Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Η Χαμένη Παράσταση


                Ήταν ένα χειμωνιάτικο, κρύο  βράδυ των γιορτών κι εκείνος ήταν κουρασμένος και κάπως μελαγχολικός. Γύρισε στο σπίτι του από τη δουλειά, ο τετράχρονος γιος του τον υποδέχτηκε με χαρά και του έδειξε ένα καινούριο παιχνίδι. Το χαμόγελο του γιου του πήρε για λίγο όλη του την κούραση και την ακεφιά, έσφιξε τον μικρό στην αγκαλιά του και η καρδιά του πλημμύρισε αγάπη. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο η γυναίκα του χαμογελώντας πονηρά, όπως πάντα όταν κάτι ζητούσε. Ο μικρός έτρεξε στην αγκαλιά της και μετά πήγε χοροπηδηχτά στο δωμάτιό του.
«Σου έχω μια έκπληξη», του είπε. Εκείνος δεν ήταν σίγουρος αν θα ήταν καλή ή κακή.
Την κοίταξε περιμένοντας να ακούσει τη συνέχεια.
«Η μαμά μας έκανε δώρο δύο εισιτήρια για το θέατρο. Έρχεται τώρα για να κρατήσει τον μικρό. Επιτέλους θα βγούμε λίγο.»
Ευτυχώς που με ρώτησες, είπε από μέσα του, αλλά δεν ήθελε να ξεκινήσει καβγά.
«Ξέρεις, είμαι λίγο κουρασμένος…», είπε μόνο αν και ήταν σίγουρος για τη συνέχεια.
«Έλα, βρε αγάπη μου. Τόσο καιρό έχουμε να βγούμε. Η παράσταση τελειώνει στις έντεκα, θα είμαστε πίσω την ώρα που κοιμάσαι συνήθως. Και τι να πω στη μαμά που μας έκανε δώρο τα εισιτήρια; Να της τα δώσω πίσω; Αφού σου λέω είναι στον δρόμο. Δεν θέλω να τη στενοχωρήσω…»
«Το ξέρω. Ποτέ δεν θέλεις να στενοχωρήσεις τη μαμά.», είπε κάπως ειρωνικά.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Τίποτα. Απλώς είμαι κουρασμένος, ήταν τρελή μέρα στο γραφείο σήμερα. Και δεν είχα προετοιμαστεί για έξοδο. Αυτό είναι όλο.» Ήθελε να πει και άλλα πολλά, κυρίως ότι συχνά δεν ερωτάτο για διάφορα πράγματα που αποφασίζονταν από εκείνη και τη μαμά της, αλλά δεν ήθελε τέτοιες μέρες καβγάδες. Θυμόταν κάποιους καβγάδες των γονιών του τα Χριστούγεννα και δεν ήθελε να ζήσει τέτοιες εμπειρίες ο γιος του.
«Μα βρε αγάπη μου, αυτό είναι το νόημα της έκπληξης. Να μην είσαι προετοιμασμένος.»
Ήξερε πως δεν είχε ελπίδες, δεδομένου ότι η πεθερά του από στιγμή σε στιγμή θα έφτανε στο διαμέρισμά τους.
«Εντάξει, πάω να κάνω ένα ντους και να ετοιμαστώ» είπε και έφυγε από το σαλόνι προσπαθώντας πολύ να κρύψει τη δυσφορία στη φωνή του.
                Οι επόμενες λεπτομέρειες λίγη σημασία έχουν. Η γυναίκα του κι εκείνος ντύθηκαν όμορφα, η πεθερά έφτασε με τέσσερις σοκολάτες για το παιδί, παρ΄όλο που ο παιδίατρος είχε πει να μην τρώει γλυκά γιατί είχε παχύνει τον τελευταίο χρόνο, εκείνος αντί να τη βρίσει όπως θα ήθελε έπρεπε να της δώσει το χέρι, να τη φιλήσει και να δείξει ευγνωμοσύνη για τη χριστουγεννιάτικη έκπληξη, μετά  έφυγαν, στο δρόμο η γυναίκα του φλυαρούσε αδιάκοπα για το τι έκανε η γειτόνισσά τους, εκείνος είχε πονοκέφαλο μάλλον από τον καταπιεσμένο θυμό, στους δρόμους είχε αρκετή κίνηση και έκαναν μισή ώρα να παρκάρουν. Και από το σημείο που παρκάρισαν μέχρι να πάνε στο θέατρο προσπέρασαν τρεις ανθρώπους που ζητιάνευαν και ο ένας ήταν ηλικιωμένος κι αυτή η εικόνα με το απλωμένο χέρι ήταν μια εικόνα που από παιδί δεν άντεχε. Σαν να μην έφτανε αυτό άρχισε να ψιχαλίζει ελαφρά και η γυναίκα του κρατιόταν από το μπράτσο του γιατί γλιστρούσαν οι γόβες που είχε επιλέξει για την περίσταση να φορέσει. Δεν ήταν χαρούμενος, την αγαπούσε όμως και γέλασε για λίγο βλέποντάς την να στραβοπατά χαριτωμένα στο πεζοδρόμιο, εκείνη όμως δεν φημιζόταν για το χιούμορ της, οπότε αυτό το γέλιο δεν ήταν ένα γέλιο που μοιράστηκε κι ένα γέλιο που δεν μοιράζεσαι είναι συνήθως κάτι μισό. Όταν έφτασαν στο θέατρο, είδε με τρόμο ποιο έργο θα παρακολουθούσαν.
                «Μου είχες πει κάποτε ότι είχες δει αυτό το έργο πριν αρκετά χρόνια και ότι σε είχε συγκλονίσει.  Εντελώς τυχαία έμαθα ότι φέτος ανέβηκε με τους ίδιους ηθοποιούς, την ίδια μουσική, από τον ίδιο σκηνοθέτη. Αυτή ήταν η δεύτερη έκπληξη.»
Η βραδιά δεν εξελισσόταν καθόλου καλά.
«Δεν σε βλέπω να χαίρεσαι», είπε κάπως ανήσυχα η γυναίκα του.
«Όχι, όχι, χαίρομαι πολύ», είπε εκείνος κατακλυσμένος από ανάμικτα συναισθήματα.
«Αυτό δεν είναι το έργο που σε είχε συγκλονίσει; Καλά δεν θυμάμαι;»
«Ναι. Αυτό»
«Αλήθεια, με ποιον το είχες δει;»
«Μόνος μου. Πάμε, γιατί σε λίγο αρχίζει», είπε και μπήκε βιαστικά αφήνοντάς την πίσω να παραπαίει στις ψηλές της γόβες.
                Λίγο μετά κάθονταν στις θέσεις τους, η γυναίκα του συνέχιζε να μιλάει για τη γειτόνισσα, χωρίς να λέει το όνομά της, όμως, γιατί ο κόσμος είναι μικρός, κι εκείνος προσπαθούσε να διώξει μνήμες που άρχισαν να ξυπνούν μέσα του οδυνηρά.
                Το έργο δεν το είχε δει μόνος. Το είχε δει με μια γυναίκα που είχε ερωτευτεί πολύ. Εκείνη η μέρα ήταν από τις πιο όμορφες που είχε περάσει στη ζωή του πριν γίνει πατέρας. Είχαν κάνει μια ατέλειωτη βόλτα στη γιορτινή πόλη που ξεκίνησε από νωρίς το απόγευμα, φιλιόντουσαν και γελούσαν συνεχώς, στο τέλος κατέληξαν σε ένα στενό φωτισμένο σοκάκι, όπου παιζόταν αυτή η παράσταση.  Μπήκαν χωρίς να το πολυσκεφτούν και στη διάρκεια της παράστασης είχε το χέρι της μέσα στο δικό του. Το έργο ήταν ένα σύγχρονο παραμύθι, χαοτικά όμορφο, με μια μπαλαρίνα, έναν ταχυδρόμο, ένα υιοθετημένο αγοράκι, μια αρκούδα που μιλούσε, καθώς και άλλα πρόσωπα που δεν μπορούσε να θυμηθεί, θυμόταν όμως την υπέροχη μουσική που του είχε ξυπνήσει μια γλυκιά μελαγχολική γαλήνη και τον είχε κάνει για λίγο να μην σκέφτεται μέλλον, να μην θυμάται παρελθόν, αλλά να ζήσει με όλη του την ψυχή στην ευτυχία εκείνου του παρόντος.
«Σσσς… αρχίζει…», είπε η γυναίκα του. Τα φώτα έσβησαν και η γλυκιά μουσική απλώθηκε στο σκοτάδι. Και τότε ένιωσε σαν να του έδωσαν μια κλωτσιά στο στομάχι και σαν να τελείωσε ο αέρας που ανέπνεε.
                Δεν μπορούσε να μην θυμηθεί εκείνον τον αλλοτινό έρωτα, όχι ωστόσο χωρίς τύψεις μιας και η μάνα του παιδιού του ήταν δίπλα. Δεν μπορούσε να μην αναπολήσει το άρωμά της, το γέλιο της, τον έρωτά τους, το πόσο όμορφα, πόσο ανάλαφρα ένιωθε κοντά της. Δεν ήταν πια σαχλός έφηβος και ντράπηκε λίγο για τον εαυτό του που ένιωθε έτσι. Ήταν παντρεμένος και σοβαρός και πατέρας και αγαπούσε πολύ την οικογένειά του, θα έκανε τα πάντα για τη γυναίκα του και τον γιο τους και από τη ζωή του ήταν ευχαριστημένος. Όμως εκείνη τη γυναίκα την είχε ερωτευτεί πολύ και ο έρωτας είχε κρατήσει λίγο και τώρα μέσα του ήταν σαν κάτι να μην τελείωσε ποτέ, τώρα που αυτή η μουσική ξυπνούσε σε κάθε του κύτταρο εκείνη τη μέρα της υπέροχης ευτυχίας και δεν άντεχε.
                Η μπαλαρίνα στη σκηνή μιλούσε με το υιοθετημένο αγοράκι και το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει από την ένταση. Χωρίς να το πολυσκεφτεί σηκώθηκε από τη θέση του.
«Πού πάς;», ρώτησε η γυναίκα του.
«Πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα για τη δουλειά. Είναι σημαντικό. Κάτι που ξέχασα. Μπορεί να κάνω λίγη ώρα», είπε εκείνος χωρίς να παίρνει ανάσα ανάμεσα στις προτάσεις.
«Εντάξει. Είναι υπέροχο το έργο», είπε η γυναίκα του συνεπαρμένη.
                Με γρήγορα βήματα βγήκε στο φουαγιέ. Η μουσική ακουγόταν λιγότερο, μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει.  Κάθισε σε ένα τραπεζάκι. Έψαξε στις τσέπες του. Να πάρει. Είχε τα τσιγάρα στην τσάντα της γυναίκας του. Κοίταξε γύρω του. Θα σκότωνε για ένα τσιγάρο. Ένας κύριος λίγο πιο πέρα κάπνιζε κι ένα πακέτο τσιγάρα ήταν ακουμπισμένα στο τραπέζι του. Τον πλησίασε παρακλητικά.
«Με συγχωρείτε. Μπορώ να πάρω ένα τσιγάρο;»
«Φυσικά. Και το ρωτάτε. Καθίστε.», του απάντησε ο κύριος.
Δεν ήθελε να καθίσει εκεί αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Τράβηξε ένα τσιγάρο από το πακέτο και ο κύριος του έδωσε έναν ασημένιο αναπτήρα.
«Δεν σας αρέσει το έργο;», τον ρώτησε.
«Το έχω ξαναδεί…»
«Τι σύμπτωση. Κι εγώ.»
«Πριν αρκετά χρόνια»
«Ακριβώς πριν οκτώ χρόνια. Ήταν πάλι γιορτές. Αλλά όλα ήταν αλλιώς τότε.»
«Και για εσάς;»
                Ποτέ δεν του άρεσε να πιάνει κουβέντα με αγνώστους αλλά για κάποιο λόγο αυτή η κουβέντα κάπως τον αποφόρτιζε. Έπαιρνε μακριά τις αναμνήσεις και τις ανεπιθύμητες σκέψεις.
«Ω ναι. Ήταν όλα πολύ αλλιώς…»
Ο κύριος άναψε κι εκείνος ένα τσιγάρο και ρούφηξε τον καπνό. Ήταν ένας γοητευτικός μεσήλικας αλλά τέσσερις μεγάλες ρυτίδες έσκαβαν το μέτωπό του και τον έκαναν να δείχνει κουρασμένος και καταπονημένος. Τα ρούχα του φαίνονταν ακριβά αλλά όχι καινούρια.
«Ξέρετε, μου είχε αρέσει πολύ τότε το έργο. Και ήρθα να το ξαναδώ ελπίζοντας ότι θα ένιωθα κάπως όμορφα. Αλλά με έκανε να θυμάμαι πώς ήμουν τότε και πώς είμαι τώρα… Και με έθλιψε.»
«Και με μένα κάτι τέτοιο συνέβη»
«Τότε ήμουν πλούσιος επιχειρηματίας, έβγαζα πολλά χρήματα και τα ξόδευα σε κάθε είδους πολυτέλειες. Τώρα είμαι κατεστραμμένος οικονομικά. Εσείς;»
Δίστασε να μιλήσει.  Ο κύριος δεν επέμεινε.
«Αλλάζουν όλα γύρω μας και μέσα μας και αλλάζουμε κι εμείς. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις αλλαγές.»
«Ναι, έχετε δίκιο…»
                 Ο κύριος θα μπορούσε να του μιλάει για ώρες. Ένιωθε όμως κάπως άβολα κοντά του. Τελείωσε το τσιγάρο του, πήρε βαθιά ανάσα και σηκώθηκε.
«Πρέπει να πάω μέσα. Η γυναίκα μου θα ανησυχήσει.»
Ο κύριος τον κοίταξε ανέκφραστα. Μάλλον είχε ανάγκη από λίγη παρέα. Λυπήθηκε.
«Ευχαριστώ πολύ για το τσιγάρο. Και εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες.»
«Να’σαι καλά, φίλε μου. Θα έρθουν κάποτε και οι καλύτερες μέρες. Δεν ξέρω βέβαια αν θα ζω τότε, αλλά θα έρθουν, αν μη τι άλλο υπάρχει εναλλαγή στη ζωή.» Είπε ο κύριος και γέλασε σαρκαστικά.
Δεν ήξερε τι άλλο να του πει. Ένιωθε λύπη, πάντα ένιωθε λύπη, όταν κάποιος δίπλα του, έστω και άγνωστος ήταν λυπημένος, όμως, ποτέ δεν είχε λόγια που να ανακουφίζουν, ούτε έκανε ποτέ γενναίες πράξεις, οπότε κατάπιε τη λύπη του και μπήκε μέσα.
                Κάθισε δίπλα στη γυναίκα του.
«Εντάξει με το τηλεφώνημα;», τον ρώτησε.
«Ναι, όλα καλά.»
Η μπαλαρίνα στη σκηνή χόρευε και το αγοράκι ήταν στην αγκαλιά της αρκούδας. Η γυναίκα του τού χάιδεψε τρυφερά το χέρι. Της ανταπέδωσε το χάδι. Όλα αλλάζουν, είχε πει ο κύριος. Ω, είχαν από καιρό αλλάξει. Σταμάτησε να αποζητά μέσα του τον ανέμελο έρωτα, την αλλοτινή ευτυχία, εκείνη τη χαμένη παράσταση κι έκλεισε τα μάτια. Ένα νέο παρόν γεννιέται κάθε στιγμή, σκέφτηκε και αφέθηκε να ζήσει κάτι καινούριο.
               

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ - μια ιστορία ψυχοθεραπείας

ένα πρώτο ραντεβού
                Ήταν Παρασκευή βράδυ. Ο ψυχοθεραπευτής είχε περάσει μια κάπως κουραστική βδομάδα και το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει στο κρεβάτι του και να κοιμηθεί. Αυτός ο καινούριος πελάτης, όμως, δεν του είχε αφήσει πολλά περιθώρια. Είχε πει ότι ήταν αδύνατο να πάει πριν τις οκτώ λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Εκείνος είχε διστάσει κάπως αλλά ο άντρας στην άλλη γραμμή επέμενε. «Σας παρακαλώ, είναι σημαντικό να σας δω αυτήν την Παρασκευή. Πρέπει να γίνει αυτήν την Παρασκευή, στις 12 Δεκεμβρίου.» Ο τόνος του ήταν παρακλητικός αλλά και κάπως εχθρικός. Δεν του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αυτό γιατί πολύ συχνά άνθρωποι που απευθύνονται για πρώτη φορά σε ψυχοθεραπευτή είναι ιδιαίτερα αγχωμένοι και καχύποπτοι. Ωστόσο δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτή η πρώτη συνεδρία ήταν ανάγκη να γίνει αυτήν την Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου. Δεν είχε αναλωθεί πολύ σε υποθέσεις. Συμπέρανε ότι αυτός ο άντρας είχε κάποιου είδους επείγουσα κατάσταση και του έκλεισε το ραντεβού.
Η ώρα τώρα ήταν οκτώ και είκοσι, έξω έβρεχε καταρρακτωδώς και ο άντρας με την τόσο επείγουσα κατάσταση δεν είχε φανεί. Επίσης δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο, πολλές φορές αυτοί οι άνθρωποι που στο τηλέφωνο επείγονταν για μια συνεδρία δεν εμφανίζονταν ποτέ και συχνά χωρίς να ειδοποιήσουν. Δεκαπέντε χρόνια έκανε τη δουλειά αυτή και είχε μάθει να το αποδέχεται, όχι όμως χωρίς να νιώθει ενόχληση ή θυμό. Καθισμένος στο γραφείο του με το κεφάλι να ακουμπάει στο ένα του χέρι κοιτούσε το ρολόι του περιμένοντας να δείξει οκτώ και σαράντα για να πάει στο σπίτι του, να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να ξαπλώσει. Ο χρόνος, όμως, ποτέ δεν περνά γρήγορα, όταν έχεις ένα ρολόι απέναντί σου και το κοιτάζεις. Τα μάτια του ήταν έτοιμα να κλείσουν από την κούραση, όταν άκουσε το κουδούνι. Πετάχτηκε σαστισμένος. Πάτησε το κουμπί δίπλα στο γραφείο του και κοίταξε το ημερολόγιο. 12 Δεκεμβρίου. Σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει εκνευρισμένος αλλά και με κάποια περιέργεια.
Λίγα λεπτά μετά ένας μεγαλόσωμος άντρας γύρω στα πενήντα με μια ομπρέλα που έσταζε έμπαινε στον χώρο αναμονής. Φορούσε ακριβό μαύρο παλτό, από μέσα κουστούμι και γραβάτα και στα μάγουλα του είδε λίγες σταγόνες. Ήταν βροχή ή δάκρυα, αλλά δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Του είπε το όνομά του και του έδωσε το χέρι χωρίς όμως να το σφίξει καθόλου. Ήταν αρκετά πιο ψηλός από εκείνον και τον κοίταξε με κάποια περιφρόνηση. «Από εδώ πάω;», είπε και προχώρησε προς το γραφείο με θράσος. Τον ακολούθησε προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του, λέγοντας στον εαυτό του πως κάποια πονεμένη ιστορία έφερε αυτόν τον άνθρωπο στην πόρτα του και πως αυτός ο αέρας του ανώτερου και δυνατού ίσως δεν ήταν παρά μια πανοπλία.
«Καθίστε.», του είπε αλλά ο πελάτης είχε ήδη καθίσει στην πολυθρόνα και κοιτούσε τον χώρο εξονυχιστικά σαν να έκανε κάποιου είδους έρευνα.
«Η ώρα είναι οκτώ και είκοσι πέντε. Εδώ θα πρέπει να έρχεστε ακριβώς στην ώρα σας…»
«Ξέρω, ξέρω. Αλλιώς θα χάσω αυτά τα λεπτά της καθυστέρησης.», είπε ο άντρας σαρκαστικά.
«Έχετε ξανακάνει θεραπεία;», ο ψυχοθεραπευτής προσπάθησε να αγνοήσει τον σαρκασμό.
«Όχι, εγώ. Η γυναίκα μου.», η φωνή του έσπασε.
Ακολούθησε μια άβολη παύση.
«Πάντως μην ανησυχείτε. Θα φύγετε στην ώρα σας. Δεν έχω σκοπό να σας κρατήσω πολύ», είπε λίγο μετά ο άντρας σαν να ανακτούσε πάλι τη δύναμή του.
«Για την πρώτη συνεδρία μπορώ να κάνω μια εξαίρεση.»
«Γενναιόδωρο αλλά μάλλον δεν θα χρειαστεί.»
«Λοιπόν, τι σας φέρνει σε μένα;», ο ψυχοθεραπευτής προσπάθησε να ακούγεται ευγενικός αν και μέσα του είχε αρχίσει να θυμώνει πολύ.
«Πριν δέκα χρόνια έχασα τη γυναίκα μου.»
«Λυπάμαι πολύ». Να η πονεμένη ιστορία του, λοιπόν, σκέφτηκε ο ψυχοθεραπευτής και κοίταξε τον άντρα με κάποια συμπάθεια.
 «Πριν δέκα χρόνια ακριβώς. Στις 12 Δεκεμβρίου.»
«Οπότε είχε κάποιο νόημα για εσάς το να γίνει αυτή η πρώτη συνεδρία στην επέτειο του θανάτου της.»
«Και για εσάς.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Τη γνωρίζατε τη γυναίκα μου.»
«Ειλικρινά, δεν σας καταλαβαίνω. Ίσως πρόκειται για κάποια παρεξήγηση…»
«Η γυναίκα μου ήταν η Μαρία.»
Ο ψυχοθεραπευτής ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι αλλά προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Το όνομα «Μαρία» είναι τόσο συνηθισμένο. Μπορεί αυτός ο άνθρωπος να ήταν σε παραλήρημα και να το είπε τυχαία.
Τον κοίταξε αμίλητος περιμένοντας να συνεχίσει. Όταν ο άντρας είπε μέσα από τα δόντια του το πατρικό επίθετο της Μαρίας, ο ψυχοθεραπευτής ένιωσε να τινάζεται σαν να τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. 



σοκ
                Το νερό του ντους έπεφτε πάνω του με ορμή, το μυαλό του, όμως, ήταν αδύνατο να καθαρίσει. Ήταν σε μια κατάσταση που θύμιζε αυτόματο πιλότο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια ήταν τα ακριβή λόγια που είπε στον άντρα της Μαρίας, όταν εκείνος ευθέως τον κατηγόρησε για τον θάνατό της ή μάλλον την αυτοκτονία της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς τον οδήγησε στην πόρτα και πώς μετά από λίγη ώρα έφυγε από το γραφείο του και περπάτησε για δέκα λεπτά στον πολυσύχναστο δρόμο που τον οδήγησε στο σπίτι του. Τώρα έριχνε παγωμένο νερό πάνω του προσπαθώντας να συνέλθει αλλά όχι, ήταν απίστευτα κουρασμένος και σε κατάσταση σοκ. Μετά από αρκετή ώρα βγήκε από το μπάνιο, ήπιε ουίσκι από ένα κλειστό μπουκάλι που του είχαν φέρει πρόπερσι τα Χριστούγεννα και ξάπλωσε στον καναπέ φορώντας μόνο το παντελόνι μιας φόρμας.
                Όλη τη νύχτα τουρτουρίζοντας έβλεπε στον ύπνο του ασύνδετες εικόνες. Η Μαρία σε μια γέφυρα που καιγόταν προσπαθούσε να τον φτάσει κι εκείνος την κοιτούσε χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα. Ο άντρας της, μια τεράστια μαύρη μορφή, που τον έπνιγε. Εκείνος καθισμένος στην πολυθρόνα του κι απέναντι η άδεια πολυθρόνα μαύρη. Η Μαρία μικρό κοριτσάκι κι εκείνος την κρατούσε από το χέρι κι ένα αυτοκίνητο έτρεχε κατά πάνω τους. Ο επόπτης του να του μιλάει σε ένα λευκό δωμάτιο κι εκείνος να μην τον ακούει. Ένα βιβλίο ανοιγμένο στη μέση και οι μισές σελίδες λευκές. Χιόνι, αγκαλιά, ένα βρεγμένο χαρτομάντιλο. Δάκρυα, κρύο, ένα ουρλιαχτό, βήματα, κρύο, εικόνες, εικόνες, σκοτάδι, χρώματα, η μελωδία του κινητού του, το τηλέφωνο χτυπούσε…
                Κάπως έτσι ξύπνησε και όλο του το σώμα πονούσε φρικτά και κρύωνε. Κοίταξε το κινητό του, η ώρα ήταν δέκα και μισή το πρωί και του είχε τηλεφωνήσει η γυναίκα του. Ήταν στο εξωτερικό σε επαγγελματικό ταξίδι και θα επέστρεφε σε έξι μέρες. Δεν πρόλαβε να το σηκώσει αλλά δεν άντεχε και να σηκωθεί από τον καναπέ. Θα της τηλεφωνήσω αργότερα, σκέφτηκε και το κεφάλι του πονούσε. Τελικά δεν άντεξε άλλο να κρυώνει, σηκώθηκε με δυσκολία, πήγε στο υπνοδωμάτιο, φόρεσε μια μακό μπλούζα  και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Ένιωθε αυτό που πολλές φορές ένιωθε τα πρωινά ύστερα από μια δύσκολη νύχτα. Πως το σκοτάδι πέρασε και η καινούρια μέρα θα έφερνε μια καινούρια προοπτική.
                 Έφτιαξε τον καφέ και κάθισε απέναντι στο παράθυρο της κουζίνας που έβλεπε σε μια σειρά με ψηλούς ευκαλύπτους.  Ένα πουλί πέταξε στο ένα δέντρο, εκείνος άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Χθες το βράδυ ο άντρας της πρώτης του θεραπευόμενης , της Μαρίας,  ήρθε στο γραφείο του ως πελάτης και του είπε ότι η Μαρία ήταν νεκρή. Συγκεκριμένα ότι είχε αυτοκτονήσει πέφτοντας σε ένα αυτοκίνητο δέκα χρόνια πριν, ημέρα Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου, στις 5:25 το απόγευμα,  πέντε λεπτά ακριβώς δηλαδή μετά την τελευταία τους συνεδρία.



η πρώτη συνεδρία
                Η Μαρία Τ.  ήταν η πρώτη του τακτική πελάτισσα, όταν εκείνος άνοιξε το γραφείο του δεκαπέντε χρόνια πριν. Εκείνος ήταν τριάντα χρόνων και γεμάτος όρεξη να μάθει για τους ανθρώπους όχι πια μέσα από βιβλία αλλά ακούγοντας ιστορίες και ανοίγοντας ψυχές. Πίστευε με κάποια αφέλεια ακόμη τότε ότι οι άνθρωποι με αγάπη μόνο μπορούν να γιατρευτούν από παλιές πληγές και να χτίσουν ένα καλύτερο μέλλον. Με τα χρόνια έμαθε ότι για να γίνει αυτό χρειάζεται πάνω από όλα θέληση και ίσως και κάποια τύχη και πως ακόμη κι αυτά μερικές φορές δεν φτάνουν. Εκείνο τον πρώτο καιρό περνούσε όλα του τα απογεύματα περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο και κοιτάζοντας τις αντικριστές πολυθρόνες που σύντομα θα έπαιρναν ζωή.
                Όταν η Μαρία ξεκίνησε θεραπεία εκείνος είχε ξεπεράσει το άγχος των πρώτων συνεδριών και ανυπομονούσε να έρθει ένας πελάτης που θα συνέχιζε για καιρό τις συνεδρίες. Το πρώτο τους ραντεβού εξελίχθηκε περίπου ως εξής. Η Μαρία ήρθε δέκα λεπτά νωρίτερα, της άνοιξε και της είπε να περιμένει στην αίθουσα αναμονής. Μετά πήγε στο γραφείο και άλλαξε θέση στα χαρτομάντιλα χωρίς να ξέρει γιατί κι έπειτα έμεινε ακίνητος απέναντι στο ρολόι που έκανε τον χρόνο να περνά απελπιστικά αργά. Όταν τα δέκα λεπτά πέρασαν, πήγε στην αίθουσα αναμονής και τη βρήκε καθισμένη στην πολυθρόνα δίπλα στη βιβλιοθήκη να κουνάει νευρικά το πόδι της. Της είπε να περάσει, εκείνη χαμογέλασε και σηκώθηκε κάπως αμήχανα. Φευγαλέα του πέρασε από το μυαλό ότι ήταν συμπαθητική, μάλλον όμορφη. Πέρασαν στο γραφείο, η Μαρία κάθισε στην πολυθρόνα κι εκείνος απέναντί της. Και η πρώτη συνεδρία άρχισε.
                Η Μαρία είπε ότι ένας φίλος της είχε βοηθηθεί από αυτόν στην κοινωνική υπηρεσία του δήμου, όπου δούλευε τα πρωινά. Ο φίλος της είχε μάθει ότι δούλευε και ως ιδιώτης, βρήκε το τηλέφωνό του και της το έδωσε. Δεν είχε κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα είπε. Εκτός αν είχε και δεν το ήξερε, εκεί είχε χαμογελάσει αποκαλύπτοντας ένα όμορφο χαμόγελο. Ωστόσο ήθελε να κάνει ψυχοθεραπεία γιατί μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνη. Ήταν είκοσι έξι χρόνων, καθηγήτρια αγγλικών και το βασικό της πρόβλημα ήταν ότι ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένη στις σχέσεις της. Είχε αποφασίσει να κάνει ψυχοθεραπεία έπειτα από αρκετές συναντήσεις σε ομάδα για οικογένειες χρηστών ουσιών. Ο μικρότερος αδερφός της ήταν χρήστης για κάποιο καιρό και έτσι βρέθηκε σε αυτήν την ομάδα. Εκεί πήρε κάποιες κατευθύνσεις για το πώς να τον αντιμετωπίζει αλλά πάνω από όλα είδε ότι σε μια οικογένεια στην προβληματική συμπεριφορά ενός μέλους συμβάλλουν εξίσου και οι υπόλοιποι, ότι δεν υπάρχουν θύτες και θύματα και ότι μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά του ενός αλλάζουν τη συμπεριφορά των άλλων με έναν τρόπο σαν κάπως μαγικό. Ο αδερφός της τελικά διέκοψε τη χρήση πηγαίνοντας σε ομάδα αυτοβοήθειας και προσπαθούσε να τελειώσει τις σπουδές του. Ο πατέρας τους ήταν γιατρός, περνούσε πολλές ώρες εκτός σπιτιού και η Μαρία υποψιαζόταν ότι απατούσε τη μητέρα της συστηματικά. Ωστόσο δεν είχε αποδείξεις και στο κάτω κάτω δεν την αφορούσε αυτό.
                Λίγο πολύ αυτά του είχε πει εκείνα τα σαράντα πέντε λεπτά της πρώτης τους συνεδρίας παίζοντας νευρικά με μια μπούκλα από τα μαλλιά της.
«Νομίζω πως είμαι πολύ δυστυχισμένη», είχε πει λίγο πριν το ρολόι γράψει το τέλος της συζήτησής τους.
Εκείνος την είχε κοιτάξει βαθιά σαν κάπως να είχε αγγίξει τη λύπη της.
«Μπορείτε να με βοηθήσετε;», τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο αγωνία.
«Μπορώ να προσπαθήσω», απάντησε εκείνος και μετά δεν ήξερε τι άλλο να πει.
                Σηκώθηκαν και έκλεισαν το επόμενο ραντεβού κι ύστερα τη συνόδευσε ως την πόρτα. Μακάρι να ξανάρθει, είχε ευχηθεί.

  ανοιχτοί λογαριασμοί
                Η Μαρία είχε πρόβλημα στις σχέσεις της και το ήξερε. Κάτι δεν πάει καλά με μένα, έλεγε συχνά. Είχε κάνει αρκετές σχέσεις και στην αρχή όλων ένιωθε πολύ ερωτευμένη. Της άρεσε να τη διεκδικούν και να την προσέχουν. Της άρεσε να προκαλεί στον άλλον ενδιαφέρον, να παλεύει να την κατακτήσει. Για κάποιο καιρό περνούσε όμορφα και έλεγε πως αυτός ο άντρας ήταν διαφορετικός από όλους τους προηγούμενους. Πως αυτή η σχέση θα πήγαινε καλά. Όμως λίγο καιρό μετά άρχιζε να χάνει το ενδιαφέρον της. Πάντα υπήρχε κάτι που δεν ήταν αρκετό. Ένας δεν ήταν αρκετά έξυπνος, άλλος αρκετά μορφωμένος, άλλος δεν είχε χιούμορ, άλλος ήταν υπερβολικά προσκολλημένος πάνω της, άλλος δεν ήταν πολύ σεξουαλικός. Στον καθένα έβρισκε κάτι που την έκανε να πνίγεται, να δυσφορεί, να μην αντέχει και τελικά έδινε τέλος στη σχέση. Όλοι αυτοί οι άντρες ήταν ερωτευμένοι με τη Μαρία, όταν εκείνη τους άφηνε. Όσο όμως της Μαρίας της άρεσε να τη διεκδικούν στην αρχή μιας σχέσης, τόσο το μισούσε στο τέλος της.
“Κάνω κάτι που ίσως δεν είναι σωστό, είχε εκμυστηρευτεί στον θεραπευτή στην έβδομη συνεδρία τους. Αλλάζω αριθμό στο κινητό μου. Δεν μπορούν να με βρουν μετά.”
Την είχε κοιτάξει κάπως έκπληκτος.
“Το έκανα πρώτη φορά στην τρίτη σχέση μου. Γιατί με έπαιρνε τηλέφωνο και με παρακαλούσε για μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν το άντεχα. Από τότε το κάνω συνεχώς. Το βράδυ τους ζητάω να χωρίσουμε, το επόμενο πρωί αλλάζω αριθμό. Δεν έχω ποτέ πια νέα τους.”
Ξαφνικά πήρε ένα ένοχο ύφος.
“Και μερικές φορές τους ζητώ να χωρίσουμε από το τηλέφωνο. Δεν θέλω να εξηγώ. Δεν αντέχω να ρωτάνε γιατί. Όταν για μένα τελειώνει, τελειώνει.”
Δεν ήθελε να την κρίνει αλλά του φάνηκε σκληρό. Εκείνη συνέχισε.
“Μια φορά χώρισα κάποιον χωρίς να του το πω.”
“Τι εννοείς;”, τη ρώτησε.
“Βγήκαμε ένα βράδυ και ένιωσα να πνίγομαι. Το επόμενο πρωί άλλαξα αριθμό στο κινητό.”
Ο ψυχοθεραπευτής παρέμενε αμίλητος, η Μαρία του ζήτησε τη γνώμη του.
“Ίσως δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να χωρίσει κανείς”, είπε.
“Γιατί;”, ρώτησε εκείνη παίζοντας με το δαχτυλίδι στο μεσαίο της δάχτυλο..
“Είναι καλό να μην αφήνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς. Όταν τελειώνει κάτι, το τέλος πρέπει να γραφτεί με κάποιο τρόπο. Αλλιώς κάτι μέσα μας παραμένει μετέωρο.”
“Μα εγώ γράφω το τέλος.”
“Η σχέση είναι μια ιστορία δύο ανθρώπων. Τη γράφουν μαζί.”
“Δεν αντέχω να κάνω κάτι άλλο. Ειλικρινά δεν αντέχω”, είχε πει και τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει.
                Στα τρεισήμισι πρώτα χρόνια της θεραπείας τους η Μαρία άλλαξε αριθμό κινητού τρεις φορές. Κάθε φορά που του υπαγόρευε έναν νέο αριθμό, κατέβαζε τα μάτια σαν παιδί που παραδέχεται με φόβο ότι έκανε την πιο φρικτή ζημιά.                
               
          εποπτεία
                Ο ψυχοθεραπευτής μιλούσε για τη Μαρία μόνο στον επόπτη του. Ήταν ένας έμπειρος θεραπευτής παχύς, με μαύρα μαλλιά και μούσι, η βοήθεια του οποίου ήταν πολύτιμη  ειδικά εκείνα τα πρώτα χρόνια.
                Για να την καταλάβεις πρέπει να συνδεθείς με κάτι δικό της”, του είχε πει στην εποπτεία μετά την πρώτη αλλαγή αριθμού.
“Δεν μπορώ να συνδεθώ. Εγώ στις σχέσεις μου ήμουν πάντα πολύ εντάξει.”
“Θα έλεγε κανείς ότι θυμώνεις μαζί της για αυτό που κάνει στους άντρες.”
“Ναι, νομίζω ότι νιώθω θυμό, όταν την ακούω. Τους εξαπατά.”
“Ίσως εξαπατά τον εαυτό της.”
“Φαντάζομαι πως θα νιώθουν, όταν την παίρνουν τηλέφωνο και ακούγεται το ηχογραφημένο μήνυμα. Θα ανησυχούν, θα απορούν. Δεν θα μάθουν ποτέ γιατί τους χώρισε. Πώς θα συνεχίσουν έτσι; Δεν λέει σε κανέναν που μένει. Επειδή τάχα ο πατέρας της είναι αυστηρός, κανείς δεν τη συνοδεύει ως το σπίτι.”
“Νομίζω πως η δουλειά σου είναι να βοηθήσεις τη Μαρία να καταλάβει τι κάνει και  όχι να ανησυχείς για τον εκάστοτε σύντροφό της.”
“Μα είμαι άντρας και ταυτίζομαι μαζί τους.”
“Σε έχει γοητεύσει και σένα;”
Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης αισθάνθηκε ντροπή. Δεν απάντησε.
“Άνθρωποι είμαστε, μπορεί να συμβεί. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να είσαι σε επαφή με ό,τι σου συμβαίνει.”
“Εντάξει, νομίζω πως αυτή η κοπέλα έχει κάτι που γοητεύει τους άντρες χωρίς να είναι ιδιαίτερα γοητευτική. Ίσως αυτή η αίσθηση του αβοήθητου στο βλέμμα της κάνει κάποιον να θέλει να την αγκαλιάσει. Ωστόσο, μην ανησυχείτε. Δεν την έχω ερωτευτεί. Είμαι σε μια πολύ καλή σχέση και είμαι καλά. Τη σκέφτομαι συχνά, όμως. Ίσως επειδή είναι η πρώτη μου θεραπευόμενη. Θέλω να πετύχει η θεραπεία της.”
“Η θεραπεία δεν είναι κάτι το οποίο στοχεύει στην επιτυχία. Είναι ένα ταξίδι κι αν πάει καλά τόσο περισσότερα πράγματα βλέπεις.”
“Γιατί θυμώνω όμως μαζί της; Τι δεν βλέπω;”
“Νομίζω την απόγνωσή της, όταν χωρίζει. Αλλάζει αριθμό στο κινητό της για να αποφύγει κάτι. Δεν είναι σκληρότητα, είναι η άμυνά της.”
Εκείνη τη στιγμή τα λόγια του επόπτη σαν να διέλυσαν ένα σύννεφο μέσα του.
“Θυμήθηκα κάτι. Ένα όνειρο της. Μου το είχε πει πριν καιρό.”
“Σε ακούω.”
“Δυνατή βροχή. Οι δρόμοι της πόλης πλημμυρισμένοι. Εκείνη είναι με την οικογένειά της στο διαμέρισμα που μένουν. Προσπαθούν να προστατευτούν από την καταστροφή. Ξαφνικά ο πατέρας της εξαφανίζεται. Το νερό παρασύρει το σαλόνι τους. Το σαλόνι μεταφέρεται στον δρόμο, που έχει μετατραπεί σε ορμητικό ποτάμι. Η μητέρα της πέφτει στο νερό και πνίγεται.”
“Ενδιαφέρον.”
“Όταν τη ρώτησα τι της ερχόταν στο μυαλό με αυτό το όνειρο, μου είπε ότι ως παιδί είδε κάποτε τον πατέρα της με μια βαλίτσα έτοιμο να φύγει και τη μητέρα της να τον ικετεύει με κλάματα να γυρίσει πίσω. Όταν ο πατέρας της έφτασε στην πόρτα, η μητέρα της σωριάστηκε στο πάτωμα. Εκείνος γύρισε πίσω. Η βαλίτσα έμεινε στο χολ για μια εβδομάδα κι ύστερα όλα έγιναν όπως πριν.”
“Ο πατέρας της ήταν έτοιμος να χωρίσει τη μητέρα της;”
“Δεν το διευκρίνησε. Πριν προλάβω να ρωτήσω, άλλαξε θέμα και λίγο μετά τελείωσε η συνεδρία.”
                Εκείνη η εποπτεία τον είχε βοηθήσει αρκετά. Ωστόσο, συνέχισε να λυπάται τους άντρες που έτσι απρόσμενα εγκατέλειπε κάθε φορά η Μαρία.

μαθαίνοντας τις λεπτομέρειες
                Ήταν Δευτέρα μεσημέρι. Αυτή τη φορά ο άντρας της Μαρίας ήρθε στην ώρα του στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή. Τον κοίταξε και πάλι με κάποια περιφρόνηση, ωστόσο έδειχνε να είναι λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένος από ό,τι στην πρώτη του επίσκεψη.
«Να ξέρετε ότι ακύρωσα ένα πολύ σημαντικό ραντεβού για να έρθω», του είπε ψυχρά την ώρα που με άνεση καθόταν στην πολυθρόνα.
«Το εκτιμώ», απάντησε ο ψυχοθεραπευτής.
«Για να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα γιατί μου ζητήσατε να έρθω.»
«Ήθελα να συζητήσουμε για αυτό που συνέβη στη Μαρία. Την προηγούμενη φορά δεν κατάλαβα πολύ καλά τι συνέβη ακριβώς.»
«Ναι, η αλήθεια είναι ότι ταραχτήκατε. Δικαιολογημένα μάλλον. Πώς θα μπορούσατε να μην ταραχτείτε μαθαίνοντας ότι είστε υπεύθυνος για την αφαίρεση μιας ζωής;»
Ο ψυχοθεραπευτής έσφιξε τα δόντια. Προέβλεπε ότι η συνάντηση θα γινόταν όλο και πιο δυσάρεστη αλλά έπρεπε να μάθει τι συνέβη στη Μαρία και ήταν ο μόνος τρόπος.
«Θα μπορούσατε να μου πείτε τι ακριβώς συνέβη;»
«Αυτό που σας είπα και την προηγούμενη φορά. Η Μαρία έφυγε από εδώ και πέντε λεπτά αργότερα ήταν νεκρή. Ο οδηγός του αυτοκινήτου που έπεσε πάνω της είπε ότι ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα, στο νόμιμο όριο, όμως, και η Μαρία πετάχτηκε ξαφνικά.»
«Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υπόνοια αυτοκτονίας γίνεται έρευνα από την αστυνομία. Δεν θα έπρεπε να επικοινωνήσουν μαζί μου; Ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε. Εγώ μέχρι να έρθετε εσείς εδώ πίστευα ότι η Μαρία είχε διακόψει τη θεραπεία της και δεν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί μου. Σοκαρίστηκα απίστευτα, όταν μου είπατε ότι είναι νεκρή εδώ και δέκα…»
«Το κατάλαβα αυτό», τον διέκοψε ο άντρας της Μαρίας. Ξερόβηξε λίγο και ύστερα συνέχισε.
«Έχω καλές γνωριμίες στην αστυνομία. Το περιστατικό καταχωρήθηκε ως ατύχημα. Όπως καταλαβαίνετε δεν ήταν δυνατόν να μαθευτεί ότι θα γινόταν έρευνα για πιθανή αυτοκτονία της γυναίκας μου. Αυτό θα έπληττε το όνομά μου, το κύρος μου, την καριέρα μου. Ο πατέρας της Μαρίας με ευγνωμονεί για αυτό. Είναι γνωστός γιατρός, όπως θα ξέρετε.»
«Εσείς είστε δικηγόρος, αν δεν κάνω λάθος.»
«Δεν κάνετε λάθος. Τι σας έλεγε η Μαρία για μένα;»
«Είναι κάτι που δεν μπορώ να συζητήσω μαζί σας.»
«Λόγω του απορρήτου;»
«Μάλιστα.»
«Μου κάνει εντύπωση που έχετε πρόβλημα να παραβιάσετε το απόρρητο για μια πελάτισσα εδώ και δέκα χρόνια νεκρή και δεν σας προβληματίζει καθόλου το ότι είστε εσείς υπεύθυνος για τον θάνατό της.»
Ο ψυχοθεραπευτής προσπάθησε να μην χάσει την ψυχραιμία του. Ένιωθε όμως έντονα την ανάγκη να χτυπήσει με δύναμη το πρόσωπο του άντρα που καθόταν απέναντί του για να τον κάνει να σταματήσει να επαναλαμβάνει αυτή τη φοβερή κατηγορία.
«Λέτε και ξαναλέτε ότι εγώ είμαι υπεύθυνος για τον θάνατο της Μαρίας. Θα μπορούσα να μάθω γιατί;»
«Θα έπρεπε να το προβλέψετε. Είναι η δουλειά σας. Πληρώνεστε αδρά για αυτό.»
«Η Μαρία δεν είχε εκφράσει ποτέ αυτοκτονικές σκέψεις.»
«Είστε σίγουρος;»
«Ναι», είπε αλλά ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι.
«Όπως και να’ χει, έπρεπε να το καταλάβετε. Τι μάθατε από σπουδές και εκπαιδεύσεις τόσων χρόνων; Μάλιστα, ρώτησα κι έμαθα για τα προσόντα σας. Έχετε καλή φήμη αλλά δεν σας αξίζει. Αν την είδατε πέντε λεπτά πριν αυτοκτονήσει και δεν διακρίνατε κάτι ανησυχητικό, καλύτερα να κατεβάσετε την ταμπέλα έξω από την πόρτα σας γιατί όσοι απευθύνονται σε εσάς εκθέτουν τον εαυτό τους σε μεγάλο κίνδυνο.»
Ο ψυχοθεραπευτής ένιωσε να κατακλύζεται από οργή και αγωνία. Έσφιξε πάλι τα δόντια και δεν μίλησε.
«Νομίζετε ότι δεν σκέφτηκα να σας κάνω μήνυση και να σας πάρω την άδεια; Το σκεφτόμουν συνεχώς τις πρώτες μέρες  και κάποιες στιγμές ήμουν έτοιμος να το κάνω. Όμως αν γινόταν αυτό, θα μαθευόταν ότι η γυναίκα μου αυτοκτόνησε. Έπρεπε να πάρω μια απόφαση και πήρα αυτήν με το μικρότερο κόστος.»
«Πώς είστε τόσο σίγουρος ότι αυτοκτόνησε;» ρώτησε ο ψυχοθεραπευτής με φωνή που δεν έβγαινε.
«Σε έναν καβγά μας λίγες μέρες πριν μου είχε πει ότι θα το έκανε.»
«Αυτό δεν είναι απόδειξη.»
«Τι σας είπε στην τελευταία συνεδρία;»
«Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να συζητήσω μαζί σας.»
«Μα είστε απερίγραπτος!» φώναξε ο άντρας της Μαρίας. Η φωνή του ήταν δυνατή
και οργισμένη.
«Ο οδηγός δικάστηκε και εξέτισε την ποινή του. Εσείς όμως είστε ο αληθινός υπαίτιος αυτού του θανάτου. Ξέρω ότι νομικά δεν μπορώ να σας κάνω τίποτα τώρα αλλά ελπίζω οι ενοχές να σας κατατρέχουν σε όλη σας τη ζωή.”
«Μα σας παρακαλώ!» ύψωσε και ο θεραπευτής τη φωνή. «Δεν θα ανεχτώ άλλες κατηγορίες.»
«Έπρεπε να το δείτε», ο άντρας της Μαρίας ήταν βουρκωμένος από οργή.
«Νομίζω ότι δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε, κύριε.»
«Όχι, δεν έχουμε.»
Ο άντρας της Μαρίας σηκώθηκε από την πολυθρόνα και βγήκε από το δωμάτιο. Πήρε από την αίθουσα αναμονής το μαύρο παλτό και τον χαρτοφύλακα του και έφυγε χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω του.

 το σημειωματάριο
                Ο ψυχοθεραπευτής ήταν πολύ ταραγμένος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και τα χείλη του έτρεμαν. Προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά του αλλά ήταν δύσκολο, πολύ δύσκολο. Το επόμενο ραντεβού του ήταν σε δυόμιση ώρες. Πήγε στην κουζίνα και άναψε ένα τσιγάρο. Ήταν δυνατόν; Κι αν η Μαρία είχε αυτοκτονήσει; Κι αν έφταιγε εκείνος; Έσβησε το τσιγάρο και με βιαστικά βήματα ξαναπήγε στο γραφείο του. Άνοιξε το ντουλάπι, στο οποίο έβαζε τους φακέλους των θεραπευόμενων. Χρειάστηκε να το αδειάσει για να βρει κάπου βαθιά χωμένο το σημειωματάριο.
                Ήταν ένα δερματόδετο καφέ σημειωματάριο. Του το είχε χαρίσει η μητέρα του, όταν ήταν ακόμη μαθητής. Δεν το είχε χρησιμοποιήσει τότε και μετά τον θάνατό της το κρατούσε για κάποια χρήση σημαντική. Όταν ένιωσε ότι η Μαρία δεσμευόταν στη θεραπείας τους τους, άρχισε να γράφει εκεί τις σημειώσεις από τις συνεδρίες τους.
              Όταν έπιασε στα χέρια του το σημειωματάριο ένιωσε κάτι σαν συγκίνηση και μια αίσθηση κάπως αλλόκοτη. Θυμήθηκε τη μητέρα του κι ύστερα τη Μαρία. Το άνοιξε και τα χέρια του έτρεμαν. Άρχισε να το ξεφυλλίζει από την αρχή.
                Ήταν όλα εκεί. Οι διάλογοί τους, τα όνειρά της, κάποιες σκέψεις δικές του για εκείνη, οι σημειώσεις από την εποπτεία. Ήταν εκεί οι προβληματισμοί της για τις σχέσεις της, η επιθυμία της να φύγει από το πατρικό της σπίτι, η ανησυχία της για τον αδερφό της, τα παράπονά της από τον πατέρα της, αγάπη αλλά και κάποια περιφρόνηση για τη μητέρα της, επαγγελματικές ανησυχίες και άλλα πολλά, όλα όσα έγιναν σε αυτά τα τέσσερα χρόνια της ζωής της. Ο ψυχοθεραπευτής γύριζε γρήγορα τις σελίδες σαν να τον κυνηγούσε η αγωνία. Το βλέμμα του έπεφτε στις ημερομηνίες και σε τυχαίες λέξεις. Όταν έφτασε στον πέμπτο χρόνο της ψυχοθεραπείας της, άρχισε να διαβάζει πιο προσεκτικά τις σημειώσεις και να θυμάται.
                Έναν χρόνο πριν σκοτωθεί είχε γνωρίσει τον άντρα της. Ήταν ένας δικηγόρος γοητευτικός, πετυχημένος, έξυπνος και πολύ δυναμικός. Διαφορετικός από όσους άντρες είχε γνωρίσει ως τότε. Την έκανε να νιώθει ασφάλεια, της μάθαινε καινούρια πράγματα. Ένιωθε ευτυχισμένη μαζί του και    έλεγε ότι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ευτυχία. 
              Πέντε μήνες μετά τη γνωριμία τους πήγε να μείνει μαζί του και έναν μήνα αργότερα της έκανε πρόταση γάμου. Ο ψυχοθεραπευτής τότε είχε προσπαθήσει μάταια να την κάνει να δει ότι όλα ήταν πολύ βεβιασμένα.  “Μόλις έφυγες από το πατρικό σου. Δώσε λίγο χρόνο.”, σχεδόν την παρακαλούσε να το αναβάλει. “Νομίζω ότι είμαι σε ηλικία γάμου.”, απαντούσε εκείνη γελώντας σαν να μην την άγγιζαν καθόλου οι επιφυλάξεις του. Παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο μια Τετάρτη του καλοκαιριού. Στη Μαρία δεν άρεσαν οι θρησκευτικοί γάμοι και δεν έβρισκε καθόλου συγκινητική τη στιγμή που ο πατέρας της θα την παρέδιδε στον γαμπρό. Για τον δικηγόρο θα ήταν ο δεύτερος γάμος του, οπότε δεν επέμεινε για θρησκευτική τελετή.
        Ο ψυχοθεραπευτής διάβαζε γρήγορα τις σελίδες. Έψαχνε κάτι, αυτό το κάτι που είχε δημιουργήσει τον κόμπο στον λαιμό του. Το βρήκε. Είχε ημερομηνία έναν μήνα πριν από την ημερομηνία της τελευταίας τους συνεδρίας και του θανάτου της. Οι σημειώσεις του τού θύμισαν  τη συζήτησή τους.
“Ορισμένες φορές σκέφτομαι τον θάνατο”, του είχε πει.
“Είναι ανθρώπινο. Όλοι οι άνθρωποι σκέφτονται κάποιες φορές τον θάνατο”, είχε απαντήσει εκείνος.
“Θα ήθελα να έβλεπα την κηδεία μου. Θα ήθελα να έβλεπα τον πατέρα μου  και τον άντρα μου στην κηδεία μου.”
“Γιατί συγκεκριμένα αυτούς τους δύο;”
“Δεν ξέρω. Ίσως επειδή είναι τόσο ατάραχοι απέναντι σε όλα. Μόνο η δουλειά τους και η εικόνα τους τούς νοιάζει. Νομίζω ότι δεν θα έκλαιγαν για να μην χαλάσουν την εικόνα τους.”
                Ο γάμος της Μαρίας δεν ήταν τόσο ονειρεμένος όσο ονειρεμένη της φαινόταν η σχέση τους στην αρχή. Ο άντρας της έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι, όταν γύριζε ήταν πάντα αγχωμένος και δούλευε τις υποθέσεις του μέχρι αργά το βράδυ και θεωρούσε απαραίτητο να παρευρίσκεται σε κάθε κοινωνική εκδήλωση που ήταν καλεσμένος γιατί κάπου μέσα του επιθυμούσε να ασχοληθεί κάποια στιγμή με την πολιτική και ήθελε να έχει όσο το δυνατόν περισσότερες διασυνδέσεις μπορούσε. Η Μαρία δούλευε λίγες ώρες σε ένα φροντιστήριο αγγλικών, είχε ξεκόψει από τις περισσότερες παρέες της και περνούσε τον περισσότερο χρόνο της βλέποντας τηλεόραση. Δεν της άρεσε η ζωή της αλλά ένιωθε ακόμη ερωτευμένη με τον άντρα της και αυτό ήταν που τη δυσκόλευε περισσότερο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ήθελε να φύγει από μια σχέση αλλά αυτή η σχέση δεν της έδινε όσα είχε ανάγκη.
                Ο ψυχοθεραπευτής γύρισε τη σελίδα. 12 Δεκεμβρίου. Η τελευταία τους συνεδρία. Δεν είχε σημειώσει πολλά. Η Μαρία ήταν πολύ αναστατωμένη γιατί είχε μαλώσει με τον άντρα της το προηγούμενο βράδυ. Συζητούσαν για το χριστουγεννιάτικο πάρτι τους και της είχε πει κάτι που την είχε εξοργίσει.
                “Σε παρακαλώ, πες στον αδερφό σου να μην λέει σε όποιον γνωρίζει ότι κάποτε ήταν χρήστης ναρκωτικών. Στα γενέθλιά σου το ανέφερε σε έναν συνάδελφο και το νέο κυκλοφόρησε. Δεν θέλω το όνομά μου να συνδέεται με τέτοια θέματα.” Είχαν μαλώσει άσχημα και έκλαιγε όλο το βράδυ.
            Ήταν ευερέθιστη εκείνη τη μέρα στη συνεδρία και τα είχε βάλει και με τον ψυχοθεραπευτή. Του είχε πει ότι  η θεραπεία δεν την βοηθούσε και ότι ένιωθε ότι είχε τελματώσει. Αυτές ήταν οι τελευταίες σημειώσεις του. Οι υπόλοιπες σελίδες στο σημειωματάριο ήταν λευκές.

αποχωρισμός

                Ναι, είχε ταραχτεί πολύ τότε. Όταν πίστεψε ότι η Μαρία είχε διακόψει τη θεραπεία τους αλλάζοντας αριθμό κινητού. Το κινητό της δεν λειτουργούσε και δεν είχε τον αριθμό του σπιτιού. Τον πρώτο μήνα, την ημέρα και ώρα της συνεδρίας τους περίμενε νευρικά ελπίζοντας ότι θα χτυπούσε το κουδούνι και θα ήταν εκείνη. Ότι θα ζητούσε συγγνώμη και θα έλεγε ότι κάτι πολύ  επείγον είχε συμβεί και  δεν μπορούσε να ειδοποιήσει. Πέρασαν δύο μήνες και άρχισε να καταλαβαίνει ότι η Μαρία δεν θα ξαναρχόταν. Ωστόσο κάτι μέσα του είχε φουσκώσει σαν θάλασσα.
        Το ήξερε ότι δυσκολευόταν με τους αποχωρισμούς. Στη διάρκεια της δικής του ψυχοθεραπείας είχε έρθει σε επαφή με τον πόνο που ένιωθε για τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας του, όταν ήταν δεκαεπτά χρόνων. Ένα απόγευμα, ενώ εκείνος διάβαζε για τις εισαγωγικές εξετάσεις, τον αποχαιρέτισε για να πάει σε μια φίλη της και δεν γύρισε ποτέ. Ανακοπή καρδιάς και κανείς δεν κατάλαβε γιατί, ήταν νέα και υγιής. Η ζωή του σημαδεύτηκε από αυτόν τον τόσο βίαιο αποχωρισμό και για πολλά χρόνια φοβόταν να δεθεί πολύ με κάποια γυναίκα. Την εποχή που η Μαρία έφυγε από τη ζωή του ήταν ήταν έναν χρόνο παντρεμένος. Η ασφάλεια και η αγάπη που ένιωθε στον γάμο του τον βοήθησαν να ξεπεράσει τις πρώτες δυσκολίες και απογοητεύσεις που είχε ως νεαρός θεραπευτής.
                 Όμως, είχε πληγωθεί και είχε θυμώσει. Είχε πληγωθεί γιατί για πέντε χρόνια ήταν εκεί για τη Μαρία. Την περίμενε, την άκουγε με προσοχή, άκουγε τα παράπονά της, τις λύπες της, μοιραζόταν τις αγωνίες της, χαιρόταν όταν την έβλεπε να κάνει μικρά βήματα, ανησυχούσε για εκείνη, όταν την ένιωθε να παραπαίει. Η Μαρία έδειχνε να τον σέβεται και να τον εκτιμά. Συνήθως ήταν συνεπής, δεν ακύρωνε συνεδρίες, πάντα ζητούσε τη γνώμη του και τη λάμβανε υπόψη. Υπήρχαν φορές που τον αμφισβητούσε και παραπονιόταν ότι δεν την καταλάβαινε. Άλλες πάλι φορές του έλεγε ότι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος, στον οποίο μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα χωρίς να την κρίνει. Άλλοτε τον εξιδανίκευε υπερβολικά, άλλοτε της φαινόταν λίγος, στα πλαίσια, όμως πάντα μιας σχέσης που τη χαρακτήριζε δέσμευση. Κι όμως παρά τα όσα είχαν μοιραστεί αυτά τα πέντε χρόνια η Μαρία ξαφνικά τον είχε βγάλει τόσο απότομα από τη ζωή της κι αυτό τον είχε πονέσει.
                Και ήταν τόσο μόνος σε αυτόν τον πόνο. Δεν μπορούσε να μιλήσει στη γυναίκα του ή στους φίλους του και στον επόπτη του ντρεπόταν να πει ότι μετά από έξι μήνες σκεφτόταν ακόμη την πρώτη του θεραπευόμενη. Του έλειπε. Την είδε στον ύπνο του κάποιες φορές και άλλες τη συνέκρινε με νέες πελάτισσες. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του το πόσο απελπισμένα είχε ζητήσει τη βοήθειά του στην πρώτη συνεδρία τους και τον θυμό της απέναντί του στην τελευταία. Η αίσθηση αποτυχίας τον έπνιγε μα πιο πολύ τον έπνιγε το ότι δεν την είχε κοιτάξει μια τελευταία φορά πριν φύγει και δεν της είχε πει αντίο.
               
ταραχή
Έμεινε να κοιτάζει τις λευκές σελίδες σαν χαμένος. Η Μαρία είχε πεταχτεί επίτηδες μπροστά σε εκείνο το αμάξι; Ήταν κι αυτός υπεύθυνος; Θα μπορούσε να την είχε προστατέψει από τον εαυτό της; Αν τότε που του είπε ότι φανταζόταν την κηδεία της την είχε ρωτήσει ευθέως αν σκεφτόταν την αυτοκτονία, οι σελίδες αυτές θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί; Κι αν ήταν κουρασμένος εκείνη την ημέρα και δεν διέκρινε κάποια πιο ιδιαίτερη ταραχή; Αν δεν της έδωσε την προσοχή που έπρεπε; Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει.  Προσπάθησε, όμως, να ανακτήσει την ψυχραιμία του και να σκεφτεί καθαρά. Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε στην αναπνοή του. “Δεν μπορείς να ελέγξεις τίποτα σε αυτό που συμβαίνει”, είπε στον εαυτό του. “Ή μάλλον σε αυτό που συνέβη. Δεν είσαι παντοδύναμος για να ελέγχεις τη ζωή και τον θάνατο και ούτε τότε ήσουν.” Άνοιξε τα μάτια, όμως δεν ένιωθε καλύτερα. Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου του και σχημάτισε τον αριθμό του επόπτη του που ξαφνικά θυμήθηκε απ'έξω. Στο μήνυμα στον τηλεφωνητή είπε ότι ήθελε να του μιλήσει για κάτι σημαντικό.
 Μετά πήγε στο μπάνιο και έριξε νερό στο πρόσωπό του. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε το βλέμμα του σπασμένο. Γύρισε στο γραφείο του για να ετοιμάσει τον χώρο για την επόμενη συνεδρία.

έξι μήνες μετά
Ήταν ένα απόγευμα Τρίτης και ο άντρας της Μαρίας καθόταν και πάλι απέναντί του. Του είχε τηλεφωνήσει την προηγούμενη ημέρα και του είχε πει ότι ήθελε να του μιλήσει. Ο ψυχοθεραπευτής είχε νιώσει ένα σφίξιμο στο στομάχι και ήθελε να αρνηθεί αλλά ξαφνικά άκουσε τον εαυτό του να λέει ότι είχε ένα κενό το απόγευμα της επόμενης μέρας. Τώρα με εκνευρισμό χτυπούσε με το δάχτυλό του το μπράτσο της πολυθρόνας και ήταν έτοιμος να αμυνθεί και πάλι. Τους προηγούμενους μήνες είχε σκεφτεί πολύ το θέμα της Μαρίας και το είχε συζητήσει διεξοδικά με τον επόπτη του. Μετά από αρκετό καιρό απενοχοποιήθηκε. Ο θάνατός της του προκαλούσε αληθινή λύπη αλλά τώρα ήταν έτοιμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δεν ήταν υπεύθυνος για τον θάνατό της, είτε ήταν αυτοκτονία είτε όχι.
“Ήθελα πολύ να σας μιλήσω εδώ και καιρό”, είπε ο άντρας της Μαρίας του και το ύφος του ήταν λιγότερο σίγουρο και υπεροπτικό από ό,τι την τελευταία φορά.
“Θέλετε να με κατηγορήσετε πάλι για τον θάνατο της γυναίκας σας;”, απάντησε αυτός και η φωνή του είχε κάτι από πίκρα.
“Επ' αυτού πρόκειται.” δίστασε λίγο να συνεχίσει και μια βαριά σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο.
“Έκανα λάθος. Η Μαρία δεν αυτοκτόνησε.”
Ο ψυχοθεραπευτής τινάχτηκε από την πολυθρόνα του.
“Τι εννοείτε;”, είπε μόνο.
“Βρήκα το ημερολόγιό της. Το είχα κρύψει σε ένα κουτί μαζί με άλλα προσωπικά της αντικείμενα. Δεν είχα τολμήσει να το ανοίξω τόσα χρόνια. Φοβόμουν ότι θα έγραφε για μένα. Ότι θα έγραφε πόσο δυστυχισμένη την έκανα, ότι με μισούσε, ότι με περιφρονούσε. Δεν θα άντεχα να διαβάσω κάτι τέτοιο.”
“Και τι σας έκανε να αλλάξετε γνώμη;”
“Ξέρετε...Τόσα χρόνια κατηγορούσα εσάς για τον θάνατό της. Μου ήταν πιο εύκολο να στρέψω κάπου αλλού την οργή μου. Πίστευα ότι η επίσκεψή που θα σας έκανα θα με λύτρωνε. Ότι επιτέλους θα μπορούσα να σας φωνάξω, να σας υψώσω το δάχτυλο, να σας φέρω αντιμέτωπο με τις ευθύνες σας.”
“Και; Δεν ανακουφιστήκατε;”, είπε ο ψυχοθεραπευτής λίγο ειρωνικά, αν και ο θυμός για τον άντρα απέναντί του είχε αρχίσει κάπως να καταλαγιάζει.
“Όχι. Καθόλου. Ένιωσα χειρότερα. Πολύ χειρότερα. Νόμιζα ότι θα απαλυνόταν ο πόνος αλλά ο πόνος μεγάλωσε. Καμία ανακούφιση. Απαλλάχτηκα από αυτή τη λύσσα που ένιωθα εναντίον σας, όμως ξαφνικά ήταν σαν να άδειασε η ζωή μου.”
“Και το ημερολόγιο;”
“Μια μέρα δεν άντεχα άλλο αυτό το κενό, αυτή τη λύπη και την ενοχή που με κατέτρωγε. Αποφάσισα να το διαβάσω και να αντιμετωπίσω όσα έγραφε. Όσο κι αν με είχε κατηγορήσει η Μαρία δέκα χρόνια πριν δεν θα ήταν περισσότερο από τις κατηγόριες με τις οποίες βάρυνα εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου. Βρήκα το κουτί. Ήταν δύσκολο, ξέρετε.”
Η φωνή του έσπασε λίγο, ξεροκατάπιε και συνέχισε.
“Τα πράγματά της που είχα κρατήσει... Είχα να τα δω τόσα χρόνια. Χωρίς την παρουσία της Μαρίας στο σπίτι είναι απλώς πράγματα ξεχασμένα, μια βούρτσα, μια βέρα, ένα φουλάρι...Σκονισμένα, ανήκουν σε μια ζωή που για μένα έχει περάσει, που δεν θα την ξαναζήσω ποτέ.”
“Καταλαβαίνω, θα ήταν δύσκολο.”, του είπε με ειλικρίνεια και στο μυαλό του ήρθε η στιγμή που ξεδιάλεγε μαζί με τον πατέρα του τα ρούχα της μητέρας του έναν χρόνο μετά τον θάνατό της.
“Το ημερολόγιό της ήταν ένα σημειωματάριο με χοντρό εξώφυλλο. Όσο ζούσε το έκρυβε κάπου, ούτε  ήξερα πού. Όταν την έβλεπα σκυμμένη πάνω του με κοιτούσε ένοχα και με τα χέρια της το κάλυπτε για να μην δω τις αράδες του ακόμη κι αν στεκόμουν πολύ μακριά. Έγραφε ακανόνιστα σκέψεις και ποιήματα. Και φράσεις που λέγατε στις συνεδρίες σας.”
Ο ψυχοθεραπευτής ένιωσε συγκίνηση. Τη θυμήθηκε πόσο προσεκτικά τον άκουγε με ορθάνοιχτα τα μάτια και πώς μερικές φορές επαναλάμβανε τις φράσεις του, σαν να προσπαθούσε να μην τις ξεχάσει.
“Δεν μου μιλούσε για εσάς, είπε ο άντρας της Μαρίας. Ίσως επειδή ήμουν πολύ αρνητικός απέναντί σας και απέναντι στην ψυχοθεραπεία γενικότερα. Αυτό την εξόργιζε. Είχαμε μαλώσει πολλές φορές για αυτό το θέμα. Της έλεγα ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και πάντα μου έφερνε το παράδειγμα του αδερφού της. Εγώ σταματούσα τη συζήτηση γιατί ποτέ δεν αποδέχτηκα ότι ο αδερφός της ήταν ναρκομανής. Ήταν κάτι που χαλούσε την κοινωνική μου εικόνα. Ήταν μεγάλο λάθος μου.”
“Έχετε επικοινωνία με τους δικούς της;”
“Μιλάω με τον πατέρα της. Έχει μαραζώσει μετά τον θάνατό της. Κατηγορεί τον εαυτό του κι εκείνος για όσα δεν της έδωσε, παλεύει με το ότι δεν θα επανορθώσει ποτέ για τα λάθη του. Η μητέρα της είναι σε κατάθλιψη. Ο αδερφός της έχει φύγει από το σπίτι, τελείωσε τις σπουδές του και δουλεύει. Στηρίζει όσο μπορεί τους γονείς του και παλεύει με τους δαίμονές του αλλά είναι δυνατός. Μια μέρα ήρθε στο γραφείο μου και μιλήσαμε για ώρες. Αποδέχεται αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει και αλλάζει ό,τι μπορεί να αλλάξει, κάτι τέτοιο μου είπε.”
“Το λένε αυτό στις συναντήσεις των ομάδων αυτοβοήθειας.”
“Τα περιφρονούσα όλα αυτά αλλά αυτός ο νεαρός στάθηκε πολύ πιο αξιοπρεπής απέναντι στον θάνατο από ό,τι εγώ. Και νόμιζα ότι θα ξανακυλούσε. Ήμουν τόσο λάθος.”
Ξερόβηξε και τον χαμήλωσε το βλέμμα του.
“Και απέναντί σας ήμουν λάθος. Σας ζήλευα. Ήσασταν για μένα ένας μυστηριώδης νεαρός άντρας που αγαπούσε, θαύμαζε και εμπιστευόταν η Μαρία. Ήσασταν στη ζωή της πριν από μένα, δεν μπορούσα να σας γνωρίσω, δεν μπορούσα να σπάσω τη σχέση που είχατε. Εσείς τι νιώθατε για εκείνη;”
“Ήταν η πρώτη μου πελάτισσα...”
“Και τι νιώθατε για εκείνη;”, επέμεινε ο άντρα της Μαρίας.
“Ξέρετε...Στη δουλειά μας υπάρχει αγάπη.”
              Αυτό μόνο τόλμησε να πει και ο άντρας της Μαρίας μάλλον έμεινε ευχαριστημένος από την αοριστία της απάντησης.
Ακολούθησε μια άβολη σιωπή που κανείς τους δεν ήταν πρόθυμος να σπάσει. Πέρασαν αρκετά λεπτά και ο άντρας της Μαρίας ξανάρχισε να μιλάει σαν να μην είχε μεσολαβήσει αυτή η αμήχανη εξομολόγηση.
“Στο ημερολόγιο είχε γράψει ότι δεν θα αυτοκτονούσε ποτέ. Ότι η ζωή είναι δώρο. Ότι το είχε πει τότε για να με σοκάρει, να με ταρακουνήσει, να με κάνει να νιώσω ενοχές. Το είχε μετανιώσει που το είχε πει.”
“Πότε το έγραψε αυτό;”
“Δυο μέρες πριν πεθάνει.”
Ο ψυχοθεραπευτής ανάσανε βαθιά.
“Δεν φταίγατε ούτε εσείς, ούτε εγώ. Ήταν μια άτυχη στιγμή από αυτές που δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις όσο κι αν ανατρέχεις, όσο κι αν προσπαθείς.”
“Κουράστηκα να προσπαθώ να καταλάβω.”
Ο ψυχοθεραπευτής δεν βρήκε κάτι να πει αλλά κοίταξε στα μάτια τον άντρα με συμπόνοια και κούνησε ελαφρά το κεφάλι. Εκείνος στην απέναντι πολυθρόνα, σαν να μην άντεξε την επαφή τους, γύρισε το βλέμμα αλλού.
Λίγο μετά σηκώθηκε.
“Νομίζω ότι καταχράστηκα τον χρόνο σας.”
“Ήταν και για μένα σημαντικό.”
“Σας ζητώ συγγνώμη για την προηγούμενη φορά.”
“Πείτε πως δεν έγινε. Ευχαριστώ που με εμπιστευτήκατε σήμερα.”
“Μάλλον δεν είστε τόσο κακός ψυχοθεραπευτής όσο νόμιζα. Νιώθω σαν να μου έφυγε ένα βάρος”, είπε ο άντρας της Μαρίας στην πόρτα και χαμογέλασε αχνά.
“Ευχαριστώ”, είπε ο ψυχοθεραπευτής και του έδωσε το χέρι.
               
                κλείσιμο
                Ο ψυχοθεραπευτής ήταν καθισμένος στο γραφείο του. Σε είκοσι λεπτά θα ερχόταν το επόμενο ραντεβού. Μπροστά του είχε ανοιχτό το δερματόδετο σημειωματάριο και στο μυαλό του θολές εικόνες της Μαρίας. Ήταν άδικο που πέθανε έτσι, ήταν νέα και ήθελε να παλέψει για να φτιάξει τη ζωή της. Δεν υπήρχε καμιά απάντηση στο γιατί του θανάτου της. Οι άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πεθαίνουν και ατυχήματα γίνονται γιατί γίνονται. Ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στη λύπη του. Δυο δάκρυα σημάδεψαν τις λευκές σελίδες.
                Λίγο μετά ο κόμπος είχε λυθεί, ο ψυχοθεραπευτής έκλεινε το σημειωματάριο κι έπαιρνε μια βαθιά ανάσα.