Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

η ανεστραμμένη εικόνα της ευτυχίας

Είναι σχεδόν ξημερώματα και δεν έχει κοιμηθεί καθόλου. Θέλει να διώξει τις σκέψεις, να κλείσει τα μάτια και να χαθεί σε έναν ήρεμο ύπνο αλλά της είναι αδύνατο. Αύριο το πρόσωπό μου θα είναι χάλια, σκέφτεται και φαντάζεσαι με τρόμο τους μαύρους κύκλους που θα αντικρίσει. Μα τι της συμβαίνει; Τι ξαφνικά έχει αλλάξει; Γιατί νιώθει τόση ταραχή χωρίς κάτι άσχημο να συμβαίνει στη ζωή της;
            Εδώ να κάνουμε μια παρέμβαση και να σας πούμε λίγα λόγια για την ηρωίδα αυτής της ιστορίας. Είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα, γύρω στα πενήντα. Αυτές είναι δύο πληροφορίες που πρέπει να ξέρετε. Η ομορφιά ήταν κάτι που την καθόριζε σε όλη της τη ζωή. Όταν ήταν μικρή, ο πατέρας της τής έλεγε συνεχώς πόσο όμορφη ήταν. Η μικρότερη αδερφή της δεν ήταν τόσο ωραία αλλά συνήθως γινόταν πιο συμπαθητική στους άλλους χάρη στον πιο γλυκό χαρακτήρα της. Τώρα συνεχίζει να είναι γλυκιά και ποτέ δεν παραπονιέται για τον χρόνο που περνάει από πάνω της. Ενώ εκείνη τον τελευταίο καιρό κοιτάζεται στον καθρέφτη και είναι σαν να βλέπει μια άλλη. Μικρές ρυτίδες σχηματίζονται στις άκρες των πράσινων ματιών της, στο καλοσχηματισμένο στόμα της και στο μέτωπό της. Μην φανταστείτε κάτι υπερβολικό. Παραμένει εντυπωσιακή γυναίκα. Όμως η αλλοτινή δροσερή ομορφιά της αρχίζει και χάνεται και αυτό δεν το αντέχει. Να συνεχίσουμε λοιπόν την ιστορία μας. Είμαστε τώρα εκεί που η ηρωίδα έχει σηκωθεί ταλαιπωρημένη από την αϋπνία και πίνει αμίλητη καφέ απέναντι από τον άντρα της. Εκείνος διαβάζει τα ηλεκτρονικά μηνύματα που έχει στο κινητό του τηλέφωνο. Δεν έχει προσέξει πως η γυναίκα του δεν είναι καλά κι αυτό την εξοργίζει. Ο διάλογος που ακολουθεί είναι περίπου ο εξής.
« Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ»
«Η ζέστη μπορεί να φταίει. Και στην ηλικία σου οι γυναίκες έχουν εξάψεις από όσο ξέρω.»
«Δεν έχω εξάψεις! Απλώς είμαι αγχωμένη.»
«Για ποιο λόγο;»
«Δεν ξέρω. Νιώθω ένα αόριστο άγχος.»
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω σε αυτό.»
«Ίσως φταίει που το παιδί έφυγε από το σπίτι.»
«Ο γιος μας δεν είναι πια παιδί. Και θα έπρεπε να χαίρεσαι που φτιάχνει τη ζωή του.»
«Ξέρεις ότι αυτήν δεν τη συμπαθώ.»
«Το ξέρω και δεν καταλαβαίνω γιατί.»
«Νομίζω ότι το παίζει έξυπνη.»
«Εγώ νομίζω ότι είναι έξυπνη. Και έξυπνη είναι και όμορφη είναι, όλα τα καλά τα έχει.»
«Όμορφη δεν τη λες.»
«Επειδή δεν πηγαίνει τρεις φορές την εβδομάδα στο κομμωτήριο όπως εσύ; Εγώ θα την έλεγα απλή και ομορφούλα.»
«Είναι απεριποίητη.»
«Υπερβολές.»
«Ο γιος μας είναι για κάποια καλύτερη.»
«Ας του επιτρέψουμε να κάνει τις επιλογές του.»
«Αρχίζεις πάλι τις φιλοσοφίες σου. Μα τι γονιός είσαι εσύ που δεν νοιάζεσαι;»
«Επειδή νοιάζομαι τον αφήνω ελεύθερο.»
«Όλο λόγια, λόγια… Στην πραγματικότητα είσαι εντελώς αδιάφορος.»
«Βαρέθηκα να σε ακούω. Φεύγω.»
«Στο καλό!»
            Αυτά περίπου ειπώθηκαν ανάμεσα στην ηρωίδα και στον σύζυγό της. Εκείνος πήρε τον χαρτοφύλακά του κι έφυγε για τη δουλειά κι εκείνη πήγε στο μπάνιο και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Και όταν μετά κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη σχεδόν τρόμαξε. Για λίγο σαν να αντίκρισε στον καθρέφτη μια δυστυχισμένη, ταλαιπωρημένη γριά. Άγγιξε τα μάγουλά της και η πραγματική της εικόνα επανήλθε. Είμαι όμορφη, σκέφτηκε. Οι άντρες στον δρόμο ακόμη με κοιτάζουν. Και αποφάσισε να πάει στο γυμναστήριο για να γυμνάσει το καλοδιατηρημένο της σώμα. Στον γυμναστήριο δεν έγινε κάτι σημαντικό πέραν ενός ανεπαίσθητου φλερτ με τον νεαρό γυμναστή, που την έκανε να νιώσει λίγο καλύτερα. Μετά γύρισε στο σπίτι και έκανε ένα κρύο ντους. Βγήκε από το μπάνιο και άρχισε να απλώνει πάνω της τις πανάκριβες κρέμες της και τότε χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η αδερφή της.
«Γεια σου», της λέει χαρούμενα.
«Α, εσύ είσαι; Γεια.»
«Τι διάθεση είναι αυτή, καλέ;  Συμβαίνει κάτι;»
«Όχι, απλώς δεν κοιμάμαι καλά τελευταία.»
«Γιατί; Συμβαίνει κάτι;»
«Όχι.»
«Τότε γιατί δεν κοιμάσαι; Είναι περίεργο εσύ να χάνεις τον ύπνο σου. Όλα καλά πάνε στη ζωή σου. Δεν δουλεύεις, ο άντρας σου έχει μια καλή δουλειά, ζείτε στο ωραίο σπίτι σας, ο γιος σου πήρε πτυχίο, βρήκε δουλειά και τώρα μένει με μια καλή κοπέλα. Και έχετε και την υγεία σας, αν μη τι άλλο βασικό για να μπορείς να χαρείς το οτιδήποτε.»
Η κόρη της αδερφής της είχε πρόσφατα απολυθεί, οπότε εκείνη έχει έναν λόγο παραπάνω να χάνει τον ύπνο της, ωστόσο δεν θέλει να της πει κάτι επ’αυτού.
«Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Δεν μπορώ να το εξηγήσω.»
 «Δεν σε καταλαβαίνω μερικές φορές. Να σου πω αυτό που ήθελα γιατί έχω και δουλειά. Η μητέρα παραπονιέται ότι δεν πηγαίνεις να τη δεις. Χθες με ζάλισε, «δυο κόρες έκανα, μία βλέπω» λέει συνεχώς τελευταία.»
«Έχω δουλειές.»
«Με κοροϊδεύεις;»
«Όχι, έχω δουλειές αυτόν τον καιρό και δεν προλαβαίνω.»
«Με κοροϊδεύεις μάλλον. Στην αδερφή σου μιλάς, όχι σε καμιά από τις φιλενάδες σου. Ξέρω ότι δεν έχεις απολύτως καμιά δουλειά, γιατί τη δουλειά σου την άφησες πριν χρόνια και τις δουλειές του σπιτιού πληρώνεις για να τις κάνει μια δύσμοιρη μετανάστρια. Λοιπόν, η μητέρα…»
«Τι θέλει τώρα κι αυτή; Αφού πηγαίνεις εσύ, η καλή κόρη. Όταν πηγαίνω εγώ να τη δω, μαλώνουμε. Γιατί να ταραζόμαστε και οι δύο;»
«Ακόμη δεν έχεις ξεπεράσει τα παιδικά τραύματα;»
«Λοιπόν, σε κλείνω, γιατί έχω δουλειά τώρα…»
Πριν προλάβει να απαντήσει η αδερφή της, είχε κλείσει το τηλέφωνο εκνευρισμένη. Επιστρέφει στις κρέμες της αλλά δεν είναι για εκείνη πια απόλαυση. Τις αρπάζει όλες και τις πετάει κάτω με δύναμη. Και αρχίζει πάλι να κλαίει με λυγμούς.
            Εδώ να κάνουμε άλλη μια παρένθεση. Όπως θα καταλάβατε η ηρωίδα μας δεν είχε ποτέ καλή σχέση με τη μητέρα της, αντιθέτως ήταν το λατρεμένο κοριτσάκι του μπαμπά της. Εκείνον τον έχασαν πριν αρκετά χρόνια, η μαμά της πάλι είναι μια κοτσονάτη γιαγιά όλο ενέργεια αλλά και με γλώσσα φαρμακερή. Με τη δεύτερη κόρη τα πηγαίνει καλύτερα χάρη στον πιο ήπιο της χαρακτήρα.  Τον δύστροπο τρόπο της μητέρας της έχει μάθει πια να τον αντέχει αλλά αυτό που τώρα δεν αντέχει όταν πηγαίνει στο σπίτι της είναι το στραπατσαρισμένο πρόσωπό της, τα κρεμασμένα μπράτσα, το γυρτό, αδυνατισμένο κορμί της. Έτσι θα γίνω λοιπόν; , αναρωτιέται καμιά φορά αλλά διώχνει αμέσως αυτή τη σκέψη, τη διώχνει τόσο αμέσως που στιγμιαία την ξεχνάει και είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.
            Όταν συνέρχεται και από το δεύτερο κλάμα, πηγαίνει στην κουζίνα και ετοιμάζει φαγητό. Όχι πολύ νόστιμο, πάντως τρώγεται. Όταν είναι και το φαγητό έτοιμο κι ενώ σκέφτεται ότι δεν έχει κουράγιο να πάει στο κομμωτήριο, χτυπάει το κουδούνι. Είναι η γυναίκα που μένει στον κάτω όροφο. Καμιά φορά πίνουν καφέ και τα λένε, αν και της φαίνεται κάπως παράξενη και συνήθως δεν καταλαβαίνει αυτά που της λέει. Είναι μεγαλύτερή της, δασκάλα που πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε. 
«Δεν φαίνεσαι καλά. Τι έχεις;», τη ρωτάει και είναι ο πρώτος άνθρωπος που δείχνει να καταλαβαίνει πραγματικά ότι εκείνη αν και χωρίς λόγο, υποφέρει.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια. Και κλαίω πολύ εύκολα και θυμώνω.»
«Το έπαθα κι εγώ, όταν βγήκα στη σύνταξη. Μου ήταν πολύ δύσκολο να προσαρμοστώ. Τον πρώτο καιρό έκλαιγα συνεχώς και τα βράδια δεν κοιμόμουν. Μου έλειπαν πολύ τα παιδιά. Τώρα ευτυχώς είμαι καλά.»
«Πώς το ξεπέρασες; Πήρες χάπια; Εκεί θα καταλήξω μου φαίνεται. Αν συνεχιστεί αυτό καιρό θα καταστραφεί το δέρμα μου.»
«Όχι, δεν πήρα χάπια. Απλώς έχω μάθει τις δυσκολίες κάθε ηλικίας να τις αντιμετωπίζω σαν μια νέα πρόκληση, κάτι καινούριο να μαθαίνω από αυτές και να προχωράω. Βρήκα άλλα πράγματα να κάνω για να γεμίζω τη ζωή μου.»
«Ααα», την κοιτάζει παραξενεμένη χωρίς να καταλαβαίνει τι λέει. Κι ύστερα της βάζει καφέ σε μια κούπα για να κρύψει την αμηχανία της και την οδηγεί στο μεγάλο, όμορφο σαλόνι.
«Δεν είναι εύκολο να μεγαλώνει κανείς», συνεχίζει η δασκάλα και κάθεται με άνεση στην πολυθρόνα.
«Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να κάνω ενέσεις στο πρόσωπο… Ξέρεις…»
Η δασκάλα αρχίζει να γελάει και τα στρογγυλά της μάτια της φωτίζονται.
 «Τι ωραία που τα λες!»
Νομίζει πως αστειεύομαι, σκέφτεται. Μα δεν επικοινωνούμε καθόλου με αυτή τη γυναίκα. Όμως της αρέσει η παρέα της γιατί κάτι στην αύρα της την ηρεμεί.
«Μήπως παίζει ρόλο που ο γιος σου έφυγε από το σπίτι;» τη ρωτάει ύστερα σοβαρά.
«Η αλήθεια είναι ότι από τότε που έφυγε ξεκίνησαν οι αϋπνίες. Ανησυχώ πολύ γι’ αυτόν. Και έχουμε απομακρυνθεί. Δεν θέλει να έρχεται γιατί λέει ότι δεν του αρέσει το ύφος μου, όταν μιλάω στην κοπέλα του. Μα τι να κάνω; Αφού δεν είναι για εκείνον!»
«Ίσως πρέπει να της δώσεις μια ευκαιρία.»
«Δεν νομίζω πως θέλω. Θέλω να χωρίσουν, τίποτε άλλο. Μου λείπει το αγοράκι μου. Πικραίνομαι τόσο που μου μιλάει απότομα στο τηλέφωνο. Εκείνος δεν παίρνει ποτέ, όταν εγώ του τηλεφωνώ μου λέει δυο κουβέντες και κλείνει. Δεν τον αναγνωρίζω πια. Και ο πατέρας του αδιάφορος, θέλω να τον σκοτώσω. Πώς γίναμε έτσι;»
«Δεν πρέπει να βάζουμε εμπόδια στα παιδιά μας, όταν προσπαθούν να φτιάξουν τη ζωή τους. Δεν είναι αυτός ο ρόλος μας, δεν μας ανήκουν.»
«Μα τον αγαπώ όσο τίποτα…», λέει και από τα μάτια της κυλάνε δάκρυα. Η δασκάλα της χαϊδεύει την πλάτη τρυφερά, ανατριχιάζει. Η μητέρα της ποτέ δεν την είχε αγγίξει έτσι.
«Με τον άντρα μου δεν μιλάμε πια. Μόνο για το τι θα φάμε και για τις εξόδους μας. Όταν είναι οι φίλοι μας μπροστά, τον αγκαλιάζω τρυφερά και λέω σε όλους τι καλός σύζυγος που είναι. Στο σπίτι δεν θέλω να τον αγγίξω, νιώθω ότι τον μισώ.»
«Δεν είχα καταλάβει ότι περνάς τόσο δύσκολα. Δείχνετε όντως τόσο ευτυχισμένοι.»
«Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ως τώρα ότι περνάω δύσκολα, λέει κάπως σαστισμένη με τη συνειδητοποίηση αυτή. Εσύ πώς καταφέρνεις να είσαι καλά; Ζηλεύω την ηρεμία που αποπνέεις.»
«Προσπαθώ να βρίσκω μικρά νοήματα στο καθετί.»
Πάλι δεν την καταλαβαίνει. Αλλά της αρέσει να την ακούει. Την κοιτάζει με μάτια κλαμένα, σαν υπνωτισμένα, απελπισμένη να πιαστεί από κάτι που θα της πει.
«Πρόσφατα διάβασα το βιβλίο ενός Εβραίου ψυχιάτρου, που στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Λέει ότι ακόμη και την απόλυτη εξαθλίωση μπορεί να αντέξει κάποιος αν καταφέρνει να βρίσκει νόημα στον κάθε πόνο.»  
Πάλι δεν την καταλαβαίνει. Πώς να βρει νόημα στα μπράτσα της που θα κρεμάσουν, στη μοναξιά, στην απόρριψη από τον γιο της; Ξεσπάει πάλι σε κλάματα. Η δασκάλα την αγκαλιάζει και σε αυτήν την αγκαλιά θυμάται τον πατέρα της και γίνεται αδύναμο κοριτσάκι, μόνο, χαμένο και σπαρταρά. Κάπως έτσι περνάει αρκετή ώρα και δεν το καταλαβαίνει. Μα πέρασαν χρόνια και δεν το κατάλαβε, ο χρόνος είναι ένας λωποδύτης που σε ξεγυμνώνει λίγο-λίγο κι όταν καμιά φορά το συνειδητοποιείς, παγώνεις.
            «Πρέπει να φύγω, λέει η δασκάλα. Ο γιος μου θα φέρει σε λίγο την εγγονή μου. Πόσο ανυπομονώ να δω τη μικρούλα μου!». Τα μάτια της πάλι φωτίζονται.
Εκείνη με τρόμο σκέφτεται πώς μπορεί σε λίγο καιρό να γίνει γιαγιά και μάλιστα από τη συγκεκριμένη νύφη. Δεν λέει κάτι, αλλά νιώθει κάτι σαν δηλητήριο να βγαίνει από την ψυχή της κι ύστερα να γυρνά πάλι πίσω σε αυτήν.
«Ωραία φωτογραφία. Πού είστε εδώ;», ρωτά η δασκάλα δείχνοντας τη μεγάλη κορνίζα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Είναι εκείνη, ο άντρας της και ο γιος της καλοντυμένοι, αγκαλιασμένοι και χαμογελαστοί.
«Στον γάμο της ανιψιάς μου.»
Παίρνει την κορνίζα και κοιτάζει εξονυχιστικά τη φωτογραφία αλλά δε βλέπει πια τα όμορφα πρόσωπα, παρά εκείνη γριά και κλαμμένη, τον άντρα της απόμακρο και ξένο, τον γιο της να την κοιτάζει με μίσος.
«Θα σε συμβούλευα να πας έναν περίπατο για να ηρεμήσεις. Μπορεί να σε βοηθήσει να δεις αλλιώς τα πράγματα.»
«Σ’ ευχαριστώ. Και ελπίζω όσα είπαμε να μείνουν μεταξύ μας.»
«Μην το συζητάς, καλή μου…», λέει η δασκάλα τρυφερά και φεύγει κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
«Αντίο…», ψιθυρίζει με παγωμένο βλέμμα και αφήνει πάλι στο ράφι την κορνίζα. Ρίχνει μια τελευταία ματιά και αποστρέφει το βλέμμα γιατί σε αυτή την όμορφη φωρογραφία δεν βλέπει παρά την ανεστραμμένη εικόνα της ευτυχίας της.
            Τα λόγια της δασκάλας αν και δεν τα κατάλαβε απόλυτα άγγιξαν μέσα της αόρατες χορδές. Τώρα το αν θα εξελιχθούν σε κάτι ή αν τελικά θα βρει ανακούφιση στα χέρια ενός πλαστικού χειρουργού που θα τραβήξουν το δέρμα της είναι κάτι το οποίο εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε. Γιατί εξαρτάται αποκλειστικά από εκείνη.