Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Η Βάφτιση

Ι
το σπασμένο φλυτζάνι

            Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί άσχημα. Με όνειρα σαν βγαλμένα από παλιά όνειρα, από την παλιά ζωή, από τη ζωή που χρόνια πριν είχε προσπαθήσει να ξεχάσει και μάλλον τα είχε καταφέρει αρκετά καλά. Και είχε προχωρήσει, αυτή η αίσθηση αδικίας, το παράπονο είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Περνούσε όμορφα, απολάμβανε τη δουλειά του, τη ζωή του, μια σχέση, μικρές στιγμές, όπως ένα τσιγάρο το ηλιοβασίλεμα, ένα τραγούδι στο αυτοκίνητο μέσα στη βροχή, συντροφιές με γέλια. Αλλά σήμερα ήταν η βάφτιση. Ο αδερφός του βάφτιζε το πρώτο του παιδί.
                Η μητέρα του τού έφερε πρωινό στο παιδικό του κρεβάτι. Ζεστό γάλα και ψωμί με βούτυρο και σπιτική μαρμελάδα. Ίσως δεν ήταν η καλύτερη στιγμή για παιδικές αναμνήσεις αλλά η μητέρα του δεν ήξερε τίποτα και ποτέ δεν έπρεπε να μάθει και γι’αυτόν τον λόγο είχε έρθει αυτό το σαββατοκύριακο στην πόλη που μεγάλωσε για τη βάφτιση. Άλλες δικαιολογίες δεν είχε πια και του είχε ξεκάθαρα πει στο τηλέφωνο, αφού εξίσου ξεκάθαρα τον ρώτησε αν με τον αδερφό του είχε μαλώσει, ότι αν δεν ερχόταν και στη βάφτιση του πρώτου εγγονιού της θα τον ξέγραφε και να μην ξαναπατούσε ποτέ πια στο σπίτι της. Το είχε πει αυτό με φωνή αδύναμη και ασθενική και δεν άντεξε να πάρει το ρίσκο να της προκαλέσει τόσο πόνο που θα επιδείνωνε την ήδη επιβαρυμένη της υγεία της και άλλωστε δεν ήθελε να είναι αυτά τα τελευταία λόγια της μάνας του σε κείνον και να πάρει μαζί της στην άλλη ζωή τόση πίκρα, ούτε εκείνος με αυτό το βάρος και αυτήν την ενοχή να αναγκαστεί να ζήσει όλη του την υπόλοιπη εδώ ζωή γιατί έτσι και πάλι πια τίποτε δεν θα μπορούσε να χαρεί.  Πήρε λοιπόν άδεια για την Παρασκευή, διάλεξε με ένα κόμπο στο στομάχι ένα σκούρο γκρίζο κουστούμι και μπήκε στο αεροπλάνο σαν έτοιμος για απαγχονισμό. Έφτασε την Παρασκευή το βράδυ αρκετά αργά και τώρα ήταν Σάββατο πρωί και η μητέρα του είχε όρεξη για κουβέντα.
                «Γιατί δεν έφερες την κοπέλα, αγόρι μου; Να μην τη γνωρίσω κι εγώ;»
«Δεν μπορούσε να πάρει άδεια.»
«Μα είναι ευκαιρία. Ποιος ξέρει πόσο θα ζήσω…»
«Μην μιλάς έτσι»
«Θα ήθελα να τη γνωρίσω.»
«Είμαστε λίγο καιρό μαζί, δεν ξέρω αν είναι σοβαρό.»
«Μα είχα τόσο καιρό να δω χρώμα στο πρόσωπό σου. Επιτέλους πήρες μερικά κιλά. Αυτό σημαίνει ότι σε φροντίζει.»
«Με φροντίζει. Αλλά και πάλι δεν ξέρω…»
«Από τότε που τη γνώρισες ακούγεσαι διαφορετικός. Μάνα σου είμαι, καταλαβαίνω»
«Εντάξει, ό,τι πεις.»
«Το είπα και στον αδερφό σου.»
«………….»
«Είπε να τη φέρεις οπωσδήποτε.»
«………….»
«Μα τι έχεις μαζί του;»
«Τίποτα, μητέρα.»
«Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω.»
«Δεν συμβαίνει τίποτα.»
«Δεν ήρθες να δεις το παιδί του.»
«Ήταν αδύνατο. Δεν μπορούσα να πάρω άδεια.»
«Τα δύο προηγούμενα καλοκαίρια ήρθες, όταν εκείνοι έφυγαν.»
«Έτυχε.»
«Είμαι μάνα σας και νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά.»
«Όλα είναι μια χαρά.»
«Κι εκείνος έτσι λέει. Πώς σήμερα η ζωή…»
«Ναι, μητέρα. Η Ζωή.»
Απέφυγε να την κοιτάξει και συνέχισε κάπως τραυλίζοντας.
«Οι ρυθμοί της ζωής, οι δουλειές. Αυτά φταίνε. Μην ανησυχείς, σε παρακαλώ.»
«Καλά, αγόρι μου.» Κοίταξε το ρολόι της.
«Σε μια ώρα πρέπει να αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε.»
«Θα μου φτιάξεις έναν καφέ, σε παρακαλώ;»
«Ναι, αγόρι μου. Ήθελα να θυμηθώ τον καιρό που σου ζέσταινα γάλα πριν φύγεις για το σχολείο.»
«Έχουν περάσει αυτά, μητέρα.»
«Πάω, αγόρι μου, να σου φτιάξω τον καφέ.»
«Έχουν περάσει αυτά», είπε πάλι μάλλον απευθυνόμενος στον εαυτό του. Αλλά ήπιε μια γουλιά ζεστό γάλα και μετά έφαγε μια μπουκιά από το ψωμί με το βούτυρο και τη μαρμελάδα. Και έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε. Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί κι ύστερα τον θυμήθηκε έφηβο. Και σαν αυτόν τον έφηβο άρχισε σιγά σιγά να νιώθει. Ήταν στην κουζίνα και αυτή την ανάμικτη γεύση γάλατος και μαρμελάδας είχε στο στόμα του. Ο πατέρας του ζούσε ακόμη αλλά τα πρωινά τέτοια ώρα είχε ήδη φύγει για τη δουλειά, ο αδερφός του σπούδαζε σε μια κοντινή πόλη, εκείνη την ώρα το πρωί στο σπίτι ήταν μόνο η μάνα του κι εκείνος. Τη φιλούσε, έπαιρνε την τσάντα του κι έφευγε από το σπίτι με όρεξη συνήθως για την ημέρα που θα ερχόταν. Περπατούσε πέντε λεπτά και σταματούσε στο πράσινο σπίτι στην άκρη του δρόμου. Εκεί, καθισμένη στα σκαλιά και συνήθως με κατσούφικο, αστείο βλέμμα τον περίμενε η Ζωή.
                Η Ζωή ήταν το κοριτσάκι που με θράσος κάθισε δίπλα του στη πρώτη δημοτικού. Ξεκίνησαν τότε και ήταν αχώριστοι μέχρι τα δεκαοκτώ τους, τότε που έφυγαν και οι δύο για να σπουδάσουν σε άλλες πόλεις. Παρέμειναν πολυαγαπημένοι φίλοι έστω και από απόσταση και ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που τον είδε να κλαίει, όταν πέθανε ο πατέρας του, στα δεκαεννιά του. Κατάλαβε ότι την αγαπούσε αρκετά χρόνια αργότερα, όταν την είδε με το λευκό μακρύ φόρεμα και τα λουλούδια στα μαλλιά στο πλευρό του αδερφού του. Το κατάλαβε και ήταν σαν να τον χτύπησε κεραυνός, σαν καταδίκη για μια ζωή αιώνιας δυστυχίας και ντροπής. Όταν είχε μάθει για τη σχέση τους λίγους μήνες πριν, ήταν μακριά τους και μάλλον παρέμεινε σε άρνηση μέχρι εκείνη τη μέρα που από μακριά την κοιτούσε να δίνει το χέρι της στους καλεσμένους χαμογελώντας και να τσουγγρίζει το ποτήρι, να χορεύει και τα μάτια της να λάμπουν και οι τέσσερις στιγμές που φιλήθηκαν μπροστά του ήταν τέσσερις μαχαιριές μπηγμένες στο στήθος του.
                Από το βράδυ εκείνο έχασε τη φίλη του που τώρα ήταν γυναίκα του αδερφού του και βυθίστηκε σε μια μελαγχολία πρωτόγνωρη για εκείνον γιατί αν και είχε κάνει αρκετές σχέσεις και είχε κι άλλες φορές αγαπήσει γυναίκες ποτέ τόσο πολύ δεν είχε πονέσει. Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί δεν είχε νωρίτερα καταλάβει ότι την αγαπούσε και σκεφτόταν τις τόσες αμέτρητες στιγμές που θα μπορούσε να την είχε φιλήσει. Με τον αδερφό του δεν ήταν ποτέ πάρα πολύ δεμένοι λόγω της διαφοράς ηλικίας και του ότι είχε φύγει για σπουδές, όταν εκείνος ήταν δεκατριών χρόνων. Ωστόσο τώρα ο αδερφός του είχε μετατραπεί σε φρικτό αντίζηλο και τον μισούσε, όπως μισούσε κι εκείνη αλλά πιο πολύ μισούσε τον εαυτό του γιατί ήξερε ότι δεν είχαν κάνει τίποτα κακό γιατί κανείς τους δεν ήξερε ότι εκείνος αγαπούσε τη Ζωή, αφού ούτε ο ίδιος το ήξερε. Πέρασε δύο άσχημα χρόνια πληγωμένος και νιώθοντας αφάνταστα μόνος και μετά ο πόνος άρχισε σιγά-σιγά να μαλακώνει και άρχισε να και πάλι να ζει και να χαίρεται και μετά ερωτεύτηκε και ήταν επιτέλους ευτυχισμένος αλλά τώρα φοβόταν ότι όλα θα κατέρρεαν γιατί τώρα θα ξανάβλεπε τη Ζωή και τον αδερφό του και η τωρινή του ζωή η τωρινή του σχέση δεν θα είχαν πια καμιά σημασία και πάλι θα οργιζόταν, πάλι θα πονούσε, πάλι θα βυθιζόταν σε ενοχές και αφάνταστη μοναξιά μιας και σε κανέναν δεν τολμούσε να μιλήσει για αυτό το τερατώδες που μέσα του συνέβαινε.
                «Γιατί δεν ήρθες να πιεις τον καφέ; Ακόμη δεν έχεις ντυθεί;»
Η μητέρα του, ντυμένη με ένα σκούρο μπλε φόρεμα και με ρουζ στα χλωμά της μάγουλα τον κοίταζε με τρόμο, όταν εκείνος ξύπνησε από τις σκέψεις του.  Σχεδόν τρόμαξε και σηκώθηκε απότομα ρίχνοντας το φλιτζάνι με το γάλα στο πάτωμα.
«Σιγά, θα κοπείς. Πάω να φέρω σφουγγαρίστρα και σκούπα», του είπε η μητέρα του ψύχραιμα.
«Έχεις δεκαπέντε λεπτά για να ξυριστείς και να ντυθείς. Θα έρθουν να μας πάρουν τα ξαδέρφια σου, έχουν ήδη ξεκινήσει δεν πρέπει να περιμένουν. Δεν πρέπει να αργήσουμε, μα τι στο καλό έπαθες; Κουράζεσαι πολύ με τη δουλειά μάλλον, αγόρι μου και σε κούρασε και το ταξίδι. Δεν πειράζει, θα τρελαθείς, όταν δεις το μωρό, είναι ίδιος ο αδερφός σου. Εντάξει, και στη Ζωή μοιάζει…»
                Αυτά τα λόγια ή παρεμφερή ήρθαν στα αυτιά του, το όνομα της Ζωής τον έκανε να τιναχτεί.
«Δεν θα ξυριστώ», είπε μόνο και κοίταξε το σπασμένο φλιτζάνι και το χυμένο γάλα στο πάτωμα.


 II
Επιστροφή

                Το αεροπλάνο μόλις είχε ξεκινήσει στον διάδρομο και στο τζάμι άρχισαν να πέφτουν λεπτές ψιχάλες.  Φθινόπωρο, σκέφτηκε και θυμήθηκε πόσο άρεσε σε εκείνον και στη Ζωή, όταν ήταν μικροί να τρέχουν κάτω από τη βροχή τα φθινόπωρα. Τώρα τη φαντάστηκε να κρατάει ομπρέλα και να περπατάει με μικρά, μικρά βήματα προσπαθώντας να μην γλιστρήσουν οι μυτερές της γόβες. Αναρωτήθηκε αν κι εκείνος είχε αλλάξει τόσο, αν ο χρόνος αλλοίωσε κάθε παιδικότητα στο πρόσωπό του, όπως το έκανε στο πρόσωπο της Ζωής, που τώρα σε τίποτα δεν θύμιζε το κοριτσάκι, την έφηβη, την κοπέλα που γνώριζε τόσο καλά και για τόσα πολλά χρόνια. Η μητρότητα την είχε αλλάξει και αυτό τον είχε σχεδόν σοκάρει.
                Στη βάφτιση έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Σχεδόν όλη την ώρα μιλούσε με συγγενείς που τον ρωτούσαν για τη δουλειά του και του έλεγαν ότι ήρθε η ώρα να παντρευτεί κι εκείνος. Χαμογελούσε αμήχανα και με το βλέμμα του έψαχνε τη Ζωή γεμάτος αγωνία για το πώς θα ένιωθε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά σαν να κρινόταν από αυτήν την πρώτη ματιά ολόκληρη η αξιοπρέπειά του. Τους είδε από μακριά, σχεδόν δεν τους γνώρισε. Τα μαλλιά του αδερφού του είχαν γκριζάρει λίγο στους κροτάφους και φευγαλέα αυτό του θύμισε τον πατέρα του. Η Ζωή είχε παχύνει αρκετά και τα άλλοτε κυματιστά, μακριά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν κάπως συντηρητικό κότσο. Φορούσε ένα λουλουδάτο φόρεμα που την έκανε ακόμη περισσότερο κυρία και σε τίποτα δεν θύμιζε τη δροσερή νύφη που λίγα χρόνια πριν τον έκανε να νιώσει τόσο ερωτευμένος. Ένιωθε τόσο ξένος και τόσο αποκομμένος από τους γύρω του και από τον ίδιο του τον εαυτό.  Τότε τον πλησίασαν.
                «Πού είσαι, αδερφέ! Μα είναι απαράδεκτο που έχουμε χαθεί έτσι!» ο αδερφός του τον αγκάλιασε τόσο θερμά όσο ποτέ δεν τον είχε αγκαλιάσει κι αυτό έδειχνε ότι ούτε υποψιάστηκε ποτέ την αντιζηλία του. Εκείνος παρέμενε χαμένος, σχεδόν χωρίς λόγια. Η Ζωή τον κοιτούσε διστακτικά, σαν να προσπαθούσε να μετρήσει το βλέμμα του. Το ήξερε ότι εκείνη κάτι είχε καταλάβει. Τώρα την ένιωθε να φοβάται όσο κι αυτός.
«Αυτός είναι ο ανιψιός σου», του είπε δειλά.
Κοίταξε το αγοράκι. Είχε μεγάλα μάτια και έξυπνο βλέμμα. Ήταν όλα τόσο χαριτωμένα πάνω του, κυρίως τα χεράκια και μικρά του πόδια. Ασυναίσθητα τον χάιδεψε και εκείνος γύρισε και τον κοίταξε χαμογελώντας.  Η Ζωή συνέχισε να τον κοιτάζει με αγωνία.
«Είσαι καλά;», τον ρώτησε.
«Ναι, είμαι καλά», της είπε και έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει για πρώτη φορά εκείνο το πρωί.
Εκείνη σαν να αναθάρρησε, αλλά δεν είπε τίποτα. Μετά κάποιος συγγενής τούς φώναξε και απομακρύνθηκαν. 
Τα υπόλοιπα συνεχίστηκαν σαν όνειρο, ένιωθε μουδιασμένος και δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Σαν να έβλεπε τον εαυτό του από μακριά να παρίσταται στη βάφτιση του ανιψιού του αλλά εκείνος να μην ήταν εκεί, εκεί ήταν μόνο το σώμα του κι ένα μάλλον ψεύτικο χαμόγελο και μια τεράστια απορία στην καρδιά του. Η αίσθηση αυτή συνεχίστηκε και την υπόλοιπη μέρα. Στο τραπέζι μίλησε λίγο με τον αδερφό του, κυρίως για τις δουλειές τους και την οικονομική κρίση και αυτό δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο μιας και ποτέ δεν είχαν μιλήσει για κάτι περισσότερο προσωπικό. Ο αδερφός του δούλευε πάρα πολύ και ούτε παλιά μιλούσαν στο τηλέφωνο, οπότε είχε θεωρήσει την απομάκρυνσή του ως σημείο των καιρών μιας και «με αυτές τις καταραμένες τις δουλειές χάνεσαι ακόμη και με τον αδερφό σου», όπως είπε. Η Ζωή ασχολιόταν με τον μικρό αλλά ήταν σαφές ότι τον απέφευγε. Με τρόμο συνειδητοποίησε σε τι δύσκολη θέση θα την είχε φέρει στον γάμο με τα βλέμματα που της έριχνε.  Μπορεί να της είχε καταστρέψει και τη βραδιά που λένε ότι είναι η πιο ευτυχισμένη στη ζωή μιας γυναίκας. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό και ένιωσε να τον πλημμυρίζουν οι τύψεις. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα όμως. Μέχρι το απόγευμα, που έμεινε μαζί τους, παρέμεινε σε ένα σύννεφο θολής αοριστίας και μόνο όταν πού και πού άκουγε να φωνάζουν τον ανιψιό του με το όνομα του πατέρα του, σαν να τον ξυπνούσε ξαφνικά μια αναπάντεχη συγκίνηση. Ύστερα έχανε και πάλι την επαφή με τον εαυτό του και σε αυτήν την κατάσταση ήταν μέχρι που το αεροπλάνο απογειώθηκε με τις ψιχάλες της βροχής να πέφτουν τώρα δυνατά στο μικρό τζάμι.
Όταν ισορρόπησε πια πάνω από το έδαφος, ένιωσε σαν ξαφνικά να φεύγει από την ψυχή του ένα τεράστιο βάρος, σαν όλα να καθαρίζουν, σαν να ξανάβρισκε τα καλά κομμάτια του εαυτού του και όλα του τα αγνά συναισθήματα. Ο έρωτάς του για τη Ζωή, αυτό το δηλητήριο, είχε φύγει και υποψιαζόταν ότι στην πραγματικότητα δεν είχε υπάρξει ποτέ.  Το πιο πιθανό ήταν ότι τον τύφλωσε ο εγωκεντρισμός τότε, στον γάμο, ένιωσε ότι έχανε την αγαπημένη του φίλη και αρπάχτηκε από ένα παιδιάστικο παράπονο, από μια εφηβική λύσσα και ίσως συσσωρευμένοι πόνοι από άλλες απώλειες πήραν τη μορφή αυτού του απελπισμένου έρωτα, τον ξεγέλασαν και τον χτύπησαν αλύπητα. Το μίσος του για τον αδερφό του είχε εξαφανιστεί, επέστρεψε μέσα του ο θαυμασμός και ο σεβασμός του και η αγάπη. Μακάρι να κάνω τέτοια οικογένεια, σκέφτηκε, όπως όταν ήταν μικρός σκεφτόταν ότι ήθελε να γίνει καλός μαθητής σαν εκείνον ή όταν ήταν φοιτητής ήθελε να επιδείξει κι αυτός τις ικανότητες που επιδείκνυε ο μεγάλος του αδερφός στη δουλειά του. Όλα ήταν τόσο όμορφα τώρα χωρίς το παράπονο και την ντροπή, χωρίς αυτό το κομμάτι του που για δυο χρόνια τον έκανε να νιώθει τέρας. Καταλάβαινε ότι είχε πληγώσει τη Ζωή και ότι δεν υπήρχε τρόπος να της ζητήσει συγγνώμη για αυτό που ποτέ δεν παραδέχτηκε. Η σχέση τους δεν θα γινόταν ποτέ όπως πριν αλλά μπορούσε να χτιστεί μια νέα σχέση, οι άνθρωποι έτσι κι αλλιώς μεγαλώνουν κι αλλάζουν και πρέπει συνεχώς να βρίσκουν τρόπους να επανασυνδέονται.
Κι αυτό το μικρό πλασματάκι με το όνομα του πατέρα του, τον ανιψιό του, εκεί ψηλά στα σύννεφα ένιωθε πως τον λάτρευε. Και πως θα προσπαθούσε να γίνει μέρος της ζωής του αγαπημένο και να του δώσει όσο πιο πολλή χαρά μπορούσε γιατί ήταν ένα κομμάτι, μια δημιουργία δυο ανθρώπων που αγαπούσε τόσο πολύ και όσα αρνητικά ένιωθε τόσο καιρό γι’αυτούς είχαν τώρα εξανεμιστεί σαν κακός εφιάλτης που διαλύεται με το πρωινό φως.
Δεν ήξερε τις επόμενες κινήσεις του, αν θα τηλεφωνούσε στη Ζωή ή στον αδερφό του, αν θα τους έστελνε γράμμα, αν θα πήγαινε να τους δει το επόμενο σαββατοκύριακο με την κοπέλα του ή αν θα περίμενε τα Χριστούγεννα να συγκεντρωθούν όλοι για πρώτη φορά μετά από χρόνια στο σπίτι της μητέρας του.
Ήξερε μόνο ότι μέσα σε αυτό το αεροπλάνο της επιστροφής ένιωθε σαν να μην είχε βάρος και ο θυμός είχε φύγει.