Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Μικρά, μικρά βήματα

         
      Ήταν μια μέρα όμορφη αλλά εγώ δεν ήθελα να βγω από το σπίτι. Όπως τις περισσότερες όμορφες μέρες δηλαδή. Οι όμορφες μέρες με έκαναν να νιώθω πιο άσχημα και επιπλέον τότε βγαίνει ο περισσότερος κόσμος έξω κι εγώ μετά το ατύχημα δεν ήθελα να με βλέπουν πολλοί άνθρωποι. Ούτε ήθελα να βλέπω εγώ ανθρώπους  άλλους, χαρούμενους και να συγκρίνομαι μαζί τους και να ζηλεύω τη χαρά τους. Ήμουν βυθισμένος σε μια δυστυχία, που μέχρι τότε πίστευα πως δικαιολογούσε απόλυτα η κατάστασή μου και γι’ αυτή τη δυστυχία δεν ντρεπόμουν. Μισούσα τον εαυτό μου, τους άλλους, τη ζωή μου και κυρίως την τύχη μου. Η κακή μου τύχη έφταιγε για όλα, αν δεν ήμουν σε εκείνο το αυτοκίνητο σε εκείνον τον δρόμο εκείνη τη μέρα εκείνη τη στιγμή, τώρα θα ήμουν κι εγώ ένας άνθρωπος φυσιολογικός σαν όλους τους άλλους και θα έβγαινα χαμογελαστός στη λιακάδα. Έτσι πίστευα μέχρι να συναντήσω εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό τον παλιό μου φίλο, τότε που βγήκα τελικά για να αγοράσω τσιγάρα αποφασισμένος να γυρίσω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και να κρυφτώ πάλι στο σκοτεινό μου σπίτι.
         Καλύτερα, όμως, να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Θα σας τα διηγηθώ όσο πιο συνοπτικά γίνεται γιατί δεν μου αρέσει να χάνομαι σε λεπτομέρειες και γιατί νομίζω ότι με λίγα λόγια μπορεί να πει κανείς πολλά. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια ήσυχη γειτονιά και η ζωή μου κυλούσε ήρεμα μέχρι τα είκοσι ένα μου χρόνια. Ήρεμα και φυσιολογικά, με χαρές και αγωνίες καθημερινές και χωρίς κανέναν προβληματισμό για το πεπρωμένο, την τύχη και την αδικία της ζωής. Στην ίδια γειτονιά έμενε και ο φίλος μου, αυτός που σας ανέφερα και πολύ τον αγαπούσα. Στο σχολείο ήμασταν αχώριστοι και όταν περάσαμε σε διαφορετικές σχολές στο πανεπιστήμιο συνεχίσαμε να κάνουμε παρέα αν και σε όχι τόσο τακτική βάση.
     Το καλοκαίρι που κλείσαμε τα είκοσι ένα μας χρόνια συνέβη το ατύχημα που με άλλαξε, κι εμένα ως άνθρωπο και τη ζωή μου ολόκληρη. Ένα βράδυ είχαμε βγει με δύο φίλους του. Στην επιστροφή τα ξημερώματα καθόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλον στο πίσω κάθισμα, κουρασμένοι και ικανοποιημένοι από το ξενύχτι και μπροστά οι φίλοι του σιγοτραγουδούσαν το τραγούδι που έπαιζε στο ραδιόφωνο. Ένας μεθυσμένος οδηγός που βρισκόταν εκείνη την ώρα ακριβώς από πίσω μας πάτησε γκάζι αντί για φρένο και έριξε το αυτοκίνητό του πάνω μας. Ο οδηγός σκοτώθηκε επί τόπου και νομίζω πως ποτέ δεν θα ξεχάσω το κομματιασμένο του σώμα στην άσφαλτο. Από το δικό μας αυτοκίνητο τραυματιστήκαμε μόνο εγώ και ο φίλος μου, εγώ στο πόδι, εκείνος στη σπονδυλική στήλη.
     Δεν ήθελα να θυμάμαι εκείνες τις στιγμές αλλά δεν περνούσε μέρα που να μην τις σκέφτομαι. Το σοκ, ο πόνος, αυτή η αίσθηση πως δεν είχα φωνή, η σειρήνα του ασθενοφόρου, αίμα, άγνωστα χέρια πάνω μου, πόνος, τα μάτια μου να κλείνουν πάνω σε ένα φορείο κι ύστερα πάλι να ανοίγουν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, η μάνα μου κατάχλωμη από πάνω μου, ο πόνος στο πόδι μου, κάτι μου είπαν για εγχείρηση, εγώ βυθιζόμουν στον πόνο, έκλεινα τα μάτια, χανόμουν, ύστερα κάπως συνήλθα, έγινε η εγχείρηση, φυσιοθεραπείες, πατερίτσες κι ύστερα δεν βελτιωνόταν, θα έμενα κουτσός λοιπόν; Ναι, θα  έμενα κουτσός. Ήμουν είκοσι ενός έτους και θα έπρεπε να σέρνω το κατεστραμμένο μου πόδι σαν γέρος σακάτης για το υπόλοιπο της ζωής μου και φυσικά όλοι στον δρόμο θα με κοιτούσαν με λύπηση και καμιά γυναίκα δεν θα ήθελε δίπλα της κάποιον σαν εμένα. Όλοι μου έλεγαν πόσο τυχερός ήμουν που είχα επιζήσει, πως θα μπορούσα να μην ζω. Κι εγώ κουνούσα το κεφάλι μου και αναρωτιόμουν με τρόμο πώς όμως θα ζούσα.
       Και ο φίλος μου; Εκείνος ήταν σε χειρότερη μοίρα. Έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω. Δεν ήθελα να τον δω ίσως γιατί μέσα μου τον κατηγορούσα επειδή ήμουν με τη δική του παρέα, όταν συνέβη αυτό το φρικτό ατύχημα. Επίσης δεν ήξερα τι να του πω. Ήμουν τόσο απελπισμένος κι εκείνος ήταν σε θέση πιο απελπιστική. Τον λυπόμουν και τον πρώτο καιρό ήθελα να τον αποφύγω. Λίγους μήνες μετά όμως έμαθα ότι πήγε να μείνει στο σπίτι του παππού του στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν μονοκατοικία και έπρεπε να προσαρμόσει τη ζωή του στο αναπηρικό καροτσάκι στο οποίο καταδικάστηκε να μείνει καρφωμένος για πάντα. Εκείνος μου τηλεφώνησε κάποιες φορές, του μίλησα κάπως κοφτά και απέφυγα να τον συναντήσω. Μετά το πήρε απόφαση και δεν επικοινώνησε ξανά. Το παλεύει, έλεγε η μητέρα του στη μητέρα μου, είναι δυνατός. Και η μητέρα μου με το παράδειγμά του προσπαθούσε να με εμψυχώσει αλλά εμένα η σκέψη του φίλου μου μού δημιουργούσε μόνο ενοχές και οργή για τη σκληρότητα της ζωής.
      Κι έτσι πέρασαν χρόνια. Χρόνια που έζησα γεμάτος θυμό και ντροπή. Δεν άντεχα να με κοιτάζουν στο δρόμο να κουτσαίνω, δεν άντεχα να βλέπω τους φίλους μου να χαίρονται, τα βράδια θυμόμουν το ατύχημα κι έκλαιγα βουβά αλλά αυτό το "γιατί σε μένα" ήταν κόμπος στον λαιμό και δεν λυνόταν. Δεν είχα διάθεση για τίποτα, έγινα κυνικός και απομονώθηκα. Με την κοπέλα, με την οποία ήμασταν μαζί από τα χρόνια του σχολείου χώρισα γιατί ένιωθα ότι δεν με καταλάβαινε και δεν μου συμπαραστεκόταν και χρόνια μετά όταν μια άλλη γυναίκα έδειξε ενδιαφέρον για μένα και κάναμε για κάποιο διάστημα κάτι σαν σχέση, μάλλον με τον τρόπο μου την έδιωξα κι εκείνη γιατί ήμουν τόσο πεπεισμένος ότι χαρά άλλη δεν υπήρχε στη ζωή για μένα. Μετά από πολλές απογοητεύσεις και άγχος βρήκα μια δουλειά βαρετή που δεν απαιτούσε επαφή με κόσμο. Έφυγα από το πατρικό μου γιατί δεν άντεχα να στενοχωρώ άλλο τους γονείς μου με την κατήφεια μου και πήγα να μείνω σε ένα μικρό διαμέρισμα στην ίδια γειτονιά. Κι εκεί έμενα μόνος και σχεδόν ποτέ δεν άνοιγα τα στόρια για να μπει έστω και λίγο φως. Μέχρι που συνάντησα τον παλιό μου φίλο πάνω στο αναπηρικό του καροτσάκι έξω από το σπίτι των γονιών του.
         Φορούσε όμορφα, καθαρά ρούχα, σε αντίθεση με μένα που είχα να αλλάξω μπλούζα τρεις μέρες. Το πάνω μέρος του κορμιού του ήταν πολύ γυμνασμένο και το πρόσωπό του φώτιζε ένα χαμόγελο που με σόκαρε. Ενστικτωδώς πήγα να αλλάξω δρόμο, αλλά με είδε και με φώναξε. Η καρδιά μου σφίχτηκε, ένιωσα ντροπή που τόσα χρόνια δεν είχα πάει να τον δω. Απρόθυμα τον πλησίασα σέρνοντας το σακατεμένο μου πόδι.
        Τα πρώτα λεπτά ήταν αμήχανα. Τον παρατηρούσα με έκπληξη, το πρόσωπό του δεν είχε την απελπισία που περίμενα, αντίθετα έδειχνε γοητευτικό. Μιλήσαμε για λίγο τυπικά κι ύστερα θυμήθηκα τι όμορφα που περνούσαμε μαζί, όταν ήμασταν νέοι. Καταραμένο ατύχημα, σκέφτηκα πάλι. Πώς μας κατάντησες και τους δύο έτσι, εμένα κουτσό, εκείνον παράλυτο. Ο φίλος μου ωστόσο φαινόταν χαρούμενος που με έβλεπε και μου ζήτησε να πάμε μια βόλτα στα παλιά μας στέκια. Δεν τόλμησα να αρνηθώ και τον ρώτησα αν χρειαζόταν να σπρώχνω το καροτσάκι.
 «Μόνο στα πεζοδρόμια γιατί δεν έχει ράμπες. Πάντα ήθελα να κάνω μια βόλτα στη παλιά γειτονιά μας, αλλά μόνος μου δεν μπορούσα. Τι τύχη σήμερα να σε συναντήσω!», είπε και γέλασε. Εγώ τον κοίταξα έκπληκτος. Ξεκινήσαμε. Ευχήθηκα να μην συναντήσουμε πολύ κόσμο, πίστευα ότι το θέαμα θα ήταν αποτροπιαστικό. Εκείνος προχωρούσε μόνος και σε κάθε πεζοδρόμιο τον ανέβαζα ή τον κατέβαζα εγώ. Ήταν κοπιαστικό και με τρόμο σκέφτηκα πως για εκείνον το καροτσάκι ήταν προέκταση του κορμιού του. Όταν φτάσαμε στον πεζόδρομο που βρισκόταν το σχολείο μας ανακουφίστηκα γιατί ένιωθα ότι το σώμα μου δεν άντεχε. Μετά το ατύχημα δεν έκανα κανενός είδους γυμναστική κι αυτό ήταν κάτι που μου είχε κοστίσει, το σώμα μου το ένιωθα βαρύ και το μισούσα. Ο φίλος μου, όμως, κινούσε το καροτσάκι του σαν να ήταν ένα με αυτό και ήταν σαν να κυλούσε, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι, ανάλαφρα. Λίγο  μετά σταματήσαμε σε ένα παγκάκι. Εγώ κάθισα, εκείνος ήταν ήδη καθισμένος.
«Πώς έρχεσαι στο σπίτι των γονιών σου;», τον ρώτησα.
«Είναι ευτύχημα το ότι μπορώ να πηγαίνω. Ευτυχώς η είσοδος δεν έχει σκαλιά και στο ασανσέρ χωράει το καροτσάκι. Με το αυτοκίνητό μου έρχομαι.», μου απάντησε χαμογελώντας.
«Οδηγείς;», τον ρώτησα και τα μάτια μου γούρλωσαν.
«Αναγκαστικά. Είναι πολύ δύσκολο να χρησιμοποιήσω μέσα μαζικής μεταφοράς.»
«Εγώ μετά το ατύχημα δεν θέλω να μπαίνω σε αυτοκίνητο…»
«Και για μένα ήταν δύσκολο στην αρχή αλλά δεν ήθελα να περάσω όλη μου τη ζωή κλεισμένος σε ένα σπίτι.»
Ήμουν σοκαρισμένος. Δεν τον περίμενα έτσι. Ένιωσα κάτι που δεν μου ήταν άγνωστο. Ντροπή για τον εαυτό μου. Όμως μια ντροπή κάπως διαφορετική.
Εκείνος σαν να κατάλαβε την έκπληξή μου. Χαμογέλασε γλυκά.
«Ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή, επανέλαβε. Πάρα πολύ. Ήθελα να πεθάνω, ήμουν οργισμένος. Μου πέρασε κάποιες στιγμές η σκέψη της αυτοκτονίας αλλά νομίζω πως αυτό ήταν κάτι που δεν ήμουν ικανός να κάνω. Πήγα στο σπίτι του παππού μου, επειδή ήταν μονοκατοικία και θα ήταν πιο εύκολα εκεί αλλά και επειδή δεν άντεχα να είναι όλα γύρω μου όπως πριν κι εγώ να μην είμαι ίδιος. Ανέλαβε τη φροντίδα μου η γυναίκα που τον φρόντιζε κι εκείνον, πολλές φορές ερχόταν να μας βοηθήσει και η κόρη της. Δύσκολα, τόσο δύσκολα όλα στην αρχή.»
«Σε καταλαβαίνω», είπα και δάγκωσα τη γλώσσα μου γιατί σκέφτηκα ότι εγώ δεν αντιμετώπισα ποτέ πρόβλημα αυτοεξυπηρέτησης.
«Έκανα, όμως, ό,τι μπορούσα, συνέχισε. Έκανα γυμναστική, κολύμβηση, ψυχοθεραπείες, πήρα αντικαταθλιπτικά, αγχολυτικά, γράφτηκα σε συλλόγους αναπήρων, διάβασα. Ευτυχώς βρήκα μια δουλειά που γίνεται μέσω διαδικτύου από το σπίτι και αυτό είναι μεγάλη ανακούφιση. Κατά καιρούς βέβαια βυθιζόμουν πάλι στην απελπισία, όμως η απελπισία για το οτιδήποτε είναι κάτι που κάποια στιγμή πρέπει να τελειώνει.»
«Ναι, ναι…», είπα γιατί δεν είχα άλλα λόγια.
«Δεν θα περπατήσω ποτέ ξανά, αλλά μπορώ να βλέπω, να ακούω, να γεύομαι, να μυρίζω, να αγγίζω, να κάνω έρωτα…»
«Έρωτα;» τα μάτια μου γούρλωσαν ακόμα μια φορά.
«Ναι, ήμουν τυχερός και δεν επηρεάστηκε αυτή η ικανότητα», χαμογέλασε πονηρά και μου θύμισε τα πονηρά του χαμόγελα στην εφηβεία μας.
«Και…. πώς;»
«Δεν ήταν εύκολο να κάνω σχέση, το καταλαβαίνεις. Εγώ δεν ήμουν ανοιχτός σε αυτό γιατί ντρεπόμουν για τον εαυτό μου. Κάποια στιγμή γνώρισα μια κοπέλα στην πισίνα και έδειξε ενδιαφέρον για μένα. Δεν κράτησε πολύ. Πληγώθηκα πολύ τότε. Όταν όμως συνήλθα κατάλαβα ότι η αγάπη είναι κάτι που δικαιούμαι και κάθε άνθρωπος τη δικαιούται και έχει καθήκον να την προσφέρει στον εαυτό του. Εδώ και τέσσερα χρόνια είμαι με μια κοπέλα από έναν σύλλογο αναπήρων. Εκείνη έχει ελαφριά αναπηρία στο ένα χέρι, οπότε αυτό διευκολύνει πολύ τη ζωή μας. Όταν πέθανε ο παππούς μου, ήρθε να μείνει μαζί μου. Λίγο μετά παντρευτήκαμε και ζούμε όμορφα.»
       Συνέχισα να τον κοιτάζω σαστισμένος.
«Η αναπηρία μου δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπομαι, δυσκολεύτηκα να το καταλάβω αυτό, αλλά από τη στιγμή που το κατάλαβα, άλλαξαν όλα. Είναι απλώς μια κατάσταση που με περιορίζει. Αρνούμαι να χαρακτηρίζομαι αποκλειστικά από αυτήν, πρέπει όμως να είμαι φίλος της και μαζί της να συμπορευτώ για μια πιο εύκολη ζωή.»
Και πάλι δεν είπα τίποτα αλλά μέσα μου ήταν σαν να γινόταν σεισμός. Εκείνος μαζεύτηκε.
«Αν αρχίσω να μιλάω, δεν σταματάω… Ελπίζω να μη σε ζάλισα.»
«Όχι, καθόλου» του είπα.
       Ύστερα με ρώτησε για τη δική μου ζωή και του μίλησα λίγο για τους γονείς μου και τη δουλειά μου. Ανακουφίστηκα όταν λίγο μετά μου είπε ότι έπρεπε να φύγει γιατί είχε κανονίσει κάτι. Επιστρέψαμε ως το αμάξι του, πάλι κουράστηκα με το καροτσάκι και προσπάθησα να μην το δείξω. Το πρόσωπό μου ήταν συννεφιασμένο, όταν έμπαινε στο αυτοκίνητο κι εκείνος σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουν.
     «Θυμώνω ακόμα μερικές φορές και λυπάμαι.  Αλλά έμαθα να μην κρατάω μέσα μου για πολύ ούτε οργή ούτε παράπονο  και να αποδέχομαι. Η ζωή μάς βάζει εμπόδια αλλά εμείς συχνά φερόμαστε πιο σκληρά στον εαυτό μας από ό,τι μας φέρθηκε η μοίρα και τα εμπόδια που του βάζουμε είναι μεγαλύτερα. Αν υπάρχει κάτι πολύ δύσκολο σε αυτή τη ζωή είναι η αποδοχή. Όταν όμως μάθεις να αποδέχεσαι όσα δεν μπορείς να αλλάξεις, αρχίζεις να ζεις με όσα σου προσφέρονται και για τους περισσότερους ανθρώπους αυτά δεν είναι λίγα. Όλα να ξέρεις γίνονται με μικρά, μικρά βήματα.  Να προσέχεις τον εαυτό σου!»
     «Θα τα ξαναπούμε;», είπα μέσα από τα δόντια μου αλλά εκείνος δεν το άκουσε. Μου κούνησε το χέρι και είδα το αυτοκίνητό του να χάνεται στον δρόμο ανάμεσα σε άλλα αυτοκίνητα, που ποιος ξέρει τι βάσανα κουβαλούσαν κι αυτά.
     Κι ύστερα γύρισα στο σπίτι μου σέρνοντας το κουτσό μου πόδι και τη λύπη μου. Μέσα μου είχε κάτι γκρεμιστεί, αλλά μέσα μου ήταν και κάτι που είχε ρίζες βαθιές, αυτή η αρνητική μου στάση μου απέναντι στη ζωή, η απαισιοδοξία, η παραίτηση, η επιμονή μου να πονάω. Το σπίτι ήταν  σκοτεινό όπως και η ψυχή μου και πώς μπορεί κάποιος να αλλάξει την ψυχή του, όταν με αυτήν έχει μάθει τόσα χρόνια να ζει; 
        Μικρά, μικρά βήματα, άκουσα μέσα μου τη φωνή του φίλου μου. Και με μικρά κουτσά βήματα, πήγα στο παράθυρο της κουζίνας κι ανέβασα τα στόρια. Κι ύστερα πήγα και άνοιξα τα στόρια στις μπαλκονόπορτες και το σκοτεινό μου σπίτι φωτίστηκε ξαφνικά. Κάπως έτσι κατάλαβα πως η δυστυχία στην οποία υπέβαλα τον εαυτό μου τόσα χρόνια ήταν, αν μη τι άλλο, περιττή.



  




Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το κελάηδισμα


Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ακουγόταν μόνο κελάηδισμα πουλιών. 
  
                              i

      Εκείνος ξαπλωμένος στον καναπέ ένα ανοιξιάτικο κυριακάτικο απόγευμα προσπαθούσε να διαβάσει ένα μυθιστόρημα. Το βλέμμα του, όμως, είχε μείνει καρφωμένο σε μια παράγραφο, σε μια σελίδα κάπου στη μέση του βιβλίου, για ώρα. Απίστευτα εκνευρισμένος πάλευε να ξεπεράσει εκείνη τη λέξη, εκείνη τη γραμμή, όμως του ήταν τόσο αδύνατο να συγκεντρωθεί. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Τους τελευταίους μήνες είχε αφήσει στη μέση πάρα πολλά βιβλία και αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο στα τόσα χρόνια της ζωής που αγαπούσε τη λογοτεχνία.
        Η βιβλιοθήκη, που ορθωνόταν επιβλητική απέναντι από τον καναπέ του, ήταν γεμάτη βιβλία. Βιβλία μεγάλα, μικρά, κάθε πάχους και χρώματος. Ναι, το διάβασμα ήταν η αγαπημένη του ενασχόληση από όσο θυμόταν τον εαυτό του. Πρώτα παραμύθια, μετά μυθολογία, ύστερα παιδική πεζογραφία, στην εφηβεία ποίηση και ύστερα μυθιστορήματα, μόνο μυθιστορήματα κάθε είδους. Κάθε βιβλίο, κάθε ιστορία ήταν για εκείνον ταξίδι σε ανθρώπινες ιστορίες, γνώση και δύναμη. Μπορούσε να γνωρίσει ανθρώπους και συνήθειες από μέρη μακρινά και να λυπηθεί ή να γελάσει με ξένα παθήματα. Μπορούσε να νιώσει αγωνία ή συγκίνηση, φόβο και κάθαρση, μένοντας για ώρες ακίνητος σε μια πολυθρόνα, στο κρεβάτι του ή στην παραλία. Και ήταν αναγνώστης ψυχαναγκαστικός. Κάθε ιστορία που ξεκινούσε, έπρεπε κάπως να τελειώσει μέσα του, ακόμη κι αν ήταν λίγο βαρετή ή αδιάφορη ή τον εκνεύριζε, ακόμη κι αν πριν την τελειώσει λαχταρούσε να βυθιστεί σε ένα καινούριο μυθιστόρημα που τον περίμενε στο κομοδίνο του.
     Τον τελευταίο καιρό, όμως, ξεκινούσε να διαβάζει μυθιστορήματα και τα άφηνε στη μέση. Την πρώτη φορά ένιωσε κάτι σαν περίεργη απελευθέρωση. Και που δεν το τελείωσα, δεν έγινε τίποτα, είχε σκεφτεί. Όμως, συνέβη αυτό με δεύτερο μυθιστόρημα, κι ύστερα με τρίτο, με τέταρτο και τώρα πια ήταν σαν ψυχαναγκαστικά να τα παρατούσε. Όταν πια το κομοδίνο του γέμισε, άρχισε να τα τοποθετεί στα ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης του με ένα σελιδοδείκτη μέσα ή τσακίζοντας μια σελίδα και ύστερα ξεκινούσε άλλα που είχαν την ίδια μοίρα και πολλές φορές σε στιγμές άσχετες αναρωτιόταν τι να απέγινε εκείνος ο ήρωάς τους και ποιο να ήταν το τέλος. Όμως, του ήταν αδύνατο να τα πιάσει πάλι στα χέρια του.
        Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε ακριβώς ξεκίνησε όλο αυτό, ούτε να καταλάβει γιατί. Δεν του άρεσε όμως που άλλαξε η ρουτίνα μιας ζωής και εκνευριζόταν. Συνηθίζουμε τους εαυτούς μας κάπως και όταν κάτι μέσα μας αλλάζει, το νιώθουμε  ξένο, στενάχωρο και τρομακτικό. Ποτέ δεν του άρεσε να ψάχνει ιδιαίτερα τα όσα υπήρχαν μέσα του. Αυτό το κάνουν οι γυναίκες, έλεγε, εκείνες μπορούν για ώρες να σου λένε τι νιώθουν και τι σκέφτονται και πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι ο χαρακτήρας τους. Τα πράγματα για τους άντρες είναι απλά. Δεν σκέφτονται ιδιαίτερα τίποτα, πράττουν, όπως τους υπαγορεύει η συνήθεια  και αφήνονται στη ζωή τους σαν να αφήνονταν στα νερά ενός ποταμού, που ξέρουν πάντα πού να κυλήσουν. Πολλές φορές είχε αναπτύξει αυτές τις θεωρίες του σε μια καλή του φίλη, τη μοναδική σταθερή γυναικεία παρουσία στη ζωή του, της μητέρας του εξαιρουμένης. Μακάρι να κυλούσαν οι ζωές ήρεμα όπως κυλάνε τα ποτάμια, του είχε πει την τελευταία φορά που είχαν έρθει στο σπίτι του η φίλη του και ο άντρας της. Το ξέρεις πώς δεν είναι έτσι. Και αν απλώς αφήνεσαι να κυλάς, δεν ξέρεις και πού μπορεί ξαφνικά να βρεθείς. Να για παράδειγμα, αυτό που συμβαίνει με την μητέρα σου…
            Την είχε διακόψει απότομα και είχε πει στον άντρα της κάτι για το ποδόσφαιρο. Εκείνη σαν να δάγκωσε τα χείλη της, μπορεί όμως και να ήταν ιδέα του. Μα τι ήθελε και ανακατευόταν σε όλα; Γιατί του θύμιζε αυτά που δεν ήθελε να σκέφτεται; Αν είναι όλες οι γυναίκες σαν εσένα, μάλλον κάνω πολύ καλά που δεν θέλω να παντρευτώ, της έλεγε συνήθως σε τέτοιες στιγμές κι εκείνη γελούσε. Όμως, εκείνη τη στιγμή είχε  πραγματικά θυμώσει. Δεν ήθελε να συζητάει την κατάσταση της μητέρας του, δεν ήθελε να τη σκέφτεται. Ήθελε να μην υπάρχει κι όταν κατάφερνε να ξεχνιέται, ένιωθε σαν τίποτα να μην συνέβαινε. Όταν ζεις μόνος, είναι εύκολο να πλάθεις την καθημερινότητά σου όπως τη θες και πολλές παρεμβάσεις δεν δέχεσαι. Και τη φίλη του την αγαπούσε αλλά σκέφτηκε πως θα απέφευγε για λίγο καιρό να τη βλέπει αν ήταν κάθε φορά να του θυμίζει πως η μητέρα του ήταν σοβαρά άρρωστη.
      Ναι, η μητέρα του ήταν σοβαρά άρρωστη και οι γιατροί είπαν πως αν δεν έκανε εγχείρηση το πιο πιθανό ήταν πως σε λίγους μήνες θα πέθαινε. Εκείνη στην αρχή απελπίστηκε, σύντομα, όμως άρχισε να λέει, επηρεασμένη από κάποιες φίλες της, πως η δυτική ιατρική δεν αξίζει τίποτα και πως θα γιατρευόταν με εναλλακτικές θεραπείες, διαλογισμό και βότανα. Δεν ξαναπάτησε το πόδι της σε γιατρό και περνούσε ώρες στο διαδίκτυο ψάχνοντας τρόπους να θεραπευτεί χωρίς χειρουργική επέμβαση, αλλά με τη δύναμη του μυαλού, της ψυχής και της φύσης. Ο πατέρας του θύμωσε πολύ μαζί της στην αρχή, την παρακάλεσε να κάνει την εγχείρηση, την απείλησε ότι θα έφευγε από το σπίτι, ένα βράδυ δεν γύρισε και κανείς δεν ξέρει πού κοιμήθηκε. Όταν κουράστηκε να της βάζει τις φωνές, έκλαψε λέγοντάς της πώς δεν θα άντεχε να τη χάσει, ύστερα απελπίστηκε και αποσύρθηκε για μέρες στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση. Όπως όμως πάντα συνέβαινε στον γάμο τους, η γυναίκα του τον έφερε σιγά σιγά στα νερά της, τον έπεισε τελικά κι αυτόν πώς με τη δύναμη του μυαλού καταφέρνεις να θεραπεύσεις τα πάντα και πως η ηθική του συμπαράστασή ήταν υψίστης σημασίας στη μάχη που έδινε. Έτσι άρχισε να την ακολουθεί στις εναλλακτικές θεραπείες και να διαβάζει κι εκείνος άρθρα που κατακεραύνωναν την ιατρική που μέχρι τότε γνώριζε και που μιλούσαν για μονοπάτια άλλα.
        Κι εκείνος; Τι έκανε μέσα σε αυτόν τον κατά τη γνώμη του παραλογισμό, τον τρόμο της απώλειας, τον θυμό του; Αφότου εξάντλησε όσα λόγια λογικά και παρακάλια είχε κι  αφού χλεύασε με πολύ άσχημο τρόπο τις πρακτικές, στις οποίες πίστευαν τόσο οι γονείς του, αφέθηκε κι αυτός να βυθιστεί στην τάση που πάντα είχε η οικογένειά του προς την άρνηση και προσπαθούσε απλώς να μην σκέφτεται το κακό, λες κι έτσι το κακό ως δια μαγείας θα εξαφανιζόταν. Η δουλειά του, οι παρέες του, τα χόμπι του και μια κοπέλα με την οποία έβγαινε για λίγο καιρό τον βοηθούσαν να αποσπάται και σιγά σιγά συνήθισε κι αυτό το πλάκωμα στο στήθος και δεν του έδινε σημασία.  Η ζωή του δεν άλλαξε σε τίποτα. Μόνο τα μυθιστορήματά που διάβαζε δεν μπορούσε να τελειώσει.
             
                                                                 ii

        Συνειδητοποιώντας ότι ούτε αυτό το μυθιστόρημα θα ολοκλήρωνε ποτέ, το έκλεισε με δύναμη και το πέταξε κάτω. Το τραγούδι των πουλιών που ερχόταν από έξω ήταν όμορφο και για λίγο έκλεισε τα μάτια. Φαντάστηκε πως βρισκόταν σε ένα δάσος μαγικό, σαν αυτά που μικρός έβρισκε στις παιδικές ιστορίες. Για λίγα δευτερόλεπτα σαν να κοιμήθηκε έναν ύπνο γλυκό, ανακουφιστικό, που μέσα του είχε μόνο κελάηδισμα, όμως μετά στο μυαλό του άρχισαν να περνούν σκέψεις ασύνδετες και φευγαλέες. Αν θα κανόνιζε κάτι με την κοπέλα του για εκείνο το βράδυ, η δουλειά που τον περίμενε αύριο, πώς θα απέφευγε τη φίλη του αν του ζητούσε να βρεθούν μέσα στη βδομάδα, ύστερα πάλι κελάηδισμα όμορφο και χαλαρωτικό και βύθισμα στη γαλήνη κι ύστερα η πιθανή εικόνα της μητέρας του ανήμπορης κι ετοιμοθάνατης, και του πατέρα του μόνου και καταρρακωμένου και του πατρικού του σπιτιού αλλιώτικου, σαν άδειου, έτσι όπως ήταν πολύ πιθανό να το δει σε λίγο καιρό. Τα βλέφαρά του σφίχτηκαν, το κελάηδισμα απομακρύνθηκε από τα αυτιά του και τώρα ένιωθε μόνο μια μαύρη καταδίκη πάνω από το κεφάλι του και άνοιξε τα μάτια ταραγμένος.
        Πετάχτηκε από τον καναπέ. Για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη φίλη του ή να τρέξει στο σπίτι της, που ήταν δυο στενά παραπάνω, έτσι όπως ήταν εκείνη τη στιγμή, ξυπόλητος, με την αγαπημένη του παλιά ξεθωριασμένη φόρμα. Να της χτυπήσει την πόρτα με τα χέρια του, μέχρι να του ανοίξει κι ύστερα να την κοιτάξει στα μάτια και να της πει «φοβάμαι» κι εκείνη σίγουρα θα είχε να του πει κάτι, γιατί εκείνη όλους τους φόβους της τους παραδεχόταν. Όμως γρήγορα έδιωξε αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Αποφάσισε να πάει στον κινηματογράφο με την κοπέλα του, που τόσο λίγο καιρό γνώριζε, και της τηλεφώνησε για να τη ρωτήσει ποια ταινία προτιμούσε.
          Καθώς εκείνη στην άλλη γραμμή χαρούμενη του έλεγε πού να συναντηθούν, το βλέμμα του έπεσε στο πεσμένο βιβλίο, το παρατημένο, το ανοιγμένο στη μέση. Κι ύστερα κοίταξε τη βιβλιοθήκη και τα μυθιστορήματα που δεν κατάφερε να διαβάσει τους τελευταίους μήνες, από τότε που έγινε η διάγνωση της ασθένειας της μητέρας του. Δεν ήθελε να τα διαβάσει ολόκληρα, γιατί δεν ήθελε να φτάσει στο τέλος, ήθελε να μην υπάρχει πουθενά τέλος, επίλογος, τίποτα να μην λήγει ποτέ, όλα να μείνουν μετέωρα, στη μέση, χωρίς καμία απολύτως εξέλιξη και το ποτάμι της ζωής του να σταματήσει να κυλάει.
        Η κοπέλα, την οποία τόσο λίγο καιρό γνώριζε, του μιλούσε στην άλλη γραμμή για μια ταινία αλλά πια δεν την άκουγε. Η βιβλιοθήκη του που τόσο αγαπούσε, ήταν σαν έτοιμη να τον καταπιεί. Το διαμέρισμά του ήταν βυθισμένο σε μια σιωπή βαριά. Σε διάφορα μυθιστορήματα και ποίηματα είχε κατά καιρούς διαβάσει για βαριές σιωπές αλλά ποτέ δεν είχε σε τέτοια βρεθεί. 
      
Και τα πουλιά έξω συνέχιζαν να κελαηδούν σαν τίποτα από όλα αυτά να μην είχε σημασία.