Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ψυχαναλυτικές Λέξεις

Κοίταξε τις σημειώσεις του για μια τελευταία φορά. Είχε δουλέψει πολύ για αυτήν την ομιλία και τώρα χαιρόταν που κάποιοι θα τον άκουγαν. Δεν ήταν ματαιόδοξος και είχε μια φυσική συστολή. Για χρόνια πολλά δίδασκε στη  σχολή Ψυχολογίας ενός καλού πανεπιστημίου, είχε πια συνηθίσει να μιλάει μπροστά σε κοινό. Αισθανόταν όμως πιο όμορφα στην πολυθρόνα του ψυχαναλυτή με έναν άνθρωπο απέναντί του να του μιλάει, να τον εμπιστεύεται ακόμη και να του επιτίθεται ή να τον ακυρώνει. Κι αυτό το συνέδριο ήταν ευκαιρία να δει συναδέλφους, να ανταλλάξουν απόψεις, να μοιραστεί κάτι από τη δουλειά που κάνει.
Γύρω του ένα βουητό, μια φασαρία. Όταν σήκωσε το κεφάλι από την ομιλία του, είδε πολύ κόσμο στα καθίσματα του αμφιθεάτρου. Είχαν έρθει πολλοί φοιτητές, αναγνώρισε μάλιστα κάποια πρόσωπα από το πανεπιστήμιο, στο οποίο δίδασκε κι εκείνος. Ύστερα από λίγο τον πλησίασε ο πρόεδρος της εταιρείας που διοργάνωνε το συνέδριο. Του έδωσε το χέρι και του μίλησε τυπικά. Το ύφος του ήταν κάπως στυφό, ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός ο άνθρωπος συμπαθούσε κάποιον ή αν ήταν ποτέ χαρούμενος ή ευχαριστημένος. Ήταν, όμως, άτομο αναγνωρισμένο στο χώρο και με μεγάλο έργο. Μίλησε με κάποιους συναδέλφους ακόμη κι ύστερα ο πρόεδρος ανακοίνωσε στο μικρόφωνο την έναρξη του συνεδρίου. Όλες οι συνομιλίες στο κοινό σταμάτησαν.

Ξανακοίταξε γύρω του. Άνθρωποι κυρίως νέοι, φοιτητές ή νεαροί επαγγελματίες είχαν έρθει για να ακούσουν εκείνους, τους καθηγητές, τους ψυχαναλυτές, με τις γνώσεις και την εμπειρία και να μάθουν κάτι από αυτούς, να διευρύνουν τον ορίζοντά τους, να εμπνευστούν. Οι ομιλίες ξεκίνησαν, το θέμα της εκείνης της ημέρας ήταν η κατάθλιψη στον σύγχρονο άνθρωπο. Η κατάθλιψη. Ναι, την είχε συναντήσει τόσες φορές στη δουλειά του, αυτή τη μαύρη τρύπα που μπορεί έναν άνθρωπο να τον καταπιεί και να τον κάνει να στερείται κάθε χαρά, κάθε ευχαρίστηση. Η κατάθλιψη κατατρώει τον σύγχρονο άνθρωπο. Και τον κάνει να στρέφεται ενάντια στον εαυτό του, να τρώει ο ίδιος τις σάρκες του. Έτσι ξεκινούσε η ομιλία του και του είχε πάρει πολύ χρόνο για να σκεφτεί αυτή τη φράση. Η δεύτερη ομιλήτρια σε λίγο θα ολοκλήρωνε. Άλλος ένας ψυχίατρος θα μιλούσε μετά κι ύστερα ήταν εκείνος. Συγκεντρώθηκε σε αυτό που άκουγε, στο κάτω-κάτω ήταν εκεί για να ακούσει και άλλους.
Η δεύτερη ομιλήτρια ολοκλήρωσε την ομιλία της και ρώτησε αν υπήρχαν ερωτήσεις. Οι φοιτητές ήταν διστακτικοί και απρόθυμοι να μιλήσουν, ίσως τους είχε αποθαρρύνει η δύσκολη ψυχαναλυτική γλώσσα. Ένας καθηγητής από άλλο πανεπιστήμιο έκανε κάποιο σχόλιο και έγινε μια σύντομη συζήτηση πάνω σε αυτό μεταξύ της ομιλήτριας, του καθηγητή αυτού και άλλων δύο ψυχαναλυτών σε ηλικία συνταξιοδότησης. Και τότε την είδε. Και όλα σταμάτησαν.
Ήταν καθισμένη στην πέμπτη ή έκτη σειρά, δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Δεν ήταν πια κορίτσι, κοπέλα, φοιτήτρια, είχε μεταμορφωθεί σε κομψή, νεαρή γυναίκα. Προσπάθησε να μετρήσει πόσα χρόνια είχε να τη δει αλλά το μυαλό του ήταν μπλοκαρισμένο. Η επόμενη ομιλία ξεκινούσε αλλά στα αυτιά του έφταναν μόνο λέξεις διάσπαρτες, χωρίς ουσία. Είχε γίνει ψυχοθεραπεύτρια λοιπόν; Αν όχι γιατί να παρακολουθήσει το συνέδριο; Δίπλα της ήταν ένας νεαρός άντρας, ίσως λίγο μικρότερός της. Κάποια στιγμή του ψιθύρισε κάτι κι εκείνος χαμογέλασε. Ένιωσε για τον εαυτό του ντροπή. Ντροπή για όσα είχαν γίνει τότε, ντροπή που τώρα είχε τόσο αναστατωθεί.
Απώλεια του αντικειμένου, μελαγχολία, ναρκισσισμός. Οι ψυχαναλυτικοί όροι που τόσο είχε παλέψει στη ζωή του για να καταλάβει, για να τους κάνει κτήμα, για να τους χρησιμοποιήσει στη δουλειά του, τώρα τον χτυπούσαν σαν βέλη. Εκείνη ποτέ δεν συμπάθησε την ψυχανάλυση. «Δεν μπορώ να εκτιμήσω κάτι που δεν είναι απλό», του έλεγε περιφρονητικά. «Αυτή η γλώσσα, αυτοί οι όροι είναι μόνο εμπόδια, κρύβεστε πίσω τους και δεν βλέπετε αληθινά τους ανθρώπους. Μιλάτε στον πληθυντικό, δεν δέχεστε προσωπικές ερωτήσεις, όλοι για εσάς είναι ασθενείς, όλα είναι ασυνείδητο.» Εκείνος υπερασπιζόταν αυτό που μετά από τόσα χρόνια είχε γίνει πια κομμάτι του εαυτού του, όμως ένα κομμάτι του γοητευόταν από αυτήν της την αντίδραση. Αυτό είχε μάθει, με αυτό προχωρούσε, έτσι προσπαθούσε να βοηθήσει ανθρώπους και σε κάποιες περιπτώσεις τα κατάφερνε. «Το θέμα δεν είναι ποια προσέγγιση θα ακολουθήσεις  αλλά να πιστεύεις σε αυτό που κάνεις. Ούτε είναι όλοι οι ψυχαναλυτές όσο απρόσιτοι νομίζεις», της έλεγε και στα μάτια της έβλεπε ευχαρίστηση, ίσως γιατί εκείνος ο καθηγητής, ο ψυχαναλυτής, έκανε ατέλειωτες συζητήσεις μαζί της, αντιμετώπιζε σαν ίση μια απλή φοιτήτριά, που είχε για σιγουριά μόνο το πάθος της νεότητας.
Η σχέση τους ήταν και ερωτική. Για μικρό διάστημα. Κάποιες φορές είχε πάει στο μικρό φοιτητικό της διαμέρισμα, όμως η ντροπή, οι ενοχές του δεν τον άφησαν σχεδόν καθόλου να το χαρεί. Ένιωθε φτηνός, σκεφτόταν τη γυναίκα του, η βέρα στο δάχτυλό του τον έπνιγε στον λαιμό, ένιωθε συνεπαρμένος και ταυτόχρονα εξευτελισμένος. Εκείνη δεν ένιωθε ντροπή. Πίστευε πως ο γάμος του δεν την αφορούσε. «Η γυναίκα σου είναι θέμα δικό σου», του είχε πει μια φορά. Δεν του τηλεφωνούσε σε ώρες που ήξερε ότι ήταν στο σπίτι του, δεν ήταν πιεστική, δεν θέλησε ποτέ να σοβαρέψει η σχέση τους. Ζούσε το παρόν σαν να μην υπήρχε τίποτα πέρα από αυτό, της άρεσε να βρίσκεται κοντά του και να νιώθει ξεχωριστή και ταυτόχρονα είχε τις σπουδές της και πολλές παρέες για να περνάει τον χρόνο της. Όταν τελείωσε την πτυχιακή της οι συναντήσεις τους αναγκαστικά αραίωσαν. Χωρίς ποτέ να χωρίσουν, αν κάτι τέτοιο θα ήταν χωρισμός, χάθηκε από τη ζωή του και δεν έμαθε ποτέ τι έκανε τόσα χρόνια.
Το όνομά του, άκουγε το όνομά του αλλά τα πόδια του ήταν κολλημένα στο πάτωμα. Την κοίταξε για μια τελευταία φορά, το πρόσωπό της δεν έδειχνε κάποια ιδιαίτερη ταραχή, όμως ήταν σκεφτικό. Σηκώθηκε και πλησίασε στο μικρόφωνο. Το βλέμμα του στράφηκε σε μια συνάδελφο και φίλη, ήταν αποφασισμένος να μην ξανακοιτάξει στην πέμπτη ή έκτη σειρά.
Η κατάθλιψη κατατρώει τον σύγχρονο άνθρωπο. Και τον κάνει να στρέφεται ενάντια στον εαυτό του, να τρώει ο ίδιος τις σάρκες του. Η ομιλία του ξεκίνησε, ο λόγος σαν χείμαρρος αυτόματος ξεχείλισε από μέσα του. Στην αρχή κάποια θεωρητικά κομμάτια. Κι ύστερα ένα περιστατικό. Η δουλειά που είχε κάνει με έναν ασθενή του  για χρόνια ήταν τώρα εκτεθειμένη μπροστά σε ένα πλήθος που φάνταζε ψυχρό. Άκουγε τον εαυτό του και αναρωτιόταν τι θα σκεφτόταν εκείνη. Ναι, η ψυχαναλυτική γλώσσα τώρα ακουγόταν βάρβαρη. Ό,τι είχε νιώσει σε εκείνη την πολυθρόνα είχε κρυφτεί, οι θεωρίες του φάνταζαν μεγαλομανείς, ποιος ήταν εκείνος για να μπορεί να τα συμπεραίνει όλα αυτά; Τον είχε συμπονέσει πολύ αυτόν τον ασθενή, ναι, όμως, η παρουσίαση αυτού του περιστατικού τον έκανε να μοιάζει με αποστειρωμένο επιστήμονα. Αυτό θα σκεφτόταν εκείνη. «Οι ψυχαναλυτές μιλάνε για την αίσθηση παντοδυναμίας των ασθενών αλλά μάλλον δεν έχουν δει το ύφος τους στο καθρέφτη», του είχε πει μια φορά αναφερόμενη σε έναν άλλο καθηγητή. Η ομιλία τελείωσε. Το κοινό χειροκρότησε. Παρατήρησε τα πρόσωπά τους. Κανέναν νέο άνθρωπο δεν είχε αγγίξει η ομιλία του, κανείς δεν είχε καταλάβει τη δουλειά του, τον κόπο του, την ψυχική προσπάθεια. Το χειροκρότημα ήταν χλιαρό, τυπικό. Κι ύστερα τα σχόλια των συναδέλφων. Και μια ωραία, ψυχαναλυτική συζήτηση, στην οποία κανένας φοιτητής, κανένας νέος επαγγελματίας δεν συμμετείχε. Ένιωσε ντροπή.
Ξαφνικά εκείνη και ο νεαρός που καθόταν δίπλα  της σηκώθηκαν για να φύγουν. Όσο ο πρόεδρος του συνεδρίου συσχέτιζε το περιστατικό του με τη θεωρία ενός σύγχρονου Γάλλου ψυχαναλυτή το βλέμμα του έπεφτε για τελευταία φορά πάνω της, στο σώμα της που ήταν όλο χάρη, τα μακριά μαλλιά και το κασκόλ που τύλιγε χαλαρά γύρω από τον λαιμό της. Κι ύστερα η σκέψη της γυναίκας του, η ενοχή. Ξαφνικά ένιωσε γερασμένος, γελοίος, σαν τίποτα από όσα είχε καταφέρει στη ζωή του να μην είχαν σημασία.
Ο πρόεδρος του συνεδρίου ανήγγειλε το διάλειμμα.  «Συγχαρητήρια για την ομιλία σου, μου άρεσε πολύ, ειδικά το δεύτερο μέρος», γύρισε και του είπε ο πρόεδρος αμέσως μετά με το μονίμως ανέκφραστο βλέμμα του. Εκείνος κούνησε το κεφάλι αδιάφορα. Κι ύστερα βρήκε κάποιες ψυχαναλυτικές λέξεις για να κρυφτεί.


Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Ο μαέστρος

«Σε παρακαλώ», του είχε πει. «Θέλω τόσο πολύ να πάμε.» Δεν ήξερε τι να κάνει. Περνούσε όμορφα με αυτήν την κοπέλα, έβγαιναν μαζί τους τελευταίους μήνες και ήθελε να την ευχαριστήσει, όμως ακόμη δεν ένιωθε αρκετή οικειότητα μαζί της ώστε να της εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν ήθελε να τον δει.
«Μα είναι καταπληκτική ορχήστρα. Δεν το πιστεύω ότι ο μαέστρος είναι ο πατριός σου. Κι αυτή τη συμφωνία που θα παίξουν την αγαπώ τόσο πολύ. Δεν θα μου χαλάσεις το χατίρι, έτσι;». Τον είχε κοιτάξει τόσο γλυκά που δεν άντεξε, δέχτηκε. Τώρα, όμως, που περνούσαν τις πόρτες του Μεγάρου Μουσικής ένιωθε τόση δυσφορία που ήταν έτοιμος να φύγει και να αφήσει την όμορφη συνοδό του να παρακολουθήσει τη συμφωνική ορχήστρα μόνη της.
«Τι έχεις;», τον ρώτησε κάποια στιγμή εκείνη ξεφυλλίζοντας με λαχτάρα το πρόγραμμα. Εκείνος δεν απάντησε, λίγο μετά η κοπέλα προσηλώθηκε σε όσα διάβαζε και για αρκετή ώρα ξέχασε την ύπαρξή του. Εκείνος παρατηρούσε τον κόσμο γύρω του, συνομήλικούς του με μποέμ ντύσιμο, που ήταν ίσως μουσικοί, κομψές γυναίκες με γόβες και ζευγάρια ηλικιωμένων με γυαλιά, ακριβά κοσμήματα και ιδιαιτέρως περιποιημένο ντύσιμο. Η κοπέλα του όταν έκλεισε το πρόγραμμα άρχισε σαν χείμαρρος να του μιλάει για το έργο, το οποίο θα άκουγαν, τον μουσικό δημιουργό του και την ορχήστρα.
«Μα για την ορχήστρα φυσικά θα ξέρεις. Τι σου λέω…», του χαμογέλασε.
«Δεν ξέρω όσα νομίζεις. Αυτό προσπαθούσα να σου εξηγήσω και τις προάλλες...»
«Μα δεν μου είχες πει πως ο πατριός σου σε μεγάλωσε;»
Ξερόβηξε και προσπάθησε να δείχνει αδιάφορος.
«Παντρεύτηκε τη μητέρα μου, όταν ήμουν τεσσάρων. Έζησα μαζί τους μέχρι τα δεκαοχτώ μου, μετά έφυγα για σπουδές. Η μητέρα μου πέθανε έναν χρόνο αφότου τελείωσα το πανεπιστήμιο. Έκτοτε δεν έχω πολλές επαφές μαζί του.»
«Μα μου είχες πει πως ήταν σαν πατέρας σου. Πως δεν γνώρισες πατέρα, πώς γίνεται να…»
Η αδιακρισία της είχε αρχίσει να τον ενοχλεί. Ήταν όμως πολύ χαριτωμένη, έτσι αναστατωμένη από τη χαρά για τη συναυλία και δεν μπορούσε να της θυμώσει. Ήθελε απλώς να αποφύγει αυτήν την επώδυνη συζήτηση.
«Εσύ πώς αγάπησες την κλασική μουσική;», τη ρώτησε.
Κι εκείνη άρχισε να του λέει για τους γονείς της, που όταν ήταν μικρή έβαζαν συνεχώς στο πικ απ συμφωνίες και ίσως να έφταιγε που η μητέρα της άκουγε Μότσαρτ όταν ήταν έγκυος και από έμβρυο ακόμη συνήθισε και αγάπησε αυτούς τους ήχους. Ήθελε να τη φιλήσει, ήταν τόσο γλυκιά και αθώα. Ποτέ της δεν θα καταλάβαινε τη δική του περίεργη οικογενειακή κατάσταση.
Λίγο μετά μπήκαν στην αίθουσα και κάθισαν στις θέσεις τους, οι οποίες είχε φροντίσει να μην είναι πολύ μπροστά. Σιγά-σιγά η αίθουσα γέμισε, τα φώτα χαμήλωσαν και άρχισαν να μπαίνουν τα μέλη της ορχήστρας. Ένιωσε το χέρι της να σφίγγει το χέρι του με ανυπομονησία, όταν όμως είδε τη γυναίκα με το βιολοντσέλο θυμός φούσκωσε μέσα του σαν άγριο κύμα. Και όταν βγήκε εκείνος, ο μαέστρος, ένιωσε κάτι ζαλάδα ή ναυτία.
Η μουσική ξεκίνησε. Ήθελε να φύγει, η θηλυκή παρουσία δίπλα του δεν αρκούσε για να απαλύνει τον εκνευρισμό του. Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί, να κάθεται σε καθίσματα που τότε του φαίνονταν τεράστια και να κοιτάζει με δέος τον πατριό του να κινεί τα χέρια του ή μάλλον όλο του το σώμα πάνω στη σκηνή. Εκείνος με το παιδικό του μυαλό δεν καταλάβαινε. Διευθύνει την ορχήστρα, του έλεγε η μητέρα του με περηφάνια, είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνει, αλλά εκείνος δεν καταλάβαινε. Αυτές οι κινήσεις του μαέστρου του θύμιζαν χορό, «χορεύει, μαμά», έλεγε, όμως η μητέρα του επέμενε. Δεν χορεύει, διευθύνει την ορχήστρα, είναι πολύ σημαντικό αυτό που κάνει. Έπρεπε να μεγαλώσει αρκετά για να καταλάβει ότι ο μαέστρος ήταν ένα είδος στρατηγού δασκάλου, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα μαύρα ρούχα και τα μουσικά όργανα τον υπάκουαν ευλαβικά, τον ακολουθούσαν και στις κινήσεις του συντόνιζαν το παίξιμό τους.
«Είναι καταπληκτικά!» του ψιθύρισε η κοπέλα δίπλα του. Όμως το δικό του μυαλό δεν άκουγε τη μουσική, είχε φύγει, ήταν αλλού πολύ μακριά της.
Κοιτούσε τη γυναίκα με το βιολοντσέλο. Ήταν πολύ γοητευτική. Με μαλλιά σε ανοιχτό καστανό χρώμα, χτενισμένα στο πλάι, λεπτή, φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα και έτσι όμως όπως είχε ανοίξει τα πόδια φαίνονταν οι καλοσχηματισμένες της γάμπες. Η έλξη που ένιωθε για εκείνη  τον έκανε να ντρέπεται πολύ και να θυμώνει με τον εαυτό του. Ήταν η νέα γυναίκα του μαέστρου, η αντικαταστάτρια της μητέρας του. Δεν θα του συγχωρούσε ποτέ πως παντρεύτηκε έναν χρόνο μετά τον θάνατό της αυτήν την όμορφη και νέα γυναίκα κι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν είχε πια καμία επαφή μαζί. Ο πατριός του στην αρχή τού τηλεφωνούσε συχνά, τον καλούσε στο σπίτι και στις παραστάσεις της συμφωνικής ορχήστρας. Εκείνος απαντούσε κοφτά, θυμωμένα, κάποια στιγμή σταμάτησε να σηκώνει το τηλέφωνό, όταν έβλεπε τον αριθμό του. Κάποια στιγμή σταμάτησε ο πατριός του να του τηλεφωνεί και έτσι βγήκε ο ένας από τη ζωή του άλλου. Είχε αρκετά χρόνια να τον δει και τώρα άρχισε να παρατηρεί τα μαλλιά του, που όλα τώρα είχαν γκριζάρει και το ψηλό, λεπτό του σώμα, που ήταν πολύ πιο κυρτό από όσο το θυμόταν.
«Εδώ σε αυτό το σημείο. Άκου.» Η κοπέλα από δίπλα χάιδεψε το χέρι του. Εκείνος την κοίταξε αδιάφορος.
«Κλείσε τα μάτια και μην σκέφτεσαι τίποτα. Άσε τη μουσική να μιλήσει.» Εκείνος σήκωσε τους ώμους. Και τότε το χέρι της κάλυψε τα μάτια του. Το άγγιγμά της ήταν απαλό, μύριζε όμορφα. Έκλεισε τα μάτια του για να νιώσει, όχι τη μουσική, αλλά εκείνη, εκείνη θα τον έβγαζε από τα άσχημα συναισθήματα που είχαν ξυπνήσει ξαφνικά και τον χτυπούσαν σαν καταιγίδα.  Η θύμηση της μητέρας του, πόσο του έλειπε ακόμη, το παιδικό του παράπονο γιατί εκείνος δεν είχε αληθινό πατέρα, η οργή για αυτήν την όμορφη γυναίκα με το βιολοντσέλο που είχε σβήσει τα πάντα, που τον είχε κάνει να νιώσει χωρίς οικογένεια. Και ξαφνικά, εκεί βυθισμένος στο σκοτάδι με το χάδι αυτού του λεπτού χεριού πάνω στο δέρμα του, η μουσική έγινε σαν μαγική κι άρχισε να κάνει αυτήν την θύελλα μια βροχή όμορφη, τρυφερή, δροσερή που απαλύνει.
«Άνοιξέ τα μάτια τώρα και δες τους μουσικούς», άκουσε τη γλυκιά φωνή δίπλα του κι ένιωσε το χέρι της να αποτραβιέται.
Ναι, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που άκουγε, αυτή η μια φωνή με τις πολλές αποχρώσεις έβγαινε από τόσους ανθρώπους, ο καθένας ήταν αφοσιωμένος στη μουσική του, μόνος του, κι όμως ήταν όλοι μαζί. Και μπροστά, ο πατριός του, ο μαέστρος να κουνάει τα χέρια ακατάπαυστα, να δονείται ολόκληρος και η ορχήστρα να γίνεται σπασμός, να γίνεται συναίσθημα, δύναμη, ολότητα. Έτσι, όπως έβλεπε το ψηλό του σώμα θυμήθηκε πώς κουνιόταν ολόκληρος όταν τον μάλωνε για μια ζημιά ή επειδή ήταν άτακτος, ένα μάλωμα δυνατό αλλά γεμάτο αγάπη. Ποτέ δεν φοβήθηκε τον πατριό του, όπως άλλοι φοβούνται τον πατέρα τους, πάντα ήξερε πως ήταν με το μέρος του, ο προστάτης του, ο φίλος του ο αγαπημένος. Και όταν τις νύχτες ξυπνούσε από εφιάλτες και φώναζε, εκείνος καθόταν δίπλα του μέχρι να τον πάρει πάλι ο ύπνος και μουρμούριζε κάποια σονάτα χτυπώντας τα δάχτυλά του σαν να έπαιζε πιάνο. Ακόμη κι αν δεν με φωνάζεις πατέρα, εγώ θα νιώθω πάντα ο πατέρας σου, του είχε πει στην ορκωμοσία του με βλέμμα που έλαμπε περήφανο, τότε που η άρρωστη μητέρα του δεν μπορούσε να είναι εκεί.
«Κλαις;», η κοπέλα του μίλησε πιο δυνατά από ό,τι έπρεπε και μια κυρία από μπροστά γύρισε και τους κοίταξε αυστηρά. Ναι, στα μάτια του κυλούσαν δάκρυα, δεν ήξερε τι δάκρυα ήταν, ενοχής ή συγκίνησης ή κάθαρσης, τις λίγες φορές που στη ζωή του είχε κλάψει, δεν ήταν έτσι. Ήξερε μόνο πως άκουγε αυτή τη μουσική, που τώρα είχε γίνει τρυφερή σαν ζεστό αεράκι, ήξερε μόνο πως αυτός ο άντρας που συνέχιζε ακούραστα να κουνάει τα χέρια του στη σκηνή και στα διαλείμματα σκούπιζε τον ιδρώτα του, ο μαέστρος, που είχε τόσα χρόνια να τον δει, που ήταν τόσο θυμωμένος για καιρό μαζί του, αυτός ήταν ο μοναδικός πατέρας που γνώρισε. Και του είχε λείψει, δεν ήθελε άλλο θυμό άλλη πίκρα μέσα του να τον δηλητηριάζει, δεν ήθελε άλλη ερημιά. Χαμογέλασε διστακτικά, είναι περίεργα, όταν μετά από πολύ πόνο θέλεις και πάλι να χαμογελάσεις, όταν συνειδητοποιείς πως ήρθε η ώρα να φύγει το παράπονο και αποδέχεσαι τα όσα συνέβησαν. Του αξίζει να έχει μια σύντροφο δίπλα του, είναι νέος ακόμη, σκέφτηκε. Αν χάνεις κάποιον που αγαπάς, δεν είσαι υποχρεωμένος να σταματήσεις να ζεις. Στάθηκε στο πλευρό της με αγάπη τόσα χρόνια και όσο ήταν άρρωστη. Εκείνη δεν θα το ήθελε τώρα να είναι μόνος. Η γυναίκα με μακρύ μαύρο φόρεμα και με το βιολοντσέλο ανάμεσα στα πόδια της ξαφνικά δεν του φαινόταν τόσο απειλητική.
«Μπράβο!», ακούστηκε μια φωνή και τότε κατάλαβε ότι η συναυλία είχε τελειώσει. Γύρω του χειροκροτήματα, άρχισε να χτυπά κι αυτός τα χέρια του με δύναμη. Ο μαέστρος υποκλινόταν συγκινημένος και με τα χέρια του έδειχνε τους μουσικούς, που στέκονταν ακίνητοι, με σεβασμό μπροστά του. Όταν τελείωσαν οι υποκλίσεις, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, η αίθουσα σιγά-σιγά άδειαζε, εκείνος, όμως καθόταν στη θέση του σαν πεισμωμένο παιδί που αρνείται να φύγει από το δωμάτιο που παίζει.
«Θέλεις να πάμε να τον δούμε;», τον ρώτησε η κοπέλα δίπλα του που με κάποιο μαγικό τρόπο σαν να είχε καταλάβει πως κάτι μέσα είχε αλλάξει.
«Έχουμε πολύ καιρό να μιλήσουμε, δεν θέλω να τον ενοχλήσω τώρα…»
Ήταν διστακτικός, όσο η ώρα περνούσε το οχυρό του άρχιζε να χτίζεται ξανά, η πανοπλία του σκληρού να τον σφίγγει πάλι.
Το χέρι της, όμως, πήρε το χέρι του και άρχισε να τον οδηγεί κι εκείνος έκλεισε πάλι τα μάτια. «Πού μπορούμε να τον δούμε; Είναι ο γιος του.» Η φωνή της κάποιον ρώτησε, τους έδειξαν προς τα πού να πάνε. Κι ύστερα μια πόρτα άνοιξε και βρέθηκε απέναντί του. Η κοπέλα τον οδήγησε μέσα και μετά έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω της.
Ο μαέστρος είχε βγάλει το σακάκι του και είχε λύσει το μαύρο παπιγιόν, στο μέτωπό του είχε στεγνώσει ο ιδρώτας. Όταν σήκωσε τα μάτια του πάνω του, εκείνος ένιωσε τα πόδια του να λύνονται. Ήταν τόση η ένταση στο δωμάτιο, που η στιγμή φάνηκε ατέλειωτη και σχεδόν αβάσταχτη.
Κοιτάζονταν χωρίς να μιλάνε, όμως, δεν χρειαζόταν τίποτα να πουν. Κι ύστερα ο μαέστρος τον πλησίασε. Εκείνος αμίλητος, ένιωσε πάλι να γίνεται μικρό αγόρι, αδύναμο, πονεμένο. Τα μακριά χέρια, που λίγο πριν με τρομακτική προσήλωση διεύθυναν βιολιά, άνοιξαν όπως παλιά. Κι εκείνος αφέθηκε.

Και τότε αυτή η παλιά, γνώριμη, ζεστή μουσική ξεκίνησε πάλι να  παίζει.

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ


Μια κάπως σουρεαλιστική συζήτηση


    Βρισκόμαστε έξω από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο προς τα προάστια μιας μεγάλης πόλης. Είναι Ιούλιος, μεσημέρι, Σάββατο, η άσφαλτος είναι ζεστή κι ανάμεσα στους περαστικούς με τα καλοκαιρινά ρούχα και τις σακούλες στα χέρια βλέπουμε δυο γυναίκες, που περπατάνε δίπλα-δίπλα με βήμα κοριτσίστικο κι ανάλαφρο, μιλάνε ασταμάτητα και πού και πού γελάνε. Η μία κρατάει μια μεγάλη γλάστρα, που προορίζεται για επίσκεψη σε φιλικό σπίτι το βράδυ, η άλλη δύο σακούλες που περιέχουν ρούχα για τη δουλειά της, αυστηρά και κομψά.
Ας πούμε λίγα λόγια για αυτές τις δύο φίλες. Μεγάλωσαν μαζί στην ίδια γειτονιά, τα πατρικά τους σπίτια ήταν απέναντι το ένα από το άλλο, κάθονταν στο ίδιο θρανίο σε όλη τη διάρκεια της σχολικής τους θητείας και χωρίστηκαν μόνο, όταν η μία έφυγε για να σπουδάσει στο εξωτερικό στα δεκαοκτώ τους χρόνια. Εκείνα τα χρόνια των σπουδών τους έλειψε πολύ η μία στην άλλη και φυσικά είχαν τακτική επικοινωνία. Όταν τελικά η μία φίλη επέστρεψε με ανακούφιση έγιναν πάλι αχώριστες. Τώρα είναι και οι δύο τριάντα εννιά χρόνων. Η μία είναι διαζευγμένη, με πολύ καλή και αγχωτική θέση σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών και πολύ καλό μισθό. Ή άλλη παντρεμένη, με ένα παιδάκι τεσσάρων χρόνων δουλεύει σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως γραμματέας σε μια μικρή, οικογενειακή επιχείρηση. 
     Φυσικά σε μια τέτοια ηλικία ο χρόνος που περνούν μαζί είναι πιο περιορισμένος, ωστόσο ποτέ δεν χάνει η μία την άλλη, μιλάνε αρκετές ώρες στο τηλέφωνο και πότε-πότε βγαίνουν για ψώνια και όσα απογεύματα μπορούν πηγαίνουν μεγάλους περιπάτους στη μαρίνα στην άκρη της πόλης. Περπατάνε γρήγορα για να γυμναστούν και ταυτόχρονα μιλάνε και τους κόβεται η ανάσα και καταλαβαίνουν ότι πρέπει να σταματήσουν να μιλάνε, όμως συνεχίζουν να μιλάνε για τις ζωές τους, τους φόβους, τις ανησυχίες τους, τους θυμούς και τις αποτυχίες και τις ανασφάλειές τους και συνήθως με όλα αυτά στο τέλος γελάνε και όλα τότε μικραίνουν και γίνονται ασήμαντα και λιγότερο τρομακτικά και φαίνονται έστω για λίγο αντιμετωπίσιμα. Αυτή είναι μια σύντομη περιγραφή αυτών των δύο γυναικών, που πλησιάζουν τώρα προς το αυτοκίνητο της μίας και ας πλησιάσουμε για λίγο για να τις ακούσουμε. Δεν λένε κάτι το ιδιαίτερο παρά για τις δουλειές τους, τις επικείμενες διακοπές, τον πρόσφατο χωρισμό ενός φιλικού τους ζευγαριού και διάφορα παρόμοια. Η συζήτησή τους είναι πολύ καθημερινή και συνηθισμένη και γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να την αναπαράγουμε. Όμως ξαφνικά, εκεί που είμαστε έτοιμοι να στραφούμε σε κάποιον άλλον περαστικό, που θα έχει μια πιο ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθούμε,  η μία κάτι παράξενο ξεστομίζει.
«Πολλές φορές νιώθω ότι θέλω να εξαφανιστώ.»
«Τι εννοείς; Να πεθάνεις;»
«Όχι. Θα ήθελα να εξαφανιστώ και να είναι σαν να μην υπήρξα ποτέ. Να μην αφήσω πόνο πίσω μου. Να μην με θυμάται κανείς.»
Οι συζητήσεις τους πολλές φορές εξελίσσονται σε σουρεαλιστικές φαντασιώσεις, οπότε μην σας εκπλήσσει η ψυχραιμία της άλλης φίλης στο άκουσμα αυτής της αλλόκοτης επιθυμίας.
«Το σκέφτομαι πολλές φορές το πρωί, όταν ξυπνάω για να πάω στη δουλειά, συνεχίζει η φίλη που θέλει να εξαφανιστεί. Ή κάποια βράδια, που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Νομίζω πως αν εξαφανιζόμουν εδώ και τώρα δεν θα με πείραζε καθόλου.»
«Αχ, όχι! Κι εγώ πώς θα γυρίσω στο σπίτι; Μην ξεχνάς ότι κρατάω και τη γλάστρα!»
Η φίλη αυτή δεν οδηγεί γιατί κάθε φορά που μπαίνει σε αυτοκίνητο, την πιάνει μια έντονη φοβία ότι τα αυτοκίνητα του αντίθετου ρεύματος θα έρθουν καταπάνω της.
«Θα ήθελα τη Δευτέρα στη δουλειά, η καρέκλα στο γραφείο μου να είναι άδεια και το όνομα μου να έχει σβηστεί από παντού. Να μην θυμάται κανείς ποιος καθόταν σε αυτό το γραφείο και ποιος είχε να κάνει όσα έχω να κάνω τη Δευτέρα. Και πίστεψέ με έχω τόση δουλειά τη Δευτέρα! Και ο πατέρας μου να μην με θυμάται για να μην πονέσει καθόλου με την εξαφάνισή μου.»
         Οι γονείς της ηρωίδας που θέλει να εξαφανιστεί χώρισαν, όταν εκείνη ήταν πέντε χρόνων. Η μητέρα της μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει σε άλλη πόλη. Δεν ήθελε να την ακολουθήσει γιατί δεν ήθελε να αποχωριστεί τη γειτονιά, τη φίλη της, το σχολείο της και κυρίως γιατί ήξερε πως ο πατέρας της χωρίς εκείνη κοντά του θα μαράζωνε. Την έβλεπε τακτικά τη μητέρα της και είχαν μια για τα δεδομένα καλή σχέση, ένα κενό όμως έμεινε για πάντα μέσα της και φυσικά με τον πατέρα της δέθηκε πολύ, ο ένας στήριξε τον άλλον  και αν και ήταν δύσκολο πολύ κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα σε μια οικογένεια χωρίς γυναικεία φροντίδα. Εκείνος ποτέ δεν ξεπέρασε την «προδοσία» της πρώην γυναίκας του, ποτέ δεν τη συγχώρησε που έφυγε μακριά από το παιδί της, το πέρασμα του χρόνου δεν τον ελευθέρωσε από την οργή και το παράπονο και ούτε ανέλαβε ποτέ κάποια δική του ευθύνη για τον χωρισμό. Εκείνη συνέχιζε τη ζωή της και κρατούσε ακόμη θυμό μέσα της για τη μητέρα της, που τον εγκατέλειψε καθώς και μια ασυνείδητη ζήλια για την ευκολία με την οποία είχε καταφέρει να φτιάξει μια ζωή μακριά του. Τη βάραινε μια αδικαιολόγητη ενοχή για τη δική του μοναξιά και όταν πήγαινε να τον δει στενοχωριόταν, γιατί τον έβλεπε να γερνάει πικραμένος.  Ας επανέλθουμε, όμως, στη συζήτηση των δύο φιλενάδων.
            «Και ο πατέρας μου να μην με θυμάται για να μην πονέσει καθόλου με την εξαφάνισή μου», είχε πει η φίλη που ήθελε να εξαφανιστεί.
«Ούτε εγώ να μην σε θυμάμαι;», τη ρωτάει η άλλη φίλη.
«Κανείς, κανείς…»
«Ούτε ο Άρης;»
«Λες να με θυμάται μόνο ο Άρης; Λες τελικά τόσο να με αγάπησε που να με θυμάται όταν θα έχω εξαφανιστεί και κανείς δεν θα γνωρίζει ότι υπήρξα;»
«Νομίζω πως ο Άρης θα σε θυμάται…», χαμογελά ζεστά η άλλη φίλη.
         Ο Άρης είναι ο πρώην σύζυγός της. Την αγαπούσε ακόμη κι εκείνη τον είχε αγαπήσει, όμως, όταν άρχισε να της ζητά επίμονα να κάνουν παιδί, είχε αρχίσει να ασφυκτιά, να πνίγεται. Ζητούσε συνεχώς παράταση θέτοντας σαν δικαιολογία το βαρύ επαγγελματικό της πρόγραμμα. Εκείνος θύμωνε και της μιλούσε για ολοκλήρωση και οικογενειακή ευτυχία και υποτιμούσε την ανάγκη της για επιτυχία και αναγνώριση. «Μα καλά, εσύ δεν έχεις καρδιά γυναίκας;», της είπε ένα βράδυ σε έναν καβγά τους και το βλέμμα του έπεσε σαν κεραυνός πάνω της. Εκείνη χωρίς να πει κουβέντα έριξε μερικά ρούχα σε μια βαλίτσα και πήγε να κοιμηθεί σε ξενοδοχείο. Μέσα στους επόμενους δύο μήνες είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στην παλιά της γειτονιά, κοντά στην παιδική της φίλη και είχε κάνει αίτηση διαζυγίου. Ο Άρης για πολύ καιρό την παρακαλούσε να γυρίσει κοντά του, κάποια στιγμή το πήρε απόφαση ότι δεν θα ήταν ποτέ ξανά μαζί, υπέγραψε για το διαζύγιο και εξαφανίστηκε από τη ζωή της. Δεν είχαν πια κανένα νέο του. 
«Ναι, ίσως ο Άρης θα με θυμάται…» χαμογελά κι εκείνη γλυκόπικρα.
            Λίγο μετά οι φίλες έφτασαν στο αυτοκίνητο και μπήκαν μέσα μαζί με τη μεγάλη γλάστρα και τις σακούλες με τα ψώνια. Όσο η μία πάλευε με τη γλάστρα στα πόδια της, η άλλη άνοιξε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο τους σταθμό. Το αυτοκίνητο άρχισε να κυλά στη ζεστή λεωφόρο και εκείνες τραγουδούσαν.


 Κι αν εξαφανιζόταν; Μέρος πρώτο

            Ήταν μια μέρα με πολλή ένταση στη δουλειά, πολλές φωνές από το αφεντικό της, πολλή κίνηση στον δρόμο, πολύ κόσμο στο λεωφορείο και πολύ πονοκέφαλο. Οι ώρες της στριμώχνονταν άτσαλα μέσα στη μέρα, ταχυκαρδίες έρχονταν και έφευγαν ξαφνικά και συχνά λαχταρούσε με όλη της την ψυχή ένα τσιγάρο. Είχε σταματήσει να καπνίζει, όμως, πριν τέσσερα χρόνια, όταν έμεινε έγκυος και με νύχια και δόντια πάλευε να μείνει μακριά από αυτήν την κακή συνήθεια γιατί ένιωθε πως αν έβαζε έστω ένα τσιγάρο στο στόμα της, θα κάπνιζε αμέσως και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο και θα κινδύνευε να περάσει την υπόλοιπη ζωή της καπνίζοντας χωρίς σταματημό.
            Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα, κρατούσε την κόρη της από το χέρι και πήγαινε στο σπίτι της μητέρας της, που ήταν τέσσερα στενά μακριά από το δικό της σπίτι. Γιαγιά και εγγονή τα πήγαιναν καλά κι αυτό την έκανε να νιώθει κάπως παράξενα, γιατί όταν ήταν εκείνη μικρή η μητέρα της θύμωνε μαζί της συνεχώς, της φώναζε και ήταν όλο απαιτήσεις. Από τότε που έγινε και η ίδια μάνα άρχισε λίγο να την καταλαβαίνει και να δικαιολογεί την άσχημη συμπεριφορά της μιας και η μητέρα της έγινε μητέρα πολύ νέα, στα δεκαοκτώ της χρόνια, πριν καν μεγαλώσει η ίδια. Αν και σε εκείνη φαινόταν μεγάλη, τεράστια, δεν ήταν παρά ένα παιδί πανικοβλημένο και απροετοίμαστο για ευθύνες και υποχρεώσεις και δυστυχώς ο πατέρας της αν και τις αγαπούσε πολύ περνούσε τη μισή του μέρα στη δουλειά και την υπόλοιπη μισή στο καφενείο της γειτονιάς με αποτέλεσμα η δύστυχη μαμά της να είναι χωρίς κάποια βοήθεια ή κάποια πιο ώριμη καθοδήγηση. Όταν  αργότερα έκαναν τις δύο δίδυμες αδερφές της, έπρεπε εκείνη να τη βοηθάει σε όλα, στη φροντίδα τους και στο νοικοκυριό και στα δεκατέσσερά της χρόνια ήταν μια μικρούλα που ήξερε να κάνει τα πάντα στο σπίτι και κάποιες φορές πιο καλά κι από τη μητέρα της και αν και αγαπούσε πολύ τις δίδυμες αδερφές της, ζήλευε πολύ τη σχέση τους γιατί είχαν η μία την άλλη και ήταν σαν να μην χρειάζονταν κανέναν άλλον.
            «Καλώς την εγγονούλα μου»,  άνοιξε η μητέρα της την πόρτα και την αγκαλιά της και τις υποδέχτηκε.
«Είναι και η κόρη σου εδώ», της είπε εκείνη.
«Μια ζωή όλο παράπονα είσαι…», της είπε η μητέρα της και πήγε να τη φιλήσει αλλά εκείνη τραβήχτηκε αντανακλαστικά.
«Πού είναι ο μπαμπάς;», ρώτησε και ένιωσε ξαφνικά ένα άσχημο συναίσθημα μπαίνοντας στο πατρικό της σπίτι.
«Πού αλλού; Στο καφενείο. Του είπα ότι θα φέρεις τη μικρή και είπε ότι θα έρθει νωρίς αλλά τον ξέρεις…»
«Καλά. Θα έρθω σε τρεις ώρες να την πάρω. Μην της δώσεις γλυκά.», είπε και αγκάλιασε την κόρη της που τραβούσε τη φούστα της γιαγιάς της για να της δείξει την καινούρια της κούκλα.
«Κάτσε λίγο να σε δω», της είπε η μητέρα της κάπως δειλά.
«Είμαι πολύ κουρασμένη κι έχω δουλειές στο σπίτι, απάντησε εκείνη αν και θα ήθελε λίγο να καθίσει. Φεύγω.»
«Έστω για λίγο…», είπε η μητέρα της μέσα από τα δόντια της και ύστερα πήρε στην αγκαλιά της τη μικρή.
«Να είσαι φρόνιμη», είπε εκείνη ψευτοαυστηρά στην κόρη της κι έφυγε με βήματα βιαστικά, όπως πάντα.
            Από μικρή πήγαινε παντού τρέχοντας. Και ως ενήλικη το ίδιο. Δεν μπορούσε να κάθεται στιγμή χωρίς να κάνει κάτι. Ο άντρας της πολύ συχνά τη ρωτούσε πώς μπορούσε να τη βοηθήσει, αλλά εκείνη του έλεγε πως δεν χρειαζόταν, είχε κι εκείνος τη δική του κούραση γιατί δούλευε πολλές ώρες και ήταν και άντρας. Με βήματα βιαστικά πέρασε το δρόμο για να πάει στο σπίτι της και ξαφνικά άκουσε το όνομά της. Ήταν ο γείτονάς τους, που τώρα είχε αρχίσει να γερνάει πολύ και της φαινόταν αγνώριστος.
«Τι κάνεις; Καιρό έχω να σε δω», της χαμογέλασε και εκείνη είδε ότι είχε χάσει ένα από τα μπροστινά του δόντια.
«Γεια σας. Καλά είμαι. Εσείς;»
«Ας τα λέμε καλά…», είπε εκείνος και τα μάτια του σκοτείνιασαν.
Ήταν ένας άνθρωπος πολύ μόνος. Χώρισε με τη γυναίκα του, όταν ήταν αρκετά νέος. Δεν είχαν κάνει παιδιά. Μετά εκείνη παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει σε άλλη πόλη.
«Η κόρη σου σου μοιάζει πολύ», της είπε και το κενό στα δόντια του ξεπρόβαλε πάλι.
Ήθελε να φύγει, αλλά τον λυπόταν. Από μικρή τον λυπόταν και χωρίς να καταλαβαίνει γιατί ένιωθε κάτι αδιόρατο να τον συνδέει μαζί της.
«Ναι, μου μοιάζει…», του απάντησε και δεν ήξερε τι άλλο να πει.
«Είναι ευλογία τα παιδιά», είπε εκείνος και τα μάτια του σαν να έφευγαν μακριά.
«Όση κι αν είναι η κούραση, είναι μεγάλη η χαρά που σου δίνουν», είπε κι ένιωσε μέσα της για τα καλά την κούραση.
«Σε θυμάμαι, όταν ήσουν μικρή πώς φρόντιζες τις αδερφές σου. Σαν μια μικρούλα μαμά. Τις τάιζες, τις χτένιζες, τις κρατούσες από τα μικρά τους χεράκια. Τα έμαθες όλα από νωρίς. Μόνο που…», σαν να δίσταζε να συνεχίσει.
«Μόνο που;», ρώτησε εκείνη και κοίταξε το ρολόι της.
«Νομίζω πως ένιωθες μοναξιά.»
«Δεν είχα χρόνο ούτε για αυτό», του χαμογέλασε αλλά ένιωσε μέσα τα κάτι σαν πόνο βαθύ.
«Οι αδερφές σου είχαν η μία την άλλη κι εσύ ήσουν μόνη σου. Σε θυμάμαι να τριγυρίζεις με τα παιδιά της γειτονιάς, όταν σε άφηνε σπάνια η μάνα σου να παίξεις, αλλά νομίζω ότι δεν ταίριαζες μαζί τους. Σαν να είχες κάποιον άλλον ανάγκη…»
«Παράξενα μιλάτε», του είπε εκείνη, αλλά τα λόγια του την είχαν αγγίξει. Ένιωθε όντως πολύ μόνη ως παιδί και ως έφηβη.
«Είναι που ο άνθρωπος όταν γερνάει τρελαίνεται λίγο γιατί αλλιώς δεν μπορεί να αντέξει το τέλος που έρχεται.»
«Έχετε δίκιο πάντως. Δεν είχα καμιά πολύ στενή φίλη. Δεν μπορώ καν να  θυμηθώ με ποιο κορίτσι καθόμουν στο θρανίο», είπε κι ένιωσε κάπως περίεργα.
«Εγώ σε καταλάβαινα πάντως γιατί κι εγώ ήμουν τόσο μόνος. Και ζήλευα πολύ τους γονείς σου που είχαν τρία κορίτσια. Ήθελα τόσο πολύ να έχω μια κόρη.»
«Σταθήκατε άτυχος κι εσείς, τι να πω», ένιωσε αμήχανα και δεν ήθελε να τον προσβάλει.
«Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τη γυναίκα μου. Όχι επειδή με χώρισε και πήγε να ζήσει σε μια άλλη πόλη με άλλον άντρα. Αλλά επειδή δεν ήθελε να κάνουμε παιδιά. Θα ήταν τώρα αλλιώς όλα αν είχα μια κόρη.»
«Γιο δεν θα θέλατε;»
«Νομίζω πως αν είχα παιδί θα ήταν κόρη. Και θα την αγαπούσα πολύ. Και θα με αγαπούσε. Μπορεί να ήταν δύσκολο να τη μεγαλώσω και να παραπονιόμουν και να γκρίνιαζα για τη ζωή μου, να μην είχα συγχωρέσει τη γυναίκα μου και πάλι ευτυχισμένος να μην ήμουν. Αλλά δεν θα είχα αυτό το κενό μέσα μου. Αυτό το κενό μέσα μου είναι ένας μικρός θάνατος.»
«Λυπάμαι που νιώθετε έτσι», είπε εκείνη και πραγματικά δεν είχε λόγια παρηγοριάς. Ξανακοίταξε το ρολόι της.
«Να μην σε καθυστερώ άλλο… Θα έχεις τόσες δουλειές να κάνεις…»
«Συγχωρέστε με, ναι. Πρέπει να φύγω…»
«Να είσαι καλά, παιδί μου, και όταν έρχεσαι στη μητέρα σου να περνάς να μου λες ένα γεια. Για κάποιο λόγο μου δίνει μεγάλη χαρά αυτό.
«Ναι, φυσικά. Να προσέχετε τον εαυτό σας…»
            Ο ηλικιωμένος γείτονας με βήματα βαριά και δύσκολα προχώρησε προς την πόρτα του. Εκείνη κοίταξε μια τελευταία φορά τη θλιβερή φιγούρα του, τα θολά του μάτια, τη γυρτή του πλάτη, τα γερασμένα του χέρια.  Ένιωσε μια συγκίνηση παράξενη, σαν για κάποιο λόγο να τον αγαπούσε. Κι ύστερα τα λόγια του ξύπνησαν μέσα της μια θλίψη. Ναι, είχε κι εκείνη μέσα της κενό και είχε δίκιο. Ως παιδί ήταν πολύ μόνη.  

Στη θάλασσα

            Οι δύο φίλες κάθονταν σε μια μεγάλη ριγέ ψάθα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Ήταν πρωί, πολύ πρωί και η παραλία ήταν σχεδόν άδεια. Τους άρεσε η ψύχρα του πρωινού, η κρύα και ήρεμη θάλασσα και κυρίως η αίσθηση ότι ήταν μόνες στον κόσμο και δεν είχαν ανάγκη κανέναν. Το καλοκαίρι συνεχιζόταν, η παντρεμένη φίλη είχε απαλλαγεί για λίγο από τα οικογενειακά βάρη καθώς ο άντρας της πήρε την κόρη τους και πήγε στο χωριό των γονιών του, ενώ εκείνη θα πήγαινε σε μια εβδομάδα γιατί δεν μπορούσε να πάρει πρωτύτερα άδεια από τη δουλειά της. Ήταν Κυριακή και είχαν όλη τη μέρα δική τους.
            «Κανονικά θα έπρεπε να χαλαρώσω τώρα αλλά δεν μπορώ, είπε η φίλη που ήταν μητέρα και σύζυγος. Σκέφτομαι συνεχώς τι έχω να κάνω αύριο και μεθαύριο και μετά από μια εβδομάδα και μετά τις διακοπές και του χρόνου και σε δύο χρόνια…»
«Η ζωή σου, ένα ατέλειωτο πρόγραμμα», της απάντησε η άλλη φίλη.
«Θέλω τόσο πολύ να κλείσω τα μάτια και να απολαύσω αυτήν την  ησυχία αλλά νομίζω ότι όταν πάω να το κάνω, το σώμα μου αντιδρά σαν να του έκαναν ηλεκτροσόκ.»
«Ποτέ σου δεν χαλαρώνεις. Έτσι είσαι από παιδί.», της απάντησε η άλλη και άπλωσε τα μακριά και καλλίγραμμα πόδια της.
«Είχα πάντα πολλά πράγματα να κάνω.»
«Θα αρχίσεις πάλι να λες ότι μεγάλωσες εσύ τις δίδυμες αδερφές σου και ότι η μητέρα σου ήταν πολύ μικρή και ανώριμη;»
«Ψέματα είναι;»
«Αλήθεια είναι. Θυμάμαι πως ήταν δύσκολα για σένα. Νομίζω ότι σε λυπόμουν.»
«Εσύ λυπόσουν εμένα; Εγώ λυπόμουν εσένα που έπρεπε κάθε μεσημέρι να ακούς τον πατέρα σου να γκρινιάζει, επειδή ήταν ο μοναδικός άντρας που μαγείρευε και να λέει τρεις φορές τη μέρα πόση αβάσταχτη προδοσία υπέστη στη ζωή του!»
Οι δύο φίλες γέλασαν. Αν από μικρές κάτι τους άρεσε πολύ να κάνουν όταν ήταν μαζί ήταν να κοροϊδεύουν τους πόνους τους. Για λίγο ήταν σαν να μην ήταν πόνοι.
«Εδώ που τα λέμε, με βοηθούσες κι εσύ με τις δίδυμες. Θυμάσαι που όταν μάλωναν, σε φώναζα για να τις αγριοκοιτάξεις και να σταματήσουν; Εμένα δεν με άκουγαν.»
«Νομίζω πως οι μικρές σου αδερφές φταίνε που δεν ήθελα να κάνω παιδί. Μάλλον τότε πήρα την απόφασή μου αυτή.»
«Ξέρεις τι με είχαν ρωτήσει μια φορά; Αν εσύ είσαι η δίδυμή μου.»
«Κι εσύ τι τους είπες;»
«Δεν θυμάμαι. Ότι αν η μαμά είχε κι άλλο παιδί, θα είχε αυτοκτονήσει ή κάτι τέτοιο.»
«Ευτυχώς που είχαμε η μία την άλλη τότε», είπε η μία φίλη και η άλλη χαμογέλασε και πήρε ένα βότσαλο και το πέταξε στη θάλασσα. Για λίγο δεν μίλησαν και ήταν σαν να τις τύλιξε η ησυχία. Και το κύμα ερχόταν κι έφευγε κι ερχόταν κι έφευγε κι εκείνες ήταν καθισμένες δίπλα-δίπλα και βυθιζόταν η καθεμία στις έγνοιες της.
«Μερικές φορές θέλω να εξαφανιστώ», είπε ξαφνικά η μία κι έσπασε την ησυχία. Ήταν κάτι που είχε ξαναπεί, εκείνη τη μέρα έξω από το εμπορικό κέντρο.
«Άντε πάλι! Μα τι έχεις πάθει;», τη ρώτησε η άλλη φίλη της πιο ταραγμένη αυτή τη φορά.
«Θα ήθελα να εξαφανιστώ και να είναι σαν να μην έχω υπάρξει. Να ερχόταν ένα κύμα και να με έσβηνε από τις ζωές όλων.»
«Μα πώς μπορείς και το σκέφτεσαι αυτό;»
«Δεν ξέρω. Το σκέφτομαι.»
«Ακούγεται κάπως αυτοκτονικό…»
«Δεν θέλω να πεθάνω. Δεν θέλω να προκαλέσω πόνο. Απλώς να εξαφανιζόμουν.»
«Νομίζω πως βλέπεις πολλές ταινίες.»
«Ίσως.»
«Α, τις προάλλες που πήγα τη μικρή στη μαμά μου, είδα τον πατέρα σου. Μου είπε ότι δεν πηγαίνεις συχνά να τον δεις.», είπε η φίλη και θυμήθηκε το πικραμένο χαμόγελο με το κενό ανάμεσα στα δόντια.
«Δεν περίμενα να πει κάτι άλλο. Κάθε βδομάδα πηγαίνω πάντως.»
«Το ξέρω. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο.»
«Όχι, δεν μπορώ.», είπε κι έκλεισε τα μάτια της. Το μυαλό της βυθίστηκε στο σκοτάδι και στα αυτιά της ερχόταν το κύμα σαν από κάπου αλλού και φαντάστηκε ένα τεράστιο κύμα να έρχεται ξαφνικά και να την παρασέρνει σε μια μακρινή και αχανή χώρα ανυπαρξίας. Αλλά αυτή τη φορά δεν μοιράστηκε πάλι τη σκέψη της με τη φίλη της, μόνο ξάπλωσε πίσω κι έμεινε για ώρα με κλειστά βλέφαρα.
«Σε ζηλεύω που μπορείς και χαλαρώνεις. Εγώ σκέφτομαι τι έχω να κάνω αύριο και μεθαύριο και μετά τις διακοπές και του χρόνου…»
«Πάντα έτσι ήσουν. Ποτέ σου δεν χαλάρωνες.»
«Ναι, ποτέ…», ξάπλωσε και η άλλη φίλη και έκλεισε κι εκείνη τα μάτια, οι σκέψεις όμως με ορμή άρχισαν να εξαπλώνονται στο μυαλό της.
       Όταν άνοιξαν πάλι τα μάτια τους, είδαν τον κόσμο που είχε αρχίσει να κατακλύζει την παραλία, ζευγάρια, παρέες εφήβων, οικογένειες και μοναχικές κυρίες με βιβλία στο χέρι. Η ησυχία είχε χαθεί, ο ήλιος τώρα έκαιγε ενοχλητικά και η σκιά του δέντρου τους είχε φύγει πιο πέρα.

Κι αν εξαφανιζόταν;  Μέρος δεύτερο

            Ο Ιούλιος τελείωνε, ο Αύγουστος πλησίαζε, το καλοκαίρι ήταν στη μέση του κι εκείνη δεν το είχε καταλάβει. Όλοι οι άνθρωποι σήμερα είναι πιεσμένοι, σκεφτόταν για να παρηγορήσει τον εαυτό της. Είναι αυτή η εποχή, που πέφτει πάνω σου τόσο ορμητικά, τόσο γρήγορα, νέες εξελίξεις, οικονομική κατάρρευση από το πουθενά, διαδικτυακά φωτογραφικά άλμπουμ με χαμόγελα παλιών συμμαθητών, νυφικά και μαγιό, απεργίες, πόλωση, και όλα αυτά ήταν τα έξω από εκείνη. Γύρω της ήταν ο άντρας της και η μικρή της κόρη η φροντίδα τους και λίγο παραπέρα η δύσκολη σχέση με τη μητέρα  της, ο αποκλεισμός της από τις δίδυμες αδερφές της που πάντα τη θεωρούσαν υπερβολικά αγχωτική και μια μισητή καθημερινότητα στο γραφείο. Ναι, δεν συνέβαινε τίποτε το φοβερά άσχημο στη ζωή της, όμως, εκείνη δεν ήταν καλά.
            Είχε έναν πολύ καλό σύζυγο. Την αγαπούσε κι εκείνη και τη μικρή τους κόρη, θα έκανε τα πάντα για την οικογένειά τους και συνεχώς τη ρωτούσε πώς θα μπορούσε να την αποφορτίσει, πώς θα μπορούσε να την κάνει να νιώσει λίγο καλύτερα. Εκείνη δεν είχε απάντηση. Δεν είχε άλλο τρόπο να υπάρχει, παρά μόνο μέσα από ένα διαρκές πρόγραμμα, ένα άγχος για την αυριανή μέρα και τη μεθαυριανή, το τώρα εξαφανιζόταν στη σκιά του μέλλοντος που ερχόταν και οι μικρές χαρές περνούσαν και δεν άγγιζαν την ψυχή της. Τι σου λείπει; Τι μπορώ να κάνω;, ρωτούσε ο άντρας της, αλλά εκείνη δεν ήξερε πώς να τον αφήσει να την πλησιάσει, δεν είχε μάθει να ανοίγεται, να αφήνει κάποιον να της κρατάει το χέρι, να εξομολογείται, να δένεται. Ως παιδί είχε αναγκαστεί να φερθεί σαν ενήλικη και ως ενήλικη ένιωθε σαν βρέφος, που το εγκατέλειψαν και δεν έχει τρόπο να επικοινωνήσει. Κάποιες φορές κουράζομαι να προσπαθώ, της είχε πει μια μέρα και τότε είδε καθαρά την απόγνωση στα μάτια του. Και ήταν σίγουρη πως στα δικά της μάτια καθρεφτίστηκε η δική της απόγνωση.
            Τώρα βρισκόταν στην παιδική χαρά της γειτονιάς τους. Η κόρη της έπαιζε με άλλα παιδιά, την αγαπούσε τόσο πολύ, όταν την έβλεπε να τρέχει και να γελά μαζί με άλλα κοριτσάκια, την αγαπούσε τόσο που ήθελε να κλάψει, όμως ήταν σαν να έκλαιγε μέσα της ασταμάτητα και το κορίτσι, που κάποτε μεγάλωσε μόνο του. Η μέρα πλησίαζε στο τέλος της, ο ουρανός είχε αρχίσει να παίρνει όμορφα χρώματα και η λύπη της δεν έφευγε, ήθελε τόσο να τη διώξει και δεν έφευγε.
            «Με συγχωρείτε, μπορώ να καθίσω;», μια ανδρική φωνή την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν ένας άντρας στην ηλικία της ή λίγο μεγαλύτερός της και κρατούσε από το χέρι ένα όμορφο κοριτσάκι.
«Ναι, φυσικά.», είπε εκείνη κι έκανε πιο πέρα.
«Όλα τα παγκάκια είναι γεμάτα. Έχει πολύ κόσμο σήμερα.», είπε ο άντρας και χαμογέλασε δειλά. Ήταν μάλλον γοητευτικός και κάτι της θύμιζε.
Εκείνη την ώρα ήρθε η κόρη της και της ζήτησε λίγο νερό. Της έδωσε το παγουράκι της, η μικρή ήπιε με λαχτάρα και ύστερα άρχισε να περιεργάζεται το άλλο κοριτσάκι.
«Πάρε το κοριτσάκι να παίξετε.», την παρότρυνε εκείνη γιατί σκέφτηκε πόσο άσχημα θα ένιωθε το κοριτσάκι μόνο ανάμεσα σε τόσα παιδάκια.
Πώς σε λένε, τα κοριτσάκια άρχισαν να κάνουν ερωτήσεις το ένα στο άλλο κι ύστερα η κόρη της χάιδεψε το μπράτσο του άλλου κοριτσιού, την πήρε από το χέρι και πήγαν πιο πέρα.
«Όμορφη είναι η κόρη σας», είπε στον άντρα και προσπάθησε να θυμηθεί από πού τον γνώριζε.
«Δεν είναι κόρη μου. Είναι ανιψιά μου.  Κόρη του αδερφού μου.»
«Α…»
«Περνάει δύσκολα η μικρούλα μας. Η μητέρα της έφυγε από το σπίτι. Προσπαθώ κι εγώ να βοηθάω όσο μπορώ. Της έχω αδυναμία.»
«Τι κρίμα για το κοριτσάκι. Θα είναι δύσκολα, είπε εκείνη. Εσείς δεν έχετε παιδιά;»
«Ας μιλάμε στον ενικό. Με λένε Άρη, της χαμογέλασε φιλικά εκείνος. Και όχι δεν έχω παιδιά. Δεν έχω παντρευτεί.»
Είπε κι εκείνη το όνομά της και προσπάθησε να σκεφτεί αν ποτέ είχε γνωρίσει κάποιον Άρη, αλλά όχι. Ντρεπόταν να τον ρωτήσει αν τον ήξερε από κάπου, εκείνος δεν έδειχνε να σκέφτεται το ίδιο. Φαίνεται πως είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει και συνέχισε να της μιλά για τη ζωή του.
«Θα ήθελα να έχω παντρευτεί. Θα ήθελα να έχω ζήσει μια έντονη αγάπη. Μέχρι τώρα οι σχέσεις μου ήταν, πώς να το πω, επιφανειακές. Σαν να μην μπόρεσα να αγαπήσω καμιά γυναίκα και καμιά γυναίκα να μην μπόρεσε να με αγαπήσει. Ακόμη και τον αδερφό μου, που τώρα χωρίζει υπό μια έννοια τον ζηλεύω. Γιατί κάποτε με την πρώην γυναίκα του αγαπήθηκαν πολύ. Μα τι σου λέω, θα με περάσεις για παράξενο…»
«Καμιά φορά είναι πιο εύκολο να μιλήσουμε σε ανθρώπους που δεν ξέρουν τίποτα για εμάς.», του είπε και ένιωσε μια παράξενη οικειότητα δίπλα του.
«Νομίζω πως ναι.»
«Οι άνθρωποι σήμερα έχουν τεράστια ανάγκη να επικοινωνήσουν, αλλά νομίζω πως δεν ξέρουν πώς.»
«Πρέπει από μικρός να έχεις μάθει να ανοίγεσαι. Ευτυχώς εγώ από παιδί είχα καλούς φίλους.»
Ήθελε να του πει πως εκείνη δεν είχε καμία φίλη, όταν ήταν μικρή και πως δεν θυμόταν καν με ποιο κορίτσι καθόταν στο θρανίο. Και ύστερα να κλάψει. Αλλά δεν είπε τίποτα και ούτε και έκλαψε.
«Μην απελπίζεσαι πάντως, δεν είσαι τόσο μεγάλος. Μπορεί να βρεις τη γυναίκα που θα αγαπήσεις.»
«Δεν απελπίζομαι απλώς έχω μια περίεργη βεβαιότητα ότι αυτή η γυναίκα δεν υπάρχει.»
«Πολύ απαισιόδοξο μου ακούγεται αυτό», του χαμογέλασε.
«Είναι περίεργο αυτό που νιώθω. Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω. Συχνά στα όνειρά μου βλέπω πως ήμουν παντρεμένος. Βλέπω ένα όμορφα επιπλωμένο διαμέρισμα, μια βεράντα με γλάστρες, σκηνές από διακοπές σε μέρη που δεν έχω πάει ποτέ και διάφορα άλλα. Όταν ξυπνάω, στενοχωριέμαι γιατί είναι τόσο τρυφερά αυτά τα όνειρα αν και ποτέ δεν έχω δει το πρόσωπο αυτής της γυναίκας.»
«Από τα λίγα που έχω διαβάσει για τα όνειρα μάλλον είναι μεγάλη σου η επιθυμία για μια τέτοια σχέση, για έναν γάμο.»
«Μπορεί. Όλα κάπως λογικά εξηγούνται σε αυτή τη ζωή.»
«Πρέπει να φύγω», είπε όταν ξαφνικά βλέποντας το ρολόι της κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει. Φώναξε την κόρη της.
            Τα δύο κοριτσάκια ήρθαν πιασμένα χέρι-χέρι.
«Μαμά, γίναμε φίλες.», της είπε η μικρή χαμογελώντας περήφανα.
«Θείε, θα με ξαναφέρεις σε αυτήν την παιδική χαρά;», είπε αμέσως και η άλλη μικρούλα και το βλέμμα της είχε κάτι  το θλιμμένο.
 «Ναι, φυσικά. Αφού απέκτησες καινούρια φίλη, θα σε ξαναφέρω οπωσδήποτε.»
«Ευχαριστώωω!», τσίριξε το κοριτσάκι και τον αγκάλιασε.
«Χαιρέτισε τη φίλη σου, είπε εκείνη στην κόρη της. Πρέπει να φύγουμε.»
Τα δύο κοριτσάκια αγκαλιάστηκαν σαν να γνωρίζονταν από παλιά.
«Άρη, γεια σου.», είπε εκείνη.
            Και ένιωσε παράξενα. Σαν να είχε πει αυτή τη φράση εκατοντάδες φορές σε μια άλλη ζωή.


Ένα όμορφο μισοφέγγαρο
            
             Ήταν το τελευταίο βράδυ που θα περνούσαν μαζί οι δύο φίλες πριν φύγει η μία για το χωριό του άντρα της. Βρίσκονταν σε έναν καταπράσινο λόφο, καθισμένες πάλι στη ριγέ ψάθα, μόνο που αυτή τη φορά ήταν βράδυ και περίμεναν να ξεκινήσει η συναυλία μιας βιολίστριας, που αγαπούσαν πολύ και οι δύο.
         Το βράδυ ήταν δροσερό, το αεράκι ανακούφιζε από τον καύσωνα των τελευταίων ημερών και από κάτω απλωνόταν η μεγάλη πόλη, το χάος της, τα φώτα και ο θόρυβος της, αλλά εκείνες ένιωθαν ότι ήταν μακριά από όλα. Είχαν πάει από νωρίς και είχαν απολαύσει το ηλιοβασίλεμα, τώρα κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται ασφυκτικά γύρω τους, αλλά στις συναυλίες είναι όμορφα να έχει κόσμο γύρω σου και άλλωστε δεν απαιτούσαν η βιολίστρια να έπαιζε αποκλειστικά για εκείνες.
           Σχολίαζαν έναν άνδρα στη διπλανή παρέα, που είχε βγάλει τα παπούτσια του και είχε ξαπλώσει με θράσος σχεδόν ακουμπώντας τις με το πόδι του, όταν ξαφνικά χτύπησε το κινητό τηλέφωνο της μίας, εκείνης που δούλευε στην εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Ήταν από τη δουλειά,  η προϊστάμενή της ήταν ακόμη εκεί και είχε ανακαλύψει ένα σοβαρό λάθος από κάποιον συνάδελφό της, όχι ικανό να καταστρέψει την εταιρεία, αλλά αρκετό για να θεωρήσει ότι μπορούσε να την ενοχλήσει τέτοια ώρα. Το τηλεφώνημα διήρκεσε αρκετά λεπτά και η φίλη της χάζευε τον ουρανό και το μισοφέγγαρο που είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα. Όταν τελικά το τηλέφωνο έκλεισε, η μία φίλη ήταν πολύ ταραγμένη, θυμωμένη και ανήσυχη.
«Δεν τους αντέχω άλλο! Θέλω να εξαφανιστώ και να μην με βρίσκουν πουθενά!», φώναξε.
 «Όταν πας διακοπές, πέταξε το τηλέφωνο στη θάλασσα», της είπε η φίλη της γελώντας.
«Δεν είναι αστείο. Η δική μας εταιρεία δεν κλείνει, όπως η δική σας, που είναι ουσιαστικά μαγαζάκι. Θα με ενοχλούν όλη την ώρα, το ξέρω.»
«Τουλάχιστον θα έχεις λίγο χρόνο να ξαπλώσεις το όμορφο κορμί σου χωρίς να πρέπει να κυνηγάς διαρκώς ένα νήπιο για να του βάλεις αντηλιακό και να του φορέσεις καπέλο.»
«Αυτό είναι βέβαιο!»
«Αν και έχω πάρει αποφάσεις μεγάλες», συνέχισε η φίλη, που ήταν μητέρα.
«Τι εννοείς;», ρώτησε η άλλη χτυπώντας ένα κουνούπι πάνω στο μπράτσο της και στραβοκοιτάζοντας το άσχημο ανδρικό πόδι, που πλησίαζε επικίνδυνα το πρόσωπό της.
«Θα αναλάβει και ο πατέρας της να κάνει κάποια πράγματα.»
«Επιτέλους κατάλαβες ότι δεν μπορείς να τα κάνεις όλα μόνη σου;»
«Το συζητήσαμε πριν φύγουν για το χωριό. Είπε ότι δεν αντέχει να με βλέπει άλλο έτσι. Ότι του προκαλώ έντονο στρες και κατάθλιψη και ότι προτιμά να κάνει τις μισές δουλειές στο σπίτι και να ασχολείται με τη μικρή περισσότερο παρά τα βράδια να με ακούει να ξεφυσώ και να πετάγομαι με κραυγές από άσχημα όνειρα.»
«Έτσι εξηγείται το ότι έφυγαν πατέρας και κόρη και σε άφησαν λίγο μόνη σου. Με είχε παραξενέψει αυτό, θα το ομολογήσω.»
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να χαλαρώσω λίγο.»
«Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.»
«Σε μισώ, όταν το λες αυτό.»
«Ας πούμε ότι μπορεί να προσαρμοστείς στις συνθήκες καλύτερα. Στο κεφάλι σου, όμως, πάντα θα κουρδίζεται ένα ρολόι έτοιμο να εκραγεί.»
«Θα αλλάξω και θα το δεις.»
«Και ο Άρης πίστευε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν και είδες πού καταλήξαμε.»
«Ο Άρης πίστευε ότι εσύ μπορούσες να αλλάξεις, αλλά πείσμα σαν το δικό σου δεν το΄χει άλλος.»
«Μου λείπει καμιά φορά, ξέρεις. Παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν.»
«Το ξέρω.»
«Δεν σκέφτομαι όμως πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς γιατί τα πράγματα ποτέ δεν μπορούν να είναι αλλιώς, αλλά είναι πάντα έτσι όπως είναι.»
«Καλά κάνεις. Δεν έχει νόημα να μετανιώνεις για τις αποφάσεις σου γιατί έχουν από καιρό παρθεί.»
«Πιστεύεις ότι έχει προχωρήσει;»
«Δεν ξέρω», απάντησε η φίλη της, αλλά είπε ψέματα.
«Κάτι μου κρύβεις», το κατάλαβε αμέσως η άλλη.
«Δεν ήθελα να σου το πω αλλά τι να κάνω που με ξέρεις τόσο; Τον είδα τις προάλλες σε μια παιδική χαρά. Ήταν με την ανιψιά του. Ο αδερφός του χωρίζει κι αυτός.»
«Σοβαρά;», εκεί η φωνή της μιας φίλης ράγισε.
«Ναι, ήταν στενοχωρημένος.»
«Το αγαπάει πολύ αυτό το κοριτσάκι. Σαν δικό του.»
«Ναι, είναι πολύ χαριτωμένο. Αλλά έπαιξαν με τη δική μου και μάλωσαν. Μετά τις βάλαμε να συμφιλιωθούν, αλλά νομίζω ότι δεν είχαν καλή χημεία.»
«Καλύτερα. Δεν θα ήθελα η βαφτισιμιά μου να γίνει κολλητή με την ανιψιά του Άρη. Δεν θέλω να τον ξαναδώ, ούτε τυχαία.»
«Εκείνος με ρώτησε για σένα. Προσπάθησε να μην δείξει ενδιαφέρον, αλλά τον ξέρω κι εγώ τόσο καλά. Ακόμη σε αγαπάει, νομίζω.»
«Κι εγώ τον αγαπάω, αλλά αν κάτι τελείωσε, τελείωσε.»
«Μου λείπουν τα βράδια που περνούσαμε μαζί στη βεράντα σας. Πόσο μου άρεσε αυτή η βεράντα. Θυμάμαι πόσο φρόντιζε τις γλάστρες σας!»
«Είναι άνθρωπος που θέλει να έχει κάποιον ή κάτι να φροντίζει.»
       Οι δύο φίλες αναστέναξαν μαζί. Ο κόσμος άρχισε να χειροκροτά. Έβγαινε στη σκηνή το ακορντεόν και το κόντρα μπάσο.
«Ξεκινάει», είπε η μία.
«Θέλω να εξαφανιστώ», είπε και η άλλη και έκλεισε τα μάτια.
«Έχεις αρχίσει να με εκνευρίζεις με αυτό! Αφού δεν πρόκειται να γίνει!
Σταμάτα και απόλαυσε τη συναυλία.»
«Να ξημέρωνε ένα πρωί και να ήταν σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ.»
«Ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται.»
«Το ξέρω.»
«Δεν γίνεται να μην σε νοιάζουν τα όσα έχεις κάνει στη ζωή σου. Να θέλεις έτσι να τα αφήσεις όλα και να χαθείς.»
«Γίνεται γιατί δεν έκανα τίποτα στη ζωή μου. Τι είμαι τώρα; Διαζευγμένη, χωρίς παιδιά, με μια δουλειά που με τρελαίνει.»
«Αν τελείωνε η ζωή μας κάθε φορά που νομίζουμε ότι είμαστε σε γκρεμό, θα τελείωνε πολύ νωρίς.»
«Μα πώς τα σκέφτεσαι αυτά και τα λες;», είπε η μία φίλη και ξαναστράφηκε άγρια στο αντρικό πόδι δίπλα της.
«Θα τον βρίσω», είπε η άλλη.
            Ύστερα γέλασαν για ώρα, όπως είχαν γελάσει τόσες και τόσες φορές στη ζωή τους. Και ύστερα βγήκε η βιολίστρια και όλοι χειροκρότησαν και η μουσική άρχισε να απλώνεται γύρω τους, να ταξιδεύει στις ψυχές όσων ήταν εκεί και να γεννά σκέψεις και συναισθήματα και μια ηρεμία γλυκιά. Το αεράκι στο πρόσωπό τους ήταν σαν καλοκαιρινό χάδι, τα μαλλιά τους ανέμιζαν και τα σώματά τους χόρευαν ρυθμικά αν και καθισμένα. Κοιτούσαν η μία την άλλη με νόημα, όταν ένα αγαπημένο τους τραγούδι ξεκινούσε και κάποιες φορές τα βλέμματά τους μελαγχολούσαν, στο άκουσμα κάποιων μινόρε που κάποια θλίψη τους θύμιζαν.
            Κι ύστερα η μία κοίταξε την άλλη, εκείνη που ήθελε να εξαφανιστεί, που δεν άντεχε τη ζωή της, που πίστευε πως βρισκόταν σε τέλμα και πως τίποτα δεν είχε κάνει ως τώρα που να αξίζει να συνεχιστεί. Την κοίταξε με εμπιστοσύνη, γιατί είχε αποκτήσει πια εμπιστοσύνη στη ζωή και ευχήθηκε να τα καταφέρει. Και μέσα της χάρηκε που τέτοιες ευχές απελπισίας δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα, και που δεν θα μπορούσε ποτέ να εξαφανιστεί η φίλη της και να είναι σαν να μην είχε υπάρξει.
        Αυτά σκέφτηκε και γύρισε το βλέμμα ψηλά και κοίταξε το όμορφο μισοφέγγαρο και τα λιγοστά θαμπά αστέρια γύρω του, πάνω από τα δέντρα, πάνω από την πόλη, πάνω από αυτόν τον ήχο του βιολιού που ταξίδευε.