ήθελε να σκάσει τα μπαλόνια τους ένα-ένα και να τους πει να αφήσουν την κοπέλα ήσυχη αφού δεν μπορούσαν να την παρηγορήσουν αλλά δεν ήταν κάτι τέτοιο στις αρμοδιότητές της.
«Είσαι καλά;», ρώτησε την κοπέλα αν και την είχε καλέσει η διπλανή λεχώνα που τώρα είχε απορροφηθεί από το μωρό της που προσπαθούσε να θηλάσει. Η κοπέλα δεν απάντησε και συνέχισε να κοιτάζει τα μπαλόνια.
«Σου λείπει το μωρό σου, το ξέρω.»
«Ναι…», είπε η κοπέλα και δάκρυσε.
«Σήκω να περπατήσεις όσο περισσότερο μπορείς για να είσαι καλά, όταν θα σου το φέρουν και να μπορέσεις να το φροντίσεις», είπε η μαία. Εκείνη την κοίταξε τόσο λυπημένη.
            Η μαία στράφηκε στην άλλη κοπέλα που την είχε καλέσει.
«Χρειάζεσαι κάτι;»
«Δεν μπορώ να θηλάσω. Έχω απελπιστεί…», είπε και έβαλε τα κλάματα.
Το μωρό άρχισε να κλαίει κι αυτό. Η μαία το πήρε και το έβαλε πάνω στο στήθος της. Το μωρό ησύχασε αμέσως, άλλωστε δεν πεινούσε, το ήξερε γιατί το είχε ταϊσει η ίδια πριν λίγη ώρα. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει σπαρακτικά.
«Δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό, δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω όταν γυρίσω στο σπίτι. Στο κεφάλι μου είναι όλα μπερδεμένα. Δεν ξέρω τι είναι καλό για το μωρό μου, ακούω, διαβάζω τόσες γνώμες γύρω μου, τόσες πληροφορίες. Σε τρεις μήνες πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου και φοβάμαι πως δεν θα είμαι καλή μητέρα. Και τώρα δεν μπορώ να του προσφέρω το αυτονόητο, το φυσικό, το γάλα από το στήθος μου».
«Θα είσαι η καλύτερη μητέρα για το παιδάκι σου είτε το θηλάσεις είτε όχι, άλλωστε μέσα σου μεγάλωσε, ποιος θα μπορούσε να το φροντίσει καλύτερα;», είπε η μαία, που είχε ακούσει και είχε δει αυτήν την ιστορία τόσες φορές.
«Όλα στη ζωή μου τα προετοίμασα και έγιναν τόσο καλά. Οι σπουδές μου, ο γάμος μου, η δουλειά μου, σε όλα ήμουν αποτελεσματική. Έκανα όσα έκαναν όλοι, είχα τη ζωή για την οποία με προετοίμαζαν και αποφασίσαμε να κάνουμε παιδί γιατί αυτό ήταν το επόμενο βήμα. Αλλά για αυτό δεν ήμουν προετοιμασμένη. Γιατί κανείς δεν μας προετοιμάζει για αυτό;», είπε η κοπέλα και άρχισε πάλι να κλαίει με αναφιλητά. Το μωρό της άρχισε να κλαίει κι αυτό υστερικά και να κουνιέται αγριεμένο, η κοπέλα τρόμαξε, δεν ήξερε πώς να το κρατήσει και η απελπισία της μεγάλωνε.
«Τι σε απελπίζει περισσότερο;», τη ρώτησε ήρεμα και πήρε το μωρό από την αγκαλιά της.
«Πώς θα θηλάσω; Δείξε μου πώς να θηλάζω, σε παρακαλώ!», είπε πάλι η κοπέλα απελπισμένη.
«Το μωρό σου τώρα έχει φάει, μην ανησυχείς. Έχεις καμιά φίλη που να έχει θηλάσει;»
Η κοπέλα την κοίταξε σαστισμένη.
«Ναι…»
«Έχεις κάποιο αγαπημένο τραγούδι;»
Δεν απάντησε, πάλι δεν καταλάβαινε.
«Πες της να έρθει αύριο και να φέρει μαζί της αυτό το τραγούδι. Άκου το αγκαλιά με το μωρό σου κι ύστερα ζήτα από εκείνη να σου δείξει. Ίσως έτσι να είναι καλύτερα».
            Η κοπέλα συνέχισε να την κοιτάζει σαστισμένη. Η μαία γύρισε και κοίταξε την άλλη κοπέλα. Το βλέμμα της ήταν ακόμη καρφωμένο στα μπαλόνια. Τα κλάματα των μωρών από τον θάλαμο ξανάρχισαν, η μαία δεν είχε ακούσει ποτέ της τόσους γλάρους για να ξέρει αν όντως ήταν έτσι. Θυμήθηκε την κυρία, ξαπλωμένη πάνω στον αρκούδο, που είχε μείνει δύο βράδια δίπλα στην κόρη της. Θα είναι τώρα μια πολύ χαρούμενη γιαγιά, σκέφτηκε και βγήκε από το δωμάτιο.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Λαβύρινθοι

Δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα, αν τα μάτια του ήταν ανοιχτά ή κλειστά, αν κοιμόταν ή αν ήταν ξύπνιος. Ξαπλωμένος, ακινητοποιημένος σε ένα κρεβάτι, δεν μπορούσε να θυμηθεί από πότε ήταν εκεί και ο χρόνος κυλούσε παράξενα, σαν να μην είχε ροή, σαν το παρελθόν να είχε γίνει ένα ατέλειωτο παρόν και το μέλλον φάνταζε μακρινό με παράξενα χρώματα, καθόλου αληθινά αλλά τόσο ελκυστικά και όμορφα.

Είχε μεθύσει το προηγούμενο βράδυ; Μάλλον. Ήταν ένας συνηθισμένος, νεαρός φοιτητής, χωρίς καμία ιδιαίτερότητα, που το προηγούμενο βράδυ στενοχωρημένος για έναν λόγο ανθρώπινο, όχι όμως και τόσο μοναδικό όσο νόμιζε, ήπιε πάρα πάρα πολύ χαμένος σε μια τεράστια παρέα, που διασκέδαζε και χόρευε όλη τη νύχτα μέσα στα φώτα ενός γεμάτου μπαρ και στον εκκωφαντικό ήχο έντονων μουσικών που έμπαιναν στο σώμα του.

Και τώρα τι ώρα ήταν; Τι ώρα είχε γυρίσει; Πώς; Δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τις τελευταίες καληνύχτες, το αν οδήγησε εκείνος ή αν κάποιος τον έφερε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και τον βοήθησε να ξαπλώσει κι ύστερα έφυγε. Δεν μπορούσε καν να καταλάβει τι φορούσε, τα ίδια αυτά τα ιδρωμένα ρούχα της χθεσινής βραδιάς ή μπορεί και να ήταν μισόγυμνος, αλλά δεν είχε καμία αίσθηση και δεν ήξερε. Θα περάσει, σκέφτηκε, αλλά τότε το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει σαν να χόρευε και κάτι σαν φόβος άρχισε να τον κυριεύει.

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο να μείνει εκεί, ακίνητος, εγκαταλελειμμένος, καθηλωμένος, μα γιατί είχε πιει τόσο, αναρωτήθηκε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα, μόνο την εκκωφαντική μουσική που έμπαινε στο σώμα του, τους φίλους του που κινούνταν μακριά σαν σε άλλο ρυθμό και τον εαυτό του αποξενωμένο και το αλκοόλ να κατεβαίνει στο λαρύγγι του και να τον καίει ολόκληρο, όμως δεν μπορούσε να σταματήσει. Μόνο αυτό μπορούσε να θυμηθεί, πως δεν μπορούσε να σταματήσει και τώρα δεν ήξερε αν βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο νοσοκομείου με σπασμένα κόκαλα γιατί αν είχε οδηγήσει δεν υπήρχε περίπτωση να έφτανε κάπου αβλαβής.

Το δωμάτιο, που δεν μπορούσε να το δει, μόνο να το νιώσει, γύριζε ασταμάτητα και κάποια στιγμή οι τοίχοι του έγιναν σαν λαβύρινθοι κι εκείνος βρέθηκε εγκλωβισμένος και με το μυαλό του προσπάθησε να τρέξει. Θα τα καταφέρω, είπε στον εαυτό του, θα βγω από αυτά τα πέτρινα, τραχιά, δαιδαλώδη εμπόδια και πήρε φόρα αποφασισμένος. Όμως οι τοίχοι ήταν πολλοί, κάποιοι σχεδόν αόρατοι έπεφταν πάνω του ή έπεφτε πάνω τους εκείνος και τα χέρια του μάτωναν. Έπεφτε, σηκωνόταν με το πείσμα ενός παιδιού που δεν γνωρίζει κίνδυνο ή απελπισία και άρχιζε πάλι να χάνεται μέσα τους, τα πόδια του τον πονούσαν, τα χέρια του ήταν γεμάτα γρατζουνιές και σιγά-σιγά οι τοίχοι των λαβύρινθων άρχισαν να υψώνονται τόσο απειλητικά, που φοβήθηκε πως θα πέθαινε από ασφυξία και άρχισε να φωνάζει ξαπλωμένος και παραδομένος στο τέλος. Κάποια στιγμή άρχισε να βρέχει ή να χιονίζει και έβρεξε ή χιόνισε για μέρες, το πόσο δεν έχει σημασία, ύστερα μικρά ροδοπέταλα άρχισαν να πέφτουν και σαν να του έδειχναν τον δρομο. Ένας λαβύρινθος τη φορά, ένας δρόμος, στο κέντρο του μπορούσε να νιώσει μια μικρή ηλιαχτίδα να χαϊδεύει το πρόσωπό του κι ύστερα κι άλλος λαβύρινθος, κι άλλος, μα πότε θα τελείωναν, δεν ήξερε αλλά αυτά τα ροδοπέταλα του έδιναν μια ελπίδα. Έτσι πέρασε αμέτρητους λαβύρινθους, κάθε φορά νόμιζε πως όλα επιτέλους τελείωναν κι όμως κάποιος άλλος λαβύρινθος ξεκινούσε πάλι από την αρχή, όμως τα ροδοπέταλα συνέχιζαν από το πουθενά να πέφτουν και αυτές οι μικρές ηλιαχτίδες δεν τον άφηναν να παραιτηθεί. Και τελικά πέρασε όλους τους λαβυρίνθους και επιτέλους βγήκε στο φως και στην ησυχία, που τον περίμεναν σαν τίποτα από όσα προηγήθηκαν να μην είχαν γίνει ποτέ.

Οι κινήσεις του δωματίου σιγά-σιγά άρχισαν να μειώνονται κι ύστερα έγινε πάλι ακίνητο, ένα συνηθισμένο δωμάτιο με τέσσερις αδιάφορους τοίχους χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο, άψυχους. Εκείνος ακόμη δεν ήξερε πού ήταν και μέσα του φοβόταν πως είχε παραλύσει στο ατύχημα και πως ίσως ήταν στην εντατική και το κορμί του χαροπάλευε και το τέλος ήταν κοντά. Μα γιατί μέθυσα τόσο; αναρωτιόταν συνεχώς και τα έβαζε με τον εαυτό του ξανά και ξανά και ξανά.

Κάποια στιγμή ο χρόνος άρχισε πάλι να κυλάει σαν χρόνος και το τικ τακ του ρολογιού που είχε δίπλα στο κομοδίνο του από τα παιδικά του χρόνια ακούστηκε τυπικό και σωτήριο. Είμαι στο δωμάτιό μου;, αναρωτήθηκε. Μάλλον. Δεν είμαι στο νοσοκομείο, δεν παρέλυσα. Ανακουφισμένος ένιωσε τα δάχτυλα των ποδιών του να κουνιούνται κι ύστερα σήκωσε τα πόδια του κι ύστερα τα μάτια του κατάφεραν να ξεχωρίσουν το φως της μέρας που έμπαινε από τις μισάνοιχτες γρίλιες και μετά και τα ίδια του τα πόδια άχαρα υψωμένα. Σήκωσε λίγο το κεφάλι του και επεξεργάστηκε το σώμα του. Ακόμη όλα ήταν θολά αλλά μπορούσε να διακρίνει πως από τη χθεσινή νύχτα είχε μείνει μόνο η κοντομάνικη μπλούζα του, που μύριζε κάπνα, αλκοόλ και ιδρώτα. Και τα χέρια του ήταν γεμάτα μελανιές και γρατζουνιές με ξεραμένο αίμα, ίσως τελικά να είχε προκαλέσει κάποιο ατύχημα και το αυτοκίνητό του να βρισκόταν κάπου κατεστραμμένο τώρα, ίσως να έπεσε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για να φτάσει στο διαμέρισμά του. Μπορούσε, όμως, να κουνήσει το σώμα του κι αυτό του έδινε μια μικρή ανεπαίσθητη χαρά και τον έκανε να παραγκωνίζει για λίγο όλες τις άσχημες σκέψεις και κυρίως τον φόβο ότι αυτή η χθεσινή νύχτα προκάλεσε κάτι που θα μπορούσε να είναι ανεπανόρθωτο, όπως το να έχει σκοτώσει οδηγώντας μεθυσμένος κάποιον άτυχο περαστικό και η αστυνομία ήδη να τον κυνηγούσε.

Κάποια στιγμή, λίγο ή πολύ μετά, δεν έχει σημασία, σηκώθηκε. Έβγαλε τη μπλούζα του και μπήκε στο μπάνιο κρατώντας τη σφιχτά. Δεν ήθελε να τη βάλει στα άπλυτα και χωρίς να το σκεφτεί πολύ,
άνοιξε το μικρό παράθυρο και την πέταξε στον ακάλυπτο. Ύστερα έριξε πολύ, πολύ νερό στο πρόσωπό του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένα πρόσωπο σκυθρωπό, σαν ξένο, ένας εαυτός ταλαιπωρημένος που δεν έβλεπε και πολύ συχνά, γιατί ήταν ένας νεαρός χαμογελαστός, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, τα μαλλιά του μύριζαν κι αυτά ποτισμένα από τον τόσο καπνό και κάτω από το μάτι, εκεί που ίσως θα μπορούσε να κυλήσει ένα δάκρυ, ένα μικρό, κόκκινο σημαδάκι. Έριξε κι άλλο νερό στο πρόσωπό του. Μα γιατί μέθυσα τόσο;, αναρωτήθηκε και τα έβαλε πάλι με τον εαυτό του για την έλλειψη αυτοσυγκράτησης. Αυτό το είδωλο που αντίκρυζε δεν του άρεσε, αλλά όσο νερό κι αν έριχνε με τις γρατζουνισμένες του παλάμες δεν έφευγε γιατί πολύ απλά ήταν μόλις η επόμενη μέρα και η ταλαιπωρία από ένα ξενύχτι δεν φεύγει παρά λίγες μέρες μετά.

Κάποια στιγμή κουράστηκε να στέκεται όρθιος στον νιπτήρα, πόνεσαν τα πόδια του και άλλωστε, αν θυμόταν καλά, είχε πολλές υποχρεώσεις εκείνη τη μέρα και έπρεπε γρήγορα πάλι να βρει τον εαυτό του και σε αυτές να ανταποκριθεί. Άνοιξε τη μεγάλη βρύση πάνω από τη μπανιέρα, το κρύο νερό σε όλο του το σώμα ίσως τον ανακούφιζε περισσότερο και τον έκανε να ξυπνήσει για τα καλά.

Ο ήχος του νερού στη μπανιέρα που γέμιζε είχε πια καταλάβει τον χώρο κι εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά στο κουρασμένο είδωλό του. Δεν μπορούσε να χαμογελάσει, όμως, σκέφτηκε ότι ήταν μια πολύ δύσκολη νύχτα. Και την είχε αντέξει. Ίσως αυτό για εκείνη τη στιγμή να αρκούσε.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Αυπνία

Συνέχεια του διηγήματος "Επίσκεψη από τον Συγγραφέα"

Ο μεταφραστής βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα λόγια του συγγραφέα, που είχε συναντήσει πριν μερικές μέρες. Όλη η ζωή του είχε αναποδογυρίσει. Δίπλα
η γυναίκα του βαριανάσαινε, ένιωθε πως την αγαπούσε περισσότερο τώρα για κάποιον άγνωστο λόγο.
Η εικόνα του συγγραφέα, όμως, τον είχε στοιχειώσει. Εκείνος είχε τόσα χρόνια πατήσει σε λάθος μέρη, είχε διαμορφώσει μια ζωή βασισμένη σε ιδέες που δεν ίσχυαν. Τόση απογοήτευση, τόση κακία που είχε στρέψει εναντίον ανθρώπων που ήταν απλώς διαφορετικοί. Και νόμιζε πως και ο συγγραφέας ήταν έτσι. Μόνος, αποκλεισμένος σε έναν δικό του πύργο με μοναδική αγάπη το γράψιμο, όμως, όχι, εκείνος αν και τόσο ηλικιωμένος μπορούσε να γελάει σαν παιδί. Μετά τη συζήτησή τους τού είχε πει πόσα πράγματα απολάμβανε ακόμη. Περιπάτους, πολλές φορές επισκεπτόταν τις κορυφές βουνών με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού πάντα και όσο του επέτρεπε η ηλικία του και το σώμα του χαιρόταν τόσο αυτό, όσο και την ψυχή του με τη βοήθεια πολλών φίλων.

Εκείνος, ο μεταφραστής είχε πια καταλάβει πόσο μόνος, πόσο αδαής είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια
με τη σκιά του αγαπημένου του συγγραφέα στο μυαλό του πλαστή. Είχε εξιδανικεύσει όλα αυτά τα βιβλία που μιλούσαν για έρωτες απελπισμένους ανθρώπων μόνων, που τις γυναίκες δεν τολμούσαν
να πλησιάσουν. Κι όμως, ο συγγραφέας ήταν για χρόνια παντρεμένος και πολύ ευτυχισμένος, φαινόταν άλλωστε στο χαμόγελό του. Οι ευχαριστημένοι άνθρωποι χαμογελούν με τρόπο που καταλαβαίνεις. Τότε τι ήταν όλα αυτά τα απελπισμένα ερωτικά γράμματα, που έγραφαν οι ήρωες των βιβλίων του σε κορίτσια ή γυναίκες μυστηριώδεις ή σε νεράιδες, σε κάποια παραμύθια του, που χόρευαν σε λίμνες τα ξημερώματα; Τον είχε ρωτήσει, έπρεπε κι αυτός να μάθει να βλέπει τον έρωτα
στη σωστή του διάσταση.
"Μυθοπλασία", αγαπητέ, είχε χαμογελάσει πάλι ο συγγραφέας πιο στοργικά αυτή τη φορά.
Ο μεταφραστής τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει, αυτός ο άνθρωπος τον μπέρδευε συνεχώς με τις απαντήσεις του. Ο συγγραφέας ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του, που τόσο έδειχνε να απολαμβάνει.
"Είναι κάποιες φορές που ξυπνάω πριν ξημερώσει και τότε όλα μοιάζουν χωρίς νόημα. Συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους, μην νομίζεις ότι είναι κάτι φοβερό. Όλοι κάποιες φορές μένουμε ολομόναχοι, εμείς και οι καθρέφτες μας, οι άλλοι γύρω μας είναι μακριά ακόμη κι αν είναι δίπλα, ξυπνάνε μέσα παλιοί εφιάλτες, παλιά όνειρα, γινόμαστε πάλι παιδιά και θέλουμε μόνο να βγούμε να τρέξουμε δίπλα σε κάποιον αγαπημένο φίλο. Τέτοιες στιγμές μοναξιάς, η πέννα μου παίρνει φωτιά.
Γράφω με πέννα, δεν ξέρω αν σου το είπα. Πρώτα με την πέννα σε κάποιο από τα αγαπημένα μου
σημειωματάρια φτιάχνω τον σκελετό του βιβλίου μου κι ύστερα η γραφομηχανή μου παίρνει φωτιά.
Έχω φυσικά και υπολογιστή, είμαι άνθρωπος της εποχής μου. Όμως η κόκκινη αγαπημένη μου γραφομηχανή είναι για τα κείμενα αυτά της μοναξιάς, όταν τις νύχτες η γυναίκα μου κοιμάται κουρασμένη από τη δική της καθημερινότητα, ματαιωμένη από τα δικά της ανέλπιδα όνειρα, πονεμένη από πόνους που εγώ δεν γνωρίζω. Τότε η κόκκινη γραφομηχανή μου είναι ένα μαγικό χαλί,
που με πάει στα όνειρα που έκανα νέος, τότε που η καρδιά μου χτυπούσε παθιασμένα και δυνατά, όμως στη ζωή μου υπήρχαν εμπόδια που δεν γνώριζα καν πως θα μπορούσα σε τέτοια μεγάλη ηλικία να ξεπεράσω απλώς γράφοντας. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Είσαι πολύ κλεισμένος στο δικό σου μυαλό. Πρέπει να το ανοίξεις, να ανοίξεις την ψυχή σου, να δεις μια ανατολή πολύ προσεκτικά.
Μια ανατολή μπορεί να πάρει πολλά χρώματα, ανάλογα με τις μουσικές που θα ντύσουν την ψυχή σου τη στιγμή που ο ήλιος κόκκινος ξεπροβάλλει πάνω από μια θάλασσα, ένα βουνό, τη στιγμή που ο ουρανός υποδέχεται αυτό το κάτι καινούριο, την καινούρια στιγμή, το καινούριο σήμερα. Είναι η ελπίδα η ανατολή, μην χάνεις την ελπίδα σου σε μικροψυχίες, μάταια κλάματα και καταδιώξεις από ανθρώπους που σε αγαπούν με όλη τους την ψυχή, όχι γιατί θέλουν κάτι από σένα, αλλά απλώς επειδή είσαι εσύ, αυτός ο μοναδικός άνθρωπος, όπως και όλοι."

Ο μεταφραστής μπερδεμένος άκουγε τα λόγια του, η ψυχή του σαν να άνοιγε σιγά-σιγά εκείνη την ώρα, όμως είχε μάθει στη ζωή του να ζητάει απαντήσεις συγκεκριμένες, να ζητάει την επαναληπτικότητα, το σίγουρο, την ασφάλεια που είναι τελικά μια ψευδαίσθηση.
"Πρέπει να φύγω, είπε ο συγγραφέας. Κι αν κάτι δεν κατάλαβες για μένα, διάβασε τα βιβλία μου πάλι ξανά, από την αρχή, με την ψυχή σου αυτή τη φορά, με το σώμα σου, με την καρδιά σου που μπορεί να χτυπήσει ξαφνικά και να μην ξέρεις γιατί, με κάποιο πόνο που μπορεί το σώμα σου να ταράξει στιγμιαία, με τον εαυτό σου ολόκληρο. Το μυαλό και οι εξηγήσεις είναι για τα όσα μικρά δεν θα μας γεμίσουν ποτέ."

Τώρα ο μεταφραστής άυπνος, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, πήγαινε να κοιμηθεί και μια μουσική που έπαιζε στο ξενοδοχείο την ώρα που έφευγε ο συγγραφέας είχε κολλήσει στο μυαλό του και τον ξυπνούσε σαν ανυπόμονα. Η γυναίκα του δίπλα στριφογύριζε ενοχλημένη στον ύπνο της από την ανησυχία του. Σηκώθηκε, προσπαθώντας να κάνει βήματα ανάλαφρα, ένιωθε όμως πως τα βήματά του στην ησυχία της νύχτας ακούγονταν παντού. Από τη μισάνοιχτη πόρτα, κοίταξε την κόρη του που κοιμόταν ήσυχη και ένιωσε ελπίδα για πρώτη φορά, το μέλλον δεν θα κατέστρεφε, αν αυτό δεν είχε στο μυαλό του. Κι ύστερα βγήκε στον κήπο. Γύρω του το πράσινο μέσα στη νύχτα σκοτεινό, τα δέντρα βουβά, η ησυχία με θόρυβο που ξεκούφαινε τα τόσο βουλωμένα για χρόνια αυτιά του. Τριγύρισε για ώρα μέσα στα σκοτάδια κι ύστερα κάποια στιγμή άρχισε να βγαίνει το πρώτο φως εκείνης της μέρας που περίμενε να φέρει τα δικά της απρόοπτα.

Κοίταξε στον ουρανό, μετά από λίγη ώρα ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα. Ήταν γεμάτος, κόκκινος κι όσο η ώρα περνούσε ο ήλιος άρχισε να γίνεται πιο ζεστός και πιο πολύ να τον τυφλώνει. Τα πουλιά απλώς κελαηδούσαν σαν τίποτε από όλα αυτά να μην είχε πια σημασία. Και τότε ο μεταφραστής ένιωσε μέσα του τα λόγια του συγγραφέα, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό, χωρίς τίποτα,
λόγια ντυμένα στο σώμα του για αυτά τα λίγα λεπτά.

Κι ύστερα ο ήλιος ανέβηκε κι άλλο και αυτή η καινούρια η μέρα ξεκινούσε. Και ο μεταφραστής φαντάστηκε τον συγγραφέα να κοιτάζει κι αυτός τον ήλιο να ξεπροβάλλει μέσα από τη θάλασσα, να τον σκέφτεται και να χαμογελάει...

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

Κάστρο στην άμμο

Καθόταν στο σχετικά μικρό μπαλκόνι του, απέναντι από τα δέντρα. Ήταν μεσημέρι, καλοκαίρι, είχε ζέστη αλλά εκείνος δεν ζεσταινόταν και του φαινόταν παράξενο. Η γυναίκα του μέσα ίδρωνε και του έλεγε να αγοράσουν καινούριο κλιματιστικό αλλά εκείνος άκουγε μόνο το θρόισμα των φύλλων. Ησυχία. Αυτό που πάντα αποζητούσε. Ηρεμία. Αυτό το καλοκαίρι ήταν διαφορετικό.
            Τα δέντρα έχουν μια δική τους γλώσσα που ποτέ δεν θα καταλάβουμε. Μπορούν να χορέψουν με τον αέρα, να στείλουν ανάσες, να φανούν ίσως και τρομακτικά τις νύχτες στο σκοτάδι, όμως πάντα είναι θεραπευτικά. Όταν ήταν παιδί, ένας μακρινός του συγγενής είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο για λίγες μέρες. Ο πατέρας του για κάποιο λόγο τον είχε πάρει μαζί του. Για να μάθεις, του έλεγε πάντα, όταν εκείνος τον ρωτούσε γιατί έκανε κάτι που του φαινόταν περίεργο. Ο πατέρας του τον μεγάλωσε μόνος του, με τη βοήθεια ενός πολύ καλού του φίλου, παράδοξη παιδική ηλικία, αλλά τι είναι συνηθισμένο τελικά σε αυτή τη ζωή, σκέφτεται τώρα. Το θέμα είναι ότι τότε σε εκείνο το ψυχιατρείο, είδε πόσο θεραπευτικά είναι τα δέντρα. Οι άνθρωποι κάπνιζαν λυπημένοι, βουτηγμένοι σε σκέψεις παράξενες, σκοτεινές, όμως κάτι εκεί τους βοηθούσε κι αυτό ήταν η ησυχία, η απομόνωση, η απομάκρυνση από καθετί τοξικό επιβάλλει η εποχή μας. Αυτό το έλεγε συχνά ο πατέρας του για τις τοξικότητες των εποχών, αλλά όταν ήταν μικρός δεν το καταλάβαινε. Όλα τα κατάλαβε πολύ αργότερα.
            Επιστροφή στα δέντρα λοιπόν και στο μικρό μπαλκόνι, όπου ο ήρωάς μας κάθεται ήρεμος χωρίς να ιδρώνει μέσα στο καλοκαιρινό μεσημέρι. Δεν τον αγγίζει τίποτα πια, όλα έχουν καθαρίσει, όλα έχουν φύγει, μπορεί να ακούει μόνο αυτά τα πουλιά που σε κάποια παράξενη γλώσσα μιλούν κι αυτά και οι λίγοι θόρυβοι από τον δρόμο δεν περνάνε καν μέσα από τα αυτιά του. Λίγο πιο πέρα είναι η θάλασσα και γι’αυτό στον ουρανό πετούν γλάροι. Τα πιο όμορφα πουλιά για εκείνον είναι οι γλάροι γιατί τα φτερά τους είναι μεγάλα, μπορούν να αγκαλιάζουν και κυρίως να πετούν πολύ, πολύ μακριά και από πολύ μακριά να φαίνονται. Κάθε φορά που τώρα βλέπει έναν γλάρο, θυμάται πόσο ελεύθερος είναι και δεν υπάρχει στον κόσμο καμία μεγαλύτερη ευτυχία από αυτό. Όμως για να φτάσει εκεί, ο δρόμος δεν ήταν εύκολος.
            Όλα ξεκίνησαν πριν τρία χρόνια, τότε που η καρδιά του άρχισε να καταρρέει αν και στην αρχή δεν το καταλάβαινε.  Από τα δεκαοκτώ του εργαζόταν ως οδηγός ταξί, ήταν μια δουλειά καθιστική, κουραστική, μονότονη μερικές φορές και η μόνη του παρηγοριά ήταν το ραδιόφωνο. Κάποιες φορές έμπαιναν στο ταξί πελάτες που του μιλούσαν για τις ζωές τους, πελάτες απελπισμένοι, κουρασμένοι, φοβισμένοι, οργισμένοι, το συναίσθημά τους κατέκλυζε το μικρό, κίτρινο ταξί του γιατί έπεφτε όλο πάνω του. Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος, σκεφτόταν κάθε φορά και έκανε υπομονή και προσπαθούσε να τους παρηγορήσει και όσο το δυνατόν καλύτερα να τους πάει στον προορισμό τους χωρίς να τους συγχύσει περαιτέρω. Κάθε φορά που έκλειναν την πόρτα, όμως, έμενε μόνος και αυτό το συναίσθημά τους ήταν εκεί, μέσα, μπορούσε να το νιώσει στα δερμάτινα καθίσματα, μπορούσε ακόμη να ακούσει τα παράπονά τους, ακόμη κι όταν εκείνοι είχαν από ώρα φύγει. Και φυσικά κάποιοι πελάτες ήταν χαρούμενοι και του έπιαναν κουβέντα για τον καιρό ή για συναυλίες ή για διάφορα άλλα αλλά εκείνος κουραζόταν όλο και περισσότερο με τα χρόνια και αυτή τη χαρά των άλλων δεν μπορούσε να την εκτιμήσει όσο θα έπρεπε.
            Και φυσικά είχε και τα οικογενειακά του θέματα. Δεν έχει σημασία τι ακριβώς ήταν αυτά. Είχε θλίψη για τον πρόωρο χαμό της μητέρας του, είχε την έγνοια του πατέρα του, αργότερα τη γυναίκα του, τα παιδιά του, προβλήματα με άλλους συγγενείς και φίλους, το οικονομικό άγχος φυσικά, όλα αυτά μαζεύονταν, μαζεύονταν και έτσι η καρδιά του άρχισε να καταρρέει κι εκείνος ούτε που το καταλάβαινε.
            Στην αρχή ταχυπαλμίες, μετά έντονο βάρος στο στήθος, κάποια στιγμή δεν μπορούσε να αναπνεύσει και κατέληξε να πονάει τόσο πολύ ένα βράδυ που άρχισε να ουρλιάζει. Η γυναίκα του, τα παιδιά του φοβήθηκαν τότε. Πήγαν όλοι μαζί στο νοσοκομείο. Εκεί άρχισαν να γίνονται ένα σωρό εξετάσεις και ύστερα οι επισκέψεις στους καρδιολόγους και καθένας είχε και άλλη άποψη μέχρι που η κατάστασή του επιδεινώθηκε τόσο πολύ που του είπαν ότι θα χρειαζόταν μεταμόσχευση καρδιάς. Όλοι και όλα πάγωσαν. Αυτό θα ήταν το τέλος; Αρρώστια; Θάνατος; Η φρίκη άρχισε να απλώνεται σε όλο του το κορμί, ένιωσε μέσα του να μαυρίζει, να λιώνει, να σαπίζει, ο φόβος τα είχε κυριεύσει όλα και αυτός ήταν ένας λαβύρινθος που φάνταζε χωρίς τελειωμό.
            Κάποια στιγμή πήγε σε έναν καρδιολόγο που ανακάλυψε τυχαία στο διαδίκτυο. Δεν ήξερε γιατί πήγε, μια φωνή μέσα του τού είπε να πάει και την άκουσε. Του έδειξε τις εξετάσεις, του είπε ποια χάπια του είχαν δώσει οι άλλοι γιατροί και για τη μεταμόσχευση. Ο καρδιολόγος ήταν σοβαρός, πολύ σοβαρός αλλά κάτι είχε στο βλέμμα διαφορετικό από τους άλλους. Του είπε πολύ λίγα πράγματα, άγγιξαν, όμως, την ψυχή του.
"Δεν μπορώ να σας πω τίποτε διαφορετικό όσον αφορά στη σωματική σας κατάσταση ως γιατρός παρά να μπείτε σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς. Σαν άνθρωπος, όμως, μπορώ να σας δώσω μία και μόνο συμβουλή και αν θέλετε την ακούτε. Βρείτε έναν τρόπο να ηρεμήσετε, ακόμη κι αν αυτός είναι πολύ παράδοξος. Στον καθένα η ηρεμία έρχεται με διαφορετικό τρόπο, θα έλεγα ότι αξίζει να την αναζητήσετε αλλά δεν επιμένω γιατί είναι δική σας επιλογή το αν θα πιστέψετε σε αυτό που σας λέω." Ύστερα σταμάτησε απότομα, του έκοψε την απόδειξη αμίλητος, πληρώθηκε, του την έδωσε και μετά κάτι σημείωσε σε ένα μικρό μπλοκάκι που τον έκανε να νιώσει άβολα γιατί καταλάβαινε ότι έπρεπε να φύγει, περίμεναν πολλοί ασθενείς έξω. «Ευχαριστώ», είπε χωρίς να ξέρει γιατί. Άλλωστε δεν του είχε πει τίποτα το σπουδαίο, όλοι ξέρουν πως η ηρεμία βοηθάει στις αρρώστιες. Όμως, κάτι μέσα του είχε γίνει.
            Οι επόμενοι μήνες ήταν πολύ δύσκολοι. Έπρεπε να κάνει συνεχώς εξετάσεις, να παίρνει τα φάρμακά του, δεν μπορούσε να δουλέψει, ήταν μέσα στο σπίτι συνεχώς εκνευρισμένος και αμίλητος, περίμενε μόνο να έρθει το τέλος να ησυχάσει από την ατελείωτη δυστυχία. Κάποια στιγμή η γυναίκα του την ώρα που έπιναν τον καφέ στο μπαλκόνι χωρίς να μιλάνε του είπε με ύφος σοβαρό και αποφασισμένο.
«Είναι πολύ ψυχοφθόρο για τα παιδιά να σε βλέπουν έτσι. Κι εγώ δεν το αντέχω. Καλύτερα να πας στο εξοχικό που έχτισε ο πατέρας σου να ηρεμήσεις λίγο και όταν νιώσεις καλύτερα, θα σε περιμένουμε εδώ με όλη την αγάπη μας. Όμως, αν μείνεις και είσαι έτσι, θα καταρρεύσω κι εγώ.»
            Κι έτσι πήγε στο εξοχικό τους, ένα μικρό σπίτι δύο δωματίων στη θάλασσα, που το είχε χτίσει ο πατέρας του με τα ίδια του τα χέρια, όταν εκείνος ήταν πολύ μικρός. Θυμάται λίγες στιγμές από αυτό το χτίσιμο. Ο πατέρας του στον ήλιο μαυρισμένος, ίδρωνε, πάλευε με τον καύσωνα, αλλά δούλευε αδιάκοπα, δεν σταματούσε παρά μόνο για να φάει ένα μικρό γεύμα και να πιει νερό κι ύστερα πάλι συνέχιζε. Εκείνου δεν του άρεσε το σπίτι γιατί το έβρισκε πολύ μικρό και δεν χωρούσε μέσα άνετα όλη του η οικογένεια, γι’αυτό και είχε πάψει από καιρό να πηγαίνει. Όμως τώρα που ήταν άρρωστος και μόνος και ίσως και ετοιμοθάνατος η ενέργεια του σπιτιού άρχισε κάτι μέσα του να θεραπεύει.
            Κι ύστερα άρχισε να τον επισκέπτεται η μικρή ανιψιά του. Την έφερε ο αδερφός του μια φορά που πήγε να τον δει κι εκείνος ξετρελάθηκε μαζί της γιατί τόσα χρόνια βουτηγμένος στην αρνητικότητα και στα προβλήματά του δεν την είχε προσέξει πραγματικά. Ήταν τόσο έξυπνη, τόσο χαριτωμένη, τόσο γελαστή, είχε κι εκείνη μια ενέργεια μαγική, όπως το σπίτι. Μετά την πρώτη της επίσκεψη, παρακάλεσε τον αδερφό του να την πηγαίνει και να την αφήνει εκεί για όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα για να παίζουν. Κι έτσι αφέθηκε στη μαγεία της παιδικής ζωής. Χωρίς χρόνο, χωρίς όρια, μόνο παιδικό γέλιο και κλάμα, τα συναισθήματά του άρχισαν τότε να μεταλλάσσονται κάπως. Ξεχάστηκαν όλα τα άλλα, η αρρώστια, τα  οικογενειακά και τα οικονομικά προβλήματα, το πόσο πολύ είχε βαρεθεί τη δουλειά του, όλα απομακρύνθηκαν κι εκείνος ζούσε μόνο για τις στιγμές που η ανιψιά του ερχόταν κι έπαιζαν μαζί στη θάλασσα με ένα παιδικό κουβαδάκι κι έφτιαχναν κάστρα.
            Τι μαγική στιγμή να φτιάχνει κάστρο στην άμμο ένα παιδί. Πόσα όνειρα μπορεί να κάνει τότε. Ναι, κάποτε ήταν κι αυτός παιδί, θυμήθηκε κι έφτιαχνε κι εκείνος κάστρα. Αλλά δεν άντεχε το κύμα που ερχόταν πάνω τους ή τους αδιάφορους μεγάλους που μπορεί να πατούσαν πάνω τους και να τα κατέστρεφαν ή και τους ίδιους του τους φίλους που δεν ονειρεύονταν όσο κι εκείνος. Με αυτό το παιδί, όμως, ήταν αλλιώς. Έγινε πάλι παιδί κι εκείνος κι άρχισε να ονειρεύεται. Ξέχασε την αρρώστια του, τη μεταμόσχευση καρδιάς, τα ξέχασε όλα και όταν τα σαββατοκύριακα ερχόταν η οικογένειά του να τον επισκεφθεί τον έβρισκε όλο και καλύτερα. Η γυναίκα του είναι ένας βράχος στη ζωή του, ποτέ δεν θα ξεχάσει την υπομονή της σε αυτή τη δοκιμασία, την ψυχραιμία της, την αντοχή της. Και τα παιδιά του εκεί που πριν ήταν θλιμμένα από τη δυστυχία του και την αρρώστια του και φοβούνταν ότι θα τον έχαναν για πάντα, άρχισαν και πάλι να χαμογελούν.
            Πέρασε πολύς χρόνος έτσι, πάρα πολύς. Δεν θυμάται πόσος γιατί έτσι απομονωμένος στο μικρό σπιτάκι, με την περιστασιακή παρέα ενός παιδιού σε μόνιμη βάση ο χρόνος χάθηκε, έμεινε μετέωρος, η ζωή του ήταν μόνο θάλασσα, ήλιος, ουρανός, άμμος, πουλιά, γλάροι και κάστρα. Τα χάπια του τα έπαιρνε συστηματικά, δεν παρέλειπε κανένα. Όμως έλεγε ψέματα στη γυναίκα του και για κάποιο λόγο δεν πήγαινε να κάνει τις απαιτούμενες εξετάσεις. Είχε σιχαθεί τόσο πολύ τους γιατρούς και τα νοσοκομεία και αυτό το σύστημα που αρρωσταίνει περισσότερο από τις αρρώστιες. Ήταν ρίσκο το ήξερε και φοβόταν όταν μπορεί κάποια στιγμή να τον έβρισκαν νεκρό στην παραλία από ανακοπή καρδιάς, όμως το προτιμούσε από το να πεθάνει σε ένα κρεβάτι ανάμεσα σε λευκές ρόμπες και αδιαφορία.
            Και κάποια στιγμή τον ενημέρωσαν ότι είχε βρεθεί δότης. Εκείνος σαν να λυπήθηκε. Έπρεπε να φύγει λοιπόν; Έπρεπε να αφήσει την απομόνωση, την ηρεμία, τα παιχνίδια με την ανιψιά του, που τώρα πια την ήθελε μόνο δική του χωρίς άλλα παιδιά, χωρίς άλλους ενήλικες γύρω του; Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε να το σκάσει και να πάει σε κάποιο μέρος μακρινό, να ζήσει μόνος για πάντα κοντά στη θάλασσα, μακριά από θυμούς, αναστατώσεις, αγωνίες, ανησυχίες, χρήματα, οικογενειακά βάρη και τόσα άλλα που είχε καταλάβει πια καλά πως αυτά τον αρρώστησαν. Όμως, ήταν άνθρωπος υπεύθυνος και αγαπούσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, δεν θα μπορούσε να τους αφήσει. Ένα πρωί ένιωσε την καρδιά του να σκληραίνει, να γίνεται πέτρα, σηκώθηκε από το κρεβάτι, μάζεψε τα λιγοστά ρούχα που είχε μαζί του και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του τη θάλασσα ή το τελευταίο πανέμορφο κάστρο που άφηνε στην άμμο.
            Η εξέλιξη ήταν αναπάντεχη. Οι γιατροί του είπαν ότι είχε θεραπευτεί. Ότι είχε γίνει θαύμα.
«Όλοι οι ασθενείς με την πάθησή σας παίρνουν αυτά τα χάπια, αλλά σε εσάς ο οργανισμός αντέδρασε. Δεν χρειάζεστε πια μεταμόσχευση. Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο, όμως, από παράξενα ο κόσμος και οι υγείες άλλο τίποτα», του είπε η γιατρός στο νοσοκομείο κι ύστερα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και παρήγγειλε έναν καφέ.
            Αυτά έγιναν λίγο πολύ και τώρα ήταν καλά. Σιγά-σιγά όλα επανήλθαν και συνήθισε τη φασαρία στο σπίτι, το οικονομικό άγχος, τους φίλους που τον περίμεναν κι εκείνοι με αγάπη. Άρχισε πάλι να δουλεύει στο ταξί, όμως, με έναν μαγικό τρόπο τώρα δεν τον βάραινε ο πόνος και το άγχος κανενός και όταν του μιλούσαν οι πονεμένοι πελάτες του λίγα τους έλεγε. Και δεν ίδρωνε ποτέ, ενώ εκείνοι οι κακόμοιροι βαριανάσαιναν μέσα στον καύσωνα, ζητούσαν να βάλει κλιματισμό, κουνούσαν βεντάλιες, μιλούσαν για την καταστροφή του κλίματος ή περίμεναν τις διακοπές τους για να ξεφύγουν από τις αμέτρητες μέρες κούρασης, που είχε φέρει κι αυτή η χρονιά. Κι εκείνος δεν ίδρωνε ποτέ και χαμογελούσε.
            Την ανιψιά του την έβλεπε τώρα ανάμεσα στους άλλους συγγενείς. Την έβλεπε με χαρά, με θαυμασμό για το πώς μεγάλωνε, με νοσταλγία καμιά φορά για τα παιχνίδια τους στην άμμο και κυρίως με τεράστια ευγνωμοσύνη γιατί εκείνη ήταν τελικά η θεραπεία του. Εκείνη  παρασυρόταν από τα παιχνίδια με τα παιδιά του ή τις συζητήσεις με τους γονείς της και δεν έδειχνε να του δίνει πολλή σημασία, όμως, ήταν κάποιες μαγικές στιγμές, που κοιτάζονταν με νόημα και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον και οι ακόμη πιο μαγικές στιγμές ήταν όταν το ένιωθε αυτό χωρίς να κοιτάζονται. Όταν την έβλεπε να κάθεται σε μια γωνίτσα μόνη της, μακριά από τα άλλα παιδιά και τους μεγάλους και να παίζει για λίγο ήσυχη με κάποιο παιχνίδι. Αυτό του αρκούσε. Κι εκείνη αμέσως χαμογελούσε χωρίς, όμως, να σηκώσει το κεφάλι της και να τον δει, μόνος κι αυτός εκείνες τις στιγμές ανάμεσα στους μεγάλους να την κοιτάζει έτσι με τόση αγάπη.
           Τώρα είναι απέναντι από τα δέντρα του στην ησυχία που πάντα αποζητούσε και δεν το ήξερε. Και τα πουλιά τραγουδάνε τα ακατανόητα τραγούδια τους στα δέντρα και ο αέρας περνάει μέσα από τα φύλλα και αυτό το θρόισμα είναι το μεγαλύτερο βάλσαμο στην ψυχή του που θα έχει ποτέ ακόμη κι αν χάσει τα πάντα. Μέσα η οικογένειά του είναι χαρούμενη γιατί έγινε καλά χωρίς να χρειαστεί εγχείρηση κι εκείνος σκέφτεται αύριο να πάει να δει εκείνον τον παράξενο γιατρό, που του είχε συστήσει την ηρεμία και τόσο άβολα τον είχε κάνει να νιώσει έτσι ξαφνικά. Θα πάει να τον δει λοιπόν αύριο, δεν θα καθίσει πολύ, όμως, απλώς θα ενημερώσει ότι είναι καλά, θα ευχαριστήσει κάπως τυπικά κι ύστερα θα φύγει και θα ευχηθεί να γίνουν καλά όλοι αυτοί οι λυπημένοι καρδιοπαθείς που θα ιδρώνουν στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου του.
            Αυτό σκέφτεται τώρα και αναρωτιέται τι να απέγινε εκείνο το κάστρο που άφησε στην άμμο άθικτο τη μέρα που έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Δεν θα μπορέσει ποτέ να μάθει. Μπορεί όμως να φαντάζεται πού και πού ότι κανένα κύμα και καμιά αδιαφορία δεν θα φτάσει ποτέ εκεί να το καταστρέψει.

Το διήγημα βασίζεται στην ιστορία που πριν λίγες μέρες μου αφηγήθηκε ένας οδηγός ταξί, που φορούσε μακρυμάνικο πουκάμισο και ήταν μεσημέρι και δεν ίδρωνε, για το πώς ενώ ήταν σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς, κατάφερε μόνος του, όταν απομονώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους "αντιπάλους" του, όπως είπε που τώρα τους αντιμετωπίζει, και βλέποντας μόνο τη μικρή του ανιψιά και κανέναν άλλον να θεραπεύσει το πρόβλημά του και να μην χρειαστεί τελικά μεταμόσχευση.

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

το ψάρι στη γυάλα-μια ιστορία πένθους


 (Από το βιβλίο "Παράλληλα Σύμπαντα")

                            
ΑΡΝΗΣΗ



Η σημερινή ημέρα ξεκίνησε περίεργα.. Σηκώθηκα το πρωί  γύρω στις δέκα και μισή. Το ελεύθερο πρωινό ξύπνημα είναι ένα από τα πλεονεκτήματα του να είσαι συγγραφέας. Του να μη δουλεύεις, δηλαδή, για να γράφεις. Ή μάλλον του να είσαι πολύ τυχερός και να έχουν εμπορική επιτυχία τα βιβλία σου με αποτέλεσμα να έχεις τη δυνατότητα να αφήσεις την κακοπληρωμένη δουλειά σου ως βοηθός κομμωτή  και να αφοσιωθείς στο γράψιμο. Λεω τυχερός, γιατί πιστεύω πως η εμπορική επιτυχία είναι θέμα τύχης και όχι αξίας. Οι μεγαλύτεροι συγγραφείς, άλλωστε, δεν ήταν αναγνωρισμένοι στην εποχή τους. Πριν αποκτήσουν τη θέση που τους αναλογούσε στην αιωνιότητα, υπέφεραν πολλά βάσανα και όλα αυτά μέσα στην ανωνυμία και την υποτίμηση από τους σύγχρονους τους. Ο παράδεισος όμως  ήρθε γι’ αυτούς και πήρε τη μορφή των βιβλίων τους που τυπώνονται και ξανατυπώνονται και θα συνεχίζουν να τυπώνονται όταν ο σκώρος θα έχει φαει όλα τα βιβλία που σημείωσαν εμπορική επιτυχία ανά τις  διάφορες εποχές. Μερικά από τα οποία θα είναι και τα δικά μου. 
Ξέρω πως τα τρία βιβλία που έγραψα δεν έχουν καμία λογοτεχνική αξία, παρ’ όλο που δε θεωρώ τον εαυτό μου ατάλαντο. Είναι απλά ιστορίες που αγγίζουν τη γυναικεία ψυχή, ιστορίες που άκουγα κατά καιρούς στο κομμωτήριο, εξομολογήσεις πελατισσών, φτηνά ρομαντικά δράματα που αναδύθηκαν στη φαντασία μου ποτισμένα από βαφές μαλλιών και σπρέι χτενίσματος. Ξέρω ότι μπορώ να γράψω και καλύτερα, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν έζησα ποτέ μου τον πόνο που θα μπορούσε να κάνει την ψυχή και την πένα μου καλύτερες. Η  ζωή μου είχε πάντα καθημερινές ανησυχίες, κυρίως οικονομικές, οι δεσμοί μου με την οικογένεια αποκόπηκαν όταν δήλωσα πως δε θα γίνω δικηγόρος ή γιατρός, αλλά κομμωτής και στο πλάι μου από δεκαοκτώ χρονών, είχα τη γυναίκα μου, με την οποία, παρά τη φθορά και τα μικροπροβλήματα των δέκα χρόνων μπορώ να πως  είμαι ακόμη ερωτευμένος.
Το πρωί , λοιπόν, που ξύπνησα, η γυναίκα μου είχε ήδη φύγει για τη δουλειά της στο λογιστικό γραφείο. Φαντάζομαι, θα με φίλησε και θα μου χάιδεψε τα μαλλιά, όπως κάνει πάντα, μόνο που δεν το θυμάμαι, μάλλον γιατί κοιμόμουν βαθιά. Το προηγούμενο βράδυ προσπαθούσα μέχρι τα ξημερώματα να γράψω ένα διήγημα, το οποίο και τελικά ολοκλήρωσα και ανυπομονώ να ακούσω τη γνώμη της, που συνήθως είναι ενθαρρυντική και αυστηρή ταυτόχρονα. Θέλω να της αφιερώσω τη συλλογή διηγημάτων που ετοιμάζω, μέχρι στιγμής δεν της έχω αφιερώσει άλλο βιβλίο μου, δεν ξέρω γιατί, μάλλον από αμέλεια, την τελευταία φορά που το ζήτησα από τον εκδότη , είχε ήδη στείλει το βιβλίο στο τυπογραφείο και ήταν αργά πια για να της δώσω αυτή τη χαρά. Ξύπνησα, λοιπόν, σηκώθηκα από το κρεβάτι και έφτιαξα τον πικρό καφέ που πίνω πάντα το πρωί προσπαθώντας να σκεφτώ αλλαγές που θα μπορούσα να κάνω στο διήγημα μου. Όταν τελείωσα τον καφέ και έπλυνα το φλιτζάνι μου, αντίκρισα με έκπληξη τα χρυσόψαρα στη γυάλα.
Εδώ πρέπει να πω πως μου αγόρασε αυτά τα χρυσόψαρα πριν από έξι μήνες στην επέτειο του γάμου μας. Η αλήθεια είναι πως εγώ πάντα ήθελα σκύλο ή γάτα, αλλά εκείνη δυστυχώς είναι αλλεργική και στα δύο, τα ψάρια ήταν τα μόνο κατοικίδια, αν μπορείς να τα πεις κατοικίδια, που θα μπορούσαμε να έχουμε, μπορούσαμε βέβαια  να έχουμε και καναρίνι, αλλά μου δήλωσε κατηγορηματικά ότι πονάει η καρδιά της όταν βλέπει φυλακισμένα πουλιά. Και τα ψάρια, την είχα ρωτήσει, δεν είναι φυλακισμένα στη γυάλα; Τα χρυσόψαρα έχουν μνήμη  λίγων δευτερολέπτων, μου είχε απαντήσει, μέχρι να συνειδητοποιήσουν τα όρια της γυάλας τους, τα έχουν ξεχάσει. Έτσι, λοιπόν, αποκτήσαμε τη γυάλα με τα δύο κόκκινα χρυσόψαρα που κολυμπούσαν ευτυχισμένα στην αμνησία τους. Στην αρχή δεν τα πολυσυμπαθούσα, σιγά σιγά , όμως, τα συνήθισα και μετά άρχισα να τα αγαπώ, γιατί είναι μάλλον αναπόφευκτο να αγαπάς όποιον εξαρτάται από σένα, όποιον φροντίζεις, ακόμη και αν η φροντίδα αυτή ισοδυναμεί απλά με το άλλαγμα του νερού της γυάλας, τις δύο σταγόνες χλώριο και τα δύο κομματάκια ψαροτροφής, δύο κομματάκια μόνο και  όχι παραπάνω, γιατί τα χρυσόψαρα δε συνειδητοποιούν  ή μάλλον ξεχνούν το πόσο τρώνε και μπορεί να φάνε μέχρι να σκάσουν.
Το πρωί, λοιπόν, μετά το πλύσιμο του φλιτζανιού μου είδα με φρίκη το ένα χρυσόψαρο να επιπλέει ακίνητο στη γυάλα και το άλλο να κολυμπά δίπλα του αγγίζοντας το σαν να προσπαθεί μάταια να το κουνήσει. Ήταν σχεδόν συγκινητικό και αναρωτήθηκα αν σε τρία δευτερόλεπτα το ζωντανό χρυσόψαρο μπορούσε να συνειδητοποιήσει το θάνατο του συντρόφου του και αν μετά από τρία δευτερόλεπτα θα τον ξεχνούσε και μετά πάλι θα τον συνειδητοποιούσε και μετά θα τον ξεχνούσε πάλι για να τον  ξανασυνειδητοποιήσει  και να τον ξαναξεχάσει και μου φάνηκε τόσο βασανιστική αυτή η σκέψη που πήγα μπροστά από το φορητό  υπολογιστή μου και  άρχισα να ξαναδιαβάζω το χθεσινό μου διήγημα. Μετά από τρεις αφηρημένες αναγνώσεις, το μυαλό μου ξαναγύρισε στα ψάρια. Έπρεπε να βγάλω το νεκρό ψάρι από τη γυάλα. Όμως δεν μπορούσα, με ανατρίχιαζε η ιδέα να το αγγίξω. Τη μία και μοναδική φορά που το ένα από τα δύο έπεσε στο νεροχύτη όταν άλλαζα το νερό, φώναξα τη γυναίκα μου για να το ξαναβάλει μέσα. Είχε γελάσει με την αδυναμία μου, αλλά εγώ πραγματικά δεν μπορούσα να αγγίξω το μικρό, κόκκινο κατοικίδιο μου όσο και αν το είχα αγαπήσει, κάτι που, όπως το σκέφτομαι τώρα, μάλλον σήμαινε ότι δεν το έχω αγαπήσει αρκετά, γιατί αν δεν ήταν η γυναίκα μου εδώ, θα το είχα αφήσει να σπαρταρά στο νεροχύτη μέχρι να πεθάνει.
Και τώρα λοιπόν θα το έβγαζε εκείνη, πήρα την απόφαση μου και προσπάθησα να συγκεντρωθώ πάλι στο διήγημα μου. Όμως, ο θάνατος του ψαριού με είχε επηρεάσει, ένιωθα μια κακή ενέργεια γύρω μου μία σχεδόν λύπηση για το ζωντανό χρυσόψαρο που προσπαθούσε να ξυπνήσει το σύντροφο του. Και τότε αποφάσισα να την πάρω τηλέφωνο να της το πω, ίσως να κατάφερνα να ανακουφιστώ και να μπορούσα επιτέλους να δουλέψω. Το τηλέφωνο χτύπησε πολλές φορές και υπέθεσα πως θα ήταν πνιγμένη στη δουλειά και πως δε θα μπορούσε να μου απαντήσει. Όμως, εγώ συνέχισα να την καλώ, είχα ανάγκη να με διαβεβαιώσει πως θα έβγαζε εκείνη το νεκρό ψάρι από τη γυάλα και στην έβδομη κλήση άκουσα μια άγνωστη ανδρική φωνή.
Και από εκεί και πέρα το πρωινό πήρε μια περίεργη τροπή. Η ανδρική φωνή ανήκε σε κάποιον τύπο που δήλωσε τραυματιοφορέας, είπε ότι η γυναίκα μου είχε ένα ατύχημα, ότι βρισκόταν ξαπλωμένη σε κάποιο φορείο και ότι δυστυχώς δεν τα κατάφερε και υπέκυψε στα τραύματα της, ότι λυπόταν τόσο, ότι πρέπει να φανώ δυνατός και εκεί είναι που εγώ του απάντησα πως μάλλον έγινε κάποιο λάθος, πως η γυναίκα μου ήταν ζωντανή και τέλος τον ευχαρίστησα ευγενικά και έκλεισα το τηλέφωνο.  Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι, αλλά γρήγορα μου πέρασε. Αυτό που μου είπε ο άγνωστος άνδρας ήταν αδύνατο να συμβαίνει. Απλά ήταν αδύνατο. Ήμουν σίγουρος ότι είχε γίνει κάποιο λάθος. Πολλά πράγματα ήταν δυνατό να είχαν συμβεί. Μπορεί, για παράδειγμα,  κάποια γυναίκα να της έκλεψε το κινητό στο λεωφορείο και αυτή να ήταν τώρα που βρισκόταν νεκρή στο ασθενοφόρο. Ή μπορεί να της έπεσε και η άτυχη γυναίκα να το βρήκε. Ναι, αυτό μάλλον ήταν αρκετά πιθανό. Η γυναίκα μου, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ προσεκτική με τα προσωπικά της αντικείμενα. Συχνά ξεχνούσε το κινητό της στο σπίτι, δύο φορές το είχε χάσει και άλλη μία της το είχαν κλέψει. Ναι, ήμουν σίγουρος ότι συνέβη κάτι από τα δύο. Όταν την έβλεπα το βράδυ, θα της έλεγα για το τηλεφώνημα και τη φωνή του τραυματιοφορέα. Στα μάτια της θα έβλεπα τη θλίψη για τη γυναίκα του φορείου, γιατί ήταν άνθρωπος πολύ πονετικός ακόμη και με ανθρώπους εντελώς ξένους. Κι ύστερα θα την αγκάλιαζα σφιχτά και θα χαμογελούσα κρυφά που ξεγελάσαμε τη μοίρα. Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να την πάρω στη δουλειά. Όμως αποφάσισα ότι όχι. Είχε πολύ δουλειά αυτές τις μέρες. Και το αφεντικό της ήταν αυστηρό, τη στραβοκοίταζε όταν υποψιαζόταν ότι μιλούσε μαζί μου στο τηλέφωνο. Δεν έπρεπε να του δώσει αφορμή να της κάνει παρατήρηση. Ένιωθε σαν κοριτσάκι όταν της έκαναν παρατήρηση.
Το βλέμμα γύρισε γύρω στο δωμάτιο και έπεσε πάλι πάνω στη γυάλα με τα κίτρινα βοτσαλάκια και το πλαστικό πράσινο φυτό. Το ζωντανό ψάρι συνέχιζε να κολυμπά δίπλα στο νεκρό αγγίζοντας το. Μα γιατί δεν καταλάβαινε; Έφταιγε άραγε η μνήμη του ή ήταν τόσο οδυνηρό αυτό που συνέβαινε που δεν μπορούσε να το δεχτεί; Μπορούσε άραγε το χρυσόψαρο να νιώσει πόνο για κάποιον που μοιραζόταν για έξι μήνες την ίδια γυάλα, το ίδιο νερό, την ίδια τροφή, θα του έλειπε άραγε ή τώρα θα κολυμπούσε μόνο και πιο ελεύθερο; Η κατάσταση άρχισε να με ενοχλεί. Είχα ένα διήγημα να δουλέψω κι εγώ έκανα με τον εαυτό μου υπαρξιακή συζήτηση για τα συναισθήματα ενός ψαριού. Με θυμό πήρα τη γυάλα και μπήκα στο υπνοδωμάτιο, ακουμπώντας τη στο κομοδίνο με τόση ορμή που χύθηκαν κάτω νερά, ήμουν όμως τόσο εκνευρισμένος που δεν μπήκα στον κόπο να τα σφουγγαρίσω.
Τότε χτύπησε το κινητό μου και έτρεξα , σίγουρος ότι ήταν η γυναίκα μου. Όμως, όχι, ήταν η αδελφή της, με την οποία δεν είχαμε ποτέ καλή σχέση , γιατί τα πρώτα χρόνια της σχέσης μου με τη γυναίκα μου θεωρούσε το επάγγελμα μου αδερφίστικο, όταν άρχισα δε να γράφω βιβλία, τα αποκαλούσε ψευτορομάντζα και είχε δίκιο, αλλά ήταν το ύφος της που με ενοχλούσε τόσο. Αναρωτήθηκα τι να ήθελε, στο τηλέφωνο μιλούσαμε μόνο στη γιορτή της και στη γιορτή μου και αυτό έπειτα από παρέμβαση της γυναίκας μου. Ό,τι και να θέλει μπορεί να περιμένει, σκέφτηκα, με τον εκνευρισμό που είχα δεν θα μπορούσα ούτε λεπτό να ανεχθώ την εκνευριστικά τσιριχτή φωνή και το υποτιμητικό της ύφος. Άφησα το τηλέφωνο να χτυπά δίπλα στη γυάλα και ντύθηκα για να βγω, αφού το πρωινό δεν ήταν κατάλληλο για να δουλέψω.
Αποφάσισα να πάω στο κομμωτήριο, θα έβλεπα εκεί τους παλιούς μου συναδέλφους και κάποιες πελάτισσες, ίσως έτσι αποκτούσα ερεθίσματα και για τα άλλα διηγήματα που θα αποτελούσαν το μελλοντικό μου βιβλίο. Τρελαινόμουν να ακούω ιστορίες, ιστορίες διάφορες για έρωτες, για απιστίες, για θανάτους, για οικογενειακά πάθη, ιστορίες καθημερινές αστείες ή θλιβερές ή τελικά γλυκόπικρες, όπως και η ζωή. Οι πελάτισσες μου ανοίγονταν εύκολα, ίσως έφταιγε το συμπαθητικό πρόσωπο ή το συμπονετικό μου βλέμμα και πριν αρχίσω να βγάζω χρήματα από τα βιβλία μου,  όταν μάθαιναν ότι έγραφα πολλές φορές μου ζητούσαν να τις συμπεριλάβω στα βιβλία μου, να γίνουν έμπνευση  και ροζ ηρωίδες, να μπορούν να λένε στις φιλενάδες τους ή στα εγγόνια του όταν γεράσουν ότι ένας συγγραφέας έγραψε κάποτε  κάτι για αυτές.
Έμεινα έξι  ώρες στο κομμωτήριο, άκουσα εφτά ερωτικές ιστορίες, οργάνωσα στο μυαλό μου το επόμενο διήγημα και  όταν με ρώτησαν τι κάνει η γυναίκα μου, απάντησα ότι έχασε πάλι το κινητό της. Ύστερα κανόνισα να πάμε το επόμενο βράδυ με μία από τις κομμώτριες και τον άνδρα της σε ένα καινούριο εστιατόριο που ανακάλυψαν. Ανανεωμένος και έχοντας αποφορτιστεί από την πρωινή ένταση, πήγα στο σούπερ μάρκετ και ψώνισα ζυμαρικά, τυριά και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί αποφασισμένος να μαγειρέψω για τη γυναίκα μου που θα γύριζε κουρασμένη το βράδυ.
Όταν γύρισα στο σπίτι, έβαλα μουσική στο στερεοφωνικό,  έβγαλα τα ψώνια από τις σακούλες και έβαλα νερό στην κατσαρόλα για να βράσει. Ο χτύπος του κινητού μου με οδήγησε στο δωμάτιο, όπου για ακόμη μια φορά αντίκρισα τα δυο ψάρια και είδα δεκαπέντε κλήσεις από την κουνιάδα μου. Πριν αρχίσω να εκνευρίζομαι πάλι, πήρα μια πετσέτα, σκέπασα τη γυάλα κι έπειτα έκλεισα το κινητό. Γύρισα στην κουζίνα και άρχισα να μαγειρεύω τραγουδώντας σκεπτόμενος τις καινούριες ιστορίες που άκουσα. Αναπόφευκτα και αυτό το βιβλίο θα ήταν ροζ, αλλά ήμουν ακόμη νέος και ήμουν σίγουρος ότι θα ζούσα πολλές εμπειρίες που κάποτε θα μπορούσα να κάνω αξιοπρεπές μυθιστόρημα. Η ζωή ήταν μπροστά μου και άλλωστε ήταν μάλλον καλύτερο να ζω χωρίς πόνο γράφοντας ανοησίες, παρά να γράφω αριστουργήματα υποφέροντας.
Η ώρα είχε περάσει, το φαγητό άρχισε να κρυώνει κι εγώ να βρίζω από μέσα μου το διευθυντή της γυναίκας μου που πάλι την καθυστέρησε. Άνοιξα την τηλεόραση αφήνοντας τις ειδήσεις να φέρουν το θάνατο στο σαλόνι μου με ένα ρεπορτάζ για την τραγική  αυτοκτονία μιας ηθοποιού και τις πρώτες δηλώσεις του αρραβωνιαστικού της και όταν ο θάνατος μου έπεσε βαρύς, άλλαξα κανάλι χαζεύοντας ένα ντοκυμανταίρ για τα δελφίνια.  Και τότε χτύπησε το κουδούνι.
Επιτέλους σκέφτηκα, ήρθε. Άνοιξα το μπουκάλι με το κρασί και ύστερα την πόρτα νιώθοντας απίστευτη λαχτάρα να δω το πρόσωπο της, να μυρίσω τα μαλλιά της, να νιώσω το δέρμα της, να ακούσω τη φωνή της και  να γευτώ τα χείλη της. Και με απογοήτευση αντίκρισα την αδερφή της και τον καλύτερο μου φίλο. Ήταν και οι δύο χλωμοί με σκοτεινιασμένα μάτια. Τους άφησα να μπουν κοιτάζοντας τους με απορία και νιώθοντας τον πρωινό κόμπο να σφίγγει στο στομάχι μου. Και τότε άρχισαν να μου λένε ότι με έψαχναν όλη μέρα,  ότι έγινε ένα ατύχημα, ότι τη χτύπησε ένα αυτοκίνητο νωρίς το πρωί  και ο οδηγός δε σταμάτησε, ότι ξεψύχησε στο δρόμο, ότι πρέπει να φανώ δυνατός- και αυτοί, όπως και ο τραυματιοφορέας, ότι η κηδεία θα γινόταν αύριο, μα δεν ήταν δυνατόν, αύριο θα πηγαίναμε στο εστιατόριο, ψέλλισα κι η αδερφή της άρχισε να κλαίει και ο φίλος μου μην ξέροντας τι να κάνει την αγκάλιασε στοργικά παρ’ όλο που κι αυτός ποτέ του δεν τη συμπάθησε.
Μείναμε αρκετή ώρα σιωπηλοί στον καναπέ. Ύστερα η κουνιάδα μου είπε πως θέλει να πάει στο σπίτι της, αλλά ένιωθε πως δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Ο φίλος μου της είπε πως θα την πήγαινε αυτός κι ύστερα θα γύριζε σε μένα, μου είπε πως θα έμενε όλο το βράδυ και την άλλη μέρα και για όσο τον χρειαζόμουν. Από την ώρα που έφυγαν , εγώ τα έχω χαμένα, όλα έπρεπε να γίνουν αλλιώς, έπρεπε να θυμάμαι το πρωινό της φιλί και έπρεπε να γυρίσει να φάμε μαζί, έπρεπε να πιάσει στα χέρια της το βιβλίο με τα  διηγήματα που θα της αφιέρωνα, έπρεπε να κάνουμε παιδιά και ίσως εγγόνια και έπρεπε εγώ να πεθάνω πρώτος για μη να χρειαζόταν να πρέπει αντιμετωπίσω την αυριανή μέρα και ύστερα την επόμενη και την μεθεπόμενη , για να μη χρειάζεται κάθε τρία λεπτά να πρέπει να συνειδητοποιήσω το ότι απλά εκείνη ένα πρωί χάθηκε και ύστερα να το ξεχάσω και να πρέπει να το θυμηθώ πάλι για να το ξαναξεχάσω.
Τώρα βρίσκομαι στο νεροχύτη και κρατάω στα χέρια μου τη γυάλα. Το ζωντανό ψάρι είναι σε ένα ποτήρι με νερό και μένει να ρίξω το νεκρό στο νεροχύτη και ύστερα να το πετάξω στα σκουπίδια παρ΄ όλο που και η σκέψη μόνο με ανατριχιάζει, γιατί εκείνη δε θα έρθει ποτέ να το κάνει και πρέπει εγώ να το κάνω, πρέπει εγώ επιτέλους να πάρω απόφαση ότι αυτό το ψάρι πέθανε και ύστερα θα μείνουμε το ζωντανό ψάρι στη γυάλα και εγώ να συνεχίσουμε μόνοι τις ζωές που μας απέμειναν.
                       

ΘΥΜΟΣ


          Σήμερα κλείνει ένας μήνας από το τελευταίο πρωινό που την είδα σ’ εκείνη την ασφυκτική, καταραμένη εκκλησία που ήταν γεμάτη συγγενείς, γεμάτη φίλους κι όμως εγώ ένιωθα πως ήμουν μόνος μου μέσα σε ξένους που απλά έτυχε κάποτε να συναναστραφώ μαζί τους. Τα μάτια της ήταν κλειστά και έτσι όπως έσκυψα να τη φιλήσω για τελευταία φορά νόμισα για μια στιγμή πως ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι στο εξοχικό μας και πως ετοιμαζόμουν να την ξυπνήσω με ένα φιλί κι έπειτα θα την άφηνα να χουζουρέψει κι εγώ θα ετοίμαζα πρωινό. Ήταν μόνο για μια στιγμή αυτή η αίσθηση και ένιωσα να χάνομαι όταν κατάλαβα πως έπρεπε να τραβήξω το κεφάλι μου μακριά της για να κλείσουν το ξύλινο κουτί και να μου την πάρουν για πάντα. Κι ύστερα ήρθαν στο μυαλό μου τα παιδικά παραμύθια με τις μαγεμένες πριγκίπισσες και ναι, εκεί αρκούσε ένα φιλί για να ξυπνήσουν, όμως εκεί τότε, σ’ αυτήν την εκκλησία δεν υπήρχαν μάγια και παραμυθοχώρες, υπήρχε μόνο μια εχθρική πόλη που σ’ ένα δρόμο της έχασα τη γυναίκα μου και ένα καταραμένο αυτοκίνητο που αν είχε σταματήσει μπορεί να μην είχε ρημάξει έτσι τη ζωή μου.
            Κάθε πρωί που ξυπνάω σκέφτομαι πως αν είχα απέναντι μου τον οδηγό αυτού του αυτοκινήτου, θα μπορούσα να τον σκοτώσω. Στο μυαλό μου παίρνει διάφορες μορφές, πότε βιαστικός εργαζόμενος που είχε αργήσει στο γραφείο, πότε ανεύθυνος χοντράνθρωπος που δεν του καίγεται καρφί για τους γύρω του, πότε επιπόλαιος νεαρός που φοβήθηκε την οργή του πατέρα του, πότε φοιτήτρια που μόλις πήρε το δίπλωμα οδήγησης. Όποια μορφή και να έχει αυτό τέρας , θα μπορούσα να τυλίξω τα χέρια μου στο λαιμό του και να τα σφίξω μέχρι που να νιώσω το σώμα του να σπαρταράει αβοήθητο. Ναι, θα μπορούσα να το κάνω και νιώθω ένα κόμπο στο λαιμό μου που δε θα τιμωρηθεί ποτέ, που δε θα καταστραφεί η ζωή του, που αυτός ο μήνας θα είναι γι΄ αυτόν όπως και ο προηγούμενος και ο επόμενος το ίδιο. Κι έπειτα κάποιες λίγες, κάποιες στιγμές σκέφτομαι πως ίσως είναι καλύτερα που δε θα τον δω ποτέ, που το βλέμμα μου δε θα συναντήσει ποτέ το δικό του γιατί πραγματικά θα μπορούσα να τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια και δε θα ήθελα ποτέ να σκοτώσω άνθρωπο, μετά όμως πάλι σκέφτομαι και γιατί όχι, γιατί θα ήταν κακό να σκοτώσω τον άνθρωπο που σκότωσε τη γυναίκα μου;
            Κάποτε πίστευα πως τα νήματα του κόσμου κινεί μια αόρατη δικαιοσύνη, είχα πάντα κάποια υπολείμματα θρησκευτικότητας από τη  γιαγιά μου που αγαπούσε και φοβόταν το Θεό και τον είχε μέσα της και πίστευε σ’ αυτόν με τόση σιγουριά σαν να τον είχε κάποτε γνωρίσει. Όταν ήμουν παιδί με μάλωνε όταν βαριόμουν να πάω στην εκκλησία, όταν έβριζα ή όταν έμπλεκα σε καυγάδες με τους φίλους μου και μου θύμιζε πως αν κάνεις  το καλό, όλα καλά θα σου πάνε και πως το κακό που κάνει κάποιος, μπροστά του το βρίσκει κάποια στιγμή. Κι εγώ το πίστευα γιατί αυτή η γιαγιά ήταν ο μόνος άνθρωπος που εμπιστεύτηκα, οι γονείς μου ήταν δυο αποστειρωμένοι άνθρωποι, αποκλειστικά αφοσιωμένοι στο να ανέβουν κοινωνικά και στο να κρύψουν την υποκρισία της σχέσης τους. Ο πατέρας μου είχε για χρόνια σχέσεις με άλλες γυναίκες και η μητέρα μου έβγαζε το μίσος και την κακία της γι’ αυτές στους γύρω της και πάνω μου και δε χώρισαν ποτέ, παρ’ όλο που ξέρω πως αν εκείνη είχε τότε τη δύναμη να αγνοήσει το τι θα πει ο κόσμος και να τον αφήσει να φύγει, θα είχαμε όλοι ζήσει πολύ πιο ευτυχισμένοι.
            Η γιαγιά μου είχε προλάβει να γνωρίσει τη γυναίκα μου, λίγο πριν πεθάνει την είχαμε επισκεφθεί στο ακριβό γηροκομείο που την είχε παρατήσει η μητέρα μου, νομίζω πως περίμενε να σιγουρευτεί πως θα είμαι σε καλά χέρια για να πεθάνει ήσυχη. Μπορεί οι γονείς σου να μην ήταν τόσο καλοί μαζί σου, μου είχε πει τότε η γιαγιά με ξεψυχισμένη, αλλά σταθερή φωνή, κοιτούσαν άλλα πράγματα περισσότερο από σένα, είναι αλήθεια, αλλά είσαι καλός άνθρωπος, παιδάκι μου και ο Θεός φρόντισε για σένα και βρήκες αυτήν την κοπέλα και θα σε φροντίζει αυτή, δεν είναι άδικη η ζωή, απλά πάντα θα σου παίρνει πράγματα και πάντα θα σου δίνει, έτσι βρήκες τώρα μια νέα οικογένεια να σε αγαπά όπως δε σε αγάπησε η παλιά σου οικογένεια, είχες όμως και μένα να σε αγαπάω, δεν ήσουν μόνος σου, παιδάκι μου έ;
Η γιαγιά είχε συγκινηθεί και το στόμα της έτρεμε και στα μάτια μου κυλούσαν δάκρυα, γιατί ναι, εκείνη με είχε αγαπήσει και τώρα που έφευγε υπήρχε κάποιος άλλος να με αγαπήσει, ναι δεν ήμουν μόνος μου, η γιαγιά είχε δίκιο, ο Θεός δε σου έδινε τα πάντα απλόχερα, ήταν, όμως, αν μη τι άλλο δίκαιος.
            Και τώρα η οργή γεμίζει τα μάτια μου δάκρυα και ναι, είμαι οργισμένος και με τη γιαγιά μου και με το Θεό της. Δε με άφησε πίσω ασφαλή και δε μου είπε την αλήθεια. Δε μου είπε πως δεν υπάρχει Θεός, παρά μόνο Τύχη, η Τύχη είναι ο μεγάλος κουκλοπαίχτης, εμείς είμαστε θλιβερές μαριονέτες, που αγνοούμε τα αόρατα νήματα στα χέρια και στα πόδια μας, τα νήματα που μας οδηγούν στην αγάπη και στην απώλεια, θέλω να φωνάξω στην Τύχη, θέλω να τη χτυπήσω, γιατί εκείνη οδήγησε αυτό το καταραμένο αυτοκίνητο στον ίδιο δρόμο που οδήγησε και τη γυναίκα μου, όρισε τα βήματα τους να συναντηθούν μέσα σε έναν από τους δεκάδες δρόμους  μιας πόλης αχανούς, όμως δεν υπάρχει κανένας να φωνάξω, κανένας να χτυπήσω, κανένας Θεός δεν είναι απέναντι μου και καμιά Τύχη και ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού δε βρέθηκε και δεν κινδυνεύω να τον σκοτώσω, όμως εγώ κάθε μέρα φαντάζομαι πως τυλίγω τα χέρια μου σε κάποιον άγνωστο λαιμό.
            Είμαι μόνος και κολυμπάω μέσα σε μια γυάλα οργής, όπως το χρυσόψαρο μου κολυμπά στη γυάλα του. Είναι το μόνο ζωντανό ον που ανέχομαι να βλέπω, δε θέλω να είμαι με κανέναν και νιώθω ότι μισώ όλον τον κόσμο. Οι φίλοι μου περνούν συχνά απ’ το σπίτι, αλλά δε θέλω να τους βλέπω, να τους ακούω, να τους μιλάω κι ας ήταν τόσο αγαπημένοι μου φίλοι μέχρι και τον προηγούμενο μήνα. Άλλοι είναι αμήχανοι σιωπηλοί κι άλλοι δεν αντέχουν τη σιωπή μου και την βαριά αίσθηση του θανάτου στο δωμάτιο και προσπαθούν να την ξορκίσουν μιλώντας, μιλάνε σαν να μη συμβαίνει τίποτε για τον καιρό ή για ένα σωρό άλλες αηδίες και η φωνή τους τρυπάει τα αυτιά μου και δεν ακούω τι λένε μόνο εύχομαι να εξαφανιστούν από μπροστά μου και σηκώνομαι προσποιούμενος ότι έχω κάποια δουλειά στην κουζίνα, ότι πάω να πάρω ένα παυσίπονο για τον πονοκέφαλο, τους διώχνω με τον τρόπο μου και αυτοί δεν το καταλαβαίνουν, πρέπει να γίνω απότομος ή να πάω να κλειστώ στο δωμάτιο μου για να το καταλάβουν ή να σπάσω τα πιάτα και τα ποτήρια και τη γυάλα με το χρυσόψαρο, όπως έκανα χθες, όταν δεν άντεχα πια να τους ακούω και προτιμούσα να ακούω τα γυαλιά που έσπαζαν  από τις ανθρώπινες φωνές που συζητούσαν. Τα σπασίματα τους έκαναν να σταματήσουν κι έμειναν με γουρλωμένα  μάτια να κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Εγώ μόλις είδα το χρυσόψαρο να σπαραταράει στο πάτωμα τα χάσα, δεν έπρεπε να πεθάνει κι αυτό είναι ό,τι μου έμεινε από κείνη, το χρυσόψαρο, το χρυσόψαρο άρχισα να φωνάζω κι ένας φίλος μου έτρεξε και γέμισε ένα ποτήρι νερό και το έβαλε μέσα. Φύγετε, τους είπα, αφήστε με μόνο, εκείνοι σηκώθηκαν, με κοίταξαν με λύπη, τα μάτια τους έλεγαν τόσα πολλά, αλλά εγώ δεν ήθελα να ακούσω ούτε τα μάτια τους, έφυγαν κλείνοντας  αθόρυβα την πόρτα πίσω τους. Έμεινα μόνος μέσα σε υπολείμματα σπασμένων πιάτων, ποτηριών και της γυάλας, αλλά είχα το χρυσόψαρο μου, αυτό είχε σημασία, το έβλεπα να κολυμπά ασφυκτικά μέσα στο ποτήρι, έμεινα, δεν μπορώ να υπολογίσω για πόση ώρα, με τα μάτια καρφωμένα στο ποτήρι κι ύστερα άφησα τα σπασμένα και πήγα στο κρεβάτι και ξάπλωσα, το στήθος μου άρχισε να ανεβοκατεβαίνει και ένιωθα δάκρυα κάτω από τα μάτια μου, δάκρυα οργής και απελπισίας και μοναξιάς, δάκρυα που δεν έτρεχαν, αλλά πλημμύριζαν την καρδιά και το μυαλό μου, η αναπνοή, το αίμα μου και το σώμα μου όλο ήταν πνιγμένα δάκρυα.
            Ξύπνησα την επόμενη ημέρα το απόγευμα, μάζεψα με μια σκούπα τα σπασμένα στο πάτωμα, τα έβαλα σε μια μεγάλη μαύρη σακούλα και βγήκα για να τα κατεβάσω στον κάδο που υπήρχε στη γωνία του δρόμου. Έξω από την πολυκατοικία με περίμενε ένα κουτί με το όνομα μου γραμμένο από έναν από τους φίλους μου που ήταν χθες στο σπίτι. Πήγα τα σκουπίδια στο κάδο, γύρισα, πήρα το κουτί και το άνοιξα μόνο όταν ανέβηκα πάνω. Ήταν μια καινούρια γυάλα. Τη γέμισα με νερό και ύστερα έριξα το χρυσόψαρο μέσα και για μια στιγμή χαμογέλασα που μπορούσε τώρα να κολυμπάει πιο άνετα.
            Τώρα κάθομαι στον καναπέ  κρατώντας και κοιτάζοντας το τηλέφωνο. Από τη μία θέλω να τους πω ευχαριστώ και συγνώμη, από την άλλη δεν μπορώ, δεν μπορώ γιατί νιώθω ακόμη θυμωμένος μαζί τους, όσο και αν κάποτε τους αγαπούσα, τώρα είμαι θυμωμένος γιατί με λυπούνται και μου στέλνουν μια  γυάλα δείχνοντας συγκατάβαση στις εκρήξεις μου, είμαι θυμωμένος γιατί θέλουν να με φροντίσουν, γιατί εκείνοι χθες γύρισαν στις γυναίκες και τα παιδιά και ίσως τους είπαν στενοχωρημένοι πως δεν είμαι καθόλου καλά, αλλά εκείνοι είναι καλά, έχουν τους αγαπημένους τους, η ζωή τους δε γύρισε ανάποδα, δεν ξέμειναν μόνοι με ένα χρυσόψαρο σε ένα ποτήρι. Είμαι θυμωμένος μαζί τους γιατί είμαι θυμωμένος με το Θεό και με την Τύχη και τη γιαγιά μου που μου είπε ψέματα  και με το κάθαρμα που την παράτησε να σπαρταράει στο δρόμο και με το ασθενοφόρο που δεν έφτασε εγκαίρως και αυτούς που δεν την έσωσαν και ακόμη και  μαζί της είμαι θυμωμένος γιατί περπατούσε αφηρημένα και δεν είδε το αυτοκίνητο να έρχεται  και γιατί έφυγε τόσο νωρίς για τη δουλειά, γιατί μου ορκίστηκε κάποτε να είμαστε για πάντα μαζί και  δεν ήταν αθάνατη, γιατί ήταν η οικογένεια μου και η γιαγιά μου την είχε εμπιστευθεί να με αγαπάει. Είμαι θυμωμένος με τους φίλους μου, γιατί είναι οι μόνοι στους οποίους μπορώ να ξεσπάσω το θυμό μου αλλιώς φοβάμαι πως τα πνιγμένα μου δάκρυα θα ξεχυθούν παντού και θα με πνίξουν.


   ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ


            Στο πολύ μικρό, εξοχικό μου σπίτι που ήρθα εδώ και δύο εβδομάδες μέρες ακούω μόνο τα τζιτζίκια και τη σιωπή της απουσία της. Εδώ, σ’ αυτό το σπίτι μπροστά στη θάλασσα  περάσαμε μαζί τα τελευταία τρία καλοκαίρια μας, πάντα ήθελε ένα σπίτι στη θάλασσα και όταν το δεύτερο βιβλίο μου πήγε ανέλπιστα καλά, κατάφερα να της το προσφέρω. Τώρα το σπίτι, η θάλασσα, το καλοκαίρι, όλα μοιάζουν μάταια. Έχουν περάσει τρεις μήνες.
             Είμαι μόνος και κάποιες στιγμές είναι αβάσταχτο. Σταμάτησα πια να τα βάζω με τους άλλους, με τη ζωή, με τη μοίρα, πλέον δε μισώ ούτε αυτόν, τον άγνωστο οδηγό που δε βρέθηκε ποτέ. Για να μισείς πρέπει να είσαι ζωντανός κι εγώ έτσι δε νιώθω καθόλου. Οι φίλοι μου δε με θυμώνουν πια, αλλά και πάλι δεν αντέχω να είμαι μαζί τους. Κάθε φορά που τους βλέπω, να είναι οι ίδιοι, εκεί, στην ίδια καθημερινότητα, απαράλλαχτοι, με τα γνωστά  τους τα προβλήματα, με τις λίγες, όσες, στιγμές ευτυχίας, νιώθω τέτοια ζήλια που ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Αναρωτιέμαι γιατί εγώ, γιατί εγώ να είμαι σε αυτή τη θέση και όχι αυτοί, γιατί να μη χτυπάω εγώ φιλικά το χέρι μου στην πλάτη τους και να μην τους λέω εγώ υπομονή, κουράγιο, θα περάσει ή γιατί να μη στέκω εγώ βουβός απέναντι τους, βουβός και λυπημένος με τη λύπη τους. Μπορώ να νιώσω την αγάπη τους, τη συμπόνια και τη θλίψη τους, όμως δεν τη θέλω, δεν είμαστε πια ίσοι, δεν κοιταζόμαστε στα μάτια από το ίδιο ύψος, είμαι εγώ χαμηλά, μικρός πολύ μικρός κι αυτοί είναι από πάνω μου, αλλά δεν αντέχω να με κοιτάζουν έτσι αδύναμος και χαμένος που είμαι, ένας άνθρωπος τελείως διαφορετικός από αυτόν που ήξεραν, από αυτόν που ήξερα εγώ, δε θέλω να με φροντίσουν, να με καταλαβαίνουν, να με αγαπούν, δε θέλω να με λυπούνται, θέλω να μην υπάρχω και να μην υπάρχουν ούτε κι εκείνοι.
            Δεν ξέρω αν είμαι τυχερός ή άτυχος που δε χρειάζεται να δουλεύω. Τα βιβλία μου πωλούνται με σταθερούς ρυθμούς, έχω ακόμη ένα μεγάλο ποσό στην άκρη, ο εκδότης μου με πήρε για να με συλλυπηθεί και με συμβούλευσε τάχα φιλικά και στοργικά να το ρίξω στο γράψιμο για να ξεχαστώ, δεν ξέρω αν θα ξεχνιόμουν στο κομμωτήριο ή αν θα κινδύνευα να καταρρεύσω πάνω από κάποιο φρεσκολουσμένο κεφάλι. Γιατί τώρα πια δεν πνίγω πια τα δάκρυα μου, ξεσπάω πολύ συχνά σε κλάματα και κλαίω για ώρες, εγώ που τόσα χρόνια ακολούθησα πιστά τις οδηγίες του πατέρα μου για τον ανδρισμό και δε μου ξέφυγε ούτε δάκρυ.
Τον πατέρα μου και τη μητέρα μου τους είδα πρόσφατα, ένας ξάδελφος τους είπε τι μου συνέβη κι εκείνοι θυμήθηκαν ξαφνικά ότι είναι γονείς και με επισκέφθηκαν απροειδοποίητα κάποιο απόγευμα. Τα είχα πολύ χαμένα για να τους κλείσω την πόρτα, τους είπα να περάσουν μέσα, τους έφτιαξα καφέ και κάθισα απέναντι τους. Μείναμε για πολύ ώρα αμίλητοι, ένιωθα άβολα, την τελευταία φορά που τους είχα δει ήταν στην κηδεία της γιαγιάς μου, όπου μου είχαν ζητήσει να αφήσω το κομμωτήριο και να κάνω μια προσπάθεια να μπω στο πανεπιστήμιο, εκείνοι θα με βοηθούσαν οικονομικά, δεν ήταν αυτή δουλειά για άνδρες είχε πει αυστηρά ο πατέρας, έχουμε τόσα όνειρα για σένα, είχε πει η μητέρα μου κι εγώ δε μιλούσα, σκεφτόμουν τη γιαγιά μου που έφυγε, την οικογένεια που έχασα κι ήταν η εικόνα της γυναίκας μου, της οικογένειας που θα είχα από δω και μπρος που με έκανε να ανέχομαι να βρίσκονται έστω και για λίγο κοντά μου. Μπορούσα να τους πω πολλά σ’ εκείνη την κηδεία και μπορούσα να τους πω πολλά και σ’ εκείνη την επίσκεψη, αλλά δεν το έκανα, και τις δύο φορές δεν είχα φωνή, και τις δύο φορές η απώλεια με είχε συνθλίψει και δεν είχα δύναμη να τους αντιμετωπίσω κι έτσι έμεινα σιωπηλός, νομίζοντας πως έτσι τους ξορκίζω, και τις δύο φορές πονούσα τόσο γι’ αυτά που είχα χάσει, τόσο που η απόρριψη τους δεν είχε χώρο να με πληγώσει περισσότερο.
Πρέπει να είναι δύσκολο για σένα, μου είπε κάποια στιγμή η μητέρα μου, η φωνή της, όμως, δεν είχε καμία στοργή. Χρειάζεσαι χρήματα, με ρώτησε τότε αμέσως  ο πατέρας  μου. Τότε κατάλαβα πως δεν άλλαξαν καθόλου, ήταν το ίδιο ασυντόνιστοι και το ίδιο απόμακροι ο ένας από τον άλλο, το ίδιο άγνωστοι μεταξύ τους  κι ας είχαν ζήσει μια ζωή μαζί , αυτοί οι άνθρωποι δεν ένιωσαν ποτέ κανονικό ζευγάρι, τα εγώ τους δεν έγιναν ποτέ εμείς και άρα ήμουν κι εγώ πάντα ένα άγνωστο σώμα που έτυχε να γεννήσουν. Δεν είχα δύναμη να τους πετάξω έξω κι έτσι καθόμουν σιωπηλός και κοίταζα στα φλιτζάνια τους τον καφέ που τελείωνε. Κι εκείνοι συνέχιζαν να μου θυμίζουν πόσο έρημο, πόσο μόνο με άφησε η γυναίκα μου με τις ερωτήσεις τους για τα βιβλία μου, μήπως θα έπρεπε να αλλάξω εκδόσεις, μου είπε η μητέρα μου, τώρα που έγινα γνωστός μπορούσα να έχω τις καλύτερες εκδόσεις και μήπως θα έπρεπε να γράψω κάτι πιο σοβαρό, αυτά που έγραφα ήταν για την παραλία, δεν την άκουσα όταν έπρεπε και δεν πήγα στο πανεπιστήμιο, τώρα με το ταλέντο μου θα έγραφα αριστουργήματα, αν ήμουν μορφωμένος. Κι ύστερα ο πατέρας μου άρχισε να μου λέει για τις γυναίκες, ναι είναι νωρίς ακόμη, το ξέρει, αλλά γυναίκες υπάρχουν παντού, σε λίγο καιρό θα την ξεχάσω και θα μπορέσω να βγω με άλλες, όλα στη ζωή ξεχνιούνται, εγώ που είμαι νέος και επιτυχημένος δεν έχω να φοβάμαι τίποτε.
Η ψυχή μου είχε βγει από το σώμα μου και με παρατηρούσε κι εμένα κι αυτούς, εγώ μαζεμένος σε μια γωνιά ευχόμουν να φύγουν, να εξαφανιστούν, ευχόμουν να μη με είχαν γεννήσει ποτέ κι εκείνοι μιλούσαν, μιλούσαν ασύνδετα μεταξύ τους, χανόταν ο καθένας στους μονολόγους του και ήταν αυτά τα εχθρικά, τα γεμάτα κακία βλέμματα η μόνη ένδειξη ότι αντιλαμβανόταν ο ένας την παρουσία του άλλου. Δεν είχα βγάλει κουβέντα και κάποια στιγμή σταμάτησαν κι εκείνοι να μιλάνε, παιδί μου είσαι καλά, η μητέρα μου με ρώτησε, κι ένιωσα μια μητρική τρυφερότητα να αναβλύζει  από ένα βαθύ, πολύ βαθύ πηγάδι, μια μητρική τρυφερότητα που δε με αγκάλιασε ποτέ, όμως,  και που δεν έμαθα ποτέ να αποζητώ. Σηκώθηκε και κάθισε δίπλα μου και σαν να πήγε να μου χαϊδέψει το κεφάλι και τότε εγώ γύρισα και την κοίταξα και πρέπει να έβγαλαν κεραυνούς μίσους τα μάτια μου, γιατί έκανε πίσω σαν να την είχαν χτυπήσει κεραυνοί και γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν ποτέ καλή στο ρόλο της στοργικής μάνας, πήρε πάλι στο στρυφνό της ύφος και είναι αργά, είπε, πρέπει να φύγουμε, ο πατέρας μου σηκώθηκε, με χτύπησε δυνατά στην πλάτη, μου είπε λίγες ακόμη ανοησίες για το πως πρέπει να περάσω σαν άντρας αυτή τη δοκιμασία και πως σαν άντρας πρέπει να γνωρίσω πολλές γυναίκες και την πήρε και έφυγαν. Περίμενα λίγα λεπτά και βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα κάτω, ήθελα να βεβαιωθώ ότι έφυγαν και μπόρεσα να πάρω μια βαθιά ανάσα μόνο όταν είδα της φιγούρες τους να χάνονται στη γωνία του δρόμου και μόνο τότε έτσι όπως τους είδα να περπατούν δίπλα δίπλα, αλλά τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο, κατάλαβα ότι είχαν αρχίσει να γερνούν, ότι δεν ήταν νέοι όπως τους θυμόμουν, και πάλι δεν είχε σημασία, ήταν πάντα το ίδιο ξένοι.
Το βράδυ αυτό έκλαψα για πρώτη φορά, έκλαψα τόσο πολύ που δε θυμάμαι πόσο, έκλαιγα για τη γυναίκα μου και για κάτι άλλο που  δεν ήξερα τι ήταν  και κάποια στιγμή που ηρέμησα λίγο, χαμογέλασα κι ύστερα άρχισα να γελάω δυνατά και τότε ήξερα γιατί γελούσα, ήταν επειδή επιτέλους έκλαψα, ευχόμουν να μπορούσε να με δει από μακριά ο πατέρας μου, να έβλεπε πόσο έκλαιγα και πόσο άντρας σαν κι αυτόν δεν ήμουν.
Την επόμενη ημέρα αποφάσισα να έρθω εδώ, ενημέρωσα ένα φίλο, έριξα σε μια βαλίτσα αρκετά ρούχα, έβαλα το χρυσόψαρο σε μια πλαστική γυάλα που είναι ειδική για τις μεταφορές και που  είχαμε αγοράσει, αλλά δεν είχε τύχει να χρησιμοποιήσουμε, κλείδωσα το σπίτι, μπήκα στο αυτοκίνητο και ήρθα. Ήταν πιο δύσκολο από ό,τι φανταζόμουν, ήταν ένα σπίτι φτιαγμένο για εκείνη, ένα σπίτι φτιαγμένο από εκείνη, ένα σπίτι που μόλις έφτασα στην πόρτα του με ρώτησε γιατί είμαι μόνος κι εγώ δεν ήξερα τι να απαντήσω κι έστρεψα το βλέμμα μου στη θάλασσα, αλλά ήταν η θάλασσα μας, η θάλασσα της, η θάλασσα που έβλεπε από το μπαλκόνι τα απογεύματα και η θάλασσα που βουτούσε τα πρωινά και ήταν σαν να με ρωτούσε και η θάλασσα που είναι εκείνη κι εγώ τότε γνωρίζοντας την απάντηση έβαλα πάλι τα κλάματα.  
Οι ημέρες από τότε είναι τόσο ίδιες που μοιάζουν σαν μια τεράστια ημέρα. Τα πρωινά ξυπνάω με δυσκολία, φτιάχνω καφέ και κάθομαι στο μπαλκόνι. Το βλέμμα μου χάνεται στο γαλάζιο και οι σκέψεις μου γυρίζουν σε εκείνη. Αναρωτιέμαι αν έτυχε ποτέ να πιει σε αυτό το φλιτζάνι και ψάχνω στις άκρες του αόρατα αποτυπώματα των χειλιών της και προσπαθώ να θυμηθώ τι χρώμα είχε το μαγιό που φόρεσε το κάθε καλοκαίρι. Κι ύστερα δεν μπορώ να μη θυμάμαι τον ενθουσιασμό της όταν πήραμε το σπίτι, θέλω να γεράσουμε εδώ μπροστά στη θάλασσα, μου είχε πει και τώρα είμαι εγώ εδώ μόνος και ήδη γερασμένος κι εκείνη δε θα γεράσει ποτέ.
Οι ώρες περνούν παράξενα σε αυτό το μπαλκόνι, το πρωινό φέρνει το μεσημέρι κι ύστερα έρχεται το απόγευμα. Μερικές φορές δεν μπορώ ούτε να πεινάσω και όταν τρώω, τρώω   μόνο επειδή άρχισα πάλι να καπνίζω και καπνίζω τόσο που δεν το αντέχει το στομάχι μου. Το στρίψιμο των τσιγάρων είναι η μόνη μου κίνηση, η μόνη μου δραστηριότητα, πολλές φορές σκέφτηκα να κατεβώ στην παραλία να κολυμπήσω, αλλά ένιωθα πως δεν είχα τη δύναμη να φορέσω το μαγιό μου, πως δεν είχα τη δύναμη να κουνήσω πόδια και χέρια, ένιωθα πως το σώμα μου έχει βαρύνει, πως είναι δεμένο στην καρέκλα του μπαλκονιού, πως τα μάτια μου είναι δεμένα σε αυτή τη θέα της θάλασσας.
Τα βράδια με βρίσκουν μπροστά από ένα  ξεχειλισμένο τασάκι και κάτω από αμέτρητα φωτεινά αστέρια. Τα τζιτζίκια έχουν σταματήσει και έρχεται στα αυτιά μου ο ήχος των κυμάτων και είναι σαν να με καλεί το πηχτό σκοτάδι τους, σαν να με καλεί να χαθώ μέσα του και να πεθάνω. Πολύ συχνά εύχομαι να πεθάνω, το εύχομαι κάθε βράδυ που κλείνω τα μάτια, το εύχομαι  κάθε φορά που πνίγομαι στους λυγμούς, το εύχομαι κάθε φορά που κοιτάζω την οδοντόβουρτσα της που δε θα ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ. Μερικές φορές τότε έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα της γιαγιάς μου και με κυριεύουν τα υπολείμματα του Θεού της, είναι αμαρτία να θέλεις να πεθάνεις, όμως εγώ το θέλω όσο τίποτε, ζητώ από το Θεό της γιαγιάς μου να με συγχωρήσει, αλλά θέλω να πεθάνω, δε θέλω να ξυπνάω το πρωί, δε θέλω να αναπνέω χωρίς αυτήν, δεν έχω μάθει να ζω μακριά της και δε θέλω να μάθω.
Δεν έχω πάρει κανέναν τηλέφωνο κι έχω μόνο απαντήσει μονολεκτικά σε μηνύματα φίλων ότι είμαι καλά κι αυτό για να μην ανησυχήσουν και έρθουν ξαφνικά και χαλάσουν την ησυχία μου, αλλά φαίνεται πως ο άνθρωπος δεν αντέχει να μη μιλάει και καμιά φορά ασυναίσθητα μιλώ στο χρυσόψαρο όταν το ταίζω, του μιλώ σαν να μιλώ σε μωρό ή σε μικρό παιδί. Εκείνο δείχνει να αγνοεί τη φωνή μου, την ύπαρξη και τον πόνο μου, το μόνο του ενδιαφέρον είναι τα λίγα κομματάκια ψαροτροφής, αλλά τις τελευταίες ημέρες πρόσεξα πως τα πτερύγια του έχουν αρχίσει να μαυρίζουν. Λένε πως τα χρυσόψαρα δε ζουν πολύ, δεν ξέρω αν έχει κάποιο μικρόβιο και αν θα πεθάνει κι αυτό, πολλές φορές αναρωτιέμαι αν θυμάται το σύντροφο του, εκείνον που προσπαθούσε τότε να ξυπνήσει, και αν δεν τον θυμάται άλλοτε το μακαρίζω που μπορεί να ζει χωρίς πόνο, άλλοτε το λυπάμαι που ζει χωρίς αναμνήσεις.
Κι έτσι περνά μακριά της το καλοκαίρι μου με το ασταμάτητο τραγούδι των τζιτζικιών, τη θάλασσα που την ημέρα χρωματίζει τις αναμνήσεις μου και που τα βράδια με καλεί να χαθώ στην άβυσσο της, έτσι περνά το καλοκαίρι μου με το χρυσόψαρο και την ψυχή μου μαυρισμένα.


ΑΠΟΔΟΧΗ

            Εδώ και δύο χρόνια δεν την ακούω να ανασαίνει δίπλα μου τις νύχτες. Αν και ξέρω πως έπαψε ξαφνικά ένα πρωινό να ανασαίνει πεσμένη σε έναν από τους δρόμους της πόλης, πως  η τελευταία της ανάσα εγκατέλειπε το στήθος της, ενώ γύρω της όλα  κινούνταν στους συνήθεις ρυθμούς των περαστικών, αν και τώρα πια το γνωρίζω καλά αυτό και το δέχομαι, προτιμώ να σκέφτομαι πως είναι κάπου σ’ ένα σύννεφο αποκοιμισμένη και οι ανάσες της σκορπίζονται στον ουρανό.
            Εγώ δε θα είμαι ποτέ ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν πριν από την τελευταία της ανάσα κι ας λένε μερικοί ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ πίστευα πως ο άνθρωπος δεν αλλάζει πολύ μετά την εφηβεία, εγώ σαν έφηβος ήμουν κλειστός και θλιμμένος, άκουγα πολύ μουσική, είχα  λίγους φίλους, πολλά όνειρα, θυμό και απελπισία και μοναξιά κι ύστερα ξαφνικά άρχισα να μεγαλώνω και δίπλα της να γνωρίζω τον κόσμο, δίπλα της έμαθα να γελάω, να νιώθω καλά με τον εαυτό μου και ασφαλής, δίπλα της έμαθα να ανοίγομαι στους ανθρώπους και να τους βάζω στην καρδιά μου, να περνώ καλά σε μεγάλες παρέες, δίπλα της έμαθα να ακούω τις ξένες ιστορίες, να τις μπερδεύω, να τις αλλάζω και να τις φτιάχνω  δικές μου.
            Και τώρα έπρεπε όλα αυτά να τα ξεμάθω ή μάλλον έπρεπε να συνεχίζω να τα κάνω χωρίς εκείνη, αλλά χωρίς εκείνη δεν είχε τίποτε νόημα, ο κόσμος έγινε πάλι ξαφνικά σκοτεινός και επικίνδυνος, γέλιο πια δεν μπορούσε να γεννηθεί στην καρδιά μου, οι άνθρωποι δεν είχαν ενδιαφέρον αν δεν μπορούσα να τους δω μέσα από τα  μάτια της και ιστορίες πια δεν μπορούσα να φτιάξω, ξέχασα τον τρόπο, δεν ήθελα, δεν ήξερα πως. Κι έτσι έμεινα για πολύ καιρό μες στη σιωπή, σε μια θλιμμένη, σκοτεινή σιωπή, βούλιαξα μέσα της και ο παραμικρός θόρυβος με αναστάτωνε και πίσω από αυτή τη σιωπή κλείδωσα τον εαυτό μου και  προσπάθησα να απομακρύνω όσους ανθρώπους είχα στη ζωή μου και δεν άφηνα κανέναν να μπει, κανένας δεν ήθελα να με βλέπει να υποφέρω, κανένας δε θα καταλάβαινε, δεν υπήρχε χώρος για κανέναν , γιατί δεν υπήρχα ούτε εγώ, αλλά υπήρχαν μονάχα τα υπολείμματα αυτού που κάποτε υπήρξε μαζί της.
            Ο πόνος σε καταπίνει σαν μαύρη άγρια θάλασσα, αλλά έρχεται κάποτε η στιγμή που σε ξερνάει και πάλι στη ζωή, είσαι με σκισμένα ρούχα και σκασμένο δέρμα, τα μάτια σου κόκκινα και τα μαλλιά σου ανακατεμένα, είναι ό,τι απέμεινε από τον εαυτό σου, αλλά ό,τι απέμεινε από τον εαυτό σου δεν παύει να είναι εσύ στο τώρα, εσύ που τώρα σε μια νέα αφιλόξενη στεριά καλείσαι να ζήσεις και πάλι.
            Ήταν μια μέρα που  κοίταξα ξαφνικά τη φωτογραφία της και κατάλαβα πως έπρεπε να την αποχαιρετήσω για πάντα, κατάλαβα πως  δεν έμενε πια άλλη άρνηση, ούτε άλλος θυμός, ούτε άλλη θλίψη , πως  δεν είχα άλλη δύναμη να παρατήσω τον εαυτό μου, κατάλαβα πως  εγώ ήμουν ζωντανός και πως  είχα καθήκον να φέρω σε πέρας όποια ζωή μου είχε απομείνει, ήταν σκληρό να το σκέφτομαι, ναι, χωρίς εκείνη, αλλά ναι, εγώ ήμουν στη ζωή και στη ζωή δεν έχεις δικαίωμα να αντιστέκεσαι. Η αγάπη μου, ο πόνος μου φυσικά είναι ακόμη εκεί και το ξέρω πως εκεί θα είναι πάντα, είναι ένα μέρος μου, είναι φωλιασμένα στο σώμα μου, είναι εγώ, το καινούριο μου εγώ, το αίμα και η ανάσα μου,  μαζί τους θα ταξιδέψω τα καινούρια ταξίδια μου, μαζί τους θα κλαίω και θα γελάω και θα αγαπώ και θα πονάω πάλι από την αρχή. 
            Ευτυχώς οι φίλοι μου είναι ακόμη εκεί, με περίμεναν να βγω πάλι στη στεριά και με αγκάλιασαν χαμογελώντας και οι γονείς μου κάνουν προσπάθειες και  συχνές εμφανίσεις στη ζωή μου, μου λένε ακόμη τις ίδιες ανοησίες και ίσως ακόμη και να τις πιστεύουν και ακόμη ρίχνουν άγρια βλέμματα ο ένας στον άλλο, αλλά τώρα πια είναι εκεί, νομίζω πως με είδαν να χάνομαι και τότε κατάλαβαν πόσο χαμένο με είχαν και τώρα με θέλουν πίσω, θέλουν  να είναι κοντά μου όπως δεν ήταν ποτέ ή όπως ήταν πάντα, το ξέρω πια πως  έτσι μόνο μπόρεσαν  να είναι, αυτόν τον τρόπο είχαν και ήξεραν, ο πόνος όμως τώρα  με μαλάκωσε και τώρα νιώθω πως πίσω από την απόρριψη που μου έστελναν, πίσω από  το θυμό και  τις κακίες του ενός για τον άλλο και πίσω  από την αποτυχία και τα λάθη του γάμου τους υπήρχε πάντα αγάπη για μένα.
            Και σήμερα, δύο ακριβώς χρόνια μετά το θάνατο της,  σταματώ να αναρωτιέμαι για τη μοίρα, το Θεό και το άδικο, δέχομαι το τυχαίο που την πήρε μακριά και με συνέθλιψε και βουτάω βαθιά μέσα στον εαυτό μου και για πρώτη φορά τα δάκτυλα μου κτυπούν στα πλήκτρα δυνατά και κτυπούν για μένα, για πρώτη φορά γράφω τα όσα η δική μου φωνή υπαγορεύει, για πρώτη φορά δε σκέφτομαι τις ιστορίες των άλλων, αλλά τελειώνω τη δική μου ιστορία, τα όσα γράφω είναι δικά μου και μιλούν για μένα. Για πρώτη φορά γράφω κάτι που της αξίζει και που είναι για εκείνη.

            Και όσο για το χρυσόψαρο στη γυάλα, εκείνο που εκείνη είχε αγοράσει και που είχε απομείνει να με συντροφεύει, πέθανε κι αυτό ξαφνικά ένα πρωί, τα χρυσόψαρα δε ζουν πολύ και πολύ μου κράτησε, μου είπαν όλοι με όσους το συζήτησα και με συμβούλευσαν να πάρω άλλο, τι διαφορά θα είχε, είπαν, όμως εγώ δεν ήθελα άλλο, παρά αυτό το κόκκινο χρυσόψαρο που τάιζα τόσο καιρό και που του άλλαζα νερό και του μιλούσα, αυτό το μικρό ψάρι με τα μαυρισμένα στις άκρες τους πτερύγια, δεν ήθελα  άλλο κι έτσι στη γυάλα τώρα δεν κολυμπά κανείς, γιατί εγώ  ήθελα αυτό, αυτό που είχε χάσει κι εκείνο ένα σύντροφο, όπως κι εγώ.