Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Απόγευμα



                                                                        i
               
                 
     Στο δεξί του χέρι κρατούσε το τηλέφωνο. Ένιωθε να τρέμει ολόκληρος από την ταραχή.  Στα αυτιά του αντηχούσε ακόμη ο κρότος της πόρτας που έκλεισε με δύναμη ο ανιψιός του και τα νευρικά βήματά του στη σκάλα. Δεν ήταν δυνατόν να είχε ξεστομίσει τέτοια πράγματα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η φωνή της αδερφής του στην άλλη γραμμή σαν να τον ξύπνησε από πολύ κακό όνειρο. Τα λόγια του έβγαιναν ασυνάρτητα από το στόμα του για αρκετή ώρα κι εκείνη δεν καταλάβαινε. Κάποια στιγμή γέμισε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση στην κουζίνα, το πήρε και κάθισε στο τραπέζι. Όσο το έπινε λίγο-λίγο η αδερφή του τον ρωτούσε φοβισμένη τι είχε συμβεί. Εκείνος άρχισε να της εξιστορεί την επίσκεψη του γιου της εκείνο το απόγευμα.
                Του είχε τηλεφωνήσει την προηγούμενη μέρα και του είχε πει ότι ήθελε να του πει κάτι σημαντικό. Είχε χαρεί που θα τον έβλεπε αλλά και κάπως είχε ανησυχήσει. Από το πρωί είχε νευρικότητα και όταν ο ανιψιός ήρθε, του είπε να μιλήσει χωρίς περιστροφές γιατί καταλάβαινε ότι κάτι συνέβαινε. Ο ανιψιός αρχικά δίσταζε. Άρχισε να μιλάει γενικά για τους νέους σήμερα, για το πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει κάποιος τι επιθυμεί στη ζωή, για τη σημασία του να είναι ευχαριστημένος στην καθημερινότητά του και να ξυπνάει το πρωί με όρεξη. Εκείνος είχε πει ότι συμφωνούσε σε όλα αυτά και ότι ήταν τυχερός που παρά την ηλικία του, κατάφερνε να ξυπνά τα πρωινά με καλή διάθεση. Γιατί κάνεις κάτι που αγαπάς, του είχε πει ο ανιψιός του. Ναι, παιδί μου, είχε απαντήσει. Όταν με το καλό τελειώσεις τη σχολή και έρθεις κι εσύ στο γραφείο, θα δεις τι ενδιαφέρουσα που θα γίνει η ζωή σου. Ο ανιψιός έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά το ξεστόμισε. Θα παρατούσε τις σπουδές του στη Νομική, δεν ήθελε να γίνει δικηγόρος όπως εκείνος. Μα σε έναν χρόνο τελειώνεις, του απάντησε αυτός απορημένος και μη συνειδητοποιώντας αυτό που μόλις είχε ακούσει. Ο ανιψιός σαν να πήρε θάρρος από την ήρεμη αντίδρασή του θείου του, είπε ότι δεν είχε περάσει όσα μαθήματα του είχε πει. Ότι μισούσε αυτές τις σπουδές. Ότι τα νομικά βιβλία ήταν ο εφιάλτης του. Ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του μέσα σε αίθουσες δικαστηρίων και δικόγραφα. Δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει αλλά ήταν σίγουρος ότι δεν ήθελε να κάνει αυτό. Το είχε σκεφτεί πολύ καλά. Δεν είχε νόημα να κοροϊδεύει άλλο τον εαυτόν του κι εκείνον. Το βλέμμα του νεαρού ήταν φοβισμένο αλλά και αποφασισμένο.
                Εκείνος έπαθε σοκ. Στην αρχή προσπάθησε να τον μεταπείσει με γλυκά λόγια. Του είπε πόσο πίστευε σε εκείνον, πως ανυπομονούσε να έρθει να δουλέψουν μαζί στο γραφείο, πως αναγνώριζε τη δυσκολία των νομικών σπουδών κι αυτή η δυσκολία θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο μάθημα για το πώς να μην παραιτείται στα εμπόδια που του βάζει η ζωή. Τον παρακάλεσε να τον αφήσει να τον βοηθήσει με τα μαθήματα και προσφέρθηκε να μιλήσει σε κάποιους καθηγητές του που γνώριζε.  Ο ανιψιός επέμενε ότι δεν είχε νόημα τίποτε από όλα αυτά. Μισούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και δεν μπορούσε να ξεκινήσει τη ζωή του κάνοντας κάτι που μισούσε, αυτό δεν ήταν παρά μια συνταγή δυστυχίας. Εκείνος τότε άρχισε να θυμώνει. Να του λέει πως αυτές οι εποχές δεν είναι εποχές όπου μπορεί να διαλέγει κανείς πώς θα βγάζει το ψωμί του. Πως μια έτοιμη δουλειά με καλές απολαβές τον περίμενε κι εκείνος την κλωτσούσε με αχαριστία. Τον ρώτησε τι θα έκανε. Θα σπούδαζε; Πάλι από την αρχή; Και αν ναι, τι; Ή θα έψαχνε για δουλειά; Με τι προσόντα, τρία χρόνια σπουδών χαμένα; Δεν ξέρω τίποτα, ήταν απάντηση. Χρειάζομαι χρόνο να σκεφτώ. Ξέρω μόνο πως δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι.
                Και τότε εκείνος έχασε την ψυχραιμία του. Και του φώναξε. Πολύ. Του είπε πως θα το μετάνιωνε. Και θα ήταν αργά, εκείνος δεν θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Πως όλη του τη ζωή σκεφτόταν το καλό του και για το καλό του πάσχιζε. Πως δεν εκτιμούσε όσα είχε κάνει. Πώς θα ήταν η ζωή του χωρίς τη δική του στήριξή, όταν ο πατέρας του τους εγκατέλειψε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του; Αν μη τι άλλο έπρεπε να σκεφτεί και το θείο του πριν πάρει τόσο βεβιασμένα μια τέτοια απόφαση. Δεν μπορούσε να του το κάνει αυτό, είχε τόσα επενδύσει σε εκείνον. Ο ανιψιός είχε δακρύσει μάλλον από θυμό. Δεν είσαι πατέρας μου, του είπε με μια σκληρότητα πρωτοφανή.  Δεν έχεις δικαίωμα να ελέγχεις τη ζωή μου. Ούτε ένας γονιός δεν έχει αυτό το δικαίωμα, πόσο μάλλον εσύ που είσαι ένας θείος. Αν ασχολήθηκες τόσο μαζί μου ήταν επειδή δεν παντρεύτηκες και δεν έκανες δικά σου παιδιά. Νομίζω πως και αλλιώς θα είχα επιβιώσει, μπορεί να επιβιώσει κανείς και χωρίς πολλά χρήματα. Ζορίστηκα πολύ αυτά τα χρόνια και δεν σκοπεύω να ταλαιπωρώ τον εαυτό μου άλλο. Δεν περίμενα να δείξεις κατανόηση, αλλά δεν περίμενα να είσαι και τόσο εγωιστής. Σηκώθηκε και φόρεσε το μπουφάν του. Δεν τελειώσαμε του είπε εκείνος αυστηρά. Εγώ τελείωσα, απάντησε ο ανιψιός με σιγανή φωνή και βγήκε χτυπώντας δυνατά την πόρτα.
                Αυτά διηγήθηκε στην αδερφή του στο τηλέφωνο κι εκείνη ήταν σε πολύ άσχημη θέση. Σου το έκρυβα τόσο καιρό, δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω, του είπε. Δεν άντεχε, δεν ήταν καλά. Δεν μπορούμε να τον πιέσουμε να κάνει κάτι που θα του φέρει δυστυχία. Εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ. Το αγαπάω πολύ το παιδί μου για να του κάνω κάτι τέτοιο. Ώστε το ήξερες, της είπε κι ένιωθε προδομένος. Δεν το είχαμε συζητήσει ανοιχτά, του απάντησε, αλλά το καταλάβαινα. Το ξέρω ότι αυτή η δουλειά δεν είναι για αυτόν. Δεν ήθελε να σε απογοητεύσει και γι’ αυτό τόσα χρόνια δεν είπε τίποτα. Δοκίμασε, όμως, ο δρόμος του είναι αλλού. Θα τον βρει, μην σε ανησυχεί, προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Είπε και σε εκείνη για τη δύσκολη εποχή, την ανεργία, την τύχη του να έχει κάποιος μια έτοιμη, στρωμένη δουλειά. Δεν την έπεισε. Θύμωσε και μαζί της, είχε ελπίσει πως θα τον βοηθούσε να τον μεταπείσουν. Σιγά-σιγά καταλάβαινε ότι η απόφαση του ανιψιού του δεν ήταν καθόλου βεβιασμένη. Ένιωθε πανικό, οργή, απογοήτευση, έναν κατακλυσμό συναισθημάτων που δεν μπορούσε να διαχειριστεί.
                Ανησυχώ για σένα, του είπε η αδερφή του έπειτα από μια παρατεταμένη σιωπή. Ξέρω ότι σου είναι δύσκολο όλο αυτό. Συγχώρεσε τον που σου μίλησε άσχημα. Είναι πιεσμένος. Πρόσεξε λίγο τον εαυτό σου. Πρέπει να σκεφτείς πιο ψύχραιμα την κατάσταση. Θα δεις ότι δεν μας βρήκε και κανένα κακό. Πώς να ηρεμήσω; τη ρώτησε. Θέλω να τα σπάσω όλα.  Στη θέση σου θα πήγαινα λίγο στο χωριό, του απάντησε. Είναι Παρασκευή αύριο. Πήγαινε. Η φύση πάντα σε βοηθά να ηρεμήσεις. Θα το σκεφτώ, της απάντησε κι έκλεισε το τηλέφωνο. Ήπιε το νερό που είχε απομείνει στο ποτήρι και κοίταξε το χέρι του που ακόμη έτρεμε.
                                                                                               
                                                                                ii
                Έξω μύριζε η μυρωδιά του τζακιού, ήταν σκοτάδι κι έκανε κρύο. Ξεκλείδωσε την αυλόπορτα και πέρασε στην αυλή του πατρικού του σπιτιού στο χωριό. Στάθηκε μπροστά στην ξύλινη καφέ πόρτα και για λίγο χάρηκε την ησυχία. Άνοιξε και μπήκε μέσα.  Άφησε τη μικρή του μαύρη βαλίτσα και τον χαρτοφύλακα κάτω κι έκλεισε την πόρτα.
                Το σπίτι τώρα ήταν ένα ανακαινισμένο, μοντέρνο σπίτι που σε τίποτα δεν θύμιζε τις θαμπές παιδικές του αναμνήσεις. Μόνο ίσως η ασπρόμαυρη φωτογραφία της μητέρας του κρεμασμένη στον έναν τοίχο. Ήταν νέα σε αυτή τη φωτογραφία και όμορφη. Είχε τραβηχτεί πριν εξαφανιστεί ο πατέρας του. Του άρεσε που από εκείνη έμεινε αυτό το αχνό χαμόγελο. Δεν μπορούσε να τη θυμηθεί να χαμογελάει. Είχε περάσει, όμως, αρκετός καιρός από τον θάνατό της. Ο χρόνος και η ζωή την έσβηναν λίγο-λίγο μέσα του και καμιά φορά ξεχνιόταν κοιτάζοντας τη φωτογραφία στο σαλόνι και έπειθε τον εαυτό του πως η μητέρα του δεν έζησε δυστυχισμένη όσο τη θυμόταν.
                Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Δεν είχε πολλές αναμνήσεις από εκείνον. Θυμόταν μόνο πως όταν γύριζε από κάποιο ταξίδι η ατμόσφαιρα άλλαζε στο σπίτι. Η μάνα του ήταν αγχωμένη και αυστηρή και απαιτούσε από εκείνον και τη μικρή του αδερφή να γίνουν άλλα παιδιά, φρόνιμα, υπάκουα και τακτικά, να μην παίζουν, να μην ρωτάνε τίποτα και να μην ενοχλούν. Κάποιο χειμώνα τον περίμεναν και δεν γύρισε ποτέ. Το καράβι, στο οποίο δούλευε βρισκόταν αραγμένο και κανένας από τους ναυτικούς του δεν ήξερε τίποτα. Σε κάποιο λιμάνι της Μεσογείου βγήκε ένα βράδυ με κάποιους άλλους, κάπου χωρίστηκαν κι ύστερα δεν τον ξαναείδαν.  Στο χωριό ρωτούσαν, η μάνα του και οι άλλοι συγγενείς δεν ήξεραν τι να πουν, εκείνος ήταν τότε δεκατριών χρόνων και ένιωθε μέσα του φόβο, ντροπή και μια ακατανόητη ανακούφιση.  Έναν χρόνο μετά η μάνα του έλαβε ένα γράμμα. Εκείνος ήταν μπροστά, όταν το διάβαζε. Τα χέρια της έτρεμαν και ξέσπασε σε κλάματα. Την κοίταξε αμίλητος για λίγο κι ύστερα πήγε να πάρει το γράμμα από τα χέρια της. Η μάνα του το τράβηξε με δύναμη. Ο πατέρας σας πέθανε, είπε. Εκείνος ρώτησε πώς και γιατί και ποιος έστειλε το γράμμα. Δεν έχει σημασία, του απάντησε σκουπίζοντας τα δάκρυά της και το έριξε στο τζάκι μαζί με τον φάκελο. Έτρεξε να το προλάβει αλλά είδε το κίτρινο χαρτί τυλιγμένο στις φλόγες. Όλες οι απαντήσεις έγιναν στάχτες κάτω από τα κούτσουρα. Ορκίσου μου ότι θα με προσέχεις κι εμένα και την αδερφή σου, του είπε η μητέρα του κρατώντας τον σφιχτά από το μπράτσο κι ύστερα πήγε στο διπλανό δωμάτιο κι έκλαψε για ώρες μόνη της.
                Το τασάκι στο τραπεζάκι ήταν γεμάτο αποτσίγαρα. Ο ανιψιός του είχε έρθει τελευταία φορά με την κοπέλα του. Του έλεγε συνεχώς να μην καπνίζει και κάθε φορά που διάβαζε στην εφημερίδα τα αποτελέσματα κάποιας έρευνας για το κάπνισμα έκοβε το άρθρο και του το έδινε. Δεν με ενδιαφέρει πόσες πιθανότητες έχω να πεθάνω από καρκίνο του πνεύμονα ή από καρδιακή προσβολή. Αν σκέφτεται κανείς τις πιθανότητες για το οτιδήποτε άσχημο, είναι σίγουρα καταδικασμένος να δυστυχεί, του απαντούσε ο ανιψιός του αδιάφορα. Ωστόσο δεν κάπνιζε μπροστά του και κάποια στιγμή του είπε ότι το έκοψε. Ψέματα μου είπε, σκέφτηκε απογοητευμένος και κούνησε το κεφάλι. Κι ύστερα είδε τον γεμάτο νεροχύτη. Αυτή η κοπέλα είναι ανεκδιήγητη, σκέφτηκε και ήταν έτοιμος να σπάσει τα βρώμικα πιάτα.
                Δεν συμπαθούσε την κοπέλα του ανιψιού του αλλά και κάτι στο άψυχο βλέμμα της τον έκανε να τη λυπάται. Δεν χαμογελούσε ποτέ, δεν ήταν ενημερωμένη για την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα, δούλευε ως πωλήτρια σε ένα κατάστημα ρούχων και ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Ντυνόταν προκλητικά αλλά τίποτα στο σώμα της δεν ήταν προκλητικό γιατί ήταν χλωμή και αδύνατη, χωρίς καμπύλες, χωρίς ζωντάνια. Όταν περπατούσε βαριανάσαινε και η φωνή της ήταν βραχνή. Κάποια φορά στο σπίτι της αδερφής του, εκείνος την πίεσε υπερβολικά να φάει, εκείνη αρνιόταν πεισματικά για ώρα, τελικά έφαγε αλλά λίγο μετά εξαφανίστηκε στο μπάνιο. Μετά από μερικές μέρες έδωσε στον ανιψιό του ένα κομμένο άρθρο για τις διατροφικές διαταραχές. Ο ανιψιός το πήρε, αλλά τον κοίταξε θυμωμένα. Δεν τον ξανακάλεσαν ποτέ να φάει μαζί τους.
Είναι κακή επιρροή αυτή η κοπέλα σκεφτόταν όσο έπλενε αηδιασμένος τα πιάτα. Δεν είναι καλό να ερωτεύεται κανείς πριν βρει τον δρόμο του στη ζωή. Τι θα κάνω με τον μικρό;, απελπιζόταν.  Η μέση του τον πονούσε και τα μάτια του έκλειναν από την κούραση. Λίγο μετά σκούπισε το τελευταίο πιάτο και άδειασε το τασάκι.
Πήγε να κοιμηθεί στην ανακαινισμένη κρεβατοκάμαρα, όπου κάποτε κοιμόταν παιδί, ικανοποιημένος από την αίσθηση ότι έβαλε τα πράγματα σε τάξη.

                                                                                iii

                Το επόμενο πρωί έπινε τον καφέ του στην κουζίνα, ήρεμος, ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών. Αυτό το άκουσμα του έλειπε τόσο στην πόλη και τις λίγες ημέρες που περνούσε κάθε χρόνο στο χωριό τού ήταν πολύτιμο. Ένιωθε όμορφα μόνος αλλά με μια απροσδιόριστη λύπη που είχε από έφηβος και δεν αποτίναξε ποτέ από πάνω του. Τα λόγια που του είπε ο ανιψιός του τού φαίνονταν τώρα μακρινά, σαν να μην τα άκουσε ποτέ, ήταν μάλλον σε άρνηση.
Ξαφνικά ακούστηκαν οι καμπάνες. Πένθιμο χτύπημα. Κάποιος είχε πεθάνει. Αντανακλαστικά σηκώθηκε, άφησε την κούπα του στο τραπέζι και βγήκε έξω. Ήταν μια πολύ όμορφη μέρα στην αρχή της άνοιξης, ο ήλιος χάιδευε τα δέντρα και τα σπίτια. Είχαν βγει και άλλοι γείτονες και ρωτούσε ο ένας τον άλλον αν ήξερε κάτι. Εκείνος είχε διατηρήσει τυπικές σχέσεις με τους περισσότερους, δεν ένιωθε άνετα να πάει να πιάσει κουβέντα. Άκουγε σκόρπιες φράσεις και λέξεις και προσπαθούσε να καταλάβει τι έλεγαν αν και κατά βάθος καθόλου δεν τον ένοιαζε. Ώσπου άκουσε ένα όνομα γνωστό και αγαπημένο. Γύρισε το κεφάλι προς τη γυναίκα που έμενε στο διπλανό σπίτι που μιλούσε με έναν άλλο γείτονα και προσπάθησε να διαβάσει τα χείλη της. Δεν τα κατάφερε. Σαν ένα χέρι να τον τράβηξε, πλησίασε και καλημέρισε μέσα από τα δόντια του. Οι άλλοι δύο τον καλημέρισαν και συνέχισαν την κουβέντα σαν να μην υπήρχε. Τελικά έμαθε. Είχε πεθάνει η μητέρα της αγαπημένης, παιδικής του φίλης. Ήταν εβδομήντα πέντε χρόνων αλλά ζούσε σαν να ήταν εξήντα. Μια παχιά γυναίκα γεμάτη ζωή και κέφι, που έμεινε νέα χήρα, αγαπητή στους περισσότερους και πάντα πρόθυμη να βοηθήσει τους άλλους. Ήταν γνωστή για την ψυχραιμία της και πάντα όταν πέθαινε κάποιος, πήγαινε να τον ντύσει και να ηρεμήσει τους ταραγμένους συγγενείς. Τώρα που πέθανε εκείνη, ποιον θα φώναζαν άραγε, αναρωτήθηκε ο γείτονας και τον κοίταξε. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και απομακρύνθηκε. Μπήκε στο σπίτι κοιτάζοντας μια τελευταία φορά έξω. Τα πουλιά είχαν σταματήσει να κελαηδάνε, ο ήλιος, όμως, ακόμη έλαμπε όμορφα. Έκλεισε την πόρτα κι επέστρεψε στον καφέ του.
Είχε αναστατωθεί και αυτό του έκανε εντύπωση. Την θυμόταν καλά τη γυναίκα που πέθανε. Έκανε ό,τι δεν έκανε η δική του μητέρα. Χαιρόταν τη ζωή, γελούσε. Έλεγε συνεχώς αστεία και το γέλιο της ήταν τρανταχτό. Στα πανηγύρια χόρευε κι ας έλεγαν κάποιες ότι έτσι δεν τιμούσε και πολύ τη μνήμη του άντρα της. Ο άντρας μου με βλέπει τώρα να χορεύω και χαίρεται, ανταπαντούσε εκείνη. Μαγείρευε νόστιμα φαγητά, είχε μεράκι. Κάθε φορά που εκείνος πήγαινε για να διαβάσουν με τη φίλη του, έφευγε με κάποιο γλυκό. Για τη μητέρα σου, του έλεγε, για να γλυκαθεί. Η μητέρα του δεν της είχε στείλει ποτέ τίποτα και αυτό τον έκανε να νιώθει μεγάλη ντροπή και κάποια στιγμή σταμάτησε να πηγαίνει να διαβάζει εκεί.
Κι η φίλη του πώς να είναι τώρα, αναρωτήθηκε κρατώντας σφιχτά την κούπα με τον καφέ που είχε αδειάσει. Όταν ήταν παιδιά, ήταν αχώριστοι και ποτέ δεν ξέχασε τα παιχνίδια τους. Μετά την εξαφάνιση του πατέρα του δέθηκαν ακόμη περισσότερο. Εκείνη μπορούσε να τον καταλάβει, αυτό ένιωθε κι ας μη συζητούσαν ποτέ για τις απώλειές τους. Στην εφηβεία του κάποιες φορές την είδε στον ύπνο του, σε όνειρα ερωτικά που τον αναστάτωσαν και τον έκαναν να ντραπεί. Όταν τελείωσε το σχολείο, πήγε στην πόλη, γιατί έπρεπε να συντηρήσει μάνα και αδερφή.  Έπιασε δουλειά σε έναν δικηγόρο, στην αρχή τον έστελνε για θελήματα, γρήγορα κατάλαβε ότι το μυαλό του έκοβε και τον παρότρυνε να σπουδάσει στη Νομική. Τη φίλη του την έβλεπε τα καλοκαίρια, αλλά κάτι είχε αρχίσει πια να τους χωρίζει.  Εκείνη μετά παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, δεν είχε θέση στη ζωή της. Πριν ένα χρόνο έμαθε ότι πήρε διαζύγιο και είχε κάπως θυμώσει που δεν απευθύνθηκε σε εκείνον. Τώρα έχασε και τη μάνα της, απανωτές απώλειες, σκέφτηκε.
Κι ύστερα πήγε στην τραπεζαρία όπου τον περίμενε ο φορητός υπολογιστής του και ένα σωρό νομικά έγγραφα. Βυθίστηκε στη δουλειά για ώρες και το βράδυ έφτιαξε κάτι πρόχειρο να φάει και έπεσε για ύπνο κουρασμένος και χωρίς σκέψεις.

                                                iv

               
Απόγευμα. Της επόμενης μέρας. Θα έφευγε τη Δευτέρα τα ξημερώματα και θα πήγαινε κατευθείαν στο γραφείο του. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα αλλά η σκέψη της επιστροφής στην πόλη τον έκανε να σκεφτεί πάλι τον ανιψιό του και να βυθιστεί στην απελπισία. Τι θα έκανε με αυτό το παιδί; Γιατί δεν τον άκουγε; Αν δεν ακολουθούσε τα βήματά του, που θα οδηγείτο; Τον τρόμαζε η σκέψη ότι δεν θα τον είχε κοντά του. Πώς θα τον πρόσεχε τώρα; Τον πρόσεχε από τότε που ήταν μικρός, του μάθαινε πράγματα, τον βοηθούσε. Ήταν για εκείνον γιος και η περιφρόνησή του νεαρού τον είχε πληγώσει βαθιά. Θα μπορούσε να είχε επιβιώσει και χωρίς αυτόν, του είχε πει. Δεν άντεχε να σκέφτεται αυτά τα λόγια.
                Όσο η απελπισία του μεγάλωνε, τόσο πιο γρήγορα περπατούσε. Ήταν σε καλή φυσική κατάσταση για την ηλικία του, γιατί έκανε προσεγμένη ζωή χωρίς καταχρήσεις. Πέρασε και τα τελευταία σπίτια του χωριού αλλά δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Η μέρα ήταν όμορφη και όλα γύρω του καταπράσινα και ανθισμένα. Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε σε ένα ξωκλήσι, στο οποίο είχε χρόνια να πάει. Εδώ θα ξεκουραστώ, σκέφτηκε αλλά η κούραση ήταν βαθιά μέσα του.
                Προχώρησε προς το εκκλησάκι και τότε ξεχώρισε μια φιγούρα καθισμένη στο πεζούλι και σκυμμένη. Στην αρχή σκέφτηκε να φύγει, δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν, ούτε και να ενοχλήσει κάποιον που αναζήτησε εκεί την ησυχία. Όμως συνέχισε να προχωράει και η φιγούρα γινόταν όλο και πιο ευδιάκριτη μορφή, ήταν γυναίκα, στην ηλικία του με καστανόξανθα μαλλιά ως τους ώμους και μαύρα ρούχα. Τον κοίταζε κι εκείνη. Προχώρησε κι άλλο γιατί καμιά φορά το σώμα μας καταλαβαίνει και αντιδρά πριν το μυαλό συμπεράνει. Ήταν η φίλη του. Η αγαπημένη, παιδική του φίλη που την προηγούμενη μέρα έχασε τη μητέρα της.
                Την πλησίασε και κοιτάχτηκαν. Ένιωθε άβολα και δεν ήξερε τι να της πει. Συλλυπητήρια για τη μητέρα σου, άκουσε τη φωνή του. Σ’ ευχαριστώ, απάντησε εκείνη και η φωνή της ήταν ραγισμένη. Η κηδεία θα γίνει αύριο, του είπε. Περιμένω να έρθουν οι κόρες μου, η μία σπουδάζει σε μακρινή πόλη. Θα ήθελα πολύ να έρθω αλλά αύριο πρέπει να είμαι στο γραφείο, είπε και  ένιωσε να κοκκινίζει ολόκληρος από ντροπή. Ναι, καταλαβαίνω, είπε εκείνη, δεν πειράζει. Έμειναν πάλι για λίγο αμίλητοι στην ησυχία ώσπου εκείνη άρχισε να κλαίει. Κάθισε στο πεζούλι δίπλα της. Ένιωθε αμήχανα αλλά δεν μπορούσε να μην συνδεθεί κάπως μαζί της γιατί είχαν μεγαλώσει μαζί και κάποτε αγαπούσε ο ένας τον άλλον.
                Και ξαφνικά άρχισαν να μιλάνε. Για τη μητέρα της αρχικά, ύστερα για τη δική του μητέρα, μετά για τα παιδικά τους παιχνίδια, για άλλους φίλους που είχαν τότε, για τις δουλειές τους, για τις κόρες της και για το διαζύγιο, που μετά από τόσα χρόνια γάμου ήταν επώδυνο και χρονοβόρο. Κι ύστερα αυτός της είπε για τον ανιψιό του. Για την ανησυχία του και την απελπισία του, τους φόβους του για το μέλλον και την κοπέλα του που ασκούσε κακή επιρροή πάνω του. Εκείνη φάνηκε να δείχνει κατανόηση και χαμογέλασε. Αχ, από μικρός ήθελες να τα τακτοποιείς όλα. Δυστυχώς δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις ζωές των άλλων και απόλυτα ούτε καν τη δική μας ζωή. Συνήθως όταν είσαι νέος ερωτεύεσαι άτομα ακατάλληλα. Και τότε εκείνος σκέφτηκε ότι όταν ήταν νέος δεν ερωτεύτηκε γιατί τα καθήκοντα ήταν πολλά και όταν μετά είχε μεγαλώσει οι σχέσεις που έκανε απέτυχαν. Του ήταν δύσκολο να προσαρμόζει τον εαυτό του στις επιθυμίες και τις συνήθειες των συντρόφων του και να μοιράζεται τη ζωή του. Και μετά για έναν απροσδιόριστο λόγο σκέφτηκε τον πατέρα του. Ίσως ο πατέρας μου ερωτεύτηκε σε εκείνο το λιμάνι και ξεκίνησε μια νέα ζωή. Ίσως εκείνος είχε στείλει το γράμμα. Είναι άσχημο που δεν θα μάθεις ποτέ, ψιθύρισε εκείνη. Ναι, απάντησε και ξερόβηξε. Μετά σιώπησαν και οι δύο για λίγη ώρα. Πάμε καλύτερα, είπε, θα σκοτεινιάσει σε λίγο.
Ο ουρανός είχε αρχίσει να κοκκινίζει και σε λίγο θα νύχτωνε. Γύρισε και κοίταξε μια τελευταία φορά το λευκό εκκλησάκι. Σηκώθηκαν και άρχισαν να περπατούν δίπλα-δίπλα αμίλητοι. Τα χρώματα της δύσης ήταν όμορφα μελαγχολικά. Ήταν και οι δύο λυπημένοι. Ήθελε να της πιάσει το χέρι, όπως όταν ήταν παιδιά και έπαιζαν τους παντρεμένους. Δεν τόλμησε, όμως. Έκλεισε σφιχτά την παλάμη του. Εκείνη σαν να το διαισθάνθηκε τον έπιασε από το μπράτσο.
Ο ουρανός από πάνω τους σκούραινε όλο και πιο πολύ και τα δέντρα γύρω άρχισαν να δείχνουν πιο άγρια. Περπάτησαν σκυφτοί ο ένας δίπλα στον άλλον. Μέχρι που το απόγευμα χάθηκε στο σκοτάδι.