Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Απροδιόριστα

Ήταν τέλη καλοκαιριού σε έναν παραθαλάσσιο οικισμό και σε ένα μπαλκόνι μια γυναίκα άκουγε τα βήματα του Αυγούστου, που είχε ήδη αρχίσει να ξεμακραίνει. Δεν έχει μεγάλη σημασία ποια ήταν αυτή η γυναίκα, πώς την έλεγαν ή τι ηλικία είχε. Θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όνομα, να είναι νεαρή φοιτήτρια ή μεσήλικη ή να είναι τριαντα πέντε χρόνων. Ή και μεγάλη, πολύ μεγάλη. Το θέμα είναι όμως εκεί κάτω από τα άστρα ένιωθε πάλι μικρό κορίτσι, οπότε ας μείνουμε σε αυτό. Ούτε έχει νόημα να αναφέρουμε την οικογενειακή της κατάσταση. Μπορεί να ήταν πρόσφατα χωρισμένη ή έγκυος ή να είχε ήδη δύο παιδιά, που την κούραζαν πολύ ή να είχε ένα εγγόνι που λάτρευε. Ή να μην ήθελε ποτέ να κάνει παιδιά ή ακόμη και να το σκεφτόταν. Μπορεί να αγαπούσε τον άντρα της ή να μην ήθελε κανέναν άντρα στη ζωή της ή να ήταν πληγωμένη ή να ευχόταν να βρει τον έρωτα ξανά ή για πρώτη φορά. Τίποτε από όλα αυτά που συνήθως μας καθορίζουν δεν είχε τότε σημασία. Γιατί εκείνο το βράδυ σε αυτό το μπαλκόνι ένιωθε να αιωρείται μόνη, ολομόναχη στον κόσμο. Και αν και παράξενο, αυτό της άρεσε.
Όλα στο σκοτάδι έδειχναν αλλιώς. Το κόκκινο χρώμα της βοκαμβίλιας δεν φαινόταν. Το φυτό έμοιαζε με τεράστιο χέρι που είχε αρπάξει το μπαλκόνι. Τα γύρω σπίτια ήταν άδεια και σκοτεινά. Οι παραθεριστές είχαν φύγει. Ακόμη και τα τζιτζίκια, που τα ζεστά βράδια τραγουδούσαν, είχαν πάψει. Η θάλασσα πέρα μακριά, δεν φαινόταν. Και το φεγγάρι σαν να το είχε κόψει από κιτρινωπό χαρτόνι ένα μικρό παιδί για να παίξει.
Ήταν η ηρεμία γύρω της άραγε αυτό που γαλήνευε την ψυχή της; Ω, μην νομίσετε πως η γυναίκα αυτή δεν είχε έγνοιες και προβληματισμούς. Συχνά τη βασάνιζε μια αδιόρατη κακή ψυχική διάθεση. Είχε δυσκολίες όπως όλοι. Συναντούσε απογοητεύσεις, απρόοπτα, δυσκολίες και συχνά οι σχέσεις της με άλλους ήταν τεταμένες. Όχι, μη ρωτήσετε, σας παρακαλώ, τι συγκεκριμένα προβλήματα είχε. Ξέρω, όλοι έχουμε μια ροπή στην περιέργεια και στην ηδονοβλεψία, συχνά δε ανακουφιζόμαστε, όταν κάποιος υποφέρει περισσότερο από εμάς. Προσπαθήστε να συγκρατήσετε αυτές τις τάσεις σας. Γιατί πραγματικά εκείνο το βράδυ τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία.
Ξέχασα να σας αναφέρω πως τα ακουστικά στα αυτιά της τής έφερναν τους ήχους ενός πιάνου. Ναι, ένα πιάνο μέσα στη νύχτα μπορεί να σε γαληνέψει, ειδικά όταν κοιτάζεις το μισοφέγγαρο και μερικά αστέρια και αρχίζεις να αποχαιρετάς το καλοκαίρι και όλοι γύρω σου λείπουν και νιώθεις τόσο σαν μικρό παιδί που για λίγα δευτερόλεπτα ξεχνάς κι εσύ ακόμη ο ίδιος ποιος ή πού είσαι.
Μέσα στην ομορφιά της ήσυχης νύχτας ήρθαν να προστεθούν μερικές πυγολαμπίδες. Μα ήταν τόσο χαριτωμένες, σχεδόν εξωπραγματικές. Στην πόλη δεν βλέπεις ποτέ πυγολαμπίδες. Μόνο ψεύτικα φώτα να κυλάνε στις λεωφόρους. Όμως δεν είχε σημασία ούτε η πόλη. Γιατί τώρα ήταν σε εκείνο το μπαλκόνι, μακριά από κάθε φασαρία. Μόνο το πιάνο υπήρχε και τίποτε άλλο, λίγο μελαγχολικό μα τόσο αληθινό που η μελαγχολία του γινόταν σχεδόν εθιστική.
Το ξέρω ότι σύντομα θα αρχίσετε να εκνευρίζεστε. Τι ιστορία είναι αυτή; Τι είναι όλα αυτά τα απροσδιόριστα; Χωρίς το μέρος, την ηλικία της ηρωίδας, την οικογενειακή της κατάσταση, τα προβλήματά της; Απλώς κάθεται σε ένα μπαλκόνι και κοιτάζει πυγολαμπίδες; Ω, αυτός ο ρομαντισμός δεν ταιριάζει πια στην εποχή μας! Γιατί τίποτα από όσα θεωρούμε σημαντικά να μην έχει σημασία; Μόνο ένα πιάνο! Μα ποιος μπορεί σήμερα να νοιαστεί αληθινά για τον ήχο ενός πιάνου;
Δεν σας κατηγορώ μα δεν θα μπορέσω να αποκαλύψω περισσότερα. Νομίζω πως έτσι θα ήθελε αυτή η γυναίκα εκείνο το βράδυ. Να μην καθορίζεται από κανέναν. Να μην σκέφτεται τίποτα, να μην  εύχεται τίποτα. Να μην υπάρχει με τον τρόπο που συνήθως υπάρχουμε. Μα είναι πολύ αγχωτικός αυτός ο τρόπος, δεν το ξέρετε; Ίσως να τη ζηλεύετε λίγο κι ας μην το παραδέχεστε...
Εντάξει, δεν θα επιμείνω. Δεν είναι η εποχή μας για τέτοιες ιστορίες. Το φεγγάρι δεν είναι πια συντροφιά για κανέναν.
Μα φυσικά θα τελειώσω την ιστορία. Η γυναίκα ένιωσε γαλήνη για αρκετή ώρα. Ένιωσε να είναι μια κουκκίδα μέσα στο σύμπαν χωρίς θυμό, προσδοκίες, φόβο, λύπη, χωρίς ούτε χαρά. Ένιωσε πως δεν έλεγχε τίποτα στον απέραντο κυκεώνα που λέγεται ζωή, σύμπαν, κόσμος. Και σαν για λίγο να πέταξε. Ή έτσι τέλος πάντων νόμισε, όπως νομίζουν τα παιδιά καμιά φορά όταν κουνάνε τα χέρια και τρέχουν φωνάζοντας.
Κι ύστερα από λίγο άρχισε να φυσάει.
Το πιάνο άρχισε να γίνεται ενοχλητικό τώρα στα αυτιά της.
Το φεγγάρι είχε κρυφτεί εδώ και ώρα.
Η γυναίκα μπήκε μέσα, επέστρεψε στο όνομά της, την ηλικία της, την οικογένειά της ή στη μοναξιά της. Στη ζωή της και στα προβλήματά της. Στις ευχές και στις προσδοκίες της.
Σύντομα θα επέστρεφε και στην πόλη.
Μέσα στο ψυχρό αεράκι έξω από τον οικισμό και πιο πέρα μακριά, ο Αύγουστος συναντούσε τον Σεπτέμβρη.
"Έρχομαι", ψιθύρισε μόνο ο μελαγχολικός, φθινοπωρινός μήνας κι ύστερα φύσηξε πιο πολύ.
Οι πυγολαμπίδες συνέχισαν να λάμπουν μέσα στο σκοτάδι.
 Όπως αυτό που συνεχίζεται, όταν κάτι τελειώνει.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

"Απόψε θα ευχηθώ, σκεφτόταν
Και στη βροχή αστεριών που θα'ρθει
Σίγουρα θα χωρέσουν κάποιες
Μοναχικές ευχές του Αυγούστου"







Έτσι ξεκίνησε για να βρεθεί κάπου
Να είναι μόνος χωρίς άλλους
Να βρει τον έναστρο ουρανό μονάχο
Στον ώμο του έναν σάκο είχε
Και μέσα είχε στριμώξει τις ευχές του

Περπάτησε πολύ για ώρες
'Υστερα κάτω από ένα δέντρο
Κάθισε αποφασισμένος
Στ' αστέρια που ήταν έτοιμα να πέσουν
Να στείλει τα μεγάλα όνειρά του

Μα ήταν τόσο κουρασμένος
Απ' το μεγάλο του ταξίδι
Για λίγο έκλεισε τα μάτια

Όλη τη νύχτα πεφταστέρια
Ταξίδευαν στον ουρανό

Οι ευχές του ξετρύπωσαν και φύγαν
Χάθηκαν γρήγορα μέσα στο δάσος

Όλη τη νύχτα πεφταστέρια
Ταξίδευαν στον ουρανό

Κι εκείνος ήσυχα σαν παιδί κοιμόταν


(Γιατί οι ευχές είναι προορισμένες
μονάχα για να ξεγλιστράνε.
Συνήθως όταν τ'άστρα πέφτουν
είμαστε αποκοιμισμένοι...)



Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Παραδίδονται Μαθήματα Ζωγραφικής Εντός του Καταστήματος

   
Κάπου εκεί στον ύπνο του εκείνο το βράδυ ξετρύπωσε από σκέψεις τόσο μακρινές μια κοπέλα, που όταν ήταν φοιτητής είχε ερωτευτεί και δεν το είχε πει σε κανέναν. Εκείνος σύχναζε σε μια καφετέρια κοντά στο Πανεπιστήμιο, φορτωμένος κάθε φορά με βιβλία και σημειώσεις κι εκείνη δούλευε σε μια γκαλερί απέναντι και μερικές φορές ήταν καθισμένη στο μεγάλο σκαλί έξω και κάπνιζε με ένα βλέμμα που θύμιζε εύθραυστο κορίτσι από άλλη εποχή. Την κοιτούσε γεμάτος λαχτάρα ένα απόγευμα και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ήταν σαν να είχαν μιλήσει, σαν να είπαν πολλά μέσα σε δύο δευτερόλεπτα, σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός ή σαν να ξαναγεννήθηκε. Έκτοτε καταλάβαινε πως η κοπέλα κάπνιζε πιο συχνά έξω για να τον κοιτάζει ή άλλες φορές καθόταν σε συγκεκριμένο σημείο μέσα στη γκαλερί από όπου τα βλέμματά τους κλεφτά μπορούσαν πάλι να συναντιούνται για λίγο κι ύστερα τάχα να απομακρύνονται για να βρεθούν πάλι λίγο μετά κι ήταν όλοι αυτοί οι διάλογοι των ματιών ένας χείμαρρος μέσα στην καρδιά του. 
    Εκείνα τα χρόνια ήταν ένας πολύ επιμελής νέος, γεμάτος υποχρεώσεις, αφοσιωμένος στις σπουδές του στη Νομική, η περηφάνια των γονιών του και όλων των συγγενών, όμως συχνά τα βράδια ξυπνούσε ξαφνικά με ταχυπαλμίες κι ένιωθε πως ήθελε να τρέξει για κάπου μακριά. Η γκαλερί, στην οποία δούλευε η κοπέλα που χωρίς να γνωρίζει είχε αγαπήσει, ήταν ένας κόσμος που τον γοήτευε. Οι πίνακες ήταν γεμάτοι χρώματα έντονα ή μελαγχολικά, γεμάτοι εικόνες κατακερματισμένες σύγχρονες ή τοπία ρομαντικά, και συνεχώς κάτι του φώναζαν. Δεν μπορούσε να το ακούσει, όμως. Το ειδύλλιο με το άγνωστο κορίτσι τελείωσε άδοξα λίγο πριν το τέλος του τελευταίου εξαμήνου. Τυχαία έξω είδε ένα χαρτάκι ένα πρωί, που η γκαλερί ήταν κλειστή. "ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ". Όταν γύρισε στο διαμέρισμά του του δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται. Κι αν η κοπέλα ήταν ζωγράφος; Αν εκείνη είχε χρωματίσει όλους αυτούς τους πίνακες; Αν εκείνη δίδασκε ζωγραφική; Πέρασε ένα σαββατοκύριακο σχεδόν αποφασισμένος να μη δώσει τα δύο τελευταία μαθήματα που χρωστούσε και να αλλάξει ζωή, να γίνει ζωγράφος δίπλα στην όμορφη άγνωστη, να ταξιδέψει μαζί της στον κόσμο και αποτυπώσει σε πίνακες την ομορφιά του, να τη ζωγραφίσει κι εκείνη γυμνή και ντυμένη και να κάνει μαζί της πολλά παιδιά, που θα ζωγράφιζαν κι αυτά και θα έγραφαν και θα τραγουδούσαν. Δεν ήθελε να γίνει δικηγόρος. Τελικά τελείωσε τις σπουδές του με άριστα, έγινε δικαστικός και παντρεύτηκε μια δικηγόρο και τα παιδιά τους σπούδασαν Νομική και Ιατρική, έγιναν κι εκείνα άνθρωποι επιμελείς και γεμάτοι υποχρεώσεις και μερικές φορές έβλεπε στα μάτια τους τα δικά του σύννεφα μα γρήγορα άλλαζε σκέψη για να μην στενοχωριέται, για να μην θυμάται, για να μην νιώθει. Την κοπέλα από τη γκαλερί φυσικά την είχε ξεχάσει εντελώς για δεκαετίες μέχρι που εκείνο το βράδυ την είδε στο όνειρό του.
    Ήταν νέος στο όνειρό του, νέος και αποφασισμένος να τη συναντήσει. Είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τις σπουδές του και θα πήγαινε στο κατάστημα για να τη γνωρίσει, για να του μάθει εκείνη να ζωγραφίζει, για να τη φιλήσει, για να φύγουν μετά μαζί και να πάνε στο φοιτητικό του διαμέρισμα και να μείνουν εκεί για μέρες κάτω από τα σκεπάσματα πίνοντας κρασί. Ήταν νέος και η καρδιά του τρεμόπαιζε, ένιωθε ανησυχία και ενθουσιασμό, άγχος και αγαλλίαση, ένιωθε έρωτα, ένιωθε πως επιτέλους ζούσε. Έφτασε στη γκαλερί και ανέβηκε το μεγάλο σκαλί, εκείνο το σκαλί στο οποίο τόσες φορές είχε καθίσει αυτό το πλάσμα που λάτρευε. Η πόρτα ήταν κλειστή και πήγε να την ανοίξει. Μα όταν άκουσε το τρίξιμό της, ένιωσε κάποιον να τον σκουντάει και ξαφνικά πετάχτηκε. Βρέθηκε σε μπλε πιτζάμες κι ένα σώμα μεσήλικα με μια κοιλιά που προεξείχε, σε ένα τεράστιο πολυτελές κρεβάτι με τη γυναίκα του δίπλα του, που φορούσε ακριβό νυχτικό μα είχε στρυφνό βλέμμα και τον σκουντούσε με τόση δύναμη που το όνειρο διαλύθηκε, διαλύθηκε η πόρτα και το σκαλί και η γκαλερί και εκείνος ο έρωτας και η ελπίδα πως επιτέλους κάτι θα ζούσε.
     "Σήκω, το δικαστήριο σου είναι σε δυο ώρες κι έχω κι εγώ δικαστήριο και έχω αργήσει. Σήκω, τι έπαθες;"
Ξαφνικά ένιωσε πως δεν ήταν εκείνος αυτός ο δικαστής, που σε δυο ώρες κάποιος αθώος ή ένοχος θα κοίταζε με τρόμο. Πως δεν ήταν ο άντρας ο ευυπόληπτος, ο επιτυχημένος, που οι περισσότεροι ζήλευαν για την οικονομική άνεσή που είχε. Πως δεν ήταν ο καλός πατέρας που στεκόταν πάντα δίπλα στα παιδιά του και τα ενθάρρυνε να γίνουν σωστοί άνθρωποι και τυπικοί και υπεύθυνοι, όπως εκείνος. Πως δεν ήταν ο καλός σύζυγος που δεν ξεχνούσε ποτέ γενέθλια ή επετείους και δεν ύψωνε ποτέ τη φωνή του, ούτε κακομεταχειριζόταν τη γυναίκα του ποτέ, ούτε όταν τον εκνεύριζε ακόμη και για λόγο απλό της το έλεγε.
    Μα τώρα ξαφνικά ήταν ένας άλλος, ένας όμορφος νέος που λαχταρούσε να ζωγραφίσει και να κάνει έρωτα, και ξύπνησε σε ένα σώμα γερασμένο και μισούσε αυτή τη γυναίκα δίπλα του με την βραχνιασμένη από τον ύπνο φωνή που τον σκουντούσε, μισούσε το πολυτελές κρεβάτι και το όμορφα το διακοσμημένο υπνοδωμάτιο, τα βαριά έπιπλα στο σαλόνι, τη γεμάτη λουλούδια βεράντα και την όμορφη γειτονιά με τα ακριβά αυτοκίνητα. "Τι έχεις; Νιώθεις καλά;", του έλεγε η γυναίκα του και συνέχιζε να τον σκουντάει κι εκείνος έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτηκε για λίγο πως πέθαινε. 
    "Ξύπνα, αγάπη μου, θα αργήσουμε, ξύπνα επιτέλους...", ακουγόταν η βραχνιασμένη φωνή και εκείνη ακριβώς τη στιγμή το Ανεκπλήρωτο πατώντας ελαφρά για να μην το ακούσουν έτρεξε  να κρυφτεί πίσω από την τεράστια βιβλιοθήκη, για να μην τον ταράζει άλλο, να μην του προκαλεί δυστυχία. Για να τον αφήσει απλώς να ζήσει τη ζωή που εκείνος ο ίδιος είχε μάλλον συνειδητά επιλέξει.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

"Αγκάλιασε το χάος..."

    
Ήταν Κυριακή μεσημέρι και προσπαθούσε λίγο να κοιμηθεί. Ο Μάιος γινόταν σιγά-σιγά καλοκαίρι και οι ανοιχτές μπαλκονόπορτες έφερναν ήχους από τα απέναντι διαμερίσματα. Το κελάηδισμα ενός καναρινιού τής έφερε μια γλυκιά αίσθηση, δευτερόλεπτα μετά όμως θυμήθηκε το καναρίνι που είχε μικρή που κελαηδούσε όμορφα μα πετάριζε μέσα στο κλουβί φυλακισμένο κι ύστερα πέθανε ξαφνικά κι εκείνη νόμιζε πως ήταν δικό της λάθος. Τα παιδιά είναι τόσο εύκολο να πάρουν όλα τα κρίματα του κόσμου πάνω τους κι ύστερα να τα κουβαλούν στις πλάτες τους και να γίνουν ενήλικες με μια απροσδιόριστη ενοχή, να νιώθουν πως σε κάθε κατάσταση κάποιο λάθος έκαναν, κάπου έχουν φταίξει. "Αγκάλιασε το χάος", άκουσε μια φωνή από το όνειρό της κι ωστόσο θα έπαιρνε όρκο πως ήταν ξύπνια. Το καναρίνι συνέχιζε το τραγούδι του και μια γειτόνισσα μιλούσε ακατάπαυστα στο τηλέφωνο και γελούσε και η φωνή από το εσωτερικό υπερπέραν συνέχιζε, "Αγκάλιασε επιτέλους το χάος!". Κι εκείνη σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου άρχισε να αφήνεται στους συνειρμούς της και να σκέφτεται και να προσπαθεί να απαντήσει σε αυτή τη φωνή, που κάπου μέσα στα βάθη του εαυτού της υψώθηκε και ίσως της έλεγε κάτι πολύ σημαντικό, ίσως ήταν απλώς παραμιλητό του ύπνου.
     Το χάος είναι παντού. Στο διαμέρισμά της η ντουλάπα της έχει ανακατεμένα καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα ρούχα, όλο λέει πως θα κάνει την πρέπουσα τακτοποίηση κι όλο το αναβάλει χωρίς να ξέρει το γιατί. Τα πιάτα είναι άπλυτα στο νεροχύτη και η βρύση στάζει, η κάθε σταγόνα πέφτει σε μια λιμνούλα κι ύστερα χάνεται. Εκείνη αγωνίζεται να είναι όλα τακτοποιημένα, αν κάτι βρεθεί σε λάθος θέση την κατακλύζει άγχος και τρέχει να το αποκαταστήσει κι όμως αυτά τα αντικείμενα είναι πολύ άτακτα, όλο και αλλάζουν θέση, όλο και παραστρατούν. 
     Το χάος είναι γύρω της. Το διαδίκτυο, η τηλεόραση είναι ένα χάος που σαν μαύρη τρύπα σε ρουφάει λίγο-λίγο κάθε μέρα, που χαιρέκακα σου δείχνει πόσο βίαιος είναι ο κόσμος, πόσο βίαιος είναι ο άνθρωπος. Η κοινωνία θυμίζει μερικές φορές τα ντοκιμαντέρ από τη ζούγκλα, το σαρκοφάγο θα στήσει ενέδρα και θα παλέψει ανελέητα για να ξεσκίσει ένα δύστυχο, αδύναμο ζώο κι ωστόσο αν το ίδιο το σαρκοφάγο μείνει μέρες πεινασμένο, περιφέρεται εξίσου αδύναμο και το λυπάσαι. Ο άνθρωπος είναι χάος, παλεύει καθημερινά για πράγματα που κατά βάθος δεν επιθυμεί, ονειρεύεται και συχνά δεν κυνηγάει τα όνειρά του, κι αν σταθεί τυχερός και τα πραγματοποιήσει, τα κοιτάζει μετά αφ'υψηλού και τα πετάει έξω από την πόρτα του λαχταρώντας αυτή τη φορά κάτι πιο δύσκολο, πιο λαμπερό ή απλώς κάτι πιο μάταιο. 
       Το χάος είναι μέσα της. Οι συγκινήσεις εναλλάσσονται πολλές φορές με απόσταση λεπτών, μία με κάτι θα χαρεί, μία θα λυπηθεί, θα ελπίσει κι ύστερα θα απογοητευτεί ατελείωτα κι ύστερα πάλι θα ενθουσιαστεί με κάτι καινούριο κι όλο αυτό μπορεί να προκαλεί φθορά ή είναι απλώς ο κύκλος της ζωής της που είναι καταδικασμένη ή ευλογημένη και κινείται αδιάκοπα και δεν μπορεί να παγιωθεί σε ένα συναίσθημα, σε μια ψυχική κατάσταση ή σε έναν στόχο και κυρίως σε μια στιγμή.
      "Αγκάλιασε το χάος", έλεγε η φωνή του ονείρου και το καναρίνι έξω τραγουδούσε μόνο, λυπημένο ή και χαρούμενο, ποιος μπορεί να καταλάβει αληθινά ένα κελάηδισμα. Το όνειρο τώρα είχε εικόνες, ένας δρόμος πλημμυρισμένος κι εκείνη ακινητοποιημένη παρασυρόταν από το νερό κι απομακρυνόταν από την πόλη, ύστερα λουλούδια τεράστια και από κάτω ένα σπίτι γεμάτο παιδιά που γελούσαν χαρούμενα, ύστερα εκείνη η ίδια παιδί να κρατάει το καναρίνι της κι αυτό να της χαμογελά και να πετάει ελεύθερο προς έναν ροζ ορίζοντα. Κι ύστερα το γέλιο της γειτόνισσας τόσο δυνατό, εκνευριστικό μα και ίσως και λίγο χαριτωμένο κι ύστερα μια κόρνα επίμονη από τον δρόμο που μπήκε στο όνειρό της και άρχισε να ταράζει τις εικόνες, να τις διαλύει, να τις σπάει, όπως σπάει η μπάλα ενός παιδιού ένα τζάμι και το κάνει κομμάτια. 
      Κι ύστερα σηκώθηκε σαν τίποτε όλα αυτά να μην είχαν γίνει. Έστρωσε το κρεβάτι της και χτένισε τα μαλλιά της. Βγήκε στο μπαλκόνι αναζωογονημένη από τον μεσημεριανό ύπνο. Η ζέστη ήταν λίγο ενοχλητική, η κυριακάτικη ησυχία, όμως, πολύτιμη. Είχε αυτή τη συνηθισμένη παρόρμηση να κάνει κάτι, ένιωσε το σώμα της να εκνευρίζεται στην απραγία κι ωστόσο για λίγο σταμάτησε, κοίταξε τα λουλούδια στο απέναντι μπαλκόνι και δεν σκέφτηκε τίποτα. Κι ύστερα προσπάθησε να σκεφτεί τι όνειρο είχε δει, μα ήταν αδύνατο, είχε μόνο μια αίσθηση εκκρεμότητας μέσα της και προσπαθούσε, προσπαθούσε να θυμηθεί μα δεν μπορούσε. Η φωνή του ονείρου είχε αποσυρθεί βαθιά βαθιά στην ψυχή της, μέσα σε αυτόν τον ωκεανό που ρέει μέσα μας και σπάνια τον βλέπουμε. Εκείνη ασυναίσθητα τοποθέτησε τα χέρια της πάνω της έτσι ώστε το ένα να αγκαλιάσει το άλλο. Κι ύστερα μπήκε μέσα και άρχισε να τακτοποιεί το σπίτι κι έπλυνε τα πιάτα αποφασισμένη επιτέλους να φυλάξει όσα χειμωνιάτικα ρούχα είχαν απομείνει στην ντουλάπα της.
     Και η φωνή του ονείρου μέσα στον ατέλειωτο, άγνωστο ωκεανό της ψυχής της χαμογελούσε σίγουρη πως την επόμενη φορά θα ήταν πιο δυνατή, πιο πειστική, πιο φανερωμένη.

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με τη μοβ τούφα

(μια ιστορία που φτιάξαμε με τους 11χρόνους Παναγιώτη και Άννα, στα πλαίσια παρέμβασης της οργάνωσης HomeStart Πειραιά)

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, η Λίλα. Ήταν ένα κοριτσάκι σαν όλα τα άλλα μα είχε και κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε ένα μωρό. Μια μοβ τούφα στα μαλλιά της. Η μητέρα της στην αρχή τρόμαξε και απόρησε. 
"Γιατρέ! Γιατί το κοριτσάκι μου έχει αυτή τη μοβ τούφα στο κεφάλι της;", είπε.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή", απάντησε ο σοφός γιατρός, που είχαν δει πολλά τα μάτια του και δεν τρόμαζε πια, ούτε απορούσε.
Η μητέρα της Λίλας ικανοποιήθηκε από την απάντηση και όταν μεγάλωσε η Λίλα, κάθε φορά που τη ρωτούσε γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα και ξεχώριζε, της απαντούσε:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή".
    Κι έτσι, αφού το άκουσε αυτό πολλές φορές, άρχισε και η Λίλα να ικανοποιείται από αυτήν την απάντηση και σταμάτησε να αναρωτιέται, να ντρέπεται ή να λυπάται για τη μοβ τούφα που είχε στα μαλλιά της. Άρχισε σιγά σιγά να αγαπάει τη μοβ τούφα της και να μην μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς αυτήν.
     Μα μετά η Λίλα πήγε στο σχολείο. Τα άλλα παιδιά, όταν την είδαν άρχισαν να γελάνε και να την κοροϊδεύουν. Η Λίλα έδειξε να μην δείχνει σημασία. Ήξερε πως η μοβ τούφα την έκανε μοναδική. Πληγώθηκε πολλές φορές μα δεν λύγισε. Και όταν κάποιο παιδί τη ρωτούσε στα σοβαρά γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα στα μαλλιά της απαντούσε με θάρρος:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
Το είπε πολλές φορές και κάποια στιγμή τα παιδιά βαρέθηκαν να γελάνε μαζί της. Οι κοροϊδίες τους ήταν άστοχες γιατί η περήφανη Λίλα έδειχνε να μην επηρεάζεται. Στα κρυφά άρχισαν να τη θαυμάζουν. Κι ύστερα να την αποδέχονται και να την αγαπούν. Η Λίλα πέρασε δύσκολα στην αρχή μα τελικά κατάφερε να βρει φίλους, που όταν μιλούσαν για τη μοβ τούφα τους στους γονείς τους, έλεγαν με δέος.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
      Κι ήταν όλα καλά μέχρι που ήρθε καινούρια διευθύντρια στο σχολείο. Η κυρία Ξινισμένη. Όταν είδε τη Λίλα, σοκαρίστηκε. Τι ήταν αυτό το παράξενο κορίτσι; Τι μαλλιά ήταν αυτά; Πώς τολμούσε να εμφανίζεται έτσι στον ιερό χώρο της μάθησης; Πώς τολμούσε τόσο απροκάλυπτα να διαφέρει;
Κάλεσε τη Λίλα και της είπε πως έπρεπε να βάψει τη μοβ τούφα της καστανή, όπως και τα υπόλοιπα τα μαλλιά της.
"Μα έτσι γεννήθηκα, κυρία!", διαμαρτυρήθηκε η Λίλα.
"Δεν με ενδιαφέρει καθόλου, νεαρή μου. Πρέπει να υπάρχει τάξη στην τάξη. Πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι. Τακτοποιημένοι και φρόνιμοι."
Η Λίλα στενοχωρήθηκε πραγματικά πολύ. Κάθισε σε ένα παγκάκι στο προαύλιο και άρχισε να κλαίει. Όλοι οι συμμαθητές της μαζεύτηκαν γύρω της. Όταν τους εξήγησε τι της ζήτησε η κυρία Ξινισμένη, θύμωσαν πραγματικά πολύ! Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο της Λίλας, ήταν και δικό τους. Ποιος ξέρει τι άλλο θα ζητούσε μετά η κυρία Ξινισμένη από εκείνους. Συζήτησαν για ώρα και πήραν όλοι μαζί μια απόφαση.
      Την επόμενη μέρα η κυρία Ξινισμένη είδε έκπληκτη όλους τους συμμαθητές της Λίλας με μια μοβ τούφα στα μαλλιά τους.
"Μα...", πήγε να διαμαρτυρηθεί.
¨Είπατε πως πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι, κα Ξινισμένη! Ορίστε, είμαστε ίδιοι!"
     Η κα Ξινισμένη δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έξυνε το κεφάλι της αγχωμένη, ήταν σε πολύ δύσκολη θέση.
"Αλήθεια, Λίλα, παιδί μου, γιατί γεννήθηκες με μια μοβ τούφα στα μαλλιά σου;", σκέφτηκε μόνο να πει.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή!", φώναξαν όλα τα παιδιά.
Η κυρία Ξινισμένη ικανοποιήθηκε από την απάντηση. Δεν ξαναμίλησε για τη μοβ τούφα της Λίλας. Πήρε ένα καλό μάθημα από αυτήν την ιστορία και ποτέ πια δεν έκρινε ξανά άσχημα κάτι που δεν καταλάβαινε. Η Λίλα χάρηκε τόσο πολύ που την υπερασπίστηκαν οι συμμαθητές της και που μπορούσε να κρατήσει τη μοβ τούφα της. Και οι συμμαθητές της Λίλας κατάλαβαν πόση δύναμη είχαν αν ήταν ενωμένοι και καλοί.


Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΠΑΛΙΟΖΩΗ...

   

Η άνοιξη αυτή δεν μπήκε καλά. Πάντα βέβαια πριν έρθει κάτι ωραίο πρέπει να υποφέρεις, το έχω μάθει για τα καλά αυτό εγώ, ο Πορτοκαλόγατος, που ζω στους δρόμους αυτής της άχαρης πόλης. Εντάξει, το παρκάκι όπου συχνάζω δεν είναι τόσο άχαρο, μα τι να σου κάνουν λίγα ήσυχα δέντρα μπροστά στην τόση γκρίζα φασαρία; Για να μην πω και για τα περιστέρια του πάρκου που όλο μας κουτσουλάνε. Τέλος πάντως, έμαθα να αντέχω αυτή τη δύσκολη ζωή και τα απρόοπτά της. Έμαθα να τριγυρνώ με άδειο στομάχι και να ψάχνω στα σκουπίδια αποφάγια ανάμεσα σε χρησιμοποιημένα χαρτιά υγείας και τρύπιες παντόφλες. Τι να πεις, παλιοζωή. Άλλοι γάτοι είναι σε σαλόνια και τρώνε κάθε μέρα φιλέτο. Μα κι αυτούς δεν τους ζηλεύω. Κλεισμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους να ακούνε οικογενειακούς καβγάδες και ηλίθιους στην τηλεόραση. Παλιοζωή κι αυτή. Αλλά το φιλέτο, φιλέτο. Εντάξει, δεν θα έλεγα όχι σήμερα σε λίγο φιλέτο. Ή σε λίγη ζεστασιά. Γιατί όπως σας είπα, αυτή η άνοιξη δεν μπήκε καλά φέτος. Όλη μέρα σήμερα βρέχει και κάνει κρύο εκνευριστικό.

    Και τη βροχή την αντέχει ο Πορτοκαλόγατος. Τόσα χρόνια στους δρόμους έμαθα να κρύβομαι κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τέντες κλειστών μαγαζιών. Δεν έμαθα ποτέ γιατί εμείς οι γάτες μισούμε τόσο το νερό. Όταν ήμουν μικρό γατάκι, είχα ρωτήσει τη μαμά μου. Είχε αποφύγει να μου απαντήσει σαν να έκρυβε το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου. Θα ήθελα να ξέρω. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε εμείς τα ζωντανά πλάσματα και πορευόμαστε ανίδεα και τυφλά και χωρίς νόημα στο τυχαίο που λέγεται ζωή. "Πορτοκαλόγατος, ο φιλόσοφος", με λένε κάτι φίλοι, που νιαουρίζουμε μαζί στο πάρκο τις νύχτες. Και τι τους πειράζει που αναρωτιέμαι; Αυτοί είναι στον κόσμο τους. Ό,τι φάνε και ό,τι πιουν. "Και τι μας νοιάζει ο λόγος που μισούμε το νερό; Σημασία έχει ότι το μισούμε." Έτσι μου λένε και εγώ ταπεινωμένος φεύγω από το πάρκο και ανεβαίνω σε ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό κτήριο και νιαουρίζω στο φεγγάρι. Το φεγγάρι έχει ακούσει πολλά τραγούδια, νιαουρίσματα και απορίες και ουδεμία απάντηση έδωσε ποτέ. Οπότε, όταν έχω τις μαύρες μου όπως τώρα, τείνω να πιστεύω πως όλες οι άλλες γάτες είναι φυσιολογικές κι εγώ κάτι στραβό, προβληματικό έχω που όλο αναρωτιέμαι για θέματα τέτοια. 
      Αν ξέραμε όμως γιατί μισούμε το νερό, ίσως να μπορούσαμε να πάψουμε να το μισούμε. Κι έτσι δεν θα μας πείραζε η βροχή ούτε τα παλιόπαιδα που μας ρίχνουν με το νεροπίστολο. Θα ήμασταν πιο δυνατοί. Κανείς όμως εκτός από μένα δεν ρωτάει και ούτε και θέλει να μάθει. Μιας και τόσα σας είπα μέχρι τώρα θα σας εξομολογηθώ πώς μου καρφώθηκε αυτή η σκέψη τότε που ήμουν ακόμη μικρό γατάκι και έπινα γάλα από τη μαμά μου. Είχα συναντήσει ένα αδέσποτο σκυλί, τον Μπούφο, που τριγύριζε στο πάρκο. Ήταν βρώμικος και γέρος. Δεν τον φοβήθηκα και πιάσαμε κουβέντα. "Γατάκι μικρό είσαι ακόμη, μου είπε. Δεν έχεις μάθει να μισείς τα σκυλιά. Αν ξέραμε γιατί μισούμε ο ένας τον άλλον ίσως το μίσος να χανόταν για πάντα. Ίσως να ήταν πιο ωραία να είμαστε μονιασμένοι." Μετά ήρθε η μαμά μου τρέχοντας. Φοβήθηκε πως ο Μπούφος θα με έτρωγε. Το τρίχωμά της είχε σηκωθεί και νιαούρισε τόσο απειλητικά που τη φοβήθηκα κι εγώ. Ο Μπούφος ατάραχος έκανε μεταβολή κι έφυγε. Μετά η μαμά μου με κατσάδιασε άσχημα. Κι εγώ από πείσμα δεν της είπα τι μου είπε ο Μπούφος, ούτε πόσο τον θαύμασα. Τώρα θα έχει πεθάνει σίγουρα ο Μπούφος. Μερικές φορές εύχομαι να τον είχα παρέα άλλοτε τον καταριέμαι γιατί αυτός έβαλε στο μικρό τότε αθώο μυαλό μου το μικρόβιο της αμφιβολίας. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα βασανίζομαι ακόμη από ερωτήματα τέτοια. Τι να πεις, παλιοζωή.
     Ξέρετε, με βρίσκετε σε μια δύσκολη στιγμή γιατί βιώνω και ερωτική απογοήτευση. Τις προάλλες ερωτεύτηκα μια όμορφη, στρουμπουλή ασπρόμαυρη ψιψίνα. Της έπιασα κουβέντα. Όταν είδα πως ανταποκρινόταν, της είπα ένα ποίημα. "Άνοιξη ήρθε, ψιψίνα μου/έλα σαν λούλουδα να ανθίσουμε/ εμείς τα δυο γατιά του δρόμου/με έρωτα τη νύχτα να φωτίσουμε". Ενθουσιάστηκε. Ήρθε και τρίφτηκε πάνω μου κι εγώ τότε ένιωσα την άνοιξη να μπαίνει στο σώμα μου και να θέλω να της ορμίσω. Μα εκεί που ήμουν έτοιμος για όλα, ήρθε ένας γκριζόασπρος γάτος δυνατός, μεγαλύτερός μου και εντάξει, θα το ομολογήσω, λίγο πιο όμορφος. Με έσπρωξε με θράσος και όρμησε στη στρουμπουλή ψιψίνα μου χωρίς να της πει ούτε λέξη. Μας χάλασε τη στιγμή. Εκείνη σαν να θύμωσε και με τους δυο μας έτρεξε και έφυγε μακριά κι εμείς μείναμε να νιαουρίζουμε απειλητικά ο ένας στον άλλον και να βγάζουμε τα νύχια μας χωρίς σκοπό. Η ψιψίνα που αγάπησα τόσο δεν φάνηκε ξανά και σίγουρα με κάποιον άλλο γατούλη θα έχει ζευγαρώσει ως τώρα. Εγώ δεν θέλω άλλη, θέλω αυτή και δεν πρόκειται να πω το ποίημα μου σε άλλη, όπως με συμβούλευσαν οι φίλοι μου στο πάρκο. "Είσαι αισθηματίας, Πορτοκαλόγατε", μου είπαν σαν να ήταν κάτι πολύ κακό. Τους παράτησα και πήγα στο εγκαταλελειμμένο κτήριο και νιαούρισα στο φεγγάρι. Αυτό αγέρωχο και μυστηριώδες με αγνόησε ακόμη μια βραδιά κάνοντας τον πόνο μου ακόμη πιο δυσβάσταχτο. 
       Αυτά σε γενικές γραμμές πέρασα τον τελευταίο καιρό. Και σήμερα βρέχει όλη μέρα. Με έδιωξαν από την είσοδο μιας πολυκατοικίας, ένα παιδάκι θέλησε να με υιοθετήσει και η μαμά του τον τράβηξε απότομα από το χέρι, η γριά κυρία με τα παρδαλά ρούχα που καμιά φορά μας αφήνει φαγητό σε ένα πιατάκι έχει φύγει διακοπές, οι φίλοι μου όλοι ζευγάρωσαν, νιώθουν σεξουαλικά χορτασμένοι και όλο μου κορδώνονται, η ψιψίνα μου άφαντη, εγώ τριγυρνώ από υπόστεγο σε υπόστεγο κι όλο βρέχομαι. Τι να πεις, παλιοζωή.
      Μα αυτό που πιο πολύ με τρώει και με κάνει να βασανίζομαι είναι που όλο αναρωτιέμαι γιατί οι γάτες μισούν το νερό. Αν ήξερα γιατί, αν κάποιος κάποτε μου έλεγε, ίσως να γινόμουν πιο δυνατός. Ίσως μια τέτοια μέρα, μουντή και τσουχτερή και υγρή τόσο,  όταν όλες οι γάτες θα κρύβονταν, εγώ θα το τολμούσα. Θα έβγαινα στη βροχή να νιαουρίσω. Θα έβγαινα στη βροχή για να βραχώ...


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Μια Μέρα Τυχερή

   
Ξύπνησε εκείνο το πρωί και ήταν μια όμορφη μέρα. Ημέρα ηλιόλουστη μετά από αρκετό καιρό. Χαμογέλασε στο παράθυρό του και ύστερα ντύθηκε αργά σαν να το απολάμβανε. Η γυναίκα του στο κρεβάτι κοιμόταν. Δεν την ξύπνησε. Είδε μια λευκή τούφα στα μαλλιά της, που είχαν απλωθεί στο μαξιλάρι. Έκανε πως δεν την είδε. Δεν έφτιαξε καφέ και ούτε έφαγε τίποτα. Ένιωθε όμορφα, σαν να μην ήθελε, σαν να μην χρειαζόταν τίποτα. Φόρεσε τα παπούτσια του και βγήκε από το σπίτι.
      Αργά περπάτησε μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Κοίταξε το ρολόι του και είδε πως θα αργούσε. Ένιωσε σφίξιμο στο στομάχι, όπως πάντα όταν ένιωθε πως δεν ήταν απολύτως εντάξει στις υποχρεώσεις του. Λίγα δευτερόλεπτα μετά το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του. Συνήθως περίμενε δεκαπέντε ή είκοσι λεπτά. Έκπληκτος ανέβηκε και χτύπησε το εισιτήριό του. Ακόμη πιο έκπληκτος είδε μια θέση να τον περιμένει. Κάθε πρωί στριμωχνόταν όρθιος ανάμεσα σε πολλούς και αγχωμένος σε όλη τη διαδρομή φοβόταν πως κάποιος επιτήδειος θα του έπαιρνε το πορτοφόλι. Η θέση ήταν δίπλα στο παράθυρο. Χάζεψε για ώρα έξω από το παράθυρο την πρωινή πόλη που λουζόταν στο φως και είχε ξυπνήσει εδώ και ώρα. Όταν το λεωφορείο έφτασε στον σταθμό του τρένου κατέβηκε και άρχισε να περπατάει βιαστικά προς την αποβάθρα. Βιαστικά από συνήθεια. Κάθε πρωί φοβόταν πως θα αργούσε. Πριν καλά καλά φτάσει, το τρένο σταμάτησε μπροστά του. Όρμησε μέσα μην πιστεύοντας στην τύχη του. Μα αυτή η μέρα ήταν φανταστική! Μια άλλη θέση τον περίμενε δίπλα στο παράθυρο. Κάθισε σχεδόν εκστασιασμένος. Η πόλη περνούσε πάλι από μπροστά του κι ο ήχος του τρένου ακουγόταν σαν ευχάριστο τραγούδι.
     Μια γυναίκα με ένα μωρό μπήκε στο τρένο. Το είχε κρεμασμένο πάνω της, το μωρό κοιμόταν. Με φωνή που έτρεμε ζητούσε βοήθεια. Πουλούσε χαρτομάντιλα. Κοίταξε γύρω του φευγαλέα. Όλοι άκουγαν κι έκαναν πως δεν άκουγαν. Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει. Το βλέμμα του έπεσε στο μικρό πλάσμα. Έψαξε στην τσέπη του μήπως βρει ψιλά. Δεν βρήκε. Η γυναίκα με το μωρό πέρασε από μπροστά του και βγήκε από την τελευταία πόρτα. "Μπορεί να ήταν κούκλα", του είπε μια μεσήλικη γυναίκα με μαύρα ρούχα που καθόταν απέναντι. "Ή να το απήγαγε." Εκείνος πρόσεξε μόνο μια άσπρη τούφα στα μαλλιά της και θυμήθηκε τη γυναίκα του. Έδιωξε την εικόνα των μαλλιών στο μαξιλάρι και γύρισε πάλι στο παράθυρο. Η πόλη είχε για τα καλά ξυπνήσει τώρα. Ήταν όπως πάντα. Βιαστική και αδιάφορη.
     Βγήκε από το τρένο και περπάτησε δέκα λεπτά. Βιαστικά. Από συνήθεια. Έφτασε στα γραφεία της εταιρείας όπου εργαζόταν. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν πολύ νωρίς. Δεν ήθελε να μπει. Χωρίς να ξέρει γιατί στάθηκε εκεί ακίνητος. Λίγα λεπτά μετά πέρασε ένας λαχειοπώλης. Τον ρώτησε αν ήθελε λαχείο. "Ναι", είπε και απόρησε με τον εαυτό του. "Θα ήθελα ένα λαχείο, είπε αμέσως μετά αποφασισμένος. Νομίζω πως είναι μια μέρα τυχερή σήμερα." Ο λαχειοπώλης του έδωσε τα λαχεία για να διαλέξει, πήρε τα χρήματα και ύστερα τον ευχαρίστησε. Έφυγε. Εκείνος έβαλε το λαχείο στην τσέπη του και μπήκε στα κτήρια της εταιρείας.
     Οι υπόλοιπες ώρες ήταν δύσκολες. Έγιναν απολύσεις εκείνη τη μέρα. Απροειδοποίητα. Μα δεν απέλυσαν εκείνον. Λυπήθηκε πολύ για τον συνάδελφό του που σχεδόν είχε βάλει τα κλάματα. Σκεφτόταν όμως πως θα μπορούσε να είναι στη θέση του. Με μεγάλη ενοχή ένιωθε χαρά. Όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Μα εκείνη ήταν μάλλον μια μέρα τυχερή. Είχε παρά τρίχα σωθεί. Αρκετές φορές μέσα στη μέρα έλεγξε αν το λαχείο ήταν στην τσέπη του. Και έπιασε τον εαυτό του να ονειρεύεται ένα μεγάλο ταξίδι που θα έκανε με τη γυναίκα του με τα χρήματα που θα κέρδιζε. Οι ώρες πέρασαν αργά, όλοι στην εταιρεία ήταν στενοχωρημένοι και κανείς δεν ήθελε να μιλήσει. Όταν τελείωσε το ωράριό του έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Παρά τις δυσκολίες της εποχής εκείνος θα πάλευε για μια καλύτερη ζωή. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του.
     Έφτασε πάλι στον σταθμό και περίμενε το τρένο. Αυτή τη φορά περίμενε αρκετά. "Θα ήταν αδιανόητο να έρθει πάλι αμέσως", είπε στον εαυτό του και γέλασε. Στη στάση του λεωφορείου περίμενε επίσης πολύ. Όμως ένιωθε τυχερός. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να είχε απολυθεί εκείνος. Στη σκέψη μόνο τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ψηλάφισε το λαχείο στην τσέπη του και ονειρεύτηκε το ταξίδι που θα έκανε, όταν θα κέρδιζε πολλά πολλά χρήματα. Ένιωσε πάλι όμορφα. Το λεωφορείο ήρθε. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά ένιωσε έναν πολύ έντονο πόνο στο στήθος. Πριν προλάβει να μπει μέσα έπεσε στο δρόμο. Το σώμα του κινήθηκε για λίγο κι ύστερα σταμάτησαν όλα. Μια τελευταία σκέψη μπόρεσε να κάνει μόνο την ώρα που έπιανε την καρδιά του. Φαντάστηκε το χέρι του να χαϊδεύει την άσπρη τούφα στο μαξιλάρι. Κι ύστερα όλα σκοτείνιασαν. Κι ύστερα τίποτα.
     "Δεν πάλεψε καθόλου", είπε μια κυρία που είχε κατέβει από το λεωφορείο για να βοηθήσει."Μα παλεύει λίγο ο άνθρωπος για να κρατηθεί στη ζωή..."
Μετά από αρκετή ώρα ήρθε το ασθενοφόρο. Ήταν αργά. Οι τραυματιοφορείς έψαξαν στις τσέπες του για να βρουν πορτοφόλι και ταυτότητα. Το λαχείο έπεσε κάτω. "Δεν ήταν και η τυχερή του μέρα...", είπε ο ένας και γέλασε κάπως πικρά. Ύστερα τον έβαλαν στο ασθενοφόρο.Ύστερα η πόλη συνέχισε να κινείται όπως πριν. Απορροφημένη από τόσες, τόσες έγνοιες.
      Το λαχείο το πήρε ο αέρας. Σε δυο μέρες έβρεξε και έγινε ένα με τη λάσπη σε μια λακκούβα. Την επόμενη εβδομάδα ο αριθμός αυτός κληρώθηκε μα κανείς δεν πήρε τα χρήματα. Ο συνάδελφός του που απολύθηκε προσλήφθηκε ξανά από την εταιρεία. Τα μαλλιά της γυναίκας του σε λίγες μέρες άσπρισαν όλα. 
    Και η πόλη συνέχιζε να κινείται όπως πάντα. Άλλοτε κάτω από τον ήλιο άλλοτε στη βροχή.  Στο σημείο που πέθανε κανείς δεν ήξερε μετά από μέρες τι είχε γίνει. Μόνο εκείνη η γυναίκα έλεγε και ξανάλεγε όταν διηγούταν την ιστορία, "Μα δεν πάλεψε καθόλου. Παλεύει μερικές ώρες ο άνθρωπος..."