Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Η Επόμενη Στροφή

Πέρασε όλα τα παιδικά του χρόνια με τον παππού και τη γιαγιά του. Όταν μερικές φορές το ανέφερε αυτό σε συζητήσεις με ανθρώπους που δεν τον γνώριζαν καλά,  έβλεπε κάτι σαν λύπηση στα μάτια τους γιατί το πρώτο που υπέθεταν ήταν πως σε μικρή ηλικία είχε ορφανέψει. Τις περισσότερες φορές επεξηγούσε με τα ίδια λόγια.
«Όχι, όχι… Δεν έχασα τους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός και έπαιρνε πολλές μεταθέσεις. Η μητέρα μου ήταν, και είναι, δηλαδή ακόμη, ζωγράφος. Θεώρησαν καλύτερο να μείνω στους παππούδες μου για να είμαι σε σταθερό περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν κι εκείνος γιος στρατιωτικού και περιέγραφε ως μαρτύριο την αλλαγή πόλης, σπιτιού, σχολείου, φίλων κάθε λίγα χρόνια. Έρχονταν και με έβλεπαν κάποια σαββατοκύριακα και στις διακοπές έμενα στο εκάστοτε σπίτι τους.» Οι συνομιλητές του έδειχναν κάποια ανακούφιση γιατί σίγουρα δεν θα ήξεραν τι να πουν αν τους έλεγε ότι οι γονείς του είχαν σκοτωθεί σε κάποιο φρικτό ατύχημα, όταν ήταν μωρό, σχολίαζαν κάτι για τη δύσκολη ζωή των στρατιωτικών και καμιά φορά ρωτούσαν για τη ζωγράφο μαμά. Σε κάθε τέτοια συζήτηση ένιωθε συνήθως ένα μούδιασμα ή κάτι σαν κενό που απλωνόταν σε όλο του το σώμα.
                Έτσι και τώρα στον οίκο ευγηρίας την ώρα που μιλάει με τη διευθύντρια αναφέρθηκε το θέμα. Η διευθύντρια ενθουσιάζεται. Είναι μια παχιά γυναίκα, με κοκάλινα μαύρα γυαλιά και πονηρά μάτια.
«Μα έτσι εξηγείται το ενδιαφέρον σας, αγαπητέ! Δεν έχω γνωρίσει κανέναν εγγονό που να έρχεται να βλέπει τον παππού του μια φορά την εβδομάδα. Ούτε τα παιδιά τους δεν έρχονται. Είναι όλοι τόσο απορροφημένοι από τις δουλειές τους, τις οικογένειες, τις ζωές τους. Δεν τους κατηγορώ. Απλώς είναι κρίμα. Ο παππούς σας δεν σας θυμάται, αλλά…» σε αυτό το σημείο αρχίζει να βήχει. Πίνει λίγο νερό από το ποτήρι που έχει δίπλα της και συνεχίζει… «Τι έλεγα; Ναι, η άνοια. Είναι κρίμα. Μακάρι να σας θυμόταν. Πολλές φορές, όμως, μου λέει η νοσοκόμα που τον φροντίζει, λέει το όνομά σας. Θα πληρώσετε με επιταγή;»
                Τον είδε που έβγαλε την επιταγή από το πορτοφόλι και κοίταξε  το ρολόι του, οπότε μάλλον κατάλαβε ότι δεν ήθελε να μιλήσει άλλο. Λέει λίγα πράγματα για τον καιρό, γιατί μάλλον αυτή η γυναίκα δεν μπορεί να αναπνέει χωρίς να μιλάει και φωνάζει τη γραμματέα της για να του κόψει την απόδειξη. Και όταν εκείνος της δίνει το χέρι κάπως ψυχρά, γιατί δεν θέλει και πολλές οικειότητες, του λέει γελαστά «Τα χαιρετίσματά μου στη γλυκιά γυναίκα σας». Το κενό στο στομάχι του ξαφνικά γίνεται οξύς πόνος. Φεύγει με βήματα βιαστικά, σαν να τρεκλίζει.
                Κάθε φορά έφευγε από τον οίκο ευγηρίας συναισθηματικά φορτισμένος. Ο πατέρας του τού έλεγε ότι αυτές οι συχνές επισκέψεις δεν είχαν νόημα, ο γέρος δεν τον αναγνώριζε πια και δεν αξίζει να ξοδεύει χρόνο και βενζίνη για να πηγαίνει ως εκεί. Εκείνος, όμως, το ένιωθε σαν υποχρέωση που δεν μπορούσε να παραμελήσει. Όταν πέθανε η γιαγιά του πριν δέκα χρόνια, τότε που είδε τον παππού του να γερνάει τρομακτικά σε τρεις μόνο μέρες, ορκίστηκε στον εαυτό του ότι δεν θα τον άφηνε να πεθάνει μόνος.  Τελευταία, όμως, από τότε που η γυναίκα του πήρε την τρίχρονη κόρη τους κι έφυγαν από το σπίτι, τα συναισθήματά του έχουν κάπως αλλάξει.  Δεν νιώθει τη στοργή και την αγάπη, που ένιωθε άλλοτε για αυτό το αδύναμο πλάσμα χωρίς δόντια, που κάποτε του φαινόταν τόσο δυνατός, τόσο σοφός, τόσο παντοδύναμος. Δεν νιώθει λύπη που οι μνήμες του είχαν όλες σβηστεί ή διαστρεβλωθεί, που η ζωή του κατέληξε να είναι μόνο τρία πιάτα φαγητό την ημέρα και πολλά φάρμακα, δεν νιώθει καν τον τρόμο του θανάτου και των γηρατειών, ούτε καν κάποια μικρή αγωνία για το πώς θα είναι τα δικά του τελευταία χρόνια και αν κάποιος εγγονός θα τον ρωτάει τότε τι κάνει χωρίς απάντηση. Νιώθει κάτι σαν παράπονο, ίσως και σαν θυμό.
                 Ναι, είναι γενικά θυμωμένος με όλους και με όλα. Είναι θυμωμένος με τον πατέρα του που ποτέ δεν κατάλαβε την επαγγελματική ανασφάλεια επειδή δεν τη βίωσε ο ίδιος ως στρατιωτικός, με τη μητέρα του γιατί του μιλάει μόνο για γκαλερί και θεατρικές παραστάσεις, με τον διευθυντή του, που έχει υπερβολικές απαιτήσεις, τους συναδέλφους του που δεν δουλεύουν σκληρά όπως αυτός, τους πελάτες που δεν πληρώνουν, την τράπεζα γιατί κάθε μήνα του παίρνει το ένα τρίτο του μισθού του για το δάνειο του σπιτιού, τον ψιλικατζή της γειτονιάς του γιατί σταμάτησε να φέρνει τα τσιγάρα που καπνίζει, την τηλεόραση γιατί δεν βάζει ποτέ τις ταινίες που του αρέσουν και η λίστα δεν τελειώνει. Φυσικά είναι θυμωμένος με όλους γιατί είναι θυμωμένος πάνω από όλα με τη γυναίκα του που του είπε ξαφνικά ένα απόγευμα ότι δεν τον άντεχε άλλο και το ίδιο βράδυ πήγε στην εκνευριστική μητέρα της στερώντας του την κόρη του. Πώς του το έκανε αυτό και γιατί; Και κυρίως πώς έφτασαν ως εκεί, αφού την αγαπάει τόσο; Με αυτά τα ερωτήματα παλεύει κάθε βράδυ όταν γυρίζει κουρασμένος από τη δουλειά και μαγειρεύει τα τρία φαγητά που ξέρει να μαγειρεύει εναλλάξ. Και λίγο πιο μετά, όταν κάθεται στο σαλόνι και καπνίζει τουλάχιστον δέκα τσιγάρα πίνοντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Και πιο μετά, όταν πηγαίνει και ανάβει το φως στο παιδικό δωμάτιο και λέει καληνύχτα στο άδειο κρεβατάκι. Και ύστερα όταν ξαπλώνει και σβήνει το φως και δεν την νιώθει δίπλα του, και το σπίτι του γίνεται τόσο άδειο, τόσο τεράστιο, τόσο σκοτεινό, έτοιμο να τον καταπιεί και να τον εξαφανίσει.
                Όμως, με τον παππού του γιατί θυμώνει; Ποτέ δεν είχε θυμώσει με τον παππού του. Ήταν ο πιο αγαπημένος του άνθρωπος. Ήταν η μόνη ασφάλεια που είχε νιώσει σαν παιδί, του στάθηκε σαν καλός πατέρας.  Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα τρυφερός αλλά ποιος άντρας είναι; Και είχε τις ιδιοτροπίες του αλλά ποιος δεν τις έχει; Στη γειτονιά τον έλεγαν ο «κος Στριμμένος» αλλά κατά βάθος τον εκτιμούσαν και όλοι ήξεραν ότι ήταν καλός άνθρωπος. Δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν αλλά μάλλον ούτε και καλό.  Ο παππούς του φοβόταν τους ανθρώπους και μάλλον φοβόταν και τη ζωή. «Ο κόσμος είναι επικίνδυνο μέρος», του έλεγε συχνά. «Μην εμπιστεύεσαι κανέναν απόλυτα και μην παίρνεις ρίσκα.» Τα έλεγε αυτά γιατί είχε δύσκολη ζωή, έτσι του είχε πει η γιαγιά. Μικρός ήθελε πολύ να μάθει την ιστορία του παππού και γιατί ήταν δύσκολη η ζωή του. Αλλά φοβόταν κιόλας. Γιατί ήθελε να τον βλέπει δυνατό. Χωρίς τον παππού ο κόσμος φάνταζε τρομακτικός και ένιωθε σαν χαμένος, όπως τότε που πήγαινε στα μικρά διαμερίσματα των γονιών του στις διάφορες επαρχιακές πόλεις για να περάσει μαζί τους τα Χριστούγεννα. Έτσι προτιμούσε να ζει στον επικίνδυνο κόσμο που περιέγραφε ο παππούς, αν ήταν εκείνος μέσα να τον προστατεύει.
                Αυτά σκεφτόταν στη διαδρομή της επιστροφής από τον οίκο ευγηρίας. Ο δρόμος ήταν άδειος αλλά όπως πάντα πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα. Δεν άκουγε μουσική στο αυτοκίνητο γιατί δεν ήθελε να τον αποσπάει από την οδήγηση. Και το παράθυρο ήταν κλειστό γιατί τον ενοχλούσε ο αέρας. Και κάτι άλλο του έλεγε πολύ συχνά ο παππούς. «Μην βιαστείς να χαρείς, δεν ξέρεις τι σε περιμένει στην επόμενη στροφή». Το έλεγε πολύ συχνά αλλά είχε δίκιο. Δεν θα ξεχάσει ποτέ την πρώτη φορά που γύρισαν οι γονείς του στο σπίτι μετά την πρώτη μετάθεση του πατέρα του. Ήταν τριών χρόνων και μάλλον αυτή είναι η πρώτη του ανάμνηση.  Είχε χαρεί τόσο πολύ, αγκάλιαζε τη μητέρα του και τη φιλούσε και την τραβούσε για να παίξουν και να ζωγραφίσουν. Πίστευε ότι δεν θα ξαναέφευγαν ποτέ και ήταν ευτυχισμένος έπειτα από έναν μήνα ανησυχίας και απορίας για την εξαφάνισή τους. Όμως έφυγαν. Και τη δεύτερη φορά που επέστρεψαν χάρηκε, ίσως και την τρίτη. Μετά σταμάτησε να χαίρεται και αρκετά χρόνια αργότερα του εξήγησαν ότι δεν ήξεραν πότε ο πατέρας του θα έπαιρνε οριστική μετάθεση στην πόλη τους και άρα πότε θα έμενε με τους γονείς του σαν οικογένεια.  Αλλά είχε πια συνηθίσει. Και δεν ήθελε να μείνει με τους γονείς του. Ούτε ήθελε να ξαναχαρεί ποτέ του γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη λύπη από τη λύπη που έρχεται μετά τη χαρά, ούτε μεγαλύτερη αγωνία από την αγωνία που έρχεται μετά τη χαρά, ούτε μεγαλύτερος πόνος από τον πόνο που έρχεται μετά τη χαρά.
                «Δεν ξέρεις να χαίρεσαι», του είχε πει η γυναίκα του εκείνο το απόγευμα πριν φύγει. «Δεν αρκεί ένας καλός μισθός κι ένας πιστός σύζυγος για να είναι μια γυναίκα ευτυχισμένη. Θέλω να ζούμε όμορφες στιγμές ,να απολαμβάνουμε τη ζωή. Να ακούμε μουσική στο αυτοκίνητο, να κάνουμε ταξίδια. Εσύ θέλεις να πηγαίνουμε για μπάνιο στην ίδια παραλία και για φαγητό στο ίδιο εστιατόριο. Υπάρχει κάτι μέσα σου που σε εμποδίζει να ζεις.  Και είσαι αβάσταχτα καχύποπτος. Νομίζεις ότι θα πέσεις θύμα απάτης αν δώσεις τα στοιχεία σου για μια τηλεφωνική έρευνα. Υποψιάζεσαι ότι όλοι οι άντρες συνάδελφοί μου θέλουν να κοιμηθούν μαζί μου και ότι οι φίλοι μας σε κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη σου και δεν σε εκτιμούν. Δεν χάρηκες τον γάμο μας, την εγκυμοσύνη μου, ούτε τη γέννηση της κόρης μας.»
«Μα ξέρεις ότι σας αγαπώ πιο πολύ και από τη ζωή μου», είχε πει σαστισμένος με την ξαφνική επίθεση.
«Το ξέρω. Κι εγώ σ’αγαπώ αλλά ίσως αυτό δεν είναι αρκετό.»
«Γιατί;»
«Γιατί φοβάμαι ότι της κάνεις κακό. Τώρα μαθαίνει τον κόσμο και τη ζωή κι εσύ την κάνεις να φοβάται. Είσαι συνεχώς από πάνω της, αν τρέξει λίγο μακριά σου πανικοβάλλεσαι, αν πονέσει η κοιλιά της ετοιμάζεσαι για το νοσοκομείο και δεν μου αρέσει καθόλου που τώρα τελευταία έχεις αρχίσει να της λες να μην εμπιστεύεται κανέναν.»
«Ο κόσμος είναι πολύ επικίνδυνο μέρος.», είπε με σιγανή, αδύναμη φωνή.
«Αλήθεια; Ποιος το είπε;»
Σε αυτήν την ερώτηση δεν απάντησε. Η γυναίκα του λίγο μετά κατέβασε τη βαλίτσα από τη ντουλάπα τους και τη γέμισε με ρούχα. Του είπε ότι χρειαζόταν χρόνο για να σκεφτεί, πήρε τη μικρή κι έφυγαν αφήνοντάς τον μουδιασμένο, ταπεινωμένο και σαστισμένο.
                Στην αρχή ήταν μόνο θυμωμένος μαζί της αλλά και τόσο τρομοκρατημένος στην ιδέα ότι θα διαλυόταν η οικογένειά του. Και θυμωμένος και τρομοκρατημένος παρέμενε. Τις τελευταίες μέρες, όμως, δεν μπορούσε πια να μην αρχίσει να αναρωτιέται αν υπήρχε κάποια αλήθεια στα λόγια της. Αν δεν υπήρχε η κόρη του, ο εγωισμός του δεν θα του επέτρεπε ποτέ να της δώσει δίκιο. Όμως η σκέψη πως ίσως με κάποιο τρόπο έκανε κακό στο παιδί του τον διέλυε και ταυτόχρονα του έδινε μια παράξενη ώθηση για αλλαγή. Τον πονούσε που δεν μπορούσε να κάνει ευτυχισμένη τη γυναίκα του αλλά σιγά-σιγά καταλάβαινε ότι ούτε κι ο ίδιος ήταν ευτυχισμένος κι αυτό γιατί όντως είχε μάθει να ζει χωρίς χαρά.
               Κι αν δοκιμάσω, σκέφτεται; Με χέρι που σχεδόν τρέμει ανοίγει δειλά το ραδιόφωνο. Η καρδιά του σφίγγεται σαν να είναι έτοιμος να απενεργοποιήσει ωρολογιακή βόμβα. Η μουσική ξεχειλίζει και νιώθει κάπως όμορφα. Κι ύστερα βλέπει τη στροφή που πλησιάζει απειλητικά. Σφίγγει τα δόντια του και το τιμόνι.  
           Καημένε παππού, ποιος ξέρει τι πέρασες και μου τα έμαθες αυτά, λέει δυνατά και κλείνει το ραδιόφωνο ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα βρει τρόπο να σπάσει την αόρατη αλυσίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου