Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Ο Τρίτος Γιος

I

     Μεγάλωσα σε μια πενταμελή οικογένεια και είμαι ο τρίτος γιος. Οι γονείς μου δεν είχαν σκοπό να κάνουν τρίτο παιδί, ήρθα απρόσμενα στη ζωή τους και πάντα ένιωθα πως για τον πατέρα μου ήμουν μεγάλο βάρος, μου το έλεγε άλλωστε πολλές φορές όταν ήμουν μικρός. Με τα αδέρφια μου έχω δέκα και δώδεκα χρόνια διαφορά και ποτέ δεν ήμασταν ιδιαίτερα δεμένοι. Ως παιδί ένιωθα πάντα μόνος και η αδυναμία που μου έτρεφε η μητέρα μου έκανε πατέρα και γιους να με αποξενώνουν ακόμη περισσότερο.

                Δεν θέλω να πω ότι ήμουν δυστυχισμένο παιδί αλλά ίσως και τελικά να ήμουν. Ο πατέρας μου ήταν πάντα ιδιαίτερα επικριτικός απέναντί μου. Ως νήπιο δεν έτρωγα γρήγορα, έκανα φασαρία και ενοχλούσα τα αδέρφια μου που διάβαζαν, καμιά φορά έβρεχα το παντελόνι μου, με λίγα λόγια ήμουν ένας μικρός μπελάς σε μια οικογένεια που είχε τόσα χρόνια μάθει να λειτουργεί χωρίς εμένα και που η παρουσία μου είχε ανατρέψει τη ζωή τους. Η μητέρα μου με αγαπούσε και το ένιωθα αλλά ήταν συνεχώς απασχολημένη και κουρασμένη και δεν είχε τον χρόνο που εγώ είχα ανάγκη. Δεν στερήθηκα τίποτα υλικά, αναρωτιέμαι ωστόσο αν στερήθηκα την προσοχή που χρειάζεται ένα παιδί για να μάθει να κυνηγάει την ευτυχία.
                Στην εφηβεία τα πράγματα ήταν πραγματικά πολύ άσχημα για μένα. Τα αδέρφια μου είχαν σπουδάσει και είχαν βρει καλές δουλειές, εγώ όμως δυσκολευόμουν πολύ στο σχολείο.  Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να είμαι καλός μαθητής, απλώς δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Όταν οι καθηγητές ξεκινούσαν μια πρόταση, έβαζα τα δυνατά μου για να παρακολουθήσω, αλλά πριν την τελειώσουν το βλέμμα μου περιεργαζόταν την πλεξούδα της συμμαθήτριας που καθόταν μπροστά μου ή άκουγα τη βροχή έξω ή το μυαλό μου χανόταν σε εφηβικές φαντασιώσεις.  Στο σπίτι έβαζα τα δυνατά μου αλλά τα μαθηματικά μού φαίνονταν ακατανόητα και δεν μπορούσα με τίποτα να αποστηθίσω ημερομηνίες για το μάθημα της ιστορίας. Οι βαθμοί μου ήταν φρικτοί, οι καθηγητές έλεγαν ότι ήμουν καλό παιδί αλλά όχι έξυπνος σαν τους δυο αδερφούς μου και ο πατέρας μου με κοιτούσε σαν να ήμουν το μεγαλύτερο λάθος που έκανε ποτέ κάθε φορά που κρατούσε στα χέρια του τον έλεγχό μου.
                Κάποια στιγμή το εφηβικό μου αίμα επαναστάτησε, άρχισα να τον περιφρονώ και όταν μου φώναζε να του φωνάζω. Σταμάτησα να αναφέρω πού πήγαινα και τι έκανα, έμπλεξα με κορίτσια και τα βράδια γυρνούσα αργά στο σπίτι και πια δεν με συγκινούσαν τα ανήσυχα και λυπημένα μάτια της μάνας μου που με περίμενε ξύπνια στον καναπέ και μου έλεγε χαμηλόφωνα όταν έμπαινα «Σσσς, μην τον ξυπνήσεις». Όλοι έλεγαν ότι είχα μπλέξει με κακές παρέες, στην πραγματικότητα ήταν παιδιά σαν κι εμένα χαμένα. Δοκίμασα τσιγάρα και ποτά και λίγες φορές ναρκωτικά, ωστόσο ποτέ δεν εθίστηκα και για αυτό τώρα ευγνωμονώ την τύχη μου. Οι δύο αδερφοί μου παντρεύτηκαν νωρίς κι έκαναν οικογένειες και κάθε φορά που με έβλεπαν συνήθιζαν να επαναλαμβάνουν το λογύδριο του πατέρα μου για τη ζωή και την πειθαρχία, τις χαμένες ευκαιρίες και τους αλήτες τους φίλους μου. Χρησιμοποιούσαν τα ίδια λόγια με τον ίδιο τόνο φωνής κι έπαιρναν τις ίδιες εκφράσεις στο πρόσωπό τους σε βαθμό που από τη μία ήταν κάπως αστείο κι από την άλλη εφιαλτικό γιατί αυτός ο επικριτικός, απορριπτικός, δυνάστης πατέρας μου είχε τριπλασιαστεί και με κυνηγούσε με ξένα σώματα.

                                                                                II

                Στην οικογένειά μου η τέχνη ήταν κάτι άγνωστο και αντιμετωπιζόταν με απέχθεια και περιφρόνηση. Ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος και του άρεσε το ποδόσφαιρο. Η μητέρα μου δούλευε σε καθεστώς μερικής απασχόλησης σε ένα γραφείο κοντά στο σπίτι μας και στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο της απλώς έκλεινε τα μάτια στον καναπέ και κοιμόταν καθιστή. Οι δυο αδερφοί μου ήταν μυαλά πρακτικά, άνθρωποι λογικοί, ενημερωμένοι για τις πολιτικές εξελίξεις και την οικονομία αλλά όταν πήγαιναν στον κινηματογράφο σε ταινία που η μισή να μην ήταν σκηνές δράσης συνήθως αποκοιμόνταν.  Η ποίηση ήταν για τους τέσσερις αυτούς ανθρώπους ακατανόητες λέξεις σε ακατανόητη σειρά, το θέατρο κάτι εντελώς περιττό και η μουσική τα εκνευριστικά επαναλαμβανόμενα σουξέ του ραδιόφωνου.
                Εγώ όμως αγάπησα τη μουσική μέσα από φίλους μου, δανειζόμουν κασέτες και τις άκουγα για ώρες στο δωμάτιό μου σε ένα παλιό κασετόφωνο που μου είχαν παραχωρήσει. Ο πατέρας μου έμπαινε μέσα και κουνούσε το κεφάλι αποδοκιμαστικά ή μου φώναζε από μέσα να χαμηλώσω την ένταση. Όταν άκουγα μουσική το μυαλό μου ταξίδευε σε μέρη όμορφα, ο θυμός μου έπαιρνε φωνή, η λύπη μου γινόταν πιο γλυκιά, οι έρωτές μου πιο έντονοι και η εφηβική δυσβάσταχτη ζωή μου εν τέλειο πιο ανεκτή.
                Η μητέρα μου σε μια προσπάθεια να με κρατάει περισσότερο στο σπίτι μού έφερε ένα απόγευμα μια κιθάρα. Εγώ ενθουσιάστηκα και την αγκάλιασα σφιχτά, ύστερα πήρα την κιθάρα και τη χάιδεψα μην μπορώντας να πιστέψω πώς ήταν δική μου. Ο πατέρας μου θύμωσε και της έβαλε τις φωνές. Αρκετά αποβλακωμένος ήμουν ήδη, θα με αποσπούσε κι άλλο από τα μαθήματά μου, χρήματα δεν είχαμε για μαθήματα και άλλωστε πώς θα μάθαινα εγώ ένα μουσικό όργανο που τίποτα ως τότε δεν είχα μπορέσει να μάθω; Η μητέρα μου αν και σπάνια του αντιμιλούσε του απάντησε ψυχρά πως προτιμούσε να είμαι στο δωμάτιό μου με την κιθάρα παρά να γυρνάω εδώ κι εκεί και να μην ξέρει που βρίσκομαι και να ανησυχεί συνεχώς. Ύστερα βγήκε στη βεράντα για να ποτίσει τα λουλούδια και μετά μπήκε στο δωμάτιό τους και του είπε να μην την ενοχλήσει γιατί είχε πονοκέφαλο. Τις επόμενες ώρες ο πατέρας μου μουρμούριζε ότι ήμουν ο χαϊδεμένος της και ότι με αυτά και με αυτά δεν θα γινόμουν ποτέ άνθρωπος και με κοίταζε ως συνήθως. Σαν να έψαχνε να βρει κάτι καλό πάνω μου και να μην μπορούσε.
                Εγώ όμως ήμουν τρισευτυχισμένος που είχα μια κιθάρα δική μου.
  
                  ΙΙΙ

                Στα δεκαοχτώ μου όπως ήταν αναμενόμενο δεν πέρασα στο πανεπιστήμιο. Ήμουν μάλλον η ντροπή της οικογένειας. Όταν ο πατέρας μου μιλούσε για τα παιδιά του έλεγε με λεπτομέρειες για τις επιτυχίες των δυο μεγάλων, για τις σπουδές τους, για το πόσο καλές δουλειές και μορφωμένες γυναίκες είχαν, για το πόσο πέτυχαν στις ζωές τους και πόσο γρήγορα. Ο τρίτος γιος δεν ήταν πολύ του διαβάσματος, έλεγε κοκκινίζοντας από αμηχανία όταν τον ρωτούσαν για μένα και άλλαζε αμέσως κουβέντα. Ήμουν η αποτυχία προσωποποιημένη αλλά ήμουν αποφασισμένος να μην ανεχτώ άλλη ταπείνωση στο πατρικό μου σπίτι και να απαλλάξω επιτέλους τους δικούς μου από την ενοχλητική μου παρουσία.
                Πήγα να μείνω με έναν φίλο μου, λίγα χρόνια μεγαλύτερό μου, στον οποίο οι γονείς του είχαν παραχωρήσει ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης για τις σπουδές του. Χάρη σε αυτόν απομακρύνθηκα από κάποιες κακές, ας το πούμε, παρέες και έκανα καινούριες με άτομα, ας πούμε πιο αξιοπρεπή. Άλλαξα πολλές δουλειές, δούλεψα ως σερβιτόρος, ως διανομέας, ως πωλητής και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα ότι πατούσα κάπως στα πόδια μου μιας και δεν εξαρτιόμουν πια οικονομικά από τους γονείς μου. Ωστόσο συνέχισα να νιώθω ότι ήμουν άτομο αποτυχημένο γιατί χρήματα έβγαζα λίγα και ζήλευα τους φίλους μου που σπούδαζαν. Ευτυχώς αν και όχι ιδιαίτερα όμορφος κατάφερνα να κατακτώ τις κοπέλες που μου άρεσαν κι αυτό με έκανε να νιώθω ότι στον ανδρισμό τουλάχιστον δεν υστερούσα. 
                Η ζωή μου όμως άλλαξε πολύ όταν έπιασα δουλειά σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο σε έναν κεντρικό δρόμο κοντά στο σπίτι μου. Περνούσα συχνά από εκεί και κάτι τραβούσε το βλέμμα μου, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να μπω μέσα γιατί δεν ήμουν φοιτητής και δεν είχα ποτέ καταφέρει να συγκεντρωθώ για να διαβάσω ούτε εφημερίδα ολόκληρη. Όταν όμως μου είπαν ότι ο ιδιοκτήτης έψαχνε υπάλληλο κάτι με έκανε να πάω εκεί και να συστηθώ με θάρρος. Προσλήφθηκα. Και τότε ανακάλυψα τα βιβλία.
                                               
                                                                                ΙV

                Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί τώρα τα σκέφτομαι όλα αυτά και τα θυμάμαι. Είναι βράδυ, κάνει πολύ κρύο και είμαι καθισμένος σε ένα παγκάκι σε μια πλατεία και καπνίζω έπειτα από πραγματικά πολύ καιρό. Αυτή τη στιγμή είμαι θυμωμένος και στενοχωρημένος και απορημένος από τον ίδιο μου τον εαυτό. Νομίζω πως έκανα μια μεγάλη ανοησία απόψε, πως είχα ένα ξέσπασμα αδικαιολόγητο. Και μέσα σε αυτή τη ντροπή που νιώθω για τον εαυτό μου δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα ξαφνικά τους καβγάδες με τον πατέρα μου ή τη μέρα που η μητέρα μου μού χάρισε την κιθάρα ή τότε που πήγα στο βιβλιοπωλείο για πρώτη φορά πριν οκτώ χρόνια. Το βιβλιοπωλείο έχει σχέση με ό,τι μου συνέβη απόψε αφού αυτό αφορά το αφεντικό μου και ίσως καλύτερα να ξαναθυμηθώ τι διαδραματίστηκε σε εκείνο το μικρό δωμάτιο μήπως και βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου και καταλάβω γιατί φέρθηκα τόσο γαϊδουρινά.
                Το αφεντικό μου είναι ένας άντρας είκοσι οκτώ χρόνια μεγαλύτερός μου με ομορφιά ψυχής που φαίνεται στα γαλάζια του μάτια και από την πρώτη στιγμή της συνεργασίας μας μου φέρθηκε άψογα. Ήταν υπομονετικός, ευγενικός, ενθαρρυντικός και κάθε φορά που έκανα λάθος μου έλεγε πως δεν ήταν παρά άλλη μια ευκαιρία για να μάθω κάτι. Μου έλεγε ότι του θύμιζα πολύ τον εαυτό του όταν ήταν νέος και ξεκινούσε τη ζωή του. Κάθε φορά που με επαινούσε γυρνούσα το κεφάλι για να δω αν μιλούσε σε κάποιον άλλον ή αναρωτιόμουν αν αυτός ο άνθρωπος ήταν στα καλά του. Την πρώτη φορά που μου έδωσε ένα βιβλίο για να το διαβάσω και να λέω στους πελάτες τη γνώμη μου του είπα ότι ήμουν πολύ κακός μαθητής κι εκείνος χαμογέλασε και μου είπε κάτι για τον Αϊνστάιν. Σίγουρα Αϊνστάιν δεν είμαι, ανταπάντησα αυτοσαρκαζόμενος. Όχι, αυτό είναι βέβαιο, μου είπε συνεχίζοντας να χαμογελά. Ωστόσο είσαι εσύ κι αυτό δεν είναι λίγο. Πήρα το βιβλίο και το διάβασα και αυτό και πολλά άλλα και μετά από λίγο καιρό κατάλαβα ότι χαζός δεν υπήρξα ποτέ. Αυτό το οφείλω αποκλειστικά σε αυτόν τον άνθρωπο και γι’ αυτό τόσο πολύ τον αγαπώ.
                                                               
                                                                                V

                Τώρα πάλι το μυαλό μου χάνεται σε αναμνήσεις και δεν συγκεντρώνεται στο σημερινό συμβάν. Έχω ήδη καπνίσει έξι τσιγάρα και το στόμα μου έχει ξεσυνηθίσει τη γεύση τους αλλά δεν μπορώ να σταματήσω. Απέναντί μου, στην πλατεία, ένα αγοράκι τρέχει κι ένα ζευγάρι εφήβων δίνει πεταχτά φιλιά. Κι εγώ σαν έφηβος φέρθηκα απόψε. Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή.
                Το αφεντικό μου με ρώτησε πριν δυο βδομάδες αν θα με ενδιέφερε να παίξω κιθάρα στο συγκρότημα του γιου του γιατί ο κιθαρίστας τους πήγε σε άλλη πόλη. Ο γιος του παίζει μπάσο και ένας φίλος του ντραμς. Το συγκρότημα δεν ήταν ακριβώς συγκρότημα, αλλά τρεις φίλοι που μαζεύονταν κάθε Τρίτη και Παρασκευή σε ένα δωμάτιο ενός άθλιου κτηρίου σε μια υποβαθμισμένη συνοικία και έπαιζαν μουσική. Εγώ παίζω κλασική και ηλεκτρική κιθάρα και το θεώρησα αρχικά πολύ καλή ιδέα αν και ταυτόχρονα ένιωσα και έντονο άγχος.
                Ο γιος του αφεντικού μου είναι σχεδόν συνομήλικός μου. Για χρόνια σπούδαζε και δούλευε στο εξωτερικό, τελικά γύρισε αλλά εδώ δεν μπορεί να βρει κάτι σταθερό. Αρνείται πεισματικά να έρθει να δουλέψει στο βιβλιοπωλείο και αυτό νομίζω είναι το παράπονο του αφεντικού μου. Τον θεωρούσα πάντοτε τυχερό που είχε για πατέρα το αφεντικό μου και όχι κάποιον τόσο επικριτικό άνθρωπο σαν τον πατέρα μου, και χαίρομαι που δεν έρχεται να δουλέψει στο βιβλιοπωλείο γιατί τότε ίσως περιττεύσω εγώ. Όπως και να ΄ χει, είδα αυτή τη συμμετοχή στο συγκρότημα σαν μια νέα πρόκληση και δέχτηκα. Ο γιος του μου τηλεφώνησε, μου είπε τη μέρα και την ώρα της συνάντησης και μου έδωσε τη διεύθυνση του άθλιου κτηρίου. Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο είχα μετανιώσει που δέχτηκα χωρίς να ξέρω τον λόγο.
                Όταν βρέθηκα σε αυτό το απίστευτο μικρό δωμάτιο με την ηλεκτρική κιθάρα μου στον ώμο και με τον γιο του αφεντικού και τον φίλο του απέναντι, ένιωσα ότι ο αέρας δεν ήταν αρκετός και για τους τρεις μας. Με τον γιο του αφεντικού είχαμε μιλήσει κάποιες φορές που είχε έρθει στο βιβλιοπωλείο, τυπικά όμως. Ο ντραμίστας ήταν ένας γεροδεμένος τριανταπεντάρης με μακριά μαλλιά δεμένα πίσω και είπε ότι είχε δουλέψει ως ηχολήπτης για πολλά χρόνια σε νυχτερινά μαγαζιά. Και οι δύο είχαν κάνει για χρόνια μαθήματα μουσικής. Έπαιζαν δύο μουσικά όργανα ο καθένας και αντιμετώπισαν με έκπληξη το γεγονός ότι εγώ έμαθα κιθάρα με τη βοήθεια φίλων μόνο και με πολλή προσωπική προσπάθεια. Με ρώτησαν αν ήξερα να παίζω ένα γνωστό τραγούδι και κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Ξεκινήσαμε να παίζουμε και το χέρι μου έτρεμε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και ένιωθα στάλες ιδρώτα να κυλούν στο μέτωπό μου. Παρ ΄όλο που το τραγούδι ήταν εύκολο και το ήξερα πολύ καλά, έχανα τον ρυθμό. Ευχόμουν να τελειώσει γρήγορα το τραγούδι αλλά ο χρόνος κυλούσε απελπιστικά αργά και οι παραφωνίες της κιθάρας μου ηχούσαν στα αυτιά μου σαν κατηγορίες. Όταν επιτέλους σταματήσαμε να παίζουμε, ένιωθα απίστευτα κουρασμένος και ταπεινωμένος.
Δεν ξέρεις να διαβάζεις νότες;, άρχισαν τις ερωτήσεις. Μόνο ταμπλατούρες; Ίσως να ξεκινήσεις να μαθαίνεις και θεωρία αν έχεις χρόνο. Θα δεις αλλιώς τη μουσική. Και οπωσδήποτε τις πεντατονικές. Μιλούσαν εναλλάξ κι εγώ άρχισα μέσα μου να βράζω. Με ποιο δικαίωμα με έκριναν; Ήταν μεγάλο λάθος που είχα πάει εκεί. Τόσα χρόνια έπαιζα κιθάρα μια χαρά και στο κάτω κάτω δεν δήλωσα ποτέ μουσικός. Ήθελα να τους βρίσω. Ξέρετε κάτι; είπα και η φωνή μου μού ακούστηκε πρωτόγνωρα δυνατή. Ίσως δεν σας κάνω. Μάλλον θέλετε κάποιον του ωδείου. Δεν πειράζει. Γεια σας. Έβαλα την κιθάρα μου στη θήκη της, την πέρασα στον ώμο, φόρεσα και κούμπωσα το μπουφάν μου και βγήκα, ενώ ένας από τους δύο, δεν ξέρω ποιος μου φώναζε «Στάσου, περίμενε».
Το κεφάλι μου έβραζε αλλά όταν βγήκα στον δρόμο και ανάπνευσα επιτέλους ελεύθερα κατάλαβα ότι είχα κάνει μεγάλη ανοησία. Δεν μου είπαν και τίποτα φοβερό και δεν υπήρχε λόγος να νιώσω τόσο τρομοκρατημένος. Σκέφτηκα ότι θα έδωσα τη χειρότερη εντύπωση. Και φυσικά το αφεντικό μου θα μάθαινε το συμβάν και θα απογοητευόταν πολύ από εμένα. Αυτό ήταν που με στενοχωρούσε περισσότερο. Περπάτησα για ώρα και κατέληξα στην πλατεία. Αγόρασα τσιγάρα και τόση ώρα κάθομαι εδώ και αναρωτιέμαι γιατί ένιωσα και φέρθηκα έτσι και τι θα κάνω για να δικαιολογήσω την τόσο αδικαιολόγητη συμπεριφορά μου.
         Το ζευγάρι σηκώνεται και φεύγει αγκαλιασμένο και το αγοράκι κλαίει στην αγκαλιά του μπαμπά του. Εγώ σβήνω μια γόπα πατώντας τη με δύναμη με το πόδι μου.

                                                                VΙ

                Το αφεντικό μου μού είχε πει κάποτε ότι όσα έζησε ως παιδί καθόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη στάση του απέναντι στη ζωή και στους άλλους και αυτό άλλωστε είναι ένας νόμος που διατρέχει πολλά αριστουργήματα της λογοτεχνίας που μου πρότεινε να διαβάσω.  Αίσθημα ασφυξίας, ντροπή, ζήλια και θυμό ένιωθα πάντα όταν ήμουν με τα αδέρφια μου. Ίσως κάτι σε αυτό το πνιγηρό δωμάτιο με πήγε πίσω στην παιδική μου ηλικία και σε αυτόν τον ανταγωνισμό που ήταν σαν πικρή γεύση στο στόμα.  Η ψυχανάλυση όμως αυτή τη στιγμή δεν με βοηθάει να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να φερθώ σαν ενήλικος.  Άλλωστε τελευταία ανακαλύπτω πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμουν για τα αδέρφια μου και τον πατέρα μου.
                Καταρχήν τα επιτυχημένα αδέρφια μου δεν είναι πια τόσο επιτυχημένα. Οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες που ανέτρεψαν τα πάντα άφησαν τον έναν χωρίς δουλειά και τον άλλον με έναν μισθό αρκετά μειωμένο και χρέη.  Ο ένας, που απολύθηκε, βρέθηκε να στέλνει βιογραφικά για θέσεις πολύ κατώτερες των προσόντων του αποκρύπτοντας τα πτυχία του και να  μένει ξάγρυπνος όλη νύχτα μη αντέχοντας το ότι δεν μπορεί πια να παρέχει στην οικογένειά του. Ο δεύτερος καταριέται την ώρα και τη στιγμή που αρνήθηκε κάποτε μια θέση στο δημόσιο γιατί στην πολυεθνική εταιρεία που εργάζεται το επόμενο εξάμηνο επίκεινται απολύσεις. Δεν είναι οι άνθρωποι που ήταν πριν μερικά χρόνια, εκείνοι που νόμιζα πως είχαν χαράξει τον δρόμο τους και πως είχαν οργανώσει τη ζωή τους,  το έδαφος έχει χαθεί κάτω από τα πόδια τους κι εγώ πραγματικά λυπάμαι για εκείνους και τους συμπονώ, κυρίως επειδή έχουν οικογένειες. Παλιά δεν αναφέρονταν ποτέ στη δουλειά μου, τώρα όλο ενδιαφέρον με ρωτάνε πώς τα πάμε στο βιβλιοπωλείο και όταν τους λέω «δύσκολα» κουνάνε το κεφάλι και στα μάτια τους βλέπω ότι τους νοιάζει η δουλειά μου και το βιβλιοπωλείο και η ζωή μου κι εγώ. Και μια μέρα που ήμουν στο σπίτι των γονιών μου άκουσα τον πατέρα μου στην κουζίνα να λέει σε έναν φίλο του στο τηλέφωνο ότι για τον τρίτο γιο δεν φοβάται καθόλου γιατί από τα δεκαοκτώ του τα βγάζει πέρα χωρίς βοήθεια και έχει μάθει να επιβιώνει.  

                                                                                VII

                Δεν αντέχω άλλο να χάνομαι σε φευγαλέες σκέψεις και τίποτα να μην κάνω για το πρόβλημά μου. Επίσης έχει αρχίσει να βρέχει, δεν μπορώ να μείνω άλλο στην πλατεία. Βγάζω το κινητό μου από την τσέπη και τηλεφωνώ στο αφεντικό μου. Δεν είναι πολύ αργά και ξέρω ότι αυτήν την ώρα είναι στο σπίτι, όπου μένει μόνος του γιατί είναι χωρισμένος, πίνει το τσάι του και διαβάζει κάποιο κλασικό μυθιστόρημα ή ποίηση. Μου απαντάει αμέσως και μου λέει ότι θα με έπαιρνε κι εκείνος. Ο γιος του τού τηλεφώνησε και του είπε τι συνέβη. Νιώθω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου έτοιμο να με καταπιεί. «Τον κατσάδιασα», μου λέει. Έκπληξη. Συνεχίζει χωρίς να περιμένει απάντηση. «Σε είχα ενημερώσει ότι το παιδί είναι αυτοδίδακτο, του είπα. Αυτός δεν είχε τη μάνα σου τη φαντασμένη να το τρέχει στο ωδείο για να μάθει πιάνο στα επτά του. Αντί να του πείτε μπράβο που έμαθε μόνος του, τον αρχίσατε στις συμβουλές.» Δεν ξέρω τι να πω. Ζητάω συγγνώμη και λέω ότι εγώ έφταιγα, ότι η συμπεριφορά μου ήταν απαράδεκτη. «Γιε μου. Μην ανησυχείς, μου λέει. Ο γιος μου δυστυχώς έμοιασε στη μάνα του. Αλλά είναι καλό παιδί και θα γίνετε καλοί φίλοι. Σε συμπάθησε και είπε ότι παίζεις καλή κιθάρα. Πήγαινε να ξεκουραστείς και τα λέμε αύριο στη δουλειά.»
                Κλείνω το τηλέφωνο και σηκώνομαι. Το βάζω στην τσέπη μου. Πριν ξεκινήσω να περπατώ το νιώθω να δονείται. Κοιτάζω τον αριθμό. Ο γιος του αφεντικού. Νιώθω τρόμο. Και ντρέπομαι. Απαντάω. «Συγγνώμη, μου λέει, για πριν. Δεν θέλαμε να σε προσβάλουμε. Αγαπάμε πολύ τη μουσική και καμιά φορά γινόμαστε υπερβολικοί. Ο πατέρας μου με κατσάδιασε. Καλή κουβέντα δεν έχω ακούσει από το στόμα του αλλά τον έχω συνηθίσει. Τον ξέρεις, άλλωστε, τι σου λέω, κάθε μέρα μαζί είστε. Μάλλον είχε δίκιο, όμως. Σε περιμένουμε την Τρίτη.» Ζητάω συγγνώμη και λέω πως θα είμαι εκεί. Το κλείνω.
                Ξαναβάζω το τηλέφωνο στην τσέπη. Η βροχή έχει δυναμώσει πολύ. Γύρω μου τα μαγαζιά αρχίζουν να κλείνουν, ομπρέλες πολύχρωμες ανοιχτές και τα αυτοκίνητα πετάνε νερά.  Κι εγώ περπατάω στον πολυσύχναστο, κεντρικό δρόμο με βήματα ανάλαφρα.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Αλκυονίδες Μέρες



                Τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ δύσκολα για μένα και ήταν η πρώτη φορά που περνούσα κάτι τέτοιο. Η ζωή μου μέχρι τα σαράντα μου χρόνια ήταν αρκετά καλή, χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις. Μεγάλωσα σε μια ευκατάστατη οικογένεια χωρίς εντάσεις, ήμουν καλός μαθητής και αρκετά δημοφιλής, σπούδασα χωρίς δυσκολίες, ήμουν επαγγελματικά ικανός και κατάφερα να δημιουργήσω μια κερδοφόρα επιχείρηση με πολλή δουλειά αλλά και όρεξη. Ζούσα σε ένα διαμέρισμα, σε μια όμορφη πολυκατοικία μπροστά στη θάλασσα με μια εμφανίσιμη και καλή γυναίκα και νόμιζα ότι ο γάμος μου ήταν πετυχημένος μέχρι που εκείνη μια μέρα που ανακοίνωσε ότι με άφηνε γιατί για χρόνια ήταν δυστυχισμένη μαζί μου. Δεν υπάρχει λόγος να περιγράψω με λεπτομέρειες εκείνη τη συζήτηση, άλλωστε το σοκ ήταν τόσο μεγάλο που όλα πια τα θυμάμαι θολά, ωστόσο αυτό που δεν θα ξεχάσω ήταν το βλέμμα της όταν μου έλεγε ότι ποτέ δεν της έδωσα τίποτα. Λίγους μήνες μετά η οικονομική κρίση έπληξε και τη δική μου επιχείρηση με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να δουλεύω από το σπίτι και να στερηθώ μικρές πολυτέλειες στις οποίες είχα μάθει. Η ζωή μου άλλαξε δραματικά και ήταν η πρώτη φορά που ήμουν τόσο μόνος.
                Στην αρχή ένιωθα μόνο θυμό. Μιλούσα άσχημα σε υπαλλήλους τραπεζών ή σε πελάτες στο τηλέφωνο, ήμουν εξοργισμένος με τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους και όσους κινούν τα νήματα του χρηματιστηρίου, έσπασα μερικά πιάτα και τρεις φορές κλώτσησα την ηλεκτρική κουζίνα στην προσπάθειά μου να μάθω να μαγειρεύω. Η γυναίκα μου δεν ζήτησε διατροφή, ούτε διεκδίκησε κάποια από τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήσαμε μετά τον γάμο μας και για ό,τι χρειαζόταν επικοινωνούσα μαζί της μέσω του δικηγόρου μου. Για μένα ήταν σαν να είχε πεθάνει και όταν έμαθα από μια κοινή μας φίλη έναν χρόνο μετά ότι ζούσε με κάποιον άλλο, το μόνο που ένιωσα ήταν την καρδιά μου να παγώνει και το σώμα μου να παγώνει  και γρήγορα άλλαξα κουβέντα.
                Όλα πήγαιναν κατά διαόλου, όταν άρχισα να έχω προβλήματα στην υγεία μου. Ταχυκαρδίες, ζαλάδες, αϋπνίες και ένα αβάσταχτο αίσθημα κούρασης που με έκανε να σέρνομαι μέσα στο σπίτι με βρώμικες πιτζάμες σαν άρρωστος γέρος και με πολλή δυσκολία να δουλεύω.  Ήταν παράξενο γιατί πάντα φρόντιζα την υγεία μου, ποτέ δεν έβαλα τσιγάρο στο στόμα μου και τακτικά γυμναζόμουν. Έκανα όλες τις εξετάσεις και επισκέφθηκα τρεις γιατρούς, ο τελευταίος μου είπε ότι αυτά ήταν συμπτώματα κατάθλιψης και ότι καλό θα ήταν αντί να επαναλαμβάνω τις εξετάσεις αίματος να απευθυνθώ σε ψυχίατρο. Του είπα να πάει αυτός σε ψυχίατρο, πήρα τις εξετάσεις μου και έφυγα κλείνοντας την πόρτα θυμωμένος. Δεν ξαναπήγα σε γιατρό και αφέθηκα σε έναν μαύρο χειμώνα. Δούλευα μόνο και δεν έβλεπα κανέναν φίλο ή συγγενή, απέφευγα ακόμη και να μιλάω στους γονείς μου στο τηλέφωνο και η αδερφή μου μόνο τηρούσε τη συνήθεια που για χρόνια κρατούσαμε και πήγαινε στο σπίτι τους τις Κυριακές για φαγητό. Τα βράδια πίστευα πως θα πέθαινα μόνος και απελπισμένος και το σώμα μου θα σάπιζε και θα μύριζε και μετά από μέρες θα το έβρισκαν και θα ήταν αποκρουστικό. Αν μη τι άλλο έναν τέτοιο θάνατο για μένα ποτέ πριν δεν είχα φανταστεί. Και τότε παρακαλούσα το Θεό, όχι να με βοηθήσει, όχι να με σώσει, όχι να με λυτρώσει, παρά μόνο να κάνει αυτόν τον πόνο που ένιωθα δάκρυα για να βγει έστω και λίγος από μέσα μου.
                Η αλήθεια είναι πως ποτέ μέχρι τότε δεν πίστεψα ποτέ ότι μια προσευχή έχει κάποιο νόημα. Νομίζω πως μέχρι τότε δεν πίστευα καν στον Θεό αν και πήγαινα στις εκκλησία στις μεγάλες γιορτές και μάλιστα το Πάσχα φρόντιζα να σηκώνω τον Επιτάφιο, όπως έκανε ο πατέρας μου, όταν ήμουν παιδί, με πολύ καμάρι. Από μικρός όμως είχα καταλάβει ότι η ζωή είναι άδικη και ότι ίσως και Θεός να μην υπήρχε τελικά, όταν ένας συμμαθητής μου στην ηλικία των επτά πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο. Αυτή την αδικία την ξαναβρήκα πολλές φορές μπροστά μου, σε ντοκιμαντέρ για την πείνα στην Αφρική, στον δρόμο σε ανθρώπους ταλαίπωρους που έριχνα στα κύπελλά τους κέρματα και σε ιστορίες που άκουγα για παιδιά που έχασαν γονείς και ανθρώπους που έχασαν μέλη. Εγώ όμως μέχρι να χάσω τον γάμο μου και την εικόνα του επιτυχημένου που πολλοί κάποτε ζήλευαν, ποτέ δεν είχα χάσει τίποτα σημαντικό στη ζωή μου, ποτέ δεν είχα συμπονέσει πραγματικά άλλους και ποτέ δεν είχα αναρωτηθεί ούτε για μια φορά γιατί εμένα να μου αξίζουν τα τόσα πολλά που ως τότε είχα.
                Οι σκέψεις για το τι έκανα λάθος με βασάνιζαν. Γιατί δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί μου; Στην αρχή με πλήγωνε περισσότερο το ότι απέτυχα και όχι το ότι δεν έδωσα στον άνθρωπο που αγαπούσα όσα χρειαζόταν. Τον τελευταίο καιρό άρχισα να αναλογίζομαι τη ζωή μας και τη συμπεριφορά μου απέναντί της. Δούλευα πάρα πολλές ώρες, στο σπίτι ήμουν συνεχώς αγχωμένος ή απορροφημένος από τις επιτυχίες μου.  Τα βράδια εκείνη διάβαζε βιβλία  και πολλές φορές μου μιλούσε για αυτά κι εγώ κουνούσα το κεφάλι μηχανικά και σκεφτόμουν τις επενδύσεις μου. Τις Κυριακές με παρακαλούσε να περπατήσουμε στη θάλασσα αλλά πηγαίναμε πάντα στους γονείς μου, οι οποίοι δεν τη συμπαθούσαν. Συχνά μιλούσα επικριτικά για το σώμα της ή το ντύσιμό της και ειδικά όταν πηγαίναμε σε σπίτια πλούσιων συνεργατών ή πελατών, στoυς οποία ήθελα να την επιδείξω.
               Πριν λίγες μέρες,  ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό Ιανουαρίου γεμάτος ενοχή αναρωτιόμουν γιατί ενώ την έβρισκα όμορφη, της έλεγα συνεχώς να αδυνατίσει και θυμήθηκα ότι ο πατέρας μου στα νεανικά μου χρόνια μού έλεγε πως ένας επιτυχημένος άντρας δίπλα του χρειάζεται μια ωραία γυναίκα που να μιλάει λίγο. Ήμουν στην κουζίνα και έπινα καφέ και τότε έγινε κάτι παράξενο. Σήκωσα το κεφάλι μου και αντίκρισα τη θάλασσα. Το μάτι μου ταξίδεψε λίγο στο λαμπύρισμά της και ήταν σαν να έβλεπα τη θάλασσα για πρώτη φορά.  Και ίσως να ήταν η πρώτη φορά, γιατί όταν ήμουν παντρεμένος έλειπα συνεχώς από το σπίτι και μετά το διαζύγιο καμιά ομορφιά δεν άγγιζε την ψυχή μου. Θυμήθηκα τη γυναίκα μου να μου λέει πόσο υπέροχα ένιωθε σε αυτό το σπίτι, που μπορούσε να κοιτάζει τη θάλασσα κι εγώ να της απαντώ πως για μένα οι ονειροπολήσεις ήταν χρόνος χαμένος. Αυτό μου το έλεγε ο πατέρας μου όταν μικρός καμιά φορά την ώρα που διάβαζα, σήκωνα το κεφάλι και κοιτούσα από το παράθυρο ένα μεγάλο, όμορφο δέντρο. Ίσως τελικά ο πατέρας μου δεν είχε δίκιο σε όσα είχε πει, σκέφτηκα, και χάζεψα λίγο ακόμη τη θάλασσα σαν μαγεμένος που ξυπνούσε από σκοτεινό ξόρκι.  Λίγο μετά σηκώθηκα, ντύθηκα και βγήκα για να πάρω εφημερίδα. Η μέρα ήταν τόσο όμορφη κι εγώ ήθελα να μείνω στον ήλιο. Με την εφημερίδα αγκαλιά αφέθηκα στα βήματά μου κι έκανα τον πρώτο μου περίπατο μετά από ούτε που μπορώ να θυμηθώ πόσο καιρό. Τα βήματά μου με οδήγησαν στη μαρίνα, γύρω μου άνθρωποι απολάμβαναν την κυριακάτική τους βόλτα κοιτάζοντας τα σκάφη, άλλοι ζευγάρια, άλλοι σε παρέες, άλλοι μόνοι, άλλοι με καρότσια με μωρά  ή παιδιά που έτρεχαν ανέμελα ή με σκυλιά που κουνούσαν φιλικά τις ουρές τους.
              Περπατούσα ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους που απολάμβαναν την κυριακάτικη βόλτα τους στη μαρίνα και το μυαλό μου περιπλανιόταν σε αναμνήσεις και σκέψεις και συνειδητοποιήσεις για τη ζωή μου. Είχα κάνει λάθη στον γάμο μου, όμως στους γάμους δεν υπάρχουν θύτες και θύματα και είχε και η γυναίκα μου ευθύνη για τα τόσα χρόνια της δυστυχίας της δίπλα μου. Τι όμορφα που χαμογελάνε τα παιδιά, σαν να μην υπάρχει παρά μόνο παρόν. Έζησα τη ζωή μου ακριβώς όπως μου υπέδειξε ο πατέρας μου και τις προάλλες σε ένα βιβλίο διάβασα ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό για έναν άνθρωπο από το να ακολουθήσει όσα του είπαν οι γονείς του χωρίς να αναρωτηθεί ποτέ αν τα θέλει πραγματικά. Τι ήθελα από όσα ζούσα και τι από όσα ήθελα έζησα; Τελικά δεν είναι κι άσχημο να δουλεύεις στο σπίτι όταν είσαι τόσο κοντά στη θάλασσα. Θα περπατάω κάθε μέρα. Σίγουρα υπάρχει Θεός, αν ένας γλάρος ανοίγει τα φτερά του και πετάει. Τόσα χρόνια δεν ήξερα να αγαπώ. Αυτή η κοπέλα έχει πολύ όμορφα μαλλιά. Θέλω να αγαπήσω πάλι. Αλλά μέχρι τότε ακόμη και μόνος θα μάθω να περνάω όμορφα.
             «Αχ, Αλκυονίδες μέρες!», είπε μια μεσήλικη κυρία στη μικρή εγγονή της. «Είναι μέρες με ήλιο στην καρδιά του χειμώνα.» Η μικρή κοίταξε τον ουρανό και κούνησε το μπαλόνι της.  Ναι, ο χειμώνας δεν είχε περάσει και ούτε και ήξερα πόσοι χειμώνες με περίμεναν ακόμη. Όμως αυτή τη φωτεινή μέρα την είχα κερδίσει.