Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Οι Άλλοι


 «Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα
και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ
Βλέπεις» είπε «είναι οι Άλλοι
και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις
η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να ‘ναι
και να μείνει αυτή.»
                                      Οδυσσέας  Ελύτης

          Είμαι ένας γέρος που μένει μόνος του σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Έχω εδώ και πολλά χρόνια σταματήσει να μετράω τα χρόνια μου. Σίγουρα έχω περάσει τα ογδόντα πέντε, μπορεί να είμαι ενενήντα, ίσως και παραπάνω. Όταν κλείσω τα εκατό, σκοπεύω να πεθάνω, όπως και ο παππούς μου. Πριν πεθάνει ο παππούς μου είπε «και τώρα θα φύγω, να με θυμάστε», έκλεισε τα μάτια, κοιμήθηκε και δεν ξαναξύπνησε ποτέ. Η μάνα μου μετά με τις αδερφές της υπολόγισαν ότι εκείνη την ημέρα έκλεισε έναν αιώνα ζωής. Έχω το όνομα του παππού μου και ήταν για μένα σαν πατέρας, γιατί πατέρα δεν γνώρισα. Ο παππούς μου ήταν ο πιο σημαντικός Άλλος της παιδικής μου ηλικίας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αν δηλαδή θέλετε να μάθετε λίγα πράγματα για μένα, δεν θέλω να σας μπερδέψω. Η ζωή μου ξεκίνησε, όπως όλων σας, και όπως όλων σας θα τελειώσει, ας πάμε, όμως στην αρχή μου.
            Σε μια κοιλιά άρχισα να δημιουργούμαι μια στιγμή έρωτα και από την κοιλιά αυτής της μάνας βγήκα και στην αγκαλιά της έκλεισα για πρώτη φορά τα μάτια μου και κοιμήθηκα γαλήνια. Αυτή η μάνα ήταν για μένα στην αρχή τα πάντα. Δεν καταλάβαινα αν ήμουν εκείνη ή αν εκείνη ήταν εγώ, ήμασταν ένα στην αρχή κι ήμουν ένα βρέφος, που όπως όλα τα βρέφη μόνο τη μάνα μου έβλεπα. Σιγά σιγά άρχισα να μεγαλώνω και να μαθαίνω τον κόσμο, να βλέπω και τους άλλους Άλλους. Τη γιαγιά μου, τα αδέρφια μου, τον παππού μου, τις θείες μου και τα άλλα παιδιά και τις γειτόνισσες και αυτόν τον μικρόκοσμο του χωριού στο οποίο ζούσα. Έναν σημαντικό Άλλο δεν γνώρισα ποτέ, τον πατέρα μου. Μου είπαν ότι είχε πεθάνει λίγο πριν γεννηθώ εγώ και ποτέ δεν μου ξαναμίλησαν για εκείνον. Αργότερα έμαθα κάτι διαφορετικό, αλλά να μην σας μπερδεύω, θα σας τα πω όλα στην ώρα τους.
            Η μάνα μου ήταν μια γυναίκα θλιμμένη, ωστόσο δούλευε και μας φρόντιζε και την αγάπη της τη νιώθαμε πάντα. Η θλίψη της, όμως, και οι λυγμοί της που άκουγα τα βράδια πέρασαν μέσα στην καρδιά μου σαν αόρατο φάντασμα και από τότε και μέχρι τώρα με στοιχειώνουν. Συχνά ξυπνάω στη μέση της νύχτας από το ίδιο όνειρο. Η μάνα μου κλαίει και είμαι μόνη κι εγώ προσπαθώ να τρέξω κοντά της, αλλά τα πόδια μου είναι βαριά και τα βήματά μου δεν προχωράνε. Συνάντησα πολλούς ανθρώπους στοιχειωμένους από το ίδιο φάντασμα, από τη θλίψη αυτή του πρώτου τους Άλλου, της μάνας τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να νικήσουν, γιατί δεν ήταν τότε παρά αδύναμα, μικρά παιδιά. Τους είδα με λύπη μου να περνούν τη ζωή τους κάνοντας κύκλους γύρω από αυτή την ίδια θλίψη, να αγαπούν γυναίκες με την ίδια θλίψη ή να κάνουν τις γυναίκες τους έτσι θλιμμένες και να πεθαίνουν μεγάλοι και ώριμοι άντρες με μια καρδιά άγουρη, που δεν σταμάτησε ποτέ να χτυπάει παιδικά. Εγώ σώθηκα από αυτήν την καταδίκη, γιατί κάποια στιγμή ένα βράδυ στην πρώτη μου νιότη, όταν η πρώτη γυναίκα που ερωτεύτηκα δεν με ήθελε κι έπινα για να ξεχάσω την ίδια τη ζωή μου αυτή η πρώτη θλίψη μού αποκαλύφθηκε και μου μίλησε κι εγώ αν και μεθυσμένος την άκουσα. Φορούσε ένα αέρινο, σκούρο φόρεμα, ήταν όμορφη και με μάτια βρεγμένα.
«Αγκάλιασέ με, αγάπησέ με, μού είπε. Είμαι η Θλίψη, η πρώτη θλίψη που ένιωσες, γιατί δεν κατάφερες να πάρεις τον πόνο του πρώτου ανθρώπου που αγάπησες. Αν με πολεμάς σε όλη σου τη ζωή, δυστυχισμένος θα είσαι και θα με βρεις εχθρό σου σε κάθε γυναίκα που αγαπάς, στους φίλους σου ή και στα παιδιά σου. Αν με δεχτείς μες στην καρδιά σου, αν με αποδεχτείς, θα σε βοηθήσω να φτιάξεις μια καρδιά πιο δυνατή. Μια καρδιά που θα αγαπάει. Κι αν κλάψω κάποιο σούρουπο ή κάποιο βράδυ με αστέρια, τότε που όλα φαίνονται μάταια, μην προσπαθήσεις να με διώξεις. Χάιδεψέ μου το κεφάλι μόνο, άσε με να χύσω τα δάκρυά μου και μετά θα σηκωθώ και θα προχωρήσουμε μαζί πιο αληθινοί».
«Ναι, έλα», της είπα μόνο και την αγκάλιασα σαν πονεμένο παιδί κι αυτό το βράδυ με έσωσε από τις πολλές καταστροφές που θα μου προκαλούσε άθελά της ο πρώτος Άλλος που αγάπησα, ο πρώτος Άλλος που με αγάπησε, η μάνα μου και ναι, θα το προκαλούσε τόσο άθελά της κι αυτό γιατί κι εκείνη έστω κι αν εγώ την έβλεπα σαν θεά γιατί με έφερε στον κόσμο, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος, που πονούσε , ένας άνθρωπος αδύναμος, όπως κι εγώ.
            Τώρα ο δεύτερος σημαντικός Άλλος του κάθε ανθρώπου, ο πατέρας, από τη δική μου τη ζωή δεν πέρασε ποτέ. Είναι περίεργο, αλλά τα βήματα που ποτέ δεν έκανε γύρω μου, άφησαν μέσα μου αποτυπώματα βαθιά και σε αυτά κινδύνευσα πάλι να βουλιάξω. Η απουσία ενός Άλλου που ένα παιδί χρειάζεται είναι επικίνδυνη, ειδικά, όταν όλα τα στόματα είναι βουβά και το παιδί δεν μπορεί να φωνάξει «γιατί;». Στάθηκα πάλι τυχερός, γιατί είχα έναν παππού λεβέντη, με έπαιρνε μαζί του σε ό,τι έκανε, με έκανε να νιώσω ότι ανήκω κι εγώ στον κόσμο των αντρών και ότι αξίζω, ψαρεύαμε και πηγαίναμε για κυνήγι και μου έλεγε ιστορίες που έζησε, όταν πολεμούσε χρόνια πριν ή όταν πολεμούσαν οι δικοί του οι πρόγονοι αιώνες πριν και τον απόηχό της ιστορίας τους εμφύσησε μέσα μου και είπα «θα συνεχίσω αυτό που άρχισαν, που δεν είναι τίποτα παρά η ζωή που κυλάει από γενιά σε γενιά και σκοπός μου δεν θα είναι άλλος από το να ζήσω με αξιοπρέπεια χωρίς να βλάψω με τη θέλησή μου κανέναν και τη ζωή μου θα φέρω εις πέρας μαθαίνοντας ό,τι μπορώ από το καθετί». Ο παππούς μου ποτέ δεν μου μίλησε για τον πατέρα μου, αλλά σαν άντρας ένιωθε το σαράκι που με έτρωγε. Μια μέρα πριν πεθάνει μού είπε ότι ο πατέρας μου δεν είχε πεθάνει, είχε φύγει, κανείς δεν ήξερε πού πήγε και κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει. Ήταν περαστικός στο χωριό, ένας άντρας λεβέντης, αλλά φευγάτος, που δεν στέριωνε πουθενά. Και τη νύχτα που ο παππούς μου ο αιωνόβιος έκλεισε τα μάτια του, ο πατέρας μου ήρθε στον ύπνο μου σαν μια περίεργη σκιά. Με μια φωνή που ποτέ δεν θα ξεχάσω μίλησε και είπε το εξής «Δεν με γνώρισες ποτέ και δεν σε γνώρισα ποτέ, άγνωστε γιε μου. Από εμένα, όμως, κάτι έχεις πάρει σίγουρα, κάτι κυλάει στο αίμα σου δικό μου, που δεν το ξέρεις και το ξέρω ότι αυτό σε πονάει. Είμαι ο Θυμός σου ο πρώτος, τα Γιατί που δεν απάντησες ποτέ, η Ζήλια που ένιωθες βλέποντας τους άλλους να έχουν κάτι που δεν είχες. Ήσουν τυχερός και ένας καλός άντρας στη θέση μου σε αγάπησε. Δέξου αυτόν τον Θυμό τον πρώτο μέσα σου, είναι φωτιά, αλλά δεν αφανίζει, όταν του ανοίγεις την πόρτα. Δέξου τα Γιατί και τη Ζήλια και μίλησε τους σαν να είναι φίλοι που κάτι σου λένε σημαντικό για σένα. Στη δική σου καρδιά πήραν το πρόσωπό μου, αλλά όλοι γύρω σου έχουν τα δικά τους Γιατί και τον δικό τους Θυμό και τη δική τους Ζήλια και τα διώχνουν με μανία και τα απαρνιούνται και τα αποστρέφονται. Κι εκείνα τότε γίνονται μικροί διάβολοι και ύπουλα, χωρίς να αφήνουν ίχνη καταστρέφουν σιγά-σιγά τις ζωές τους. Τα λόγια μου βάλε μέσα σου και προχώρα.» Κι εκείνη η νύχτα από πολλές καταστροφές με έσωσε, γιατί τότε κατάλαβα ότι ο πατέρας μου, αν και πίστευα ότι όφειλε να μου δώσει τα πάντα, επειδή κάτι δικό του εξελίχθηκε σε ζωή μου, δεν ήταν παρά ένας άνθρωπος, αδύναμος κι αυτός, όπως κι εγώ.
            Και είχα και τα αδέρφια μου. Αυτοί οι Άλλοι ήταν οι σύντροφοι στο παιχνίδι, οι σύντροφοι στην οικογένεια. Νόμιζα ότι ήμασταν ίδιοι και πολλές φορές μάλωσα μαζί τους και τους ζήλεψα αλλά και πολύ τους αγαπούσα. Αλλά η αλήθεια είναι πως όπως εγώ δεν ήθελα να είμαι ίδιος με αυτούς, ούτε κι εκείνοι ήθελαν να είναι ίδιοι μαζί μου. Είχε ο καθένας μας ένα δικό του σημαιάκι και ανέμιζε στο σπίτι και μετά, όταν μεγαλώσαμε πήρε το σημαιάκι του και βγήκε στον δρόμο και στη ζωή του. Μάταια προσπάθησα να τους προστατέψω νομίζοντας ότι ήξερα τα πάντα, νομίζοντας ότι ήμουν καλύτερος και πιο δυνατός. Είχαν κι εκείνοι τα δικά τους όπλα, απλώς ήταν διαφορετικά από τα δικά μου. Τα αδέρφια μου είχαν άλλο πατέρα, ο δικός τους είχε όντως πεθάνει. Όταν έμαθα πως ο δικός μου ο πατέρας ήταν εκείνος ο ταξιδιώτης, κάτι με πόνεσε βαθιά, αλλά και κάτι μου έδωσε χαρά μεγάλη χαρά. Μεγάλωσα όπως εκείνοι, αλλά εγώ είχα κάτι άλλο, μέσα μου έβραζε το αίμα που ζητούσε ταξίδια. Κι έτσι άφησα τα κόκαλα του παππού μου, τη μάνα μου, τα αδέρφια μου και πήγα σε μια μεγάλη πόλη, άγνωστος σε δρόμους γεμάτους ζωή άγνωστη, όπου αν πάθαινα κάτι κανείς δεν θα μου άπλωνε το χέρι, γιατί ήμουν απλώς ένα ξένος.
            Κι εκεί έκανα φίλους. Οι φίλοι μου ήταν οι Άλλοι που επέλεξα, γι’αυτό τους επέλεξα με προσοχή κι αν κάποιος δεν μου έκανε, έφευγα κι αν κάποιος είχε να μου δώσει και να μου μάθει κάτι, έμενα κοντά του για πάντα πιστός. Για χρόνια πολλά περπατήσαμε μαζί στη ζωή και ανοίξαμε τις καρδιές μας ο ένας στον άλλον. Και κάποιες στιγμές τους ζήλεψα όταν είχαν κάτι που δεν είχα και μπορεί και να θύμωσα μαζί τους, γιατί σαν εμένα δεν ήταν. Όταν πονούσα τους φώναζα, όταν πονούσαν, έτρεχα δίπλα τους. Και με έμαθαν ο καθένας τους από κάτι που δεν ήξερα. Και οι δρόμοι μας χώρισαν, οι ζωές μας τράβηξαν μακριά, αλλά ό,τι μαθαίνεις από κάποιον δεν φεύγει ποτέ και γι’αυτό πάντα τον θυμάσαι. Και οι φίλοι που με πρόδωσαν μου έμαθαν την προδοσία και μου έμαθαν να προστατεύομαι από ανθρώπους που φοβούνται να αγαπάνε ή δεν ξέρουν να αγαπάνε. Ένιωσα βέβαια κάποιες στιγμές μόνος, ολομόναχος στα τόσα χρόνια που έζησα και μάζεψα και παράπονα πολλά για όλους τους φίλους μου. Αλλά τα βράδια τώρα που βλέπω να πέφτουν τα αστέρια, θυμάμαι τα γέλια μας, τα κλάματά μας, και ξέρω πως είναι ωραία να έχουν επιλέξει να σε αγαπήσουν τόσοι άνθρωποι και τόσους ανθρώπους να έχεις επιλέξει να αγαπήσεις.
            Και ύστερα ήρθαν οι Δάσκαλοι. Είχα τρεις δασκάλους στη ζωή μου, τους συνάντησα και τους τρεις τυχαία σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου και δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με οδήγησε σε αυτούς και τι οδήγησε αυτούς σε μένα. Ήταν άνθρωποι μεγαλύτεροι και είχαν τη γνώση, όπως πολλοί άνθρωποι που διαβάζουν βιβλία, αλλά αυτοί τη γνώση την είχαν κάνει κάτι δικό τους, είχαν καταφέρει να γίνουν οι ίδιοι ένα βιβλίο, που κάθε φορά που μιλούσαν, το ξεφύλλιζα με λαχτάρα. Η γνώση για τον άνθρωπο δεν είναι τίποτα, αν δεν δεις ο ίδιος πρώτα τι άνθρωπος είσαι, τα βιβλία ξεχνιούνται και σκονίζονται στις βιβλιοθήκες, τις σελίδες τους τις παίρνει ο άνεμος και τις σκορπίζει μακριά, αυτών των ανθρώπων οι σελίδες ήταν γραμμένες από την ίδια τους την αλήθεια. Δεν χρειάζονται βιβλία, δεν χρειάζονται χαρτιά και μολύβια, δεν χρειάζονται σοφά λόγια, διδαχές,  για να μάθεις κάτι αληθινό, παρά μόνο ένας άνθρωπος αληθινός, που με πολύ κόπο αντίκρισε τον εαυτό του. Και τώρα αποφεύγω τους ανθρώπους που πολλά νομίζουν ότι ξέρουν και προσπαθώ να μάθω από το καθετί μικρό, από ένα μωρό που κάνει τα πρώτα του βήματα, από μια γάτα που γλείφει το μικρό της, από ένα μυρμήγκι που κουβαλάει ένα τόσο δα ψιχουλάκι για το χειμώνα, από έναν άνθρωπο που τόσο διαφορετικός είναι από εμένα που δεν τον αντέχω. Κι αν για κάτι θα ευχαριστώ πάντα τους δασκάλους μου, είναι γιατί μου έδειξαν πόσοι πολλοί είναι οι δρόμοι, τη στιγμή που ο καθένας δεν βλέπει γύρω του παρά μονάχα αδιέξοδα.
            Και τώρα θα σας πω για τον Άλλο, που πολύ με παίδεψε, για τη Γυναίκα. Γνώρισα κάποιες γυναίκες στη ζωή μου, δεν ήταν λίγες, δεν ήταν πολλές. Άλλες τις ερωτεύτηκα και ποτέ δεν κατάφερα να τους μιλήσω, μόνο έγραψα ποιήματα για αυτές, που ποτέ δεν διάβασαν, άλλες με αγάπησαν και τις απαρνήθηκα, γιατί φοβήθηκα πολλή αγάπη να δεχτώ και την ελευθερία μου να χάσω και με άλλες περάσαμε μαζί έρωτες, καταιγίδες, αλλά στο τέλος κάτι με έκανε πάλι να θέλω να ταξιδεύω και ή τις άφηνα ή τις έκανα να θέλουν να με αφήσουν. Αυτό το κάτι που μου άφησε αόρατη κληρονομιά ο πατέρας μου με κυνηγούσε; Πολλές φορές αναρωτήθηκα, γιατί δεν κατάφερνα να στεριώσω πουθενά. Και μετά από χρόνια κατέληξα σε ένα σπίτι με μια γυναίκα, κάναμε τρία παιδιά μαζί και περάσαμε πολλά δύσκολα και όμορφα χρόνια μαζί. Την αγάπησα πολύ, γιατί θέλησε κάτι δικό μου να πάρει και να το κάνει ανθρώπους, με αγάπησε κι εκείνη και με τίμησε κι επιτέλους ένιωσα κι εγώ τι είναι οικογένεια. Αλλά ήταν τόσο δύσκολο, παλεύαμε καθημερινά ο καθένας με φόβους και πόνους δικούς του και με φόβους και πόνους του άλλου, με τα φαντάσματα των γονιών μας, που στοίχειωναν το κρεβάτι μας, παλεύαμε γιατί είμαστε άλλα είδη ο άντρας και η γυναίκα και γινόταν ένας πόλεμος ανάμεσά στις ανάγκες μας, ανάμεσα σε αυτά που νομίζαμε ότι έπρεπε να κάνουμε και σε αυτά που θέλαμε, παλεύαμε με τον χρόνο που μας γερνούσε μέρα με τη μέρα και με τη λαχτάρα μας να μείνουμε για πάντα νέοι. Καταφέραμε να μείνουμε μαζί για πολλά χρόνια και να αγαπηθούμε και να φροντίσουμε ο ένας τον άλλον. Την έχασα πριν από αρκετά χρόνια, ευτυχώς τα παιδιά μας ήταν μεγάλα και είχαν τις δικές τους οικογένειες, έκλαψα τόσο πολύ τότε, πίστευα ότι αυτές οι βρύσες δεν θα στέρευαν ποτέ και φοβόμουν ότι η μοναξιά, που είχα τόσο ξεσυνηθίσει, σε στιγμές απελπισίας θα με έκανε να πέσω από κανέναν γκρεμό. Αλλά κάτι μέσα μου με έκανε πάντα να θέλω να ζω, έστω και στους μεγάλους πόνους και στις απελπισίες και να στέκω στους γκρεμούς, να κοιτάζω κάτω, να ζαλίζομαι, αλλά μετά να βλέπω τον ουρανό, τον ήλιο, τη ζωή, το πόσο μικρός είμαι εγώ και ο πόνος μου μπροστά σε κάτι τόσο μεγάλο, τόσο υπέροχο που υπάρχει γύρω μου.
            Καλός πατέρας δεν ξέρω αν ήμουν, ξέρω ότι είχα μέσα μου μεγάλα κενά από τον άγνωστο πατέρα μου, που συχνά με εμπόδιζαν, αλλά το μόνο όπλο απέναντί τους ήταν να τα βλέπω. Δεν υπάρχει γονιός, που δεν αγαπάει τα παιδιά του, μόνο ίσως κάποιες πολύ αρρωστημένα άρρωστες ψυχές, έχω ακούσει για γονιούς που σκότωσαν τα παιδιά τους κι αυτές είναι ιστορίες φρικτές, που δείχνουν πως οι άνθρωποι γίνονται ακόμη και τέρατα. Εμένα τα φαντάσματά μου με στοίχειωναν συνεχώς, έβλεπα στα όνειρά μου ότι έφευγα και ότι τα άφηνα να κλαίνε, το αίμα του πατέρα μου έβραζε μέσα μου, «αφού έτσι ήταν ο πατέρας σου τέτοιος πατέρας είσαι» μου έλεγε, «φύγε, πήγαινε μακριά, δεν υπάρχει σπίτι για σένα να στεριώσεις». Εκείνα ζητούσαν τόσο την αγάπη μου, με κοιτούσαν παρακλητικά τα παιδικά τους μάτια, πολλές φορές δεν ήξερα πώς να τη δώσω και θύμωνα μαζί τους και με τον εαυτό μου και πολλές φορές έφυγα με σκοπό να μην ξαναγυρίσω, να μην ακούω άλλο τα κλάματά τους, τις φωνές τους, να μη βλέπω άλλο τη θλίψη της γυναίκας μου, τη θλίψη της μάνας μου μέσα στη θλίψη της, να μη νιώθω τόσες ευθύνες πάνω μου και τόση αδυναμία μέσα μου. Και τότε έτρεχαν πίσω μου και μ’ έφταναν τα χέρια του παππού μου και των δασκάλων μου, μου άγγιζαν τους ώμους τρυφερά και κάπως αυστηρά, «πήγαινε, μπορείς», μου έλεγαν και μου θύμιζαν όσα μου έμαθαν και ήταν πολλά, ήταν αρκετά για να επιβιώσω εγώ και η οικογένειά μου. Κι ίσως τελικά έτσι να έμαθα και πιο πολλά και καλύτερος πατέρας να έγινα, ποιος ξέρει. Η πόρτα του πατέρα μου ήταν κλειστή, αλλά εγώ ήθελα να ζήσω και χτύπησα όποιες πόρτες μπόρεσα και άκουσα όσο πιο πολλούς ανθρώπους μπόρεσα, αν μου είχε ανοίξει εκείνος την πόρτα του με αγάπη, μπορεί να ήμουν ακόμη εκεί παγιδευμένος και τίποτα άλλο να μην είχα γνωρίσει. Ο πόνος στρώνει το έδαφος για την καταστροφή ή για τη γνώση. Τα παιδιά μου δεν τα εγκατέλειψα, τα αγάπησα όπως μπορούσα και όπως ήξερα και πάλεψα πολύ με τον εαυτό μου για να τα αφήσω να φύγουν, να κάνουν τις ζωές τους, να ζήσουν χωρίς να φοβούνται για μένα, χωρίς να νιώθουν ότι με εγκατέλειψαν. Είναι καλά κι αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά για έναν γονιό και πετάνε με τα δικά τους φτερά και τα βλέπω από μακριά και χαίρομαι και ίσως κι αυτός ο πατέρας μου, που ποτέ δεν με γνώρισε, ίσως από κάπου να με έβλεπε κι αυτός με χαρά, που κατάφερα στη ζωή μου να πετάξω.
            Τώρα είμαι μόνος εδώ χωρίς κανέναν Άλλον, αλλά είμαι ευτυχισμένος. Ακούω τη θάλασσα που ρίχνεται στα βράχια, ακούω τα πουλιά, βλέπω το φεγγάρι που ανεβαίνει μισό ή ολόκληρο, τον ήλιο που κάθε μέρα γίνεται κόκκινος. Έχω τους Άλλους μου μέσα μου και όλα όσα ένιωσα για αυτούς, επιλέγω να κρατήσω μόνο την αγάπη, βλέπω τους δαίμονές μου, τον φθόνο, το παράπονο, τη θλίψη, τη μοναξιά, το φόβο, ακούω με προσοχή τι έχουν να μου πούνε και τους λέω «εντάξει», αλλά επιλέγω μόνο την αγάπη και επιλέγω να βλέπω γύρω μου την ομορφιά. Αν είχα κι άλλα χρόνια μπροστά μου, το μόνο που θα ήθελα θα ήταν να γνωρίσω κι άλλους Άλλους και από αυτούς να μάθω απλώς παρατηρώντας τους να ζουν. Τα χρόνια μου τελείωσαν, όμως, δεν πειράζει, και έμεινα εδώ μόνος να θυμάμαι. Και μέσα στην αγάπη που νιώθω, μέσα στην ομορφιά, στις αναμνήσεις, στα χρώματα του ουρανού που αλλάζουν, αναρωτιέμαι καμιά  φορά μήπως πέθανα πριν κλείσω τον αιώνα που έκλεισε ο παππούς μου και πια δεν είμαι παρά μόνο ψυχή και αυτό που ζω είναι τελικά ο Παράδεισος.

Ο Δρόμος με τα Δέντρα

      Κάθε πρωί περπατάει στο δρόμο με τα δέντρα. Σε ένα μονοπάτι, μέσα σε ένα άλσος στην άκρη της πόλης, όπου βλέπει πράσινο και ακούει πουλιά και για λίγα λεπτά δεν σκέφτεται τη ζωή του.
           Ας τα πάρουμε από την αρχή. Ο νεαρός που περπατάει σε αυτόν τον δρόμο και δεν σκέφτεται τη ζωή του είναι ένας άνεργος νοσηλευτής, που πλησιάζει τα τριάντα, πρόσφατα χωρισμένος από μια μακροχρόνια σχέση και ζει με τον συνταξιούχο πατέρα του και τη νοικοκυρά μητέρα του σε ένα σχετικά μικρό διαμέρισμα. Πρόσφατα δε ήρθε να μείνει μαζί τους και η εκατόν είκοσι κιλά γιαγιά του, επειδή πια δεν μπορεί να περπατήσει, οπότε τώρα εκείνος κοιμάται στην τραπεζαρία σε ένα άβολο ντιβάνι, μιας και η γιαγιά του ήθελε οπωσδήποτε δικό της δωμάτιο και αυτός ήταν ο όρος της για να του δίνει τη σύνταξή της. Οπότε κατά κάποιο τρόπο νοίκιασε το δωμάτιό του στη γιαγιά του και από αυτό βιοπορίζεται τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες, έπειτα από τη λήξη μιας ολιγόμηνης σύμβασης σε ένα αντικαρκινικό νοσοκομείο, που δυστυχώς δεν ανανεώθηκε ποτέ. Η κατάσταση στο σπίτι είναι πνιγηρή, η παχιά γιαγιά καταλαμβάνει όλο το ζωτικό χώρο, όχι τόσο λόγω του όγκου της, αλλά λόγω της εκνευριστικής, αφόρητης πολυλογίας της και των συνεχών απαιτήσεών της. Κοινώς, η τριμελής οικογένεια εκτελεί χρέη υπηρετών και δεν τολμά να φέρει καμία αντίρρηση σε οτιδήποτε ζητήσει η γιαγιά, όχι μόνο από αγάπη και σεβασμό, αλλά και από φόβο μη χαθεί αυτό το συμπληρωματικό εισόδημα, που τόσο απαραίτητο είναι πια τώρα που ο γιος δεν δουλεύει. Προχθές το βράδυ αναγκάστηκαν μόνο να της χαλάσουν το χατίρι κι αυτό όταν ξύπνησε στις τέσσερις τα ξημερώματα και ζήτησε χταποδάκι. Μετά από διαβουλεύσεις δύο ωρών εκείνη δέχτηκε να ξανακοιμηθεί τρώγοντας φακές που είχαν περισσέψει από το μεσημέρι, αμφίβολο δε αν κατάλαβε ότι ήταν πραγματικά αδύνατο να της βρουν χταποδάκι και μάλιστα κοκκινιστό μέσα στη μαύρη νύχτα. Κάπως έτσι είναι η κατάσταση στο σπίτι κι ευτυχώς που πέρασε ο χειμώνας και τώρα ο νεαρός της ιστορίας μας βγαίνει στη μικρή βεράντα τους με τις λίγες γλάστρες και καπνίζει ενάμιση πακέτο τσιγάρα κάθε απόγευμα.
            Ο νεαρός καπνίζει το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο και χάνεται στις μαύρες σκέψεις του για ώρες. Έχει χάσει τις ελπίδες του πια και θα έλεγε κανείς ότι ρουφάει απελπισία και βγαίνει καπνός κάθε απόγευμα από το στόμα του και δεν μπορεί να μην καπνίζει, γιατί τότε τα χέρια του θα μείνουν άπραγα σε ένα σώμα σταματημένο στο τίποτα και αν μείνουν άπραγα και τα χέρια του, θα αρχίσει ίσως να σκέφτεται την αυτοκτονία, κάτι που καθόλου δεν το θέλει. Το κάπνισμα, όμως, παρόλο που είναι μια στιγμιαία παρηγοριά, μετά του αφήνει μια απαίσια γεύση στο στόμα, που δεν φεύγει όσο κι αν βουρτσίζει τα δόντια του κάθε βράδυ και με αυτήν την απαίσια γεύση κοιμάται κάθε βράδυ στο ντιβάνι στην τραπεζαρία, τότε που οι σκέψεις του γίνονται ακόμη πιο μαύρες πριν γίνουν άσχημα όνειρα και πέραν αυτού ήταν πάντα υποχόνδριος λόγω του επαγγέλματός του, τώρα είναι βέβαιος ότι θα πεθάνει από καρκίνο και εύχεται να πάει μια κι έξω και να μην ταλαιπωρηθεί όπως όλοι αυτοί οι ασθενείς που φρόντιζε αυτούς τους λίγους μήνες που δούλεψε στο αντικαρκινικό νοσοκομείο, τότε που δεν έβαζε τσιγάρο στο στόμα του και μάζευε χρήματα για να παντρευτεί κάποτε.
            Ο νεαρός δεν ήταν ποτέ πολύ αισιόδοξος, ούτε τις καλές μέρες, θα έλεγε κανείς και πάντα ξεφύτρωναν στο μυαλό του μικροί φόβοι, αλλά πάντα κατάφερνε να τους διώχνει, να τους ξεριζώνει με δύναμη και αποφασιστικότητα ή να τους καταπνίγει ή ακόμη και να τους αγνοεί και να συνεχίζει να προχωρά. Τώρα οι φόβοι έχουν γιγαντωθεί μέσα του και έχουν κυριέψει κάθε μικρή γωνίτσα της ψυχής του, φοβάται ότι δεν θα βρει ποτέ δουλειά, ότι δεν θα κάνει ποτέ οικογένεια, ότι θα περάσει τη ζωή του στη βεράντα και στο ντιβάνι και σύντομα το τσιγάρο θα τον αρρωστήσει βαριά και τι θα κάνει που είναι ανασφάλιστος; Επίσης, επειδή τα μεσημέρια βλέπει στην τηλεόραση πολλά ντοκιμαντέρ για φυσικές καταστροφές, τελευταία νομίζει ότι γίνεται σεισμός, όταν η γιαγιά περπατάει με το πι της στο παλιό πάτωμα ή όταν βρέχει δυνατά φαντάζεται τον εαυτό του να πνίγεται και πολλές φορές δεν τον παίρνει ο ύπνος, γιατί φοβάται ότι τα αποτσίγαρα θα ξανανάψουν ξαφνικά και θα τυλιχτεί στις φλόγες το σπίτι τους όλο και η πολυκατοικία και αυτή η απαίσια πόλη και η χώρα και δεν θα μείνει τίποτα παρά στάχτες στον ουρανό.
            Ο νεαρός έχει αρκετούς φίλους αλλά τελευταία δεν είχε όρεξη να βγαίνει και ζηλεύει όσους έχουν δουλειά και χρήματα, ντρέπεται να μιλάει σε κοπέλες που δεν γνωρίζει γιατί η λέξη «άνεργος» είναι πολύ ταπεινωτική κι έτσι κλείνεται στον εαυτό του, πού και πού διαβάζει κανένα βιβλίο, μια φορά το μήνα πηγαίνει στον κινηματογράφο, η ζωή του πάντως σε γενικές γραμμές είναι εφημερίδα με αγγελίες, βιογραφικά που στέλνει χωρίς καμιά απάντηση, λίγες συνεντεύξεις που λήγουν άδοξα, ντοκιμαντέρ, ενάμιση πακέτο τσιγάρα στη βεράντα και ταραγμένος ύπνος στο άβολο ντιβάνι. Και ο δρόμος με τα δέντρα.
            Θα περιγράψουμε τη σημερινή βόλτα στον δρόμο με τα δέντρα, γιατί κάτι διαφορετικό έγινε σήμερα, που ίσως αξίζει να αναφερθεί. Αλλά θα ξεκινήσουμε από λίγο πιο πριν, από τη στιγμή που ο νεαρός ανοίγει τα μάτια του. Το ξύπνημα δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστο, γιατί αρχίζει και νιώθει την απαίσια γεύση στο στόμα. Πριν λίγο άκουσε την πόρτα να κλείνει, άρα ο πατέρας του πήγε στο καφενείο, τώρα μέσα κάτι λένε η μητέρα του και η γιαγιά του, μιλάνε έντονα, εκείνος θέλει να κοιμηθεί κι άλλο, να χαθεί στον ύπνο να μην σκέφτεται, αλλά η τσιριχτή φωνή της γιαγιάς του διαπερνάει το αυτί του, το μυαλό του και τα μάτια του ανοίγουν και μηχανικά σηκώνεται για να φύγει γρήγορα και να μην βρίσκεται σε αυτό το αποπνιχτικό σπίτι. Την ώρα που πλένει τα δόντια του με μανία, η μητέρα του έρχεται στην πόρτα του μπάνιου. Ο διάλογος έχει περίπου ως εξής.
«Η γιαγιά σου δεν είναι καλά»
«Τι έπαθε;»
«Νομίζω πως τα έχασε»
Η γιαγιά έρχεται με το πι προκαλώντας ένα μικρό σεισμό και του λέει συνωμοτικά.
«Ωραία δεν έβαψα το σπίτι;»
Την κοιτάζει συνεχίζοντας να βουρτσίζει με μανία τα δόντια του, είναι εκνευρισμένος, αλλά δεν θέλει να της φωνάξει, γιατί είναι και κάπως γλυκούλα έτσι αναμαλλιασμένη και αγουροξυπνημένη που στέκεται με το φαρδύ νυχτικό με τα πράσινα λουλουδάκια.
«Ωραία δεν έβαψα το σπίτι;, ξαναλέει η γιαγιά και είναι σαν χαμένη σε όνειρο. Έβαψα και τους τοίχους και τα ταβάνια, όλο το βράδυ έβαφα.»
Και με το παχουλό της χέρι κάνει την κίνηση που κάνει κάποιος, όταν βάφει.
Η μητέρα του είναι πανικοβλημένη και την κοιτάζει αμήχανα.
Ωραία, σκέφτεται εκείνος. Τα έχασε η γιαγιά. Άλλη μια καταστροφή. Ξεπλένει το στόμα του, στρώνει τα ακούρευτα μαλλιά του και βγαίνει από το μπάνιο. Πηγαίνει στο δωμάτιό του, κλείνει την πόρτα και ντύνεται γρήγορα. Απ’ έξω ακούει τον διάλογο, που είναι λίγο πολύ, έβαψα το σπίτι, δεν το έβαψες, όνειρό ήταν, όχι το έβαφα όλη νύχτα, δεν το έβαψες, Θεέ μου τι πάθαμε, θα καλέσουμε γιατρό, πού είναι ο πατέρας σου πάλι, ωραία το έβαψα το σπίτι, δεν το έβαψες, όνειρό ήταν και πάει λέγοντας.
Όταν βγαίνει από το δωμάτιο καταρρακωμένος με τη νέα καταστροφή που τους βρήκε, βλέπει προς έκπληξή του τη μητέρα του και τη γιαγιά του να γελάνε.
«Καλέ όνειρο ήταν, πώς μπερδεύτηκα έτσι;» λέει η γιαγιά.
«Ευτυχώς δεν τα έχασε, απλώς ήταν από τον ύπνο», λέει η μητέρα του και κάνει τον σταυρό της.
«Καλά, εγώ βγαίνω» λέει αυτός.
«Στο καλό, παιδάκι μου» ακούγεται η γιαγιά, όταν κλείνει την πόρτα και πατάει το κουμπί του ανελκυστήρα.
            Στο λεωφορείο που παίρνει για να πάει στο άλσος, εκεί που χαζεύει από το παράθυρο την άσχημη πόλη, γυρνάει ξαφνικά το κεφάλι και βλέπει έναν κοκκινομάλλη κάπως αλλόκοτα ντυμένο και με εξίσου αλλόκοτο βλέμμα, που κάθισε απέναντί του. Και τότε τον πιάνει τρόμος. Φοβάται ότι αυτός ο κοκκινομάλλης είναι έτοιμος να ανατινάξει το λεωφορείο ή να απειλήσει με όπλο τον οδηγό και να κρατήσει ομήρους τους επιβάτες, όπως είχε δει σε άλλα ντοκιμαντέρ, γυρισμένα, όμως, σε πιο επικίνδυνες πόλεις. Οι παλάμες του ιδρώνουν, η καρδιά του αρχίζει να χτυπάει δυνατά. Σηκώνεται και κάθεται σε άλλη θέση για να μην βλέπει αυτόν τον κοκκινομάλλη, που το μόνο αλλόκοτο που είχε πάνω του ήταν η άχαρη εφηβεία του και ίσως το χρώμα των μαλλιών του, που δεν ταιριάζει και πολύ σε άντρα. Εδώ να πούμε ότι ο νεαρός μας δεν έχει γίνει παρανοϊκός και στην πραγματικότητα δεν φοβάται. Απλώς παίζει παιχνίδια με το μυαλό του, γιατί η ζωή του έχει γίνει πια αφόρητα προβλέψιμη, βαρετή και μουντή, που θέλει μάλλον για λίγο να νιώσει ότι παίζει σε ταινία δράσης. Ήθελε απλώς «να γίνει κάτι».
            Και φτάνουμε στον δρόμο με τα δέντρα. Ο νεαρός κατεβαίνει από το λεωφορείο και αρχίζει να περπατάει στον δρόμο με τα δέντρα. Προσηλωμένος μόνο στο πράσινο και στα πουλιά, αυτά τα δεκαπέντε λεπτά, που διαρκεί η βόλτα μπορεί για λίγο να νιώσει όμορφα και να αναπνεύσει χωρίς να σκέφτεται την ανεργία του, το μέλλον και τις καταστροφές, που του επιφυλάσσει. Περπατάει όμορφα λοιπόν για δεκαπέντε λεπτά, για λίγο ξεχνάει τη ζωή του και ξαφνικά την ώρα που πάει να καθίσει στο τελευταίο παγκάκι, όπως πάντα, φαντάζεται τον εαυτό του γέρο, αλλά όχι γέρο και άστεγο όπως συνήθως. Γέρο με σύνταξη και με παιδιά. Κι αν όλα πάνε καλά; Αν του τηλεφωνήσουν από κάποια ιδιωτική κλινική να πάει για δουλειά, αν γνωρίσει πάλι τον έρωτα, αν παντρευτεί, αν κάνει παιδιά, αν δεν γίνει καταστροφικός σεισμός ούτε η χώρα διαλυθεί όπως έλεγαν, αν κόψει το τσιγάρο ή δεν το κόψει και ωστόσο δεν πεθάνει από καρκίνο κι αν δεν συναντήσει ποτέ επικίνδυνο βομβιστή στο λεωφορείο;
             Αυτό σκέφτηκε και αντί να βγάλει τσιγάρο από το κουτί του όπως έκανε συνήθως, πήρε το κουτί και το στυλό που πάντα κουβαλούσε στο τσαντάκι του κι έγραψε ένα ποίημα. Το ποίημα είχε περίπου ως εξής.

Είμαι ένας γέρος
Έτοιμος από καιρό να φύγω
Πέρασα τη ζωή μου προβλέποντας καταστροφές
Και περιμένοντάς τες να με ρημάξουν
Τώρα τα χρόνια μου τελείωσαν
Δεν έχω άλλα να ζήσω πια
Καμιά καταστροφή
Από αυτές που περίμενα
Δεν ήρθε ποτέ

Και τη ζωή μου
Ρήμαξε
Ο φόβος μονάχα

            Αυτό συνέβη σήμερα στον δρόμο με τα δέντρα. Δυστυχώς δεν μπορούμε να εγγυηθούμε τίποτα για τον νεαρό. Δεν ξέρουμε αν η χώρα θα καταστραφεί, αν θα βρει δουλειά, γυναίκα, αν θα κάνει παιδιά, ούτε καν αν η γιαγιά του θα συνεχίσει να του δίνει τη σύνταξή της. Δεν ξέρουμε αν θα κόψει το κάπνισμα, από τι θα πεθάνει και ούτε μπορούμε να εγγυηθούμε εκατό τοις εκατό ότι σε αυτήν ή σε κάποια άλλη πόλη δεν θα πέσει θύμα βομβιστικής επίθεσης. Αυτή η ιστορία δεν έχει κάποιο βαθύτερο νόημα, το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε ίσως είναι ότι συχνά ότι χρησιμοποιούμε τον φόβο μας για να καλύψουμε κενά της ζωής μας, για να μην χαρούμε ή επειδή έτσι έχουμε μάθει. Το πιο πιθανό είναι ο νεαρός να γυρίσει πάλι μέσα στην απελπισία, να αποβλακωθεί το μεσημέρι από τα ντοκιμαντέρ με τις φυσικές καταστροφές, να καπνίσει το απόγευμα ενάμιση πακέτα τσιγάρα στη βεράντα και το βράδυ να κοιμηθεί με αυτήν την απαίσια γεύση στο στόμα.
            Ωστόσο σήμερα στο δρόμο με τα δέντρα σε ένα πακέτο τσιγάρα έγραψε ένα ποίημα.
  

Ανυπαρξία


              Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει μέσα στην ησυχία. Τα μάτια του άνοιξαν στο σκοτάδι.
Το ένα του χέρι έκλεισε το ξυπνητήρι, το άλλο άνοιξε το φως. Μηχανικά άρχισε να ντύνεται, φόρεσε το φθαρμένο του τζιν και την μπλούζα της δουλειάς. Φόρεσε κάλτσες και παπούτσια και μετά πήγε στην τουαλέτα. Λίγα λεπτά μετά βγήκε από την τουαλέτα, έριξε ένα μπουφάν στους ώμους, πήρε κλειδιά, κινητό και πορτοφόλι και βγήκε από το σπίτι. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει το ρολόι του. Ήξερε ότι σε δέκα λεπτά το λεωφορείο θα περνούσε από τη στάση απέναντι από το σπίτι του. Η λεωφόρος ήταν σχεδόν άδεια. Ήταν πέντε και δέκα το πρωί.
            Το λεωφορείο που έπαιρνε πήγαινε στο αεροδρόμιο. Στη στάση βρισκόταν καθισμένη μια κοπέλα με μια μεγάλη βαλίτσα. Φαινόταν ανήσυχη και ξενυχτισμένη. Άρχισε να παίζει το γνωστό του παιχνίδι. Πού να πήγαινε άραγε; Άρχισε να μαντεύει πιθανούς τόπους προορισμού και πιθανούς λόγους. Μεταπτυχιακές σπουδές, ιατρικοί λόγοι, μπα, μάλλον όχι. Θα έμενε για δέκα μέρες, από το μέγεθος της βαλίτσας συνήθως μπορούσε να το υπολογίσει αυτό. Το λεωφορείο ήρθε  κι εκείνος μπήκε πίσω από την κοπέλα της. Μέσα βρίσκονταν περίπου δέκα επιβάτες, εκείνος πήγε και κάθισε δίπλα της. Πέρασαν λίγα λεπτά κι ύστερα της μίλησε.
“Στο αεροδρόμιο πας κι εσύ;”
“Όλοι όσοι μπαίνουν σε αυτό το λεωφορείο εκεί πάνε.”
“Ναι, το ξέρω πολύ καλά αυτό.”
“Εσύ δεν έχεις βαλίτσα”
“Εγώ δουλεύω εκεί.”
“Τι δουλειά κάνεις;”
“Φτιάχνω καφέδες”
Η κοπέλα δεν σχολίασε.
“Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή” είπε αυτός μαντεύοντας τις σκέψεις της.
“Ναι, σίγουρα”
“Εσύ πού πηγαίνεις;”
            Και η κοπέλα άρχισε την ιστορία της. Πήγαινε στη Ρώμη να συναντήσει έναν νεαρό, που γνώρισε το καλοκαίρι στο νησί, που παραθέριζε. Από τότε είχαν διατηρήσει ηλεκτρονική επικοινωνία και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι τον είχε ερωτευτεί.
“Αδιέξοδο”, σχολίασε αυτός.
“Όλες μου οι σχέσεις είναι αδιέξοδες, Τουλάχιστον τώρα θα δω και τη Ρώμη.”
“Η αιώνια πόλη.”
“Έχεις πάει;”
“Όχι.”
 Πουθενά δεν έχω πάει, πήγε να συμπληρώσει, αλλά σαν να ντράπηκε λίγο, παρ'όλο που συνήθως δεν ντρεπόταν γι'αυτό.
            Έξω άρχισε να βρέχει δυνατά και το λεωφορείο άρχισε να γεμίζει με βρεγμένους μελλοντικούς ταξιδιώτες. Σε ένα από τα πίσω καθίσματα μισοκοιμόταν μια αεροσυνοδός με μισάνοιχτο το στόμα.
Η κοπέλα κοιτούσε το ρολόι της νευρικά.
“Μπορεί να χάσω την πτήση. Δεν είχα υπολογίσει τη βροχή.”
“Κρίμα”, είπε αυτός και γύρισε το κεφάλι προς κάποιον άλλο επιβάτη προσπαθώντας να μαντέψει τον τόπο προορισμού του.
            Πέρασε μισή ώρα. Η κοπέλα κοιτούσε συνεχώς το ρολόι της και ξεφυσούσε. Τελικά έφτασαν κι εκείνη πετάχτηκε από το κάθισμα, αλλά με τη μεγάλη βαλίτσα δεν μπορούσε να τρέξει.
“Να σε βοηθήσω”, της είπε και πήρε αυτός τη βαλίτσα.
“Σ'ευχαριστώ", απάντησε ανακουφισμένη εκείνη.
            Λίγα λεπτά μετά βρισκόταν στην καφετέρια κι ετοίμαζε τον πρώτο καφέ για μια κυρία, που είχε έρθει να πάρει το γιο της. Το χαμόγελο της κοπέλας και το χαριτωμένο της τρέξιμο είχε μείνει αχνά στο μυαλό του. Κι αν έχανε την πτήση; Θα έπαιρνε το επόμενο αεροπλάνο, ηλίθιε. Ναι, θα έπαιρνε το επόμενο αεροπλάνο...
“Από πού έρχεται ο γιος σας;”
“Από Λονδίνο.”
“Σπουδάζει εκεί;”
“Τελείωσε το μεταπτυχιακό του. Τώρα θα ψάξει για δουλειά.”
“Πολύ αμφιβάλλω αν θα βρει.”
Η κυρία τον κοίταξε ενοχλημένη.
“Ξέρω πολλά παιδιά που έκαναν μεταπτυχιακό στο Λονδίνο και δεν έβρισκαν δουλειά.”
“Ο γιος μου θα βρει.”
“Κι η μάνα μου έτσι έλεγε.”
“Εσύ πού σπούδασες;”
“Στο πολυτεχνείο. Αλλά τα παράτησα στο τελευταίο εξάμηνο.”
“Γι'αυτό.”, είπε η κυρία μουρμουρίζοντας παίρνοντας τον καφέ της αλλά από το τρομοκρατημένο της ύφος κατάλαβε ότι για ένα λεπτό φαντάστηκε τον γιο της να σερβίρει καφέ.
            Δεν έχεις όνειρα; τον ρωτούσαν όλοι. Χωρίς σπουδές είσαι ένα τίποτα. Αν είχε πτυχίο, πιθανώς να ήταν ένα τίποτα με πτυχίο ή μπορεί και να είχε βρει καμιά θέση σε μια εταιρεία. Αλλά δεν ήθελε. Δεν ήθελε να προσπαθήσει. Του φαινόταν μάταιο. Δεν ήξερε γιατί και κανείς δεν τον καταλάβαινε. Ίσως κι εκείνος να μην καταλάβαινε τον εαυτό του. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Η μητέρα του έλεγε στις φίλες της ότι πήρε το πτυχίο και ότι δούλευε σε μια εταιρεία. Το είχε πει τόσες φορές, που το είχε σχεδόν πιστέψει. Δε βαριέσαι. Αφού αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Το ψέμα. Δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για αλήθειες. Έτσι κι αλλιώς τώρα είχε φύγει από το πολυτελές διαμέρισμα των γονιών του κι έμενε στην άθλια, μικρή του γκαρσονιέρα. Ήταν όσο η κουζίνα της μητέρας του, αλλά εκεί μπορούσε να αναπνεύσει. Δεν χρειαζόταν πολλά. Έναν καναπέ, που γινόταν κρεβάτι, ένα τραπεζάκι, τα βιβλία του-όχι της σχολής- σε στοίβες στο πάτωμα, και τον παλιό υπολογιστή. Δεν είχε τηλεόραση. Βαριόταν να βλέπει τηλεόραση. Βαριόταν το ψέμα. Γι'αυτό άλλωστε και είχε φύγει από τους γονείς του.
            Ένα ζευγάρι παρήγγειλε δύο καφέδες.
“Πού πηγαίνετε;”
“Ταξίδι του μέλιτος. Στη Νέα Υόρκη”
“Νιόπαντροι;”
“Ναι”, χαμογέλασαν περήφανοι.
“Ελπίζω να μην χωρίσετε”
“Γιατί να χωρίσουμε;”, γέλασαν
“Πολλοί χωρίζουν”
“Ναι, οι κουμπάροι μας χώρισαν”
“Κρίμα”
“Είναι καλύτερα τώρα”
“Ωραία τότε”
“Όπως και να χει, εμείς δεν θα χωρίσουμε”
“Σας το εύχομαι”
“Ευχαριστούμε. Κράτα τα ρέστα”, είπε ο νιόπαντρος άντρας και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα.
“Καλή δουλειά”, χαμογέλασε η νιόπαντρη γυναίκα.
Τελικά ο έρωτας κάνει τους ανθρώπους ευγενικούς, σκέφτηκε εκείνος. Τους είδε να απομακρύνονται γελώντας. Μάλλον μαζί μου γελάνε, σκέφτηκε, αλλά τουλάχιστον άφησαν φιλοδώρημα.
            Μα δεν θέλεις να παντρευτείς; τον ρωτούσαν οι κοπέλες του.  Όχι, έλεγε αυτός. Γιατί;
Οι γονείς μου ήταν δυστυχισμένοι. Εμείς δεν θα είμαστε, του είχαν πει οι περισσότερες. Δεν είσαι σε θέση να το εγγυηθείς αυτό, είχε απαντήσει στην καθεμία ξεχωριστά. Και μετά συνήθως χώριζαν. Στενοχωριόταν λίγο, έπινε, κάπνιζε, έκανε περιστασιακό σεξ, το ξεπερνούσε. Καμία σχέση δεν κρατάει παντοτινά. Τίποτα δεν κρατάει παντοτινά. Ο γάμος είναι μια ψευδαίσθηση παντοτινού. Είμαστε μόνοι μας και καλύτερα να το ξέρουμε. Δεν θέλεις παιδιά; τον είχε ρωτήσει ο πατέρας του. Όχι. Γιατί; Γιατί εγώ ήμουν δυστυχισμένος, όταν κεράτωνες τη μάνα μου και νομίζω ότι δεν μπορώ να μείνω πιστός σε μια γυναίκα. Ο πατέρας του δεν τον ξαναρώτησε τίποτα, ούτε καν τι δουλειά έπιασε. Μάλλον η μητέρα του τον είχε πείσει ότι δούλευε σε εταιρεία.
            Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται πολλοί πελάτες. Δεν προλάβαινε να τους ρωτήσει όλους.
Άκουσε πάντως πολλούς προορισμούς. Μαδρίτη, Λος Άντζελες, Κωνσταντινούπολη, Βομβάη, Βερολίνο, Πράγα και τόσες άλλες. Στενοχωρήθηκε λίγο, όταν είδε ένα παιδάκι με ξυρισμένο κεφάλι, που πήγαινε κι εκείνο στη Νέα Υόρκη για εγχείρηση στον εγκέφαλο. Θα ήταν στην ίδια πτήση με το νιόπαντρο ζευγάρι. Όταν ο ένας βρίσκεται στα σύννεφα, ο άλλος ζει έναν εφιάλτη, είναι άδικη η ζωή, λένε, αλλά όλοι θα πεθάνουμε και αυτή είναι ίσως η μόνη δίκαιη πραγματικότητα.
            Αεροπλάνα έρχονταν κι έφευγαν, μαζί τους έπαιρναν ταξιδιώτες και βαλίτσες και τις ιστορίες τους,  τα όνειρα τους, τους φόβους και τις ελπίδες τους, η βροχή σταματούσε και ξανάρχιζε, εκείνος έφτιαχνε ασταμάτητα καφέδες, κάθε φορά έναν καφέ για κάποιον άλλον, έναν καφέ βιαστικό ανάμεσα σε πτήσεις, άνθρωποι κουρασμένοι του έδιναν χρήματα και τους έδινε ρέστα και τους ρωτούσε πού πήγαιναν ή από πού έρχονταν κι εκείνοι απαντούσαν στα γρήγορα ή τον κοιτούσαν καχύποπτα, άκουγε για τις πόλεις του κόσμου, για πόλεις άγνωστες και ξένους λαούς, άκουγε όμορφα σχόλια και παράπονα, για έρωτες, για σπουδές, για διακοπές και δεν ζήλευε κανέναν τους, ποτέ δεν ζήλεψε κανέναν τους, του αρκούσε να πηγαινοέρχεται με το λεωφορείο του αεροδρομίου από την άθλια, μικρή του γκαρσονιέρα σε αυτήν την καφετέρια, δεν ζήλευε τα ταξίδια τους, ούτε τις ζωές τους, δεν είχε όρεξη να ταξιδέψει, δεν ήθελε να κάνει οικογένεια, ούτε να αγαπήσει ούτε να δεσμευτεί, ούτε να γνωρίσει τον κόσμο, γιατί αυτός δεν ήταν γεννημένος για αυτή τη ζωή, ήταν ένας περαστικός, δεν ήθελε να αγγίξει, ούτε να τον αγγίξουν, ήθελε μόνο να περάσει γρήγορα η ζωή του για να επιστρέψει στην ανυπαρξία, μέσα στην ανυπαρξία ονειρευόταν κάποτε να πετάξει.

Το Χαστούκι

Ήταν μια συνηθισμένη μέρα στη δουλειά. Εκείνος πήγε νωρίς το πρωί, όπως πάντα νυσταγμένος, κρατώντας έναν γλυκό καφέ στο χέρι. Είπε καλημέρα σε όσους συνάντησε από τη στιγμή που μπήκε στο κτήριο της δημόσιας υπηρεσίας, εκ των οποίων οι μισοί δεν του απάντησαν, το ένα τρίτο δεν την άκουσε γιατί την είπε και μέσα από τα δόντια του, το ένα έκτο απάντησε σχετικά θερμά, ενώ το άλλο ένα έκτο απάντησε κι αυτό μέσα από τα δόντια του. Κάπου είχε διαβάσει ότι όταν λες καλημέρα στον κόσμο, φτιάχνει η μέρα σου, επί χρόνια το προσπαθούσε, αλλά η ψυχρή ανταπόκριση που είχαν οι μισές του καλημέρες, του δημιουργούσαν ένα ακαθόριστο και σχετικά δυσάρεστο πλάκωμα και κάτι σαν φτερούγισμα στο στήθος που διαρκούσε για λίγα λεπτά. Μετά αναλάμβανε η ρουτίνα και η μέρα έπαιρνε τον δρόμο της. Ήταν πενήντα χρόνων και δούλευε σε εκείνη την υπηρεσία επί 20 χρόνια. Αυτά τα 20 χρόνια στο μυαλό του είχαν γίνει μια μεγάλη μέρα που δεν άλλαζε ποτέ, μια βαρετή μεγάλη μέρα με χαρτιά και σφραγίδες, βαβούρα από τα γύρω γραφεία και τα αστειάκια της συναδέλφου του. Είχε πολλούς και πολλές συναδέλφους, θα αναφερθούμε στη συγκεκριμένη πιο εκτενώς και θα καταλάβετε παρακάτω γιατί. Δεν έχει νόημα να ονομαστεί ο ήρωάς μας, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε παχουλός πενηντάρης δημόσιος υπάλληλος. Τον έχετε προσπεράσει άπειρες φορές στο δρόμο, έχετε καθίσει δίπλα του σε κάποιο λεωφορείο ή τον έχετε δει να πίνει καφέ σε μια από τις πολλές δημόσιες υπηρεσίες που επισκέπτεστε τακτικά. Η εν λόγω υπάλληλος είναι κι αυτή μια συνηθισμένη ξανθιά, μικροκαμωμένη γυναίκα, αρκετά περιποιημένη, με κάπως έντονο βάψιμο, κομψό και περιποιημένο ντύσιμο, αν και κάπως υπερβολικό για το συγκεκριμένο εργασιακό περιβάλλον. Το βασικό χαρακτηριστικό της; Τα αστεία. Ή μάλλον η προσπάθεια να κάνει χιούμορ. Αλλά το χιούμορ είναι σαν τον οργασμό, όσο πιο πολύ το προσπαθεί κανείς τόσο πιο πολύ αποτυγχάνει σε αυτό. Τέλος πάντων , η συγκεκριμένη έχει εντοπίσει στο γραφείο δύο τρία άτομα, τα οποία και περιλούζει συνεχώς με κοσμητικά επίθετα, αλλά γελώντας πάντα δήθεν καλοπροαίρετα και κρατώντας το τσιγάρο της με επιτηδευμένες κινήσεις. Ένα από αυτά τα άτομα είναι και ο ήρωάς μας, ο οποίος τόσο καιρό δεχόταν αυτές τις επιθέσεις χαμογελώντας αμήχανα και σαν να μην τον ένοιαζε. Έτσι έλεγε μέσα του κι έτσι έδειχνε με τη συμπεριφορά του, ότι δεν τον ένοιαζε, άλλωστε κανείς από το γραφείο δεν γελούσε ποτέ με τα "αστεία" της κυρίας, στην αρχή την κοιτούσαν έκπληκτοι και μετά άρχισαν να την αγνοούν, όχι από συναδελφική αλληλεγγύη, μη νομίζετε, ούτε από προσήλωση στη δουλειά τους, αλλά επειδή τα αστεία αυτά ήταν κάπως παγερά. Αυτά γίνονταν τόσα χρόνια και ο ήρωάς μας περίμενε πως και εκείνη η μέρα σε τίποτα δεν θα ξεχώριζε από τα προηγούμενα 20 χρόνια, αλλά κάτι να, κάτι παράξενο συνέβη και η μέρα πήρε αναπάντεχη τροπή.
Θα παραθέσω τον διάλογο αυτούσιο από τη στιγμή που η ξανθιά συνάδελφος πλησίασε στο γραφείο του ήρωά μας.
"Μήπως έχεις δει τη σφραγίδα μου;"
"Τι είπες;"
"Κουφός είσαι, χοντρούλη;"
"Τι είπες;"
"Αν είδες τη σφραγίδα μου."
"Όχι μετά τι είπες" Εδώ να πούμε πως το μάτι του είχε γουρλώσει κάπως παράξενα.
"Κουφός είσαι χοντρούλη, λεω, Τη σφραγίδα μου θέλω."
Εκείνη την ώρα ο ήρωάς μας πετάχτηκε από την καρέκλα του και έριξε ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο της κυρίας. Ο ήχος ακούστηκε σε όλο το γραφείο και περίπου δεκαπέντε σοκαρισμένα κεφάλια γύρισαν και κοίταξαν με το στόμα μισάνοιχτο.
Η κυρία κρατούσε το μάγουλό της και σαν να προσπαθούσε να μιλήσει και να μην μπορούσε.
Εκείνος κοιτούσε την παχουλή του παλάμη σαν να μην την αναγνώριζε και προσπαθούσε να καταλάβει πώς αυτενέργησε έτσι.
Πνιγμένος στις ενοχές πήγε να ζητήσει συγγνώμη. Αλλά τότε αναγνώρισε αυτό το πλάκωμα στο στήθος, αυτό που ένιωθε κάθε πρωί όταν δεν απαντούσαν στις καλημέρες του, που τώρα το ένιωθε σαν ένα ζώο που το είχαν δέσει και λύθηκε και προσπαθούσε τώρα να το σκάσει από τη φυλακή του, να πεταχτεί και να ελευθερωθεί, ήταν τόσο έντονο που σχεδόν είχε καταλάβει όλο του το σώμα. Αλλά επειδή η ευγένεια τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο είπε ένα συγγνώμη μέσα από τα δόντια του και έριξε μια ματιά στο πάτωμα φοβούμενος θα έβλεπε πεταμένο κανένα δόντι της κυρίας γιατί το χαστούκι του το ένιωσε ασύλληπτα δυνατό,
Εκείνη ακόμη δεν είχε βρει τα λόγια της κι έτρεμε σαν το ψάρι.
Οι γύρω συνάδελφοι άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους. Της άξιζε, είπε ένας. Δεν πρέπει να χτυπάμε ποτέ γυναίκες, είπε ένας άλλος. Ο καθένας έλεγε τη γνώμη του, τι πιο εύκολο από το να πει κάποιος τη γνώμη του σε κάτι που δεν τον αφορά. Οι δύο πρωταγωνιστές της βίαιης αυτής σκηνής ήταν σοκαρισμένοι και απέφευγαν να κοιταχτούν
και να μιλήσουν. Και θα μπορούσαν να στέκονται εκεί για ώρες οι δύο τους αμίλητοι και οι υπόλοιποι να λένε τη γνώμη τους και να βγάζουν πορίσματα αλλά ευτυχώς ήρθε ο προϊστάμενος από το γραφείο του και τον κάλεσε μέσα.
"Είσαι καλά;" τον ρώτησε.
"Δεν ξέρω."
"Γιατί το έκανες αυτό"
"Δεν ξέρω."
"Τι σου είπε αυτή η φαρμακόγλωσσα;"
"Κουφός είσαι, χοντρούλη;"
"Εντάξει, δεν είσαι και τόσο χοντρός, μην στενοχωριέσαι"
"Το "κουφός" με πείραξε μάλλον. Συγγνώμη πάντως"
"Να μην επαναληφθεί σε παρακαλώ."
"Φυσικά και όχι, ειλικρινά, δεν ξέρω πώς έγινε"
"Ε, άνθρωπος είσαι. Θύμωσες. Δεν σε έχω ξαναδεί να θυμώνεις"
"Θύμωσα, λέτε; Αυτό που ένιωσα στο στήθος μου ήταν θυμός;" είπε σαν να ανακάλυψε την πυρίτιδα.
Ο προϊστάμενος τον κοίταξε έκπληκτος, αλλά ήδη είχε βαρεθεί να ασχολείται με το συμβάν και δεν έδωσε σημασία.
"Σου δίνω άδεια. Πήγαινε στο σπίτι σου να ηρεμήσεις και να μην επαναληφθεί αυτή η βία στην υπηρεσία, σε παρακαλώ. Αν αυτή η σκρόφα σου κάνει μήνυση,
θα σε καλύψω πάντως. Έχω ακούσει τι λέει και για μένα πίσω από την πλάτη μου, μερικές φορές και μπροστά μου. Αλλά μην την παρεξηγείς. Απ' ότι έχω μάθει ο άντρας της έχει επταετή εξωσυζυγική σχέση και εξάχρονο εξώγαμο παιδί, καταλαβαίνεις, Έρχεται εδώ και βγάζει πάνω μας τα απωθημένα της."
"Αλήθεια;" είπε αυτός με κάποια λύπηση.
"Ε, έτσι είναι η ζωή, για άλλους εύκολη, για άλλους δύσκολη. Τι να κάνουμε τώρα. Αντε, μην με κοιτάς ,πήγαινε. Έχω και δουλειά."
Πολύ αμφέβαλε για το τελευταίο, αλλά έκανε μεταβολή κι έφυγε. Πήρε το σακάκι του από την καρέκλα του, το φόρεσε κι έφυγε. Ένιωθε όλα τα βλέμματα πάνω του
και ειδικά το δικό της φοβισμένο. Του άρεσε αυτό.
       Αποφάσισε να πάει με τα πόδια στο σπίτι. Η γυναίκα του θα γκρίνιαζε που γύρισε νωρίς, γιατί δεν θα είχε προλάβει να τελειώσει το καθάρισμα και εκείνος θα λέρωνε το πάτωμα. Ενθυμούμενος τη φωνή της, θυμήθηκε τη φράση "κουφός είσαι" και την άκουσε μες στο μυαλό του από τη φωνή  της γυναίκας του. Το έλεγε συνέχεια, ειδικά όταν εκείνος διάβαζε την εφημερίδα του ή έβλεπε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση κι εκείνη ήθελε να του πει τα τελευταία κουτσομπολιά των φίλων της που καθόλου δεν τον ενδιέφεραν. Και μέσα του άρχισε να νιώθει πάλι το ζώο να παλεύει να ελευθερωθεί, να ξεχυθεί και να δαγκώσει λαιμούς. Και ξαφνικά θυμήθηκε τη μάνα του, που του έλεγε κι εκείνη την ίδια φράση, κάθε φορά που εκείνος ζωγράφιζε ή διάβαζε για το σχολείο κι εκείνη ήθελε να τη βοηθήσει σε κάτι ή απλώς να του μιλήσει
και κυρίως όταν ήθελε να κλάψει στην αγκαλιά του για τον χαμό του πατέρα του, που εκείνος δεν τον γνώρισε γιατί έπεσε από έναν ουρανοξύστη στην Αμερική που είχε πάει για να μαζέψει χρήματα για την οικογένειά του. Και όχι μόνο έκλαιγε στην αγκαλιά του αλλά τον ανάγκαζε να κλαίει κι αυτός, "που έμεινε ορφανός" τόσο μικρός, αλλά εκείνος δεν είχε δάκρυα για κάποιον που δεν γνώρισε και πήγαινε στην τουαλέτα κι έβρεχε τα μάτια του για να μην στενοχωρήσει τη μάνα του. Και ναι, τότε ένιωθε αυτό το ζώο μέσα του να τρέμει, τότε μάλλον ήταν ο πρώτος του θυμός, αλλά πώς μπορούσε να θυμώσει σε μια μάνα που έμεινε τόσο νωρίς χήρα και έκλαιγε κάθε βράδυ και κυρίως πώς μπορούσε να της φωνάξει ή να χτυπήσει το πόδι κάτω ή να κλείσει την πόρτα με δύναμη; Με την παραμικρή τέτοια κίνηση του η μάνα του θα κατέρρεε κι εκείνος θα έμενε μόνος, ορφανός και από τους δύο γονείς και αφού κανέναν δεν θα είχε να τον φροντίσει, θα πέθαινε.
    Αυτά θυμήθηκε ξαφνικά, μα τι σου είναι η μνήμη ενός ανθρώπου και τι σου είναι ο άνθρωπος τελικά, δεν είχε όρεξη να γυρίσει στη γυναίκα του, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα και το ζώο μέσα του άρχισε να λύνεται από τα δεσμά του και να αναδύεται και τότε αυτός άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα και το ζώο ήταν έτοιμο να κατασπαράξει όποιον έβρισκε μπροστά του και τότε εκείνος, άρχισε να τρέχει και το ζώο επιτέλους πετάχτηκε από μέσα του, τον κοίταξε μέσα στα μάτια
και τα μάτια του ήταν πονεμένα κι ύστερα το χάιδεψε και το ζώο επιτέλους έφυγε ελεύθερο για κάπου μακριά. ΄Έτρεχε ο ήρωάς μας στους δρόμους της πόλης και οι περαστικοί τον κοιτούσαν περίεργα αλλά εκείνος ήταν χαρούμενος που για πρώτη φορά στη ζωή του συναντήθηκε με το ζώο που λυσσομανούσε μέσα του, με τον θυμό του.

Η Εποχή της Ενοχής




Ξύπνησε το πρωί με το ζόρι και με το ζόρι όσα είχε να κάνει θα έκανε την υπόλοιπη ημέρα. 

Θα έντυνε τα παιδιά βιαστικά, θα τους ετοίμαζε πρωινό, θα τα πήγαινε στο σχολείο, θα πήγαινε στη δουλειά όπου ας πούμε με συντομία ότι για δέκα ώρες θα υπέφερε, θα επέστρεφε αργά το απόγευμα και θα έπρεπε να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα, γιατί ο άντρας της είχε μάθει να μην τρώει δεύτερη μέρα το ίδιο φαγητό, και να καθαρίσει το σπίτι, θα βοηθούσε τα παιδιά στο διάβασμα, θα τους φώναζε, ακόμη κι αν ένιωθε φρικτά γι’αυτό, επειδή δεν θα είχαν όλες τις ασκήσεις τους σωστά αλλά έπρεπε να είναι καλοί μαθητές στο σχολείο, θα τηλεφωνούσε στη μητέρα της και με το ζόρι θα άκουγε όλα τα τελευταία νέα για το σάκχαρό της και τις πρόσφατες εξετάσεις της, αλλά κυρίως για την εκδρομή που θα έκανε με τις φίλες, όταν εκείνη τη χρειαζόταν να της πλύνει κανέναν πιάτο ή να διαβάσει κανένα παραμύθι στους μικρούς της διαβόλους. Θα έπρεπε να ακούσει μετά τον άντρα της να βρίζει το αφεντικό του και το βράδυ, όταν θα έκλεινε κατάκοπη τα μάτια για λίγες ώρες διακοπής από αυτή την αδιάκοπη τρέλα, θα ξυπνούσε από το απαίσιο ροχαλητό του για να τον σκουντήσει, αυτός θα σιγομουρμούριζε συγγνώμη και θα άλλαζε πλευρό για να ξαναρχίσει να ροχαλίζει πιο δυνατά μετά από πέντε λεπτά, όταν εκείνη θα βρισκόταν στον προθάλαμο ενός όμορφου ονείρου, στο οποίο θα βρισκόταν μόνη της μέσα σε μια απέραντη θάλασσα. 



Φυσικά όλα τα παραπάνω δεν είχε χρόνο να τα σκεφτεί και τα έκανε μηχανικά, σαν ένα αυτόματο ρομπότ, στο οποίο η κοινωνία, η οικογένεια και προπάντων ο εαυτός της έριχναν συνεχώς κέρματα. Και για χρόνια αυτό το ρομπότ δούλευε, μόνο που τώρα με την οικονομική κρίση τα κέρματα όλων μειώνονταν κι εκείνη ένιωθε σαν ένα ρομπότ που έτριζε εκνευριστικά και με γρανάζια μέσα ξεχαρβαλωμένα.


Έκανε αυτές τις καθημερινές κινήσεις που κάνει μια εργαζόμενη μητέρα κάθε πρωί με εκνευρισμό και άγχος και μετά πήγε τα παιδάκια της στο σχολείο για να μορφωθούν, αν και δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι αυτό θα τους εξασφάλιζε στο μέλλον δουλειά και χρήματα και προπάντων ψυχική υγεία για να μπορούν να ζήσουν ανθρώπινα. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος εκείνο το πρωί αλλά το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο έκανε τα πάντα να φαίνονται μαύρα, οι άνθρωποι που έβριζαν στους δρόμους είχαν μαυρίλα στην ψυχή τους κι έτσι ο ουρανός έγινε κι αυτός μαύρος, όταν τον κοίταξε κι ας ήταν γαλάζιος. Και τότε προσπέρασε μια γερασμένη, μισοτρελαμένη γριούλα, που ψαχούλευε στα σκουπίδια και με χαρά βρήκε ένα μισοφαγωμένο κουλούρι και κάθισε στο πεζοδρόμιο να το φάει χαμογελώντας. Ήταν μια εικόνα σκληρή, που δεν άντεχε να βλέπει και όπως κάνουν συνήθως οι άνθρωποι, όταν δεν αντέχουν να βλέπουν κάτι πολύ σκληρό, γύρισε το κεφάλι και δυνάμωσε το ραδιόφωνο, στο οποίο ο εκφωνητής φώναζε για τη νέα φορολογία και σε αυτή τη νέα φορολογία αφοσιώθηκε και άρχισε να αγχώνεται, γιατί δεν ήξερε αν το καλοκαίρι θα πήγαινε διακοπές με τα νέα οικονομικά μέτρα που έρχονταν, να απλώσει το κουρασμένο κορμί της στην παραλία και να μην σκέφτεται τίποτα για λίγα λεπτά κάθε μέρα.



Και πάνω στη σκέψη της παραλίας και της φορολογίας, ένιωσε ένα παράξενο ταρακούνημα στο αμάξι, γύρισε και κοίταξε πίσω της και είδε έναν νεαρό άντρα να της κάνει άσεμνη χειρονομία και να λέει άσεμνα λόγια, γιατί μάλλον τον χτύπησε στον αγκώνα με τον καθρέφτη. Ένιωσε ενοχή, δεν σταμάτησε, όμως, γιατί πρώτον θύμωσε με τη χυδαιότητά του, δεύτερον φοβήθηκε ότι μπορεί να γινόταν βίαιος. Πάτησε γκάζι κι έφυγε και πήγε στη δουλειά της.



Πάνω από το κτήριο, στο οποίο στεγαζόταν η εταιρεία που δούλευε, ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο είχε εγκατασταθεί από το καλοκαίρι, όταν άρχισε να ψιθυρίζεται το ενδεχόμενο απολύσεων και όταν άρχισαν οι πρώτες περικοπές και όταν τα έσοδα άρχισαν να μειώνονται πραγματικά επικίνδυνα για την βιωσιμότητα της εταιρείας. Όλοι ήταν θυμωμένοι με μια κατάσταση, για την οποία κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος και οι μισοί συνάδελφοί της που είχαν οικογένεια είχαν δάνεια για σπίτια, που με πολύ χαρά επίπλωσαν κάποτε, παιδιά που σπούδαζαν στο εξωτερικό ή σε άλλη πόλη, στα οποία δεν τολμούσαν να πουν ότι ίσως θα έπρεπε να δουλέψουν σε μια εποχή που κανείς δεν έβρισκε δουλειά και τεράστια ανάγκη για διακοπές σε κάποιο όμορφο νησί με σοκάκια, μαγαζάκια με κοσμήματα και πολύχρωμα ποτά στην παραλία. Οι άλλοι μισοί συνάδελφοι, που ήταν πιο νέοι, είχαν κάποτε όνειρο να παντρευτούν σε κάποιο κτήμα με όμορφο νυφικό και ρομαντικό ηλιοβασίλεμα και να κάνουν παιδιά, τα οποία μάλλον δεν θα προλάβαιναν να βλέπουν κι όταν τα έβλεπαν θα ήθελαν να τα σκοτώσουν, αυτό δεν τους το έλεγε για να μην τους αποθαρρύνει από το ιερό έργο της διαιώνισης του είδους, ωστόσο τώρα είχαν όλοι αποθαρρυνθεί κι έλεγαν ότι θα μένουν με τους γονείς τους μέχρι τα βαθιά τους γεράματα και τουλάχιστον κάποιος άλλος θα καθάριζε το δωμάτιό τους και δεν θα έπρεπε να καθαρίσουν οι ίδιοι που γύριζαν κατάκοποι το βράδυ και δεν είχαν όρεξη ούτε μια βόλτα  στο τετράγωνο να πάνε. Όλοι αυτοί οι συνάδελφοί της και η ίδια ήταν θυμωμένοι με τον εργοδότη τους και με το κράτος, ο εργοδότης ήταν θυμωμένος με αυτούς, που έπρεπε να πληρώνει τόσα χρήματα για την ασφάλισή τους και με το κράτος. Επίσης συχνά μπορεί να μάλωναν και μεταξύ τους για ένα μολύβι ή ένα φαξ, που δεν στάλθηκε, το μόνο που τους ένωνε ήταν πάντως οι ευχές να κλείσουν οι ανταγωνίστριες εταιρείες για να ανέβει ο τζίρος κι ας έμεναν άνθρωποι σαν αυτούς άνεργοι. Και όλοι θύμωναν, όταν οι ανταγωνιστές είχαν δουλειά και όλος αυτός ο θυμός κυκλοφορούσε στους διαδρόμους, στα γραφεία, έμπαινε κι έβγαινε από τα παράθυρα, ερχόταν από τα σπίτια τους και καμία φορά τη μαυρίλα πάνω από την εταιρεία διέκοπταν εκρήξεις ηφαιστείων. 



Η ημέρα για όλους αυτούς τους υπαλλήλους και για την ίδια πέρασε άσχημα, όπως όλες οι ημέρες τους τελευταίους μήνες και επιτέλους έφτασε η ώρα να φύγει από αυτό το μισητό μέρος, στο οποίο περνούσε τελικά τη ζωή της και πια δεν την πλήρωνε αλλά το είχε ανάγκη γιατί άλλη δουλειά δεν θα έβρισκε αν η εταιρεία έκλεινε ή την απέλυαν και δυστυχώς δεν έγινε μείωση στα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου των παιδιών, ακόμη κι αν παρακάλεσε πολύ ευγενικά ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων.



Μπήκε στο αυτοκίνητο της και άνοιξε το ραδιόφωνο, αλλά η ιδέα που της είχε καρφωθεί από το μεσημέρι, τώρα γιγαντώθηκε στο μυαλό της και άρχισε να την κατακλύζει. Κι αν αυτός ο νεαρός της έκανε μήνυση για εγκατάλειψη ατυχήματος; Αν είχε σπάσει το χέρι του ή είχε πάθει κάταγμα; Και το ακόμη χειρότερο, που της πάγωνε το αίμα, αν είχε μαζί του ένα μικρό παιδί κι εκείνη δεν το είδε και το σκότωσε; Αν είχε γίνει φονιάς και δεν το είχε καταλάβει; Αν έμπαινε στη φυλακή και δεν ξαναέβλεπε ποτέ τα παιδιά της; Μοιράστηκε αυτούς τους φόβους με μια φίλη της, που της είπε ότι μάλλον έχει πολύ άγχος και να πάει σε ψυχολόγο, αν τις περισσέψουν ποτέ ξανά χρήματα και με τη μαμά της, που της είπε ότι μπορεί να είχε πάθει κάταγμα εκείνος ο περαστικός και ότι έπρεπε να είχε σταματήσει για να τον πάει στο νοσοκομείο. Η μητέρα της είχε την κακή συνήθεια κάθε άγχος της να το μετατρέπει σε πανικό. Η ίδια καταλάβαινε ότι ήταν παράλογο, ότι το μυαλό της τής έπαιζε παιχνίδια, ότι απλώς χτύπησε λίγο το χέρι ενός ανθρώπου με τον καθρέφτη κι αυτός εκνευρίστηκε, αλλά τότε τι ήταν αυτή ενοχή, τι ήταν αυτό το τεράστιο βάρος, που την πλάκωνε σαν ταφόπλακα σε ζωντανό σώμα, τι ήταν αυτός ο τρόμος που παρέσυρε το μυαλό της σε καταστροφές και την έκανε να φαντάζεται τον εαυτό της μόνο του στο κελί μιας φυλακής να μετράει τις μέρες της υπόλοιπης ζωής της χωρίς ελπίδα; 



Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι περνούσε πάλι από το σημείο που έγιναν όλα. Παρκάρισε το αυτοκίνητο και βγήκε χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει. Εντόπισε τον κάδο και άρχισε να κοιτάζει στον δρόμο αν υπήρχε αίμα από το έγκλημα που δεν έκανε. Κοιτούσε με μανία, ήθελε με τα χέρια της να τρίψει το πεζοδρόμιο, να το γδάρει και να γδάρει μετά τα χέρια της να φύγει από πάνω τους αυτό το φανταστικό αίμα κι αυτόν τον φόβο ότι δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ τα παιδιά της, τον άντρα της, τη μητέρα της να τον ξεριζώσει και να τον πετάξει μακριά και να μπορέσει να αναπνεύσει επιτέλους σαν άνθρωπος ζωντανός, όχι σαν άνθρωπος με μια ταφόπλακα πάνω του. 

Τότε άκουσε μια φωνή πίσω της και πετάχτηκε τρομαγμένη. Η γριούλα, που το πρωί έτρωγε το μισοφαγωμένο κουλούρι, είχε βρει κάτι ακόμη να φάει.

«Τυχερή είμαι σήμερα», της είπε.
Την κοίταξε σοκαρισμένη κι έκανε να φύγει γρήγορα.
«Και τι ωραίος, γαλάζιος ουρανός…», συμπλήρωσε η γριούλα και άρχισε να καταβροχθίζει τα αποφάγια που κρατούσε στα χέρια της.