Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Κλαδί Αμυγδαλιάς


          Στεκόταν απέναντι από ένα άδειο τελάρο και ένιωθε το μυαλό του χαμένο και άδειο. Ακουγόταν μόνο μουσική από το μικρό ραδιόφωνο στο τραπέζι του εργαστηρίου του. «Η έμπνευση είναι κάτι έξω από εσένα», του έλεγε συχνά ο δάσκαλός του. «Δεν μπορείς να τη φέρεις όσο κι αν προσπαθείς με το μυαλό. Όταν η καρδιά σου είναι γεμάτη και έτοιμη, οι πίνακές σου θα γεμίσουν χρώματα χωρίς να το καταλάβεις.» Είχε τόσο δίκιο. Αλλά εκείνος ήθελε εκείνη τη βραδιά πάση θυσία να ζωγραφίσει.
           Καμιά εικόνα δεν του ερχόταν στο μυαλό, καμιά ανάμνηση. Μέσα του ένιωθε συναισθήματα παγωμένα που αρνιούνταν να πάρουν μορφή, αρνιούνταν να γίνουν εικόνες και χρώματα. Εκνευρισμένος πέταξε κάτω το πινέλο και κάθισε στη σπαστή καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Άναψε ένα τσιγάρο και αφέθηκε στην όμορφη μελωδία  του ραδιοφώνου που δυστυχώς τελείωσε γρήγορα. Ένιωθε μόνος και ήταν σαν να μην είχε φωνή να μιλήσει.
                Ήταν νέος και δεν ένιωθε νέος. Του έλεγαν πως είχε ταλέντο αλλά εκείνος ποτέ δεν έμενε από τον εαυτό του ευχαριστημένος. Οι πίνακές του ήταν για εκείνον εικόνες θλίψης πίσω από τους οποίους μπορούσε να κρυφτεί. Η ζωγραφική ήταν η φωνή του και ήταν ένας άνθρωπος που πολύ λίγο μιλούσε στην καθημερινότητά του. Κάποιοι τον χαρακτήριζαν ιδιόρρυθμο, άλλοι ενδιαφέροντα καλλιτέχνη. Εκείνος προτιμούσε να μην αυτοχαρακτηρίζεται. Δεν ήθελε να ασχολείται με τον εαυτό του γιατί ο εαυτός του δεν του άρεσε. Δεν ήθελε να ασχολείται με πολλά πράγματα σε αυτή τη ζωή. Αυτό ήταν ένας από τους λόγους που την έχασε τότε.
                «Είσαι μονίμως σε έναν κόσμο δικό σου», του είχε πει κάποτε συγχυσμένη. «Λες και δεν σε αφορά αυτή η ζωή. Σε ενδιαφέρει περισσότερο ένα κλαδί αμυγδαλιάς από ό,τι το μέλλον σου». Ναι, είχε δίκιο. Δεν σκεφτόταν ποτέ το μέλλον. Σαν να νόμιζε ότι θα έμενε για πάντα παιδί. Εκείνο το κλαδί αμυγδαλιάς που κάποτε ζωγράφισε το αγάπησε πραγματικά. Σαν άνθρωπο. Πάνω στο τραπέζι του εργαστηρίου του είχε πάρει για εκείνον ζωή. Μελετούσε για ώρες τα λευκά του ανθάκια, τα μικρά κλαδιά, κοιτούσε το φως του ήλιου πώς έπεφτε πάνω τους και τις σκιές που σχηματίζονταν στον τοίχο το βράδυ. Και όταν λίγες μέρες μετά έπεσαν σιγά-σιγά τα πέταλα πάνω στο τραπέζι, είχε λυπηθεί σαν να είχε χάσει κάτι. Τον πίνακα της τον είχε χαρίσει, αλλά όταν χώρισαν του τον έστειλε πίσω. Τον είχε καταχωνιασμένο πίσω από άλλους σκονισμένους, παλιούς του πίνακες.
                Το τσιγάρο του μίκρυνε ώσπου δεν είχε τίποτε άλλο να καπνίσει. Το έσβησε στο μισογεμάτο τασάκι και ξαναπήρε το πινέλο. Το λευκό τελάρο τον κοιτούσε εχθρικά. Όχι, δεν ήθελε να σκέφτεται, έπρεπε να ζωγραφίσει. Το χέρι του όμως κρεμόταν ακίνητο και δεν μπορούσε να το ορίσει. Οι μελωδίες στο ραδιόφωνο ήταν μελαγχολικές και ζέσταιναν λίγο το παγωμένο εργαστήριο.
                Ήταν κάτι που ποτέ δεν του άρεσε να κάνει, ωστόσο έπρεπε να αναρωτηθεί τι του συνέβαινε. Γιατί δεν μπορούσε να ζωγραφίσει. Εκείνο το απόγευμα είχε επισκεφθεί τον δάσκαλό του. Του είχε πει ότι εκείνη παντρευόταν. Το είχε πει ψυχρά και αδιάφορα, όπως και ένιωθε.
«Πόσος καιρός πέρασε από τότε που χωρίσατε;», τον ρώτησε εκείνος και τα φρύδια του έσμιξαν.
«Ένας χρόνος, νομίζω. Ξέρεις ότι δεν τα πάω καλά με τον χρόνο.»
Και ήταν αλήθεια. Κάποιες φορές μια μέρα του φαινόταν ατέλειωτη κι άλλες είχαν περάσει δυο μήνες και δεν το είχε καταλάβει. Ο χρόνος μετριόταν πάνω στους πίνακες που ζωγράφιζε. Μια μονάδα χρόνου ξεκινούσε με την πρώτη γραμμή, την πρώτη πινελιά και τελείωνε, όταν κοιτούσε από μακριά το έργο του ολοκληρωμένο.
«Και ποιον παντρεύεται;»
«Εκείνον τον παιδικό της φίλο, που ποτέ δεν συμπάθησα. Ήταν για χρόνια ερωτευμένος μαζί της. Έλεγε πως τον έβλεπε σαν αδερφό.»
«Νομίζω πως θα προτιμούσε να παντρευτεί εσένα.»
«Δεν είπε ποτέ κάτι τέτοιο.»
«Σου είχε ζητήσει να μείνετε μαζί.»
«Ξέρεις πως δεν θα μπορούσα να μείνω με άλλον άνθρωπο. Πολλές φορές ζωγραφίζω όλη τη νύχτα και κοιμάμαι την ημέρα. Μπορεί να περάσουν δυο μέρες και να μην έχω φάει. Δεν μου αρέσει να μιλάω πολύ και εκείνη ήθελε συνεχώς να μιλάμε. Θα ήταν ένας εφιάλτης και για τους δυο μας.»
«Την είχες ερωτευτεί, όμως. Έτσι δεν είναι;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί.»
«Έχεις ένα συρτάρι γεμάτο με σκίτσα που δείχνουν το πρόσωπό της.»
«Ναι.»
«Ήταν η μοναδική μακροχρόνια σχέση που έκανες. Δεν άντεξες ποτέ καμιά άλλη γυναίκα για πάνω από τρεις μήνες.»
«Ναι.»
«Είναι κρίμα.»
Δεν απάντησε.  Ο δάσκαλός του τον κοιτούσε λυπημένος.
«Θα πρέπει να σε πονάει κάπως αυτό που συμβαίνει.»
Πάλι δεν απάντησε. Γύρισε το βλέμμα του στο παράθυρο. Έβρεχε.
                Ο δάσκαλός του ήταν για εκείνον σαν δεύτερος πατέρας. Με τον πατέρα του δεν είχε ποτέ καλή σχέση. Πάντα τον απογοήτευε. Αδιαφορούσε για τα μαθήματά του, δεν του άρεσε ο αθλητισμός, ούτε ήταν καρδιοκατακτητής. Στην περίοδο της εφηβείας του κάποια φορά που είχε θυμώσει μαζί του για κάτι που τώρα δεν θυμόταν αν ήταν σοβαρό, τού είπε ότι συχνά αναρωτιόταν αν ήταν παιδί δικό του. Μάλλον θέλησε να τον χτυπήσει αλλά δεν το έκανε. Απλώς σήκωσε τους ώμους και έφυγε από το δωμάτιο. Η μητέρα του τους κοιτούσε αμίλητη στον καναπέ. Δεν συμμετείχε ποτέ σε συζητήσεις, δεν έκανε ποτέ κάτι παραπάνω από τις δουλειές του σπιτιού και ήταν σαν η ψυχή της να είχε γλιστρήσει από το σώμα της και να πετούσε κάπου μακριά, κάπου αλλού. Μοιάζεις στη μητέρα σου, του είχε πει ο δάσκαλός του στο πρώτο τους μάθημα. Είχε ένα εργαστήριο ζωγραφικής απέναντι από το σπίτι τους και στα δεκαπέντε του με ένα θάρρος που ήταν πρωτοφανές για εκείνον πήγε και του έδειξε τα σκίτσα του. Δεν έχω χρήματα για να σας πληρώνω, του είχε πει με το κεφάλι  κατεβασμένο. Δεν πειράζει, είχε απαντήσει ο δάσκαλος. Θα με πληρώσεις όποτε μπορέσεις. Όταν πούλησε τον πρώτο του πίνακα στα δεκαεννιά του, έτρεξε στο εργαστήριό και λαχανιασμένος του έδωσε τον φάκελο. Ο δάσκαλος τον πήρε συγκινημένος. Τα δέχομαι για να μην νιώθεις ότι μου χρωστάς, του είπε. Λίγο μετά τον προσέλαβε στο εργαστήριο για να τον βοηθάει στα μαθήματα. Ο μισθός του φυσικά δεν ήταν μεγάλος, κατάφερε όμως να νοικιάσει ένα διαμέρισμα με δυο δωμάτια σε μια πολύ παλιά πολυκατοικία. Στο ένα κοιμόταν, το άλλο ήταν το εργαστήριό του. Και αυτή η ζωή του αρκούσε.
                «Λοιπόν, είσαι λυπημένος;», τον ρώτησε ο δάσκαλος, ενώ έξω η βροχή ακουγόταν δυνατά.
«Ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να τα συζητάω αυτά.»
«Την είχες αγαπήσει και είναι φυσιολογικό τώρα να πονάς. Μην αρνείσαι τον πόνο σου γιατί θα γιγαντωθεί κάποτε και θα σε κατασπαράξει.»
«Δεν λυπάμαι, δεν πονάω. Πιστεύεις ότι θα μπορούσα εγώ να την παντρευτώ;»
«Δεν ξέρω.»
«Δεν έχει νόημα να μιλάμε για αυτά. Κάποια στιγμή κουράστηκε, έφυγε. Τώρα παντρεύεται τον παιδικό της φίλο που τον έβλεπε σαν αδερφό. Δεν ζηλεύω. Μπορεί και να τη λυπάμαι.»
«Δεν πρέπει να φοβάσαι να ζεις.»
«Είμαι ικανοποιημένος με τη ζωή μου.»
«Είσαι μόνος.»
«Έχω τους πίνακές μου. Τη δουλειά μου εδώ. Λίγους φίλους για να βγαίνω πού και πού. Εσένα. Δεν θέλω οικογένεια. Δεν θέλω και δεν μπορώ να κάνω.»
«Εντάξει, δεν επιμένω. Απλώς, καμιά φορά ανησυχώ για σένα. Είναι σαν να ξεγλιστράς από τη ζωή.»
«Κι εσύ μόνος σου ζεις.»
«Και είναι κάτι για το οποίο έχω μετανιώσει.»
«Κι αν είχες πάρει άλλο δρόμο, ίσως και γι’ αυτό να μετάνιωνες.»
«Ίσως», είπε ο δάσκαλος και ξερόβηξε. Μάλλον κάποιο παλιό έρωτα σκέφτηκε και τα μάτια του σκοτείνιασαν.
Σηκώθηκε και φόρεσε το παλτό του.
«Τα λέμε αύριο στο μάθημα», είπε και γύρισε να φύγει.
«Εντάξει, να προσέχεις», είπε ο δάσκαλος και τον συνόδευσε ως την πόρτα. Έξω η βροχή είχε σταματήσει και μύριζε όμορφα.
                Αυτή τη συζήτηση άκουσε πολλές φορές στο μυαλό του. Το τασάκι του τώρα είχε γεμίσει, στο ραδιόφωνο τα τραγούδια τελείωναν ένα-ένα. Το άδειο τελάρο συνέχιζε να τον κοιτάζει παγερά. Στο σώμα του σαν να πονούσε αλλά με έναν πόνο που δεν ήταν από το σώμα. Και σαν να μην μπορούσε να κυλήσει ο χρόνος. Και συνέβαινε αυτό που ήταν για εκείνον εφιάλτης. Δεν μπορούσε να ζωγραφίσει.
                Εκνευρισμένος πήγε και άνοιξε το συρτάρι. Όχι, δεν ήθελε να το κάνει αυτό αλλά έπρεπε. Το σώμα του τον οδηγούσε στα σκίτσα της. Τα χέρια του έτρεμαν λίγο, μάλλον από εκνευρισμό. Άρχισε να τα κοιτάζει ένα ένα. Μπορούσε να θυμηθεί κάθε στιγμή που τη ζωγράφιζε. Κάθε γωνία του προσώπου της, κάθε χαμόγελό της, κάθε σκιά στα μάτια της και κάθε βλέμμα. Τα κράτησε για ώρα, θυμήθηκε πώς ένιωθε κοντά της. Κι ύστερα πήγε στους σκονισμένους πίνακες. Βρήκε πίσω-πίσω τον πίνακα με το κλαδί της αμυγδαλιάς. Σκέφτηκε να τον τυλίξει και να της τον στείλει. Δώρο γάμου, να γράψει στην κάρτα. Τι νόημα είχε; Δεν ήθελε να τον έχει. Το είχε ζωγραφίσει για εκείνη. Είχε για μέρες παλέψει για να ζωγραφίσει κάτι για εκείνη που να θυμίζει την άνοιξη. Αυτό ήταν ό,τι πιο πολύ μπορούσε να κάνει. Και αυτό το είχε πάρει πίσω. Κρίμα, σκέφτηκε.
           Και τότε κατάλαβε πως πονούσε. Πήρε το πινέλο και πλησίασε το λευκό τελάρο. Τώρα τον κοιτούσε όπως κοιτάζει έναν άνθρωπο πληγωμένο ο καλύτερος του φίλος, όταν ετοιμάζεται να τον αγκαλιάσει.



                                

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Αρρυθμίες


                                       i

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πολλές φορές όταν έμπαινε στο γραφείο του της συνέβαινε αυτό. Συνήθως ήταν από το άγχος για κάτι επαγγελματικό. Ήθελε να είναι καλή στη δουλειά της και να μην κάνει λάθη. Όταν πήγαινε να του μιλήσει για κάτι που δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρό, αγχωνόταν επειδή θα τον έβλεπε και πάλι η καρδιά της χτυπούσε. Το αφεντικό της ήταν ένας άντρας όχι ιδιαίτερα ωραίος αλλά ούτε κι άσχημος, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της, με μάτια καλοσυνάτα και καθαρά. Και γι’αυτό μάλλον τον είχε ερωτευτεί. Για την καλοσύνη του. Θα μπορούσε να είναι πατέρας της αλλά αυτό ήταν κάτι στο οποίο δεν έδινε καμιά σημασία. Άλλωστε ήταν ένας έρωτας χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον, χωρίς καμία υπόσταση πραγματική. Ήταν παντρεμένος, είχε δύο παιδιά και την έβλεπε περισσότερο σαν μικρή του ανιψιά παρά σαν γυναίκα. Εκείνη ούτε κατά διάνοια δεν ήταν η γραμματέας που διαλύει σπίτια και αρνιόταν ακόμη και να τον φανταστεί να την αγγίζει. Είχε ανάγκη όμως να νιώθει ερωτευμένη, να σκέφτεται κάποιον το βράδυ ακούγοντας μουσική πριν κοιμηθεί και τα πρωινά να προσέχει τι ρούχα θα βάλει, να χτενίζεται όμορφα και να λαχταρά να πάει στη δουλειά για να τον βλέπει. Αν καμιά φορά το μυαλό της πήγαινε λίγο πιο μακριά και φανταζόταν για λίγο πως η γυναίκα του τον άφηνε και έμενε μόνος, ελεύθερος και ευάλωτος, την έπιανε πανικός για τα δυο του παιδιά που τα είχε δει κάποιες φορές και της είχαν φανεί πολύ χαριτωμένα. Πώς θα ζούσαν χωρίς τον πατέρα τους; Είχε μεγάλη ευαισθησία στο θέμα γιατί ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν ήταν τριών χρόνων και αυτή η απώλεια άφησε για πάντα μέσα της ένα παιδικό παράπονο που αποζητούσε συνεχώς αυτό που ποτέ δεν γνώρισε. Πέραν αυτού ήταν ανίκανη να αποπλανήσει και ούτε και της άρεσε ο ρόλος της μητριάς. Οπότε αυτός ο έρωτας ούτε στη φαντασία της γινόταν ποτέ έρωτας σαρκικός και όταν καμιά φορά τον ονειρευόταν απλώς της χάιδευε τα μαλλιά.

«Πέρασε.», άκουσε τη φωνή του κι ένιωσε μια ταραχή.
«Μπορώ να σας απασχολήσω λίγο;», του είπε και η ανάσα της είχε κοπεί.
«Ναι, φυσικά.»
«Μπορώ να φύγω λίγο νωρίτερα σήμερα;»
«Συμβαίνει κάτι;» τη ρώτησε εκείνος.
«Να… Πρέπει να πάω τη γιαγιά μου στον γιατρό… Η μητέρα μου λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι.  Και η γιαγιά έκλεισε νωρίς ραντεβού και…»
«Τι ώρα είναι;» είπε εκείνος και κοίταξε το ρολόι του.
«Τρεις και μισή», απάντησε εκείνη και θαύμασε για ακόμη μια φορά τα μακριά του δάχτυλα που έπαιζαν με ένα μολύβι.
«Ναι, μπορείς να φύγεις και τώρα αν τελείωσες τη δουλειά σου.»
«Σας ευχαριστώ πολύ», του χαμογέλασε και κατέβασε αμέσως τα μάτια.
«Μπράβο σου πάντως που φροντίζεις τη γιαγιά σου.»
«Με έχει μεγαλώσει, ξέρετε. Δηλαδή βοήθησε πολύ τη μαμά μου να με μεγαλώσει. Της έχω αδυναμία.»
       Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και διέκοψε τη  σπάνια αυτή στιγμή στην οποία εκείνη έλεγε κάτι για τον εαυτό της.  Εκείνος σήκωσε το τηλέφωνο και της έγνεψε με το κεφάλι ότι μπορούσε να φύγει. Βγήκε από το γραφείο του και έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της.

                                                                ii
               
                Στο γεμάτο βαγόνι του μετρό φορούσε τα μεγάλα μαύρα της γυαλιά. Ένιωθε πιο ασφαλής έτσι. Δεν ήθελε να βλέπουν τα μάτια της. Όταν ήταν έφηβη, ένας νεαρός της είχε πει στο λεωφορείο ότι είχε όμορφα, μελαγχολικά μάτια και την είχε ρωτήσει τι σκεφτόταν. Τον είχε κοιτάξει με έκπληξη χωρίς να απαντήσει και είχε νιώσει κάπως σαν γυμνή. Κι αν ήταν μελαγχολική δεν ήθελε η μελαγχολία της να είναι σε κοινή θέα. Ωστόσο εκείνη την ώρα δεν ένιωθε μελαγχολία αλλά μάλλον άγχος και ίσως και λίγο θυμό. Αυτό που είχε κάνει η γιαγιά της δεν ήταν καθόλου εντάξει.
                Η γιαγιά της είχε κλείσει ραντεβού με τον καρδιολόγο γιατί είχε πάλι αρρυθμίες. Και η μητέρα της έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι. Και ο καρδιολόγος αυτός δεν ήταν άλλος από τον καρδιολόγο, τον γιο της φίλη της, για τον οποίο τόσα άκουγε τους τελευταίους μήνες. Λαμπρός επιστήμονας και γοητευτικός άντρας. Από καλή οικογένεια πάνω από όλα. Τώρα που άνοιξε και το ιατρείο και όλα πηγαίνουν καλά μένει πια μόνο να παντρευτεί. Μια καλή κοπέλα θέλει η φίλη της για νύφη, από καλή οικογένεια πάνω από όλα, μορφωμένη και ήσυχη. Στο παρελθόν είχε μπλέξει με ένα παλιογύναιο, ευτυχώς την ξεφορτώθηκαν.   Γιαγιά, δεν θέλω ακόμη να παντρευτώ, έλεγε εκείνη κι ένιωθε κάτι στον λαιμό της να την πνίγει. Πρέπει να παντρευτείς, πρέπει. Να σε δω νυφούλα και να ησυχάσω κι εγώ. Αλλιώς θα πεθάνω και το μυαλό μου θα είναι εδώ. Γιαγιά, μην λες ότι θα πεθάνεις, σε παρακαλώ. Αν δεν παντρευτείς, θα πεθάνω από τον καημό, αυτό είναι σίγουρο. Ο θάνατος της γιαγιάς ήταν το χαρτί που έπεσε στο τραπέζι και την έκανε να υποχωρήσει με βαριά καρδιά και να  δεχτεί να τη συνοδέψει στον καρδιολόγο. Γιατί την προηγούμενη μέρα της τηλεφώνησε ταραγμένη και με κομμένη την ανάσα της είπε ότι δεν μπορούσε να περιμένει να επιστρέψει η μητέρα της από το επαγγελματικό ταξίδι, οι αρρυθμίες ήταν σοβαρές, ο θάνατος ήταν κοντά, δεν είχαν χρόνο, έπρεπε να γνωρίσει τον καρδιολόγο.
                Τώρα φορώντας τα μαύρα της γυαλιά μέσα στο γεμάτο βαγόνι του μετρό ένιωθε να τη σπρώχνουν και να μην μπορεί να αναπνεύσει.

                                                               
                 iii

                Η γιαγιά την περίμενε έξω από την πολυκατοικία στην οποία βρισκόταν το ιατρείο του καρδιολόγου. Η χθεσινή ταραχή της ήταν μεγάλη, όμως, σήμερα ήταν καλά. Μην έρθεις να με πάρεις, της είπε στο τηλέφωνο. Θα πάω πριν μια βόλτα στα μαγαζιά και θα τα πούμε απ’ ευθείας εκεί. Της έδωσε τη διεύθυνση και το έκλεισε πριν προλάβει να της πει οτιδήποτε. Το έκανε αυτό η γιαγιά. Δεν την άφηνε να μιλήσει. Τώρα την κοιτούσε και τα μάτια της έλαμπαν.
«Σου πήρα ένα δωράκι γιατί είσαι καλή εγγονή και με φροντίζεις», είπε και της έδωσε μια σακούλα από ένα ακριβό κατάστημα ρούχων.
«Γιαγιά, δεν πρέπει να κουράζεσαι…»
«Χρυσό μου, ξέρεις ότι τα ψώνια ήταν πάντα ξεκούραση για μένα», είπε η γιαγιά και κοιτάχτηκε στο τζάμι της πολυκατοικίας για να στρώσει τα μαλλιά της.
«Γιαγιά, η μαμά λέει ότι με κοροϊδεύεις και νομίζω ότι έχει δίκιο», είπε εκείνη και η φωνή της βγήκε τσιριχτή.
«Μα χθες ήμουν χάλια. Είχα πόνο στο στήθος, ζαλιζόμουν, ένιωθα κατάκοπη. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Πεθαίνω, σκεφτόμουν. Πεθαίνω και δεν πάντρεψα ακόμη το κοριτσάκι μου…»
«Γιαγιά, μην αρχίζεις πάλι, σε ικετεύω…» η φωνή της τώρα ήταν παρακλητική.
«Θα δούμε τον γιατρό τώρα και θα ηρεμήσω.»
«Γιαγιά, για τις αρρυθμίες σου πάμε ή για να μου κάνεις προξενιό;»
«Και για τα δύο.»
«Γιαγιά, σε παρακαλώ», ήθελε μέσα στη μέση του δρόμου να ουρλιάξει αλλά ποτέ στη ζωή της δεν είχε ουρλιάξει.
«Αν δεν βάλει το χέρι του τρίτο άτομο, γάμος δεν γίνεται. Εγώ αυτό ξέρω. Κάτι παραπάνω θα ξέρω από σένα, κοριτσάκι μου, τόσα χρόνια που ζω.»
«Γιαγιά, είμαι μικρή για να παντρευτώ. Και όταν παντρευτώ, θέλω να τον διαλέξω εγώ τον άντρα μου. Δεν με έχεις ικανή;»
«Όχι και τόσο.»
«Γιαγιά!», σαν λίγο να φώναξε αλλά δεν το άντεξε. Χτύπησε το κουδούνι του γιατρού με χέρι που σχεδόν έτρεμε και έβαλε το σώμα της μπροστά στην πόρτα της εισόδου για να ανοίξει.
«Αν κρίνω από τις προηγούμενες επιλογές σου, όχι, δεν σε έχω ικανή να βρεις σωστό άντρα να παντρευτείς.»
         Για μια ακόμη φορά στη ζωή της ευχήθηκε να μπορούσε να είναι επιλεκτικά κουφή. Να μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και όσο η γιαγιά επαναλάμβανε για χιλιοστή φορά πόσο άχρηστοι ήταν οι δύο πρώην της να μην ακούει τίποτα.  Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν και οι δύο μέσα, η γιαγιά με κάποια δυσκολία, γιατί είχε πολλές χάρτινες σακούλες στα χέρια.
                Όσο περίμεναν το ασανσέρ, αλλά και μέσα στο ασανσέρ η γιαγιά απαριθμούσε για πολλοστή φορά τα ασυγχώρητα ελαττώματα των δυο αντρών, που εκείνη κάποτε είχε αγαπήσει.  Εντάξει, δεν ήταν τέλειοι και το ήξερε, ο δεύτερος μάλιστα την είχε απατήσει και μετά την έβαλε να του ζητήσει συγγνώμη αλλά όταν μιλούσε έτσι για εκείνους η γιαγιά, δεν άντεχε. Το ασανσέρ έφτασε στον πέμπτο όροφο, η γιαγιά επιτέλους σιώπησε.
                Μπροστά στην πόρτα του γιατρού η γιαγιά χτύπησε το κουδούνι κι εκείνη ήθελε να τρέξει για κάπου πολύ μακριά.               

                                                                                iv

«Την εξέτασα τη γιαγιά σου. Πέρασε αν θέλεις για να συζητήσουμε.» Ο γιατρός ήταν πίσω από τη συρόμενη πόρτα και της χαμογελούσε. Ήταν όπως τον φανταζόταν, λεπτός, με ευγενική φυσιογνωμία.
Μπήκε μέσα νιώθοντας άγχος. Παρακαλούσε μέσα την να μην πει κάτι η γιαγιά που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση. Αλλά αυτό ήταν μάλλον απίθανο. Σχεδόν πάντα η γιαγιά έλεγε πράγματα που την έφερναν σε δύσκολη θέση, πόσο μάλλον σε αυτήν την επίσκεψη που ήταν σίγουρη πως είχε μεθοδεύσει με τη φίλη της, τη μητέρα του γιατρού.
«Κάθισε», της είπε και κάθισε κι εκείνος στην καρέκλα πίσω από το γραφείο του.
Η γιαγιά απέναντί του χαμογελούσε. Δεν άντεχε να τη βλέπει και  κοίταξε τον χώρο γύρω της. Ήταν απλός και απέπνεε ηρεμία.
«Αυτή είναι η εγγονή μου, γιατρέ. Σας μίλησα την άλλη φορά. Πριν τρία χρόνια τελείωσε το πανεπιστήμιο. Πρώτη βγήκε.»
«Γιαγιά στη δευτέρα γυμνασίου είχα βγει πρώτη», είπε και ένιωσε ένα κοκκίνισμα να απλώνεται στο πρόσωπό της.
«Ε, είμαι γριά και δεν θυμάμαι. Τέλος πάντως, είναι το καλύτερο κορίτσι, γιατρέ. Βλέπετε πως με προσέχει. Και νοικοκυρά πολύ. Τυχερός αυτός που θα την πάρει…»
Ένιωθε το κεφάλι της να βράζει από την ντροπή. Ήθελε να εξαφανιστεί. Απέφυγε το βλέμμα του γιατρού και συγκέντρωσε το βλέμμα της στο πορτατίφ πάνω στο γραφείο. Η γιαγιά συνέχισε για λίγο να την επαινεί και λίγο μετά είπε.
«Εμένα να με συγχωρείτε λίγο. Θέλω να πάω στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ. Πείτε τα εσείς οι νέοι…»

Ο γιατρός της έδειξε πού ήταν η τουαλέτα. Μετά επέστρεψε και ξανακάθισε στο γραφείο του.
«Λοιπόν, η γιαγιά σου είναι καλά… Οι αρρυθμίες είναι καλοήθεις, δεν κινδυνεύει.»
«Αυτό μου λέει και η μαμά μου. Αλλά εγώ φοβάμαι…»
«Να μην φοβάσαι.»
Ακολούθησαν λίγα λεπτά αμήχανης σιωπής. Ο γιατρός ξερόβηξε.
«Άκου, ξέρω ότι πίσω από αυτήν την επίσκεψη κρύβεται η μητέρα μου. Ξέρω τι λένε με τη γιαγιά σου. Είναι αστείο αν το σκεφτείς.»
Εκείνη δεν μπορούσε να γελάσει. Ντρεπόταν πολύ.
«Μην νιώθεις άσχημα. Είναι πραγματικά αστείο. Η μητέρα μου μού μιλάει εδώ και μήνες για σένα. Δεν συμπαθούσε καθόλου την προηγούμενη μου σχέση. Γίνεται τυραννική μερικές φορές. Αλλά τι να την κάνω, με μεγάλωσε μόνη της και της έχω αδυναμία.»
Για μια στιγμή είδε στο βλέμμα του μια θλίψη που της θύμισε κάτι από τη δική της θλίψη.
«Και η γιαγιά μου το ίδιο. Η μαμά μου έχει σταματήσει να ασχολείται μαζί της. Στην αρχή της έβαζε τις φωνές και της έλεγε ότι θα μας πεθάνει όλους. Τώρα της μιλάει μόνο για τα απαραίτητα και δεν της δίνει σημασία.»
«Από αγάπη το κάνουν. Εκείνες έτσι νομίζουν πως είναι η αγάπη.»
«Είναι όμως πνιγηρό.»
«Το ξέρω. Όμως μπορείς να γελάσεις με αυτό.  Όπως και να΄ χει εσύ μου φαίνεσαι πολύ μικρή για γάμο. Κι εγώ νομίζω πως δεν θέλω να παντρευτώ άμεσα. Οπότε δεν κινδυνεύεις από μένα. Γιατί για να κάνεις το χατίρι της γιαγιάς σου εσύ θα ήσουν ικανή να με παντρευτείς, μου φαίνεται.»
Ξαφνικά άκουσε τον εαυτό της να γελάει. Ένιωσε το σώμα της χαλαρό μετά από πολλή ώρα. Είχε καιρό να νιώσει τόσο όμορφα. Κι εκείνη την όμορφη στιγμή μπήκε η γιαγιά φρεσκαρισμένη.
«Τι λένε τα πιτσουνάκια μου; Ελπίζω να μην σας διακόπτω.»
Έβαλαν και οι δυο τα γέλια.
                Ο γιατρός τις συνόδεψε ως την πόρτα.
«Να προσέχετε.», είπε στη γιαγιά.
«Ευχαριστώ πολύ, γιατρέ μου», είπε η γιαγιά και τη σκούντηξε για να μιλήσει κι εκείνη.
«Ευχαριστούμε.», είπε εκείνη δειλά.
«Θα τα ξαναπούμε.», είπε ο γιατρός και της έκλεισε το μάτι.
                Λίγα λεπτά αργότερα περπατούσε σε έναν πολυσύχναστο δρόμο και σκεφτόταν πως βαριόταν να πάει την άλλη μέρα στη δουλειά. Η γιαγιά δίπλα της μιλούσε ακατάπαυστα κι εκείνη γελούσε. 

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Pολόγια

           ξύπνημα
Κάπου βαθιά στο όνειρό της βλέπει ότι πνίγεται σε μια θάλασσα χωρίς νερό. Προσπαθεί να ανασάνει αλλά ούτε αέρας υπάρχει. Κάπως έτσι είναι να πεθαίνεις, σκέφτεται στον ύπνο, της, είναι τόσο τρομακτικό, δεν θέλω.  Το ξυπνητήρι χτυπάει, πετάγεται ιδρωμένη. Όνειρο ήταν, είμαι ασφαλής στο δωμάτιό μου. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά, κουλουριάζεται και περιμένει να ηρεμήσει. Όταν συνέρχεται τελείως κλείνει το ξυπνητήρι, σηκώνεται και πηγαίνει στο ντους.
            Το νερό πέφτει πάνω της λυτρωτικά. Ένα κακό όνειρο ήταν μόνο, σκέφτεται. Τον τελευταίο καιρό δεν κοιμάται καλά. Από τότε που εγχειρίστηκε ο πατέρας της. Αυτό την έχει επηρεάσει πολύ. Αλλά τα καταφέρνει. Πάντα τα καταφέρνει, έχει μάθει να τα καταφέρνει. Βγαίνει από το ντους και σκουπίζεται με μια σκούρα πετσέτα προσεκτικά. Κάνει ντους κάθε πρωί όταν ξυπνάει και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Οπωσδήποτε.
            Πηγαίνει να ντυθεί. Η ντουλάπα της γεμάτη σκούρα παντελόνια και σακάκια. Βάλε λίγο χρώμα στη ζωή σου, της λέει η μητέρα της, κάθε φορά που τη βλέπει. Η μητέρα της φοράει κόκκινα και ροζ και πορτοκαλί και όλοι της λένε πόσο νέα δείχνει. Η δουλειά μου με κρατά νέα, απαντά η μητέρα της με εκείνο το χαμόγελο που τόσο μισεί. Είναι υπέροχο να φέρνεις στον κόσμο νέες ζωές. Γερνάς, θέλει να της φωνάξει.
            Η μητέρα της είναι φημισμένη γυναικολόγος. Το γραφείο της είναι γεμάτο φωτογραφίες κόκκινων μωρών. Οι συνάδελφοι την εκτιμούν, οι έγκυες τη λατρεύουν γιατί είναι γλυκιά και καθησυχαστική. Η ίδια δεν τη θυμάται ποτέ στο σπίτι. Όταν η μητέρα της έμεινε έγκυος και παντρεύτηκε ήταν φοιτήτρια, μόλις δεκαεννιά χρόνων. Ο πατέρας της ήταν μεγαλύτερος. Καθηγητής μαθηματικών. Δίδασκε στο σχολείο απέναντι από το σπίτι τους.  Δεν ήθελε η γυναίκα του να εγκαταλείψει τις σπουδές της και ανέλαβε εκείνος  τη φροντίδα της με λίγη βοήθεια από την αδερφή του. Πριν δυο βδομάδες ο πατέρας της έκανε σοβαρή εγχείρηση στην καρδιά. Ο κίνδυνος ξεπεράστηκε όμως για εκείνη είναι σαν να γκρεμίστηκε κάτι μέσα της από πολύ ψηλά.
            Είναι ντυμένη και κοιτάζει τη λεπτή φιγούρα της στον καθρέφτη. Μαύρα ρούχα αυστηρά σε στιλ αντρικό. Τα μάτια της κουρασμένα, το δέρμα της άτονο. Μαλλιά ίσια και σκούρα καστανά μέχρι τους ώμους με μακριές αφέλειες. Το βλέμμα τις πέφτει στις γκρίζες τρίχες που πάλι μεγάλωσαν. Παίρνει το ψαλιδάκι και τις κόβει προσεκτικά. Ύστερα διαλέγει ένα από τα έξι ρολόγια που έχει προσεκτικά τακτοποιημένα στα κουτιά τους πάνω στην τουαλέτα της κρεβατοκάμαράς της. Το φοράει και φεύγει για τη δουλειά.
           
            στο αυτοκίνητο
            Κοιτάζει το ρολόι του αυτοκινήτου. Σε λίγα λεπτά θα είναι στο γραφείο. Δεν αργεί ποτέ και απαιτεί από τους υφισταμένους της να μην αργούν ποτέ κι εκείνοι. Βλέπει τον χρόνο σαν κάτι που μπορεί να πιάσει και να διαμορφώσεις όπως θέλει. Ποτέ δεν είχε πρόβλημα στο να προγραμματιστεί. Ούτε όταν μικρή και διάβαζε τα μαθήματά της, ούτε στο Πανεπιστήμιο, ούτε μετέπειτα στα δύο μεταπτυχιακά και φυσικά ούτε και στις δουλειές από τις οποίες πέρασε είχε ποτέ πρόβλημα με τον χρόνο. Γι’ αυτό άλλωστε έφτασε στη θέση που είναι τώρα στη μεγάλη πολυθνική εταιρεία. Μια θέση που κατά βάση προορίζεται για άντρες, με αρκετούς υφισταμένους και πολύ μεγάλο μισθό. Σε μια εποχή τεράστιας επαγγελματικής ανασφάλειας εκείνη νιώθει ασφαλής και ξέρει ότι στη δουλειά της είναι αν μη τι άλλο απαραίτητη.    
            Τα λεπτά στο ρολόι του αυτοκινήτου περνούν κι εκείνη αλλάζει σταθμούς αναζητώντας κάποιο τραγούδι στο ραδιόφωνο που να της αρέσει. Δεν της αρέσει κανένα και δεν αντέχει τη σάχλα των πρωινών εκπομπών. Κλείνει το ραδιόφωνο, σε λίγο άλλωστε φτάνει. Προσπαθεί μέσα στο μυαλό της να προγραμματίσει τη μέρα της. Σκέφτεται τα ραντεβού που έχει και τα τηλεφωνήματα που πρέπει να κάνει. Σήμερα είναι και η συνάντηση με τον γενικό διευθυντή. Θα πρέπει να του πει ποια τρία άτομα από το τμήμα της προτείνει να απολυθούν. Ακόμη δεν έχει αποφασίσει. Έχει πάνω από τρία άτομα στο μυαλό της που θεωρεί ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους και μένει τώρα να καταλήξει ποιοι περισσότερο. Όταν αποφασιστεί θα πρέπει να το ανακοινώσει εκείνη. Δεν της είναι ευχαριστώ αλλά πιστεύει ότι σε μια δουλειά πληρώνεσαι για να αποδίδεις. Και ναι, δεν μπορεί να νιώσει την απόγνωση ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας χωρίς εισόδημα γιατί και πριν η ίδια αρχίσει να βγάζει πολλά χρήματα, χάρη στη γυναικολόγο μαμά της που πληρωνόταν αδρά για να φέρνει νέες ζωές στον κόσμο πάντα είχε μια αρκετά άνετη ζωή.
           
            στο  διάδρομο               

            Κοιτάζει το ρολόι στο τέλος του διαδρόμου. Ήρθε δέκα λεπτά νωρίτερα αλλά δουλειά υπάρχει πάντα. Κρατάει το χαρτοφύλακά της και ένα χάρτινο ποτήρι με καφέ και με βιαστικά βήματα πηγαίνει προς το γραφείο της. Νιώθει ένα χέρι να την τραβάει. Τρομάζει για λίγο αλλά μετά καταλαβαίνει. Γυρνάει εκνευρισμένη.
«Με τρόμαξες», λέει στον ψηλό άντρα που την κοιτάζει στα μάτια.
«Θέλω να σου μιλήσω», της απαντά εκείνος.
«Όχι εδώ. Σου έχω πει ότι δεν θέλω να μιλάμε εδώ».
            Ο άντρας δουλεύει στο διπλανό τμήμα και έχουν ένα είδος ερωτικής σχέσης εδώ και έναν χρόνο. Είναι ένα είδος ερωτικής σχέσης και όχι σχέση γιατί δεν βγαίνουν ποτέ, μόνο τα Σάββατα πηγαίνει στο σπίτι της, πίνουν ένα ποτήρι κρασί ακούγοντας μουσική, συνευρίσκονται ερωτικά, έχει μετρήσει ότι διαρκεί συνήθως είκοσι λεπτά, μετά εκείνη σηκώνεται, κάνει ντους και ύστερα αλλάζει σεντόνια όσο εκείνος ντύνεται αμίλητος. Δεν ξέρει τι νιώθει για αυτόν και ούτε θέλει να ξέρει. Στο παρελθόν είχε δυο αποτυχημένες μακροχρόνιες σχέσεις και θεωρεί πώς στα σαράντα είναι πολύ μεγάλη πια για έρωτες. Οι συναντήσεις τους πάντα κοφτές και αναμενόμενες όσο οι χτύποι των έξι ρολογιών της που προσεκτικά τακτοποιημένα βρίσκονται στα κουτιά τους.
«Ήθελα να σε ρωτήσω για τον πατέρα σου.»
Τον κοιτάζει έκπληκτη.
« Έμαθα ότι εγχειρίστηκε. Δεν μου το είπες όταν ακύρωσες το ραντεβού μας το προηγούμενο Σάββατο.»
«Ναι, εγχειρίστηκε»
«Ήθελα να δω αν είσαι καλά.»
«Καλά είμαι.»
«Πέρασα κι εγώ τα ίδια με τη μητέρα μου πριν μερικά χρόνια, καταλαβαίνω.»
«Σ’ ευχαριστώ.»
«Αν θες να το συζητήσεις μπορούμε να βγούμε μετά τη δουλειά.»
«Ξέρεις ότι φεύγω αργά από τη δουλειά και δεν θέλω να συζητήσω τίποτα. Και σου έχω πει να μην μου μιλάς εδώ, δεν θέλω να καταλάβει κανείς τίποτα.»
«Ναι, το ξέρω. Συγγνώμη.»
Ο άντρας τραβάει το χέρι του που τόση ώρα είναι στο μπράτσο της και συνεχίζει να την κοιτάει στα μάτια. Τα λόγια του σαν να την τρυπάνε.
«Ήθελα απλώς να δω αν είσαι καλά». Και πάει να φύγει.
 «Θα τα πούμε το Σάββατο.  Τη γνωστή ώρα.» Ελέγχει με το βλέμμα αν τους άκουσε κανείς. Κοιτάζει το ρολόι στο τέλος του διαδρόμου και επιταχύνει το βήμα. Μόλις έχασε τα δέκα λεπτά που είχε κερδίσει.

            στο γραφείο
            Είναι μεσημέρι και πονάει το κεφάλι της. Κοιτάζει το ρολόι απέναντι από το γραφείο της και νιώθει το στομάχι της να σφίγγεται. Έχει κάποιες προθεσμίες πολύ πιεστικές, πρέπει να δουλέψει μέχρι αργά το βράδυ. Και σε λίγο είναι η συνάντηση για τις απολύσεις. Κι ακόμη δεν έχει αποφασίσει ποιο θα είναι το τρίτο άτομο που θα απολυθεί. Είναι ανάμεσα σε μια γυναίκα κι έναν άντρα. Πιστεύει πως και οι δύο δεν προσπαθούν αρκετά γιατί από τότε που σταμάτησαν να πληρώνονται οι υπερωρίες, δεν κάθονται λεπτό παραπάνω μετά το τέλος του ωραρίου τους. Δεν συμπαθεί κάποιον περισσότερο γιατί κανέναν υφιστάμενό της δεν συμπαθεί ή αντιπαθεί. Ξέρει ότι τέτοια συναισθήματά επηρεάζουν την αντικειμενικότητα και την αυστηρότητά της. Οι υφιστάμενοί της είναι για εκείνη φιγούρες χάρτινες χωρίς ζωές.
             Γράφει μια σημαντική ηλεκτρονική επιστολή στον υπολογιστή της, όταν ακούει ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα.
«Ναι», απαντά κάπως εκνευρισμένα.
«Συγγνώμη που ενοχλώ» ακούγεται μια ξεψυχισμένη φωνή.
Η κοπέλα που στέκεται απέναντί της είναι η μία εκ των δύο υποψήφιων προς απόλυση.
«Πες μου γρήγορα. Πνίγομαι.»
«Ξέρετε… Πρέπει να φύγω νωρίτερα σήμερα…»
«Δεν γίνεται»
«Ξέρετε… Είναι για επίσκεψη σε γιατρό…»
 «Δεν μπορεί να γίνει αυτή η επίσκεψη το απόγευμα; Δεν είναι ότι μας έχεις συνηθίσει σε υπερωρίες.»
«Πρέπει να πάω στη γυναικολόγο μου. Πρέπει να γίνει αυτή η επίσκεψη. Ξέρετε… Δεν ήθελα να το πω ακόμη αλλά να… Είμαι έγκυος και…»
Κάτι νιώθει να τινάζεται μέσα της. Η αποστροφή της για τις γυναικολόγους, τις εγκύους και όλα τα συναφή δεν κρύβεται.
«Μάλιστα.» λέει ξερά.
«Οπότε μπορώ να φύγω;» ρωτάει η κοπέλα δειλά.
«Μου αφήνεις επιλογή;» της απαντά.
«Σας ευχαριστώ πολύ» απαντά εκείνη ευγενικά, τα μάτια της όμως βγάζουν κάτι σαν μίσος.
«Θα αναπληρώσεις τις ώρες που έχασες. Και μην ξεχάσεις να μου φέρεις χαρτί από αυτή τη γιατρό, σε παρακαλώ.»
«Ναι, μάλιστα»
            Η κοπέλα κλείνει δυνατά την πόρτα. Τώρα δεν μπορεί να την απολύσει. Κρίμα, σκέφτεται. Το συμφέρον της εταιρείας θα ήταν να απολυθεί εκείνη. Κρίμα που δεν έγιναν οι απολύσεις λίγους μήνες νωρίτερα. Κοιτάζει το ρολόι και επιστρέφει στον υπολογιστή της.

νύχτα

            Έχει ένα μωρό στην αγκαλιά της. Νιώθει τόσο τρυφερά. Νιώθει τόσο όμορφα. Ξαφνικά το μωρό εξαφανίζεται. Σοκ. Απελπισία. Κι ύστερα το αίσθημα του πνιγμού. Πνίγεται σε μια θάλασσα χωρίς νερό. Και ο αέρας τελειώνει. Πεθαίνω, δεν θέλω να πεθάνω. Πετάγεται πάλι ιδρωμένη.
            Ο ήχος που κάνει ο δείκτης των δευτερολέπτων στο ξυπνητήρι της ακούγεται τόσο δυνατά. Όταν η ταχυκαρδία σταματά, ανάβει το φως. Κοιτάζει την ώρα. Είναι τρεις. Ανοίγει το συρτάρι του κομοδίνου της. Βγάζει ένα κουτί με χάπια. Είναι ηρεμιστικά. Για ώρα ανάγκης. Αύριο είναι δύσκολη μέρα στη δουλειά, πρέπει οπωσδήποτε να κοιμηθεί. Πηγαίνει στην κουζίνα, γεμίζει ένα ποτήρι με νερό. Κι ύστερα καταπίνει το χάπι. Γυρίζει στο κρεβάτι της. Ξαπλώνει. Περνάει λίγη ώρα, νιώθει να ηρεμεί. Τα μάτια της κλείνουν. Αύριο θα είμαι καλά, σκέφτεται. Αποκοιμιέται.
            Ο ήχος του δείκτη των δευτερολέπτων δυνατός ταράζει το σκοτάδι. Το ξυπνητήρι στο κομοδίνο της και τα έξι ρολόγια στα κουτιά τους συνεχίζουν ατάραχα να μετράνε τη ζωή της.