Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με τη μοβ τούφα

(μια ιστορία που φτιάξαμε με τους 11χρόνους Παναγιώτη και Άννα, στα πλαίσια παρέμβασης της οργάνωσης HomeStart Πειραιά)

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, η Λίλα. Ήταν ένα κοριτσάκι σαν όλα τα άλλα μα είχε και κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε ένα μωρό. Μια μοβ τούφα στα μαλλιά της. Η μητέρα της στην αρχή τρόμαξε και απόρησε. 
"Γιατρέ! Γιατί το κοριτσάκι μου έχει αυτή τη μοβ τούφα στο κεφάλι της;", είπε.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή", απάντησε ο σοφός γιατρός, που είχαν δει πολλά τα μάτια του και δεν τρόμαζε πια, ούτε απορούσε.
Η μητέρα της Λίλας ικανοποιήθηκε από την απάντηση και όταν μεγάλωσε η Λίλα, κάθε φορά που τη ρωτούσε γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα και ξεχώριζε, της απαντούσε:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή".
    Κι έτσι, αφού το άκουσε αυτό πολλές φορές, άρχισε και η Λίλα να ικανοποιείται από αυτήν την απάντηση και σταμάτησε να αναρωτιέται, να ντρέπεται ή να λυπάται για τη μοβ τούφα που είχε στα μαλλιά της. Άρχισε σιγά σιγά να αγαπάει τη μοβ τούφα της και να μην μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς αυτήν.
     Μα μετά η Λίλα πήγε στο σχολείο. Τα άλλα παιδιά, όταν την είδαν άρχισαν να γελάνε και να την κοροϊδεύουν. Η Λίλα έδειξε να μην δείχνει σημασία. Ήξερε πως η μοβ τούφα την έκανε μοναδική. Πληγώθηκε πολλές φορές μα δεν λύγισε. Και όταν κάποιο παιδί τη ρωτούσε στα σοβαρά γιατί είχε αυτή τη μοβ τούφα στα μαλλιά της απαντούσε με θάρρος:
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
Το είπε πολλές φορές και κάποια στιγμή τα παιδιά βαρέθηκαν να γελάνε μαζί της. Οι κοροϊδίες τους ήταν άστοχες γιατί η περήφανη Λίλα έδειχνε να μην επηρεάζεται. Στα κρυφά άρχισαν να τη θαυμάζουν. Κι ύστερα να την αποδέχονται και να την αγαπούν. Η Λίλα πέρασε δύσκολα στην αρχή μα τελικά κατάφερε να βρει φίλους, που όταν μιλούσαν για τη μοβ τούφα τους στους γονείς τους, έλεγαν με δέος.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή."
      Κι ήταν όλα καλά μέχρι που ήρθε καινούρια διευθύντρια στο σχολείο. Η κυρία Ξινισμένη. Όταν είδε τη Λίλα, σοκαρίστηκε. Τι ήταν αυτό το παράξενο κορίτσι; Τι μαλλιά ήταν αυτά; Πώς τολμούσε να εμφανίζεται έτσι στον ιερό χώρο της μάθησης; Πώς τολμούσε τόσο απροκάλυπτα να διαφέρει;
Κάλεσε τη Λίλα και της είπε πως έπρεπε να βάψει τη μοβ τούφα της καστανή, όπως και τα υπόλοιπα τα μαλλιά της.
"Μα έτσι γεννήθηκα, κυρία!", διαμαρτυρήθηκε η Λίλα.
"Δεν με ενδιαφέρει καθόλου, νεαρή μου. Πρέπει να υπάρχει τάξη στην τάξη. Πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι. Τακτοποιημένοι και φρόνιμοι."
Η Λίλα στενοχωρήθηκε πραγματικά πολύ. Κάθισε σε ένα παγκάκι στο προαύλιο και άρχισε να κλαίει. Όλοι οι συμμαθητές της μαζεύτηκαν γύρω της. Όταν τους εξήγησε τι της ζήτησε η κυρία Ξινισμένη, θύμωσαν πραγματικά πολύ! Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο της Λίλας, ήταν και δικό τους. Ποιος ξέρει τι άλλο θα ζητούσε μετά η κυρία Ξινισμένη από εκείνους. Συζήτησαν για ώρα και πήραν όλοι μαζί μια απόφαση.
      Την επόμενη μέρα η κυρία Ξινισμένη είδε έκπληκτη όλους τους συμμαθητές της Λίλας με μια μοβ τούφα στα μαλλιά τους.
"Μα...", πήγε να διαμαρτυρηθεί.
¨Είπατε πως πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι, κα Ξινισμένη! Ορίστε, είμαστε ίδιοι!"
     Η κα Ξινισμένη δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έξυνε το κεφάλι της αγχωμένη, ήταν σε πολύ δύσκολη θέση.
"Αλήθεια, Λίλα, παιδί μου, γιατί γεννήθηκες με μια μοβ τούφα στα μαλλιά σου;", σκέφτηκε μόνο να πει.
"Είναι από αυτά τα παράξενα που φέρνει μερικές φορές η ζωή!", φώναξαν όλα τα παιδιά.
Η κυρία Ξινισμένη ικανοποιήθηκε από την απάντηση. Δεν ξαναμίλησε για τη μοβ τούφα της Λίλας. Πήρε ένα καλό μάθημα από αυτήν την ιστορία και ποτέ πια δεν έκρινε ξανά άσχημα κάτι που δεν καταλάβαινε. Η Λίλα χάρηκε τόσο πολύ που την υπερασπίστηκαν οι συμμαθητές της και που μπορούσε να κρατήσει τη μοβ τούφα της. Και οι συμμαθητές της Λίλας κατάλαβαν πόση δύναμη είχαν αν ήταν ενωμένοι και καλοί.


Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

ΠΑΛΙΟΖΩΗ...

   

Η άνοιξη αυτή δεν μπήκε καλά. Πάντα βέβαια πριν έρθει κάτι ωραίο πρέπει να υποφέρεις, το έχω μάθει για τα καλά αυτό εγώ, ο Πορτοκαλόγατος, που ζω στους δρόμους αυτής της άχαρης πόλης. Εντάξει, το παρκάκι όπου συχνάζω δεν είναι τόσο άχαρο, μα τι να σου κάνουν λίγα ήσυχα δέντρα μπροστά στην τόση γκρίζα φασαρία; Για να μην πω και για τα περιστέρια του πάρκου που όλο μας κουτσουλάνε. Τέλος πάντως, έμαθα να αντέχω αυτή τη δύσκολη ζωή και τα απρόοπτά της. Έμαθα να τριγυρνώ με άδειο στομάχι και να ψάχνω στα σκουπίδια αποφάγια ανάμεσα σε χρησιμοποιημένα χαρτιά υγείας και τρύπιες παντόφλες. Τι να πεις, παλιοζωή. Άλλοι γάτοι είναι σε σαλόνια και τρώνε κάθε μέρα φιλέτο. Μα κι αυτούς δεν τους ζηλεύω. Κλεισμένοι μέσα σε τέσσερις τοίχους να ακούνε οικογενειακούς καβγάδες και ηλίθιους στην τηλεόραση. Παλιοζωή κι αυτή. Αλλά το φιλέτο, φιλέτο. Εντάξει, δεν θα έλεγα όχι σήμερα σε λίγο φιλέτο. Ή σε λίγη ζεστασιά. Γιατί όπως σας είπα, αυτή η άνοιξη δεν μπήκε καλά φέτος. Όλη μέρα σήμερα βρέχει και κάνει κρύο εκνευριστικό.

    Και τη βροχή την αντέχει ο Πορτοκαλόγατος. Τόσα χρόνια στους δρόμους έμαθα να κρύβομαι κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τέντες κλειστών μαγαζιών. Δεν έμαθα ποτέ γιατί εμείς οι γάτες μισούμε τόσο το νερό. Όταν ήμουν μικρό γατάκι, είχα ρωτήσει τη μαμά μου. Είχε αποφύγει να μου απαντήσει σαν να έκρυβε το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου. Θα ήθελα να ξέρω. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε εμείς τα ζωντανά πλάσματα και πορευόμαστε ανίδεα και τυφλά και χωρίς νόημα στο τυχαίο που λέγεται ζωή. "Πορτοκαλόγατος, ο φιλόσοφος", με λένε κάτι φίλοι, που νιαουρίζουμε μαζί στο πάρκο τις νύχτες. Και τι τους πειράζει που αναρωτιέμαι; Αυτοί είναι στον κόσμο τους. Ό,τι φάνε και ό,τι πιουν. "Και τι μας νοιάζει ο λόγος που μισούμε το νερό; Σημασία έχει ότι το μισούμε." Έτσι μου λένε και εγώ ταπεινωμένος φεύγω από το πάρκο και ανεβαίνω σε ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό κτήριο και νιαουρίζω στο φεγγάρι. Το φεγγάρι έχει ακούσει πολλά τραγούδια, νιαουρίσματα και απορίες και ουδεμία απάντηση έδωσε ποτέ. Οπότε, όταν έχω τις μαύρες μου όπως τώρα, τείνω να πιστεύω πως όλες οι άλλες γάτες είναι φυσιολογικές κι εγώ κάτι στραβό, προβληματικό έχω που όλο αναρωτιέμαι για θέματα τέτοια. 
      Αν ξέραμε όμως γιατί μισούμε το νερό, ίσως να μπορούσαμε να πάψουμε να το μισούμε. Κι έτσι δεν θα μας πείραζε η βροχή ούτε τα παλιόπαιδα που μας ρίχνουν με το νεροπίστολο. Θα ήμασταν πιο δυνατοί. Κανείς όμως εκτός από μένα δεν ρωτάει και ούτε και θέλει να μάθει. Μιας και τόσα σας είπα μέχρι τώρα θα σας εξομολογηθώ πώς μου καρφώθηκε αυτή η σκέψη τότε που ήμουν ακόμη μικρό γατάκι και έπινα γάλα από τη μαμά μου. Είχα συναντήσει ένα αδέσποτο σκυλί, τον Μπούφο, που τριγύριζε στο πάρκο. Ήταν βρώμικος και γέρος. Δεν τον φοβήθηκα και πιάσαμε κουβέντα. "Γατάκι μικρό είσαι ακόμη, μου είπε. Δεν έχεις μάθει να μισείς τα σκυλιά. Αν ξέραμε γιατί μισούμε ο ένας τον άλλον ίσως το μίσος να χανόταν για πάντα. Ίσως να ήταν πιο ωραία να είμαστε μονιασμένοι." Μετά ήρθε η μαμά μου τρέχοντας. Φοβήθηκε πως ο Μπούφος θα με έτρωγε. Το τρίχωμά της είχε σηκωθεί και νιαούρισε τόσο απειλητικά που τη φοβήθηκα κι εγώ. Ο Μπούφος ατάραχος έκανε μεταβολή κι έφυγε. Μετά η μαμά μου με κατσάδιασε άσχημα. Κι εγώ από πείσμα δεν της είπα τι μου είπε ο Μπούφος, ούτε πόσο τον θαύμασα. Τώρα θα έχει πεθάνει σίγουρα ο Μπούφος. Μερικές φορές εύχομαι να τον είχα παρέα άλλοτε τον καταριέμαι γιατί αυτός έβαλε στο μικρό τότε αθώο μυαλό μου το μικρόβιο της αμφιβολίας. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα βασανίζομαι ακόμη από ερωτήματα τέτοια. Τι να πεις, παλιοζωή.
     Ξέρετε, με βρίσκετε σε μια δύσκολη στιγμή γιατί βιώνω και ερωτική απογοήτευση. Τις προάλλες ερωτεύτηκα μια όμορφη, στρουμπουλή ασπρόμαυρη ψιψίνα. Της έπιασα κουβέντα. Όταν είδα πως ανταποκρινόταν, της είπα ένα ποίημα. "Άνοιξη ήρθε, ψιψίνα μου/έλα σαν λούλουδα να ανθίσουμε/ εμείς τα δυο γατιά του δρόμου/με έρωτα τη νύχτα να φωτίσουμε". Ενθουσιάστηκε. Ήρθε και τρίφτηκε πάνω μου κι εγώ τότε ένιωσα την άνοιξη να μπαίνει στο σώμα μου και να θέλω να της ορμίσω. Μα εκεί που ήμουν έτοιμος για όλα, ήρθε ένας γκριζόασπρος γάτος δυνατός, μεγαλύτερός μου και εντάξει, θα το ομολογήσω, λίγο πιο όμορφος. Με έσπρωξε με θράσος και όρμησε στη στρουμπουλή ψιψίνα μου χωρίς να της πει ούτε λέξη. Μας χάλασε τη στιγμή. Εκείνη σαν να θύμωσε και με τους δυο μας έτρεξε και έφυγε μακριά κι εμείς μείναμε να νιαουρίζουμε απειλητικά ο ένας στον άλλον και να βγάζουμε τα νύχια μας χωρίς σκοπό. Η ψιψίνα που αγάπησα τόσο δεν φάνηκε ξανά και σίγουρα με κάποιον άλλο γατούλη θα έχει ζευγαρώσει ως τώρα. Εγώ δεν θέλω άλλη, θέλω αυτή και δεν πρόκειται να πω το ποίημα μου σε άλλη, όπως με συμβούλευσαν οι φίλοι μου στο πάρκο. "Είσαι αισθηματίας, Πορτοκαλόγατε", μου είπαν σαν να ήταν κάτι πολύ κακό. Τους παράτησα και πήγα στο εγκαταλελειμμένο κτήριο και νιαούρισα στο φεγγάρι. Αυτό αγέρωχο και μυστηριώδες με αγνόησε ακόμη μια βραδιά κάνοντας τον πόνο μου ακόμη πιο δυσβάσταχτο. 
       Αυτά σε γενικές γραμμές πέρασα τον τελευταίο καιρό. Και σήμερα βρέχει όλη μέρα. Με έδιωξαν από την είσοδο μιας πολυκατοικίας, ένα παιδάκι θέλησε να με υιοθετήσει και η μαμά του τον τράβηξε απότομα από το χέρι, η γριά κυρία με τα παρδαλά ρούχα που καμιά φορά μας αφήνει φαγητό σε ένα πιατάκι έχει φύγει διακοπές, οι φίλοι μου όλοι ζευγάρωσαν, νιώθουν σεξουαλικά χορτασμένοι και όλο μου κορδώνονται, η ψιψίνα μου άφαντη, εγώ τριγυρνώ από υπόστεγο σε υπόστεγο κι όλο βρέχομαι. Τι να πεις, παλιοζωή.
      Μα αυτό που πιο πολύ με τρώει και με κάνει να βασανίζομαι είναι που όλο αναρωτιέμαι γιατί οι γάτες μισούν το νερό. Αν ήξερα γιατί, αν κάποιος κάποτε μου έλεγε, ίσως να γινόμουν πιο δυνατός. Ίσως μια τέτοια μέρα, μουντή και τσουχτερή και υγρή τόσο,  όταν όλες οι γάτες θα κρύβονταν, εγώ θα το τολμούσα. Θα έβγαινα στη βροχή να νιαουρίσω. Θα έβγαινα στη βροχή για να βραχώ...


Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Μια Μέρα Τυχερή

   
Ξύπνησε εκείνο το πρωί και ήταν μια όμορφη μέρα. Ημέρα ηλιόλουστη μετά από αρκετό καιρό. Χαμογέλασε στο παράθυρό του και ύστερα ντύθηκε αργά σαν να το απολάμβανε. Η γυναίκα του στο κρεβάτι κοιμόταν. Δεν την ξύπνησε. Είδε μια λευκή τούφα στα μαλλιά της, που είχαν απλωθεί στο μαξιλάρι. Έκανε πως δεν την είδε. Δεν έφτιαξε καφέ και ούτε έφαγε τίποτα. Ένιωθε όμορφα, σαν να μην ήθελε, σαν να μην χρειαζόταν τίποτα. Φόρεσε τα παπούτσια του και βγήκε από το σπίτι.
      Αργά περπάτησε μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Κοίταξε το ρολόι του και είδε πως θα αργούσε. Ένιωσε σφίξιμο στο στομάχι, όπως πάντα όταν ένιωθε πως δεν ήταν απολύτως εντάξει στις υποχρεώσεις του. Λίγα δευτερόλεπτα μετά το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του. Συνήθως περίμενε δεκαπέντε ή είκοσι λεπτά. Έκπληκτος ανέβηκε και χτύπησε το εισιτήριό του. Ακόμη πιο έκπληκτος είδε μια θέση να τον περιμένει. Κάθε πρωί στριμωχνόταν όρθιος ανάμεσα σε πολλούς και αγχωμένος σε όλη τη διαδρομή φοβόταν πως κάποιος επιτήδειος θα του έπαιρνε το πορτοφόλι. Η θέση ήταν δίπλα στο παράθυρο. Χάζεψε για ώρα έξω από το παράθυρο την πρωινή πόλη που λουζόταν στο φως και είχε ξυπνήσει εδώ και ώρα. Όταν το λεωφορείο έφτασε στον σταθμό του τρένου κατέβηκε και άρχισε να περπατάει βιαστικά προς την αποβάθρα. Βιαστικά από συνήθεια. Κάθε πρωί φοβόταν πως θα αργούσε. Πριν καλά καλά φτάσει, το τρένο σταμάτησε μπροστά του. Όρμησε μέσα μην πιστεύοντας στην τύχη του. Μα αυτή η μέρα ήταν φανταστική! Μια άλλη θέση τον περίμενε δίπλα στο παράθυρο. Κάθισε σχεδόν εκστασιασμένος. Η πόλη περνούσε πάλι από μπροστά του κι ο ήχος του τρένου ακουγόταν σαν ευχάριστο τραγούδι.
     Μια γυναίκα με ένα μωρό μπήκε στο τρένο. Το είχε κρεμασμένο πάνω της, το μωρό κοιμόταν. Με φωνή που έτρεμε ζητούσε βοήθεια. Πουλούσε χαρτομάντιλα. Κοίταξε γύρω του φευγαλέα. Όλοι άκουγαν κι έκαναν πως δεν άκουγαν. Κανείς δεν γύρισε να κοιτάξει. Το βλέμμα του έπεσε στο μικρό πλάσμα. Έψαξε στην τσέπη του μήπως βρει ψιλά. Δεν βρήκε. Η γυναίκα με το μωρό πέρασε από μπροστά του και βγήκε από την τελευταία πόρτα. "Μπορεί να ήταν κούκλα", του είπε μια μεσήλικη γυναίκα με μαύρα ρούχα που καθόταν απέναντι. "Ή να το απήγαγε." Εκείνος πρόσεξε μόνο μια άσπρη τούφα στα μαλλιά της και θυμήθηκε τη γυναίκα του. Έδιωξε την εικόνα των μαλλιών στο μαξιλάρι και γύρισε πάλι στο παράθυρο. Η πόλη είχε για τα καλά ξυπνήσει τώρα. Ήταν όπως πάντα. Βιαστική και αδιάφορη.
     Βγήκε από το τρένο και περπάτησε δέκα λεπτά. Βιαστικά. Από συνήθεια. Έφτασε στα γραφεία της εταιρείας όπου εργαζόταν. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν πολύ νωρίς. Δεν ήθελε να μπει. Χωρίς να ξέρει γιατί στάθηκε εκεί ακίνητος. Λίγα λεπτά μετά πέρασε ένας λαχειοπώλης. Τον ρώτησε αν ήθελε λαχείο. "Ναι", είπε και απόρησε με τον εαυτό του. "Θα ήθελα ένα λαχείο, είπε αμέσως μετά αποφασισμένος. Νομίζω πως είναι μια μέρα τυχερή σήμερα." Ο λαχειοπώλης του έδωσε τα λαχεία για να διαλέξει, πήρε τα χρήματα και ύστερα τον ευχαρίστησε. Έφυγε. Εκείνος έβαλε το λαχείο στην τσέπη του και μπήκε στα κτήρια της εταιρείας.
     Οι υπόλοιπες ώρες ήταν δύσκολες. Έγιναν απολύσεις εκείνη τη μέρα. Απροειδοποίητα. Μα δεν απέλυσαν εκείνον. Λυπήθηκε πολύ για τον συνάδελφό του που σχεδόν είχε βάλει τα κλάματα. Σκεφτόταν όμως πως θα μπορούσε να είναι στη θέση του. Με μεγάλη ενοχή ένιωθε χαρά. Όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Μα εκείνη ήταν μάλλον μια μέρα τυχερή. Είχε παρά τρίχα σωθεί. Αρκετές φορές μέσα στη μέρα έλεγξε αν το λαχείο ήταν στην τσέπη του. Και έπιασε τον εαυτό του να ονειρεύεται ένα μεγάλο ταξίδι που θα έκανε με τη γυναίκα του με τα χρήματα που θα κέρδιζε. Οι ώρες πέρασαν αργά, όλοι στην εταιρεία ήταν στενοχωρημένοι και κανείς δεν ήθελε να μιλήσει. Όταν τελείωσε το ωράριό του έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Παρά τις δυσκολίες της εποχής εκείνος θα πάλευε για μια καλύτερη ζωή. Το υποσχέθηκε στον εαυτό του.
     Έφτασε πάλι στον σταθμό και περίμενε το τρένο. Αυτή τη φορά περίμενε αρκετά. "Θα ήταν αδιανόητο να έρθει πάλι αμέσως", είπε στον εαυτό του και γέλασε. Στη στάση του λεωφορείου περίμενε επίσης πολύ. Όμως ένιωθε τυχερός. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να είχε απολυθεί εκείνος. Στη σκέψη μόνο τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ψηλάφισε το λαχείο στην τσέπη του και ονειρεύτηκε το ταξίδι που θα έκανε, όταν θα κέρδιζε πολλά πολλά χρήματα. Ένιωσε πάλι όμορφα. Το λεωφορείο ήρθε. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά ένιωσε έναν πολύ έντονο πόνο στο στήθος. Πριν προλάβει να μπει μέσα έπεσε στο δρόμο. Το σώμα του κινήθηκε για λίγο κι ύστερα σταμάτησαν όλα. Μια τελευταία σκέψη μπόρεσε να κάνει μόνο την ώρα που έπιανε την καρδιά του. Φαντάστηκε το χέρι του να χαϊδεύει την άσπρη τούφα στο μαξιλάρι. Κι ύστερα όλα σκοτείνιασαν. Κι ύστερα τίποτα.
     "Δεν πάλεψε καθόλου", είπε μια κυρία που είχε κατέβει από το λεωφορείο για να βοηθήσει."Μα παλεύει λίγο ο άνθρωπος για να κρατηθεί στη ζωή..."
Μετά από αρκετή ώρα ήρθε το ασθενοφόρο. Ήταν αργά. Οι τραυματιοφορείς έψαξαν στις τσέπες του για να βρουν πορτοφόλι και ταυτότητα. Το λαχείο έπεσε κάτω. "Δεν ήταν και η τυχερή του μέρα...", είπε ο ένας και γέλασε κάπως πικρά. Ύστερα τον έβαλαν στο ασθενοφόρο.Ύστερα η πόλη συνέχισε να κινείται όπως πριν. Απορροφημένη από τόσες, τόσες έγνοιες.
      Το λαχείο το πήρε ο αέρας. Σε δυο μέρες έβρεξε και έγινε ένα με τη λάσπη σε μια λακκούβα. Την επόμενη εβδομάδα ο αριθμός αυτός κληρώθηκε μα κανείς δεν πήρε τα χρήματα. Ο συνάδελφός του που απολύθηκε προσλήφθηκε ξανά από την εταιρεία. Τα μαλλιά της γυναίκας του σε λίγες μέρες άσπρισαν όλα. 
    Και η πόλη συνέχιζε να κινείται όπως πάντα. Άλλοτε κάτω από τον ήλιο άλλοτε στη βροχή.  Στο σημείο που πέθανε κανείς δεν ήξερε μετά από μέρες τι είχε γίνει. Μόνο εκείνη η γυναίκα έλεγε και ξανάλεγε όταν διηγούταν την ιστορία, "Μα δεν πάλεψε καθόλου. Παλεύει μερικές ώρες ο άνθρωπος..."

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Κακοκαιρία

       

Από το πρωί όλα πήγαν στραβά. Η πρώην γυναίκα του τού τηλεφώνησε και του είπε πως η κόρη του είχε υψηλό πυρετό. Όταν της είπε πως θα έφευγε για διήμερο, τον έκανε να αισθανθεί ο χειρότερος πατέρας και ίσως ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο. Μάλλον ζήλεψε γιατί όταν ήταν παντρεμένος μαζί της, εκείνος δεν ήθελε να πηγαίνουν εκδρομές. Μα ούτε τώρα επιθυμούσε να πάει, ήθελε να της πει. Η νέα του σύντροφος, και του πήρε αρκετά χρόνια να τη βρει, όμως το είχε κανονίσει. Όλοι έπεσαν πάνω του και του είπαν πως έπρεπε να γίνει αυτή η εκδρομή. Πως δεν έπρεπε να την απογοητεύσει μέσα στις γιορτές. Πως η κοπέλα έδειχνε μεγάλη κατανόηση. Σχεδόν κανένα σαββατοκύριακο δεν συναντιόνταν, γιατί η κόρη του έμενε στο σπίτι του. Της άξιζε λοιπόν μια ωραία απόδραση. Κι ύστερα στις ειδήσεις άρχισαν να λένε για την κακοκαιρία που θα ερχόταν. Φαντάστηκε πως η εκδρομή θα ακυρωνόταν. Μα η καλή του επέμενε, οι φίλοι της στο ορεινό χωριό τους περίμεναν. Αν είχαν αλυσίδες για το χιόνι, όλα θα ήταν μια χαρά. Οι μέρες περνούσαν, εκείνος αγχωνόταν όλο και περισσότερο και να που έφτασε το πρωί της εκδρομής. Μετά το τηλεφώνημα της γυναίκας του έσπασε το φερμουάρ του χοντρού και ζεστού, αγαπημένου του μπουφάν. Κι αυτό το θεώρησε κακό οιωνό.
   Τώρα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της νέας του συντρόφου, προσφέρθηκε να οδηγήσει εκείνη επειδή ήξερε τον δρόμο. Δεν του άρεσε να είναι στη θέση του συνοδηγού μα το θεώρησε πιο ασφαλές. Είχαν απομακρυνθεί από την πόλη εδώ και ώρα, όταν έπιασε βροχή. Μισούσε τη  βροχή. Οι φοβίες του άρχισαν να ξυπνούν. Νόμιζε πως είχε ξεπεράσει την έντονη απέχθειά του για τα ταξίδια, όμως έκανε λάθος. Τώρα που δεν οδηγούσε και το μυαλό του μπορούσε να ταξιδεύει ελεύθερα, οι δαίμονές του γύρισαν και άρχισαν μέσα στο μυαλό του να στριφογυρίζουν σκοτεινές υποθέσεις καταστροφής και αιματηρές εικόνες. Η νέα του σύντροφος είχε βάλει μουσική και τραγουδούσε. Ενθουσιασμένη όπως ήταν δεν είχε καταλάβει την κακή του διάθεση. Αυτό τον εκνεύριζε ακόμη περισσότερο.
    Τον εκνεύριζαν οι άνθρωποι που είχαν άγνοια κινδύνου. Ή που δεν σκέφτονταν τον κίνδυνο διαρκώς. Ή πιο απλά που μπορούσαν να είναι χαρούμενοι χωρίς να έχουν φοβικές εμμονές, όπως εκείνος. Ο πρώτος του γάμος καταστράφηκε από την καχυποψία και τις φοβίες του. Η πρώην σύζυγος απλώς δεν τον άντεξε άλλο. Το διαζύγιο ήταν για εκείνον μεγάλο σοκ και τον έκανε να αναλογιστεί πολλά. Αντιμέτωπος με πραγματικά προβλήματα μπορούσε να είναι τώρα πιο ώριμος. Δεν υπήρχε χώρος για φοβίες. Η αίσθηση της απώλειας είχε καταλάβει όλη του την ψυχή. Μετά το διαζύγιο άρχισε να έχει λιγότερους εφιάλτες τη νύχτα. Οι νύχτες του ήταν όλο λύπη. Τα σενάρια καταστροφής είχαν μειωθεί αρκετά. Τώρα είχε να αντιμετωπίσει όλα τα παρελκόμενα του διαζυγίου. Η αίσθηση ευθύνης απέναντι σε ένα παιδί τραυματισμένο από τον χωρισμό των γονιών του του τον έκανε πιο δυνατό. Μέχρι τότε ήταν ο ίδιος ένα φοβισμένο παιδί και δεν το είχε καταλάβει. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται μέσα στη δυστυχία και στη μοναξιά βρήκε την ηρεμία του. Κι ύστερα μετά από πολύ καιρό κατάφερε να εμπλακεί πάλι σε ερωτική σχέση. Και ήταν διαφορετικός. Λιγότερο γκρινιάρης, πιο θαρραλέος. Όμως, εκεί, στη θέση του συνοδηγού ήταν λες και η βροχή έφερνε πίσω τον παλιό εαυτό του.
    Τα σενάρια καταστροφής εναλλάσσονταν με απίστευτους ρυθμούς. Το αυτοκίνητο πεσμένο στον γκρεμό ή ισοπεδωμένο από ένα τεράστιο φορτηγό. Η χειρότερη εικόνα ήταν εκείνη του παιδιού του στην κηδεία του. Κι ύστερα τη φανταζόταν να μεγαλώνει χωρίς πατέρα. Και να γίνεται ένας άνθρωπος λυπημένος για μια ζωή.  Γιατί; Για μια εκδρομή; "Αξίζει να μείνει ορφανό το παιδί μου για μια εκδρομή;", ήθελε να φωνάξει οργισμένος στην κοπέλα δίπλα του. Μα εκείνη τραγουδούσε αμέριμνη, Κάποια στιγμή σκέφτηκε το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση τυλιγμένο στις φλόγες. "Τουλάχιστον δεν θα καώ ζωντανός έτσι που βρέχει", είπε στον εαυτό του και παρηγορήθηκε αρκετά. Κι αν το αυτοκίνητο χαλούσε και έμεναν ακινητοποιημένοι στη μέση του πουθενά μέσα στη χιονοθύελλα; Αν πέθαιναν από το κρύο μέσα στη νύχτα;  Ή αν παρασυρόταν από δυνατό αέρα; Κι αν, κι αν, κι αν; Γιατί έπρεπε να ταξιδέψουν με αυτήν την κακοκαιρία; Υπάρχει κάποιος λόγος που τα δελτία καιρού προειδοποιούν!
    "Είμαι τόσο χαρούμενη", του είπε η νέα του σύντροφος κι εκείνος δαγκώθηκε. Ύστερα άρχισε να του περιγράφει τις βόλτες στα χιόνια που θα έκαναν. Μα είχε χαλάσει το φερμουάρ του μπουφάν του, ήθελε να της φωνάξει. Πώς θα έβγαινε έτσι στην παγωνιά; Σίγουρα θα πέθαινε από πνευμονία. Άρχισε σαν μικρό παιδί να εύχεται να αρρωστήσει εξ αρχής για να αποφύγει αυτό που δεν ήθελε να κάνει. Δεν ήθελε να γνωρίσει τους φίλους της. Μπορεί να μην τους συμπαθούσε. Δεν του ήταν εύκολο να συμπαθεί άτομα που γνώριζε για πρώτη φορά και ειδικά όταν δεν είχε καλή διάθεση. Ήθελε να είναι κοντά στην κόρη του που ψηνόταν στον πυρετό και ίσως όταν μεγάλωνε στην πολυθρόνα κάποιου ψυχαναλυτή να μιλούσε για τα ψυχικά τραύματα που της προκάλεσε ο πατέρας της, επειδή την εγκατέλειψε άρρωστη για να πάει εκδρομή. "Μα σίγουρα ήταν αδιάφορος πατέρας", θα επιβεβαίωνε ο ψυχαναλυτής χαϊδεύοντας το μούσι του. Κι εκείνη θα ερωτευόταν τον ψυχαναλυτή με το μούσι ή θα έκανε σχέσεις με μεσήλικες επειδή βίωσε έλλειψη πατέρα.
     Βρίσκονταν ψηλά, πολύ ψηλά. Τώρα όλα έμοιαζαν εκτός ελέγχου. Χιόνιζε, όλα ήταν λευκά. "Τι τέλεια που είναι!", έλεγε η νέα του σύντροφος κι εκείνος σκεφτόνταν τον εαυτό του να την πνίγει. Όμως αν την έπνιγε, θα έμπαινε στη φυλακή. "Μπορούσατε να μην πάτε εκδρομή, κατηγορούμενε. Δεν σας ανάγκασε το θύμα", θα του έλεγε κάποιος δικαστής και χαϊδεύοντας κι αυτός το μούσι του θα του επέβαλε ισόβια ποινή.  Πάλι το παιδί του θα μεγάλωνε χωρίς πατέρα. Συν το κοινωνικό στίγμα. Συν οι αβάσταχτες ενοχές στο κελί, πώς θα άντεχε να ζει με την ιδέα πως αφαίρεσε μια ζωή; Συν τα όσα είχε ακούσει πως γίνονται στις φυλακές...
     "Μπορείς να βγάλεις μια φωτογραφία; Θα ήθελα τόσο να κατέβουμε να παίξουμε χιονοπόλεμο", η νέα του σύντροφος είχε πραγματικά συγκλονιστεί σαν τρίχρονο. Αναγκάστηκε να βγάλει τη φωτογραφία για τα κοινωνικά δίκτυα και να αρνηθεί ευγενικά τον χιονοπόλεμο. Κι ύστερα τους σταμάτησε η Τροχαία. Ο δρόμος ήταν κλειστός. Έπρεπε να βάλουν τις αλυσίδες. Καθυστέρησαν αρκετά γιατί δυσκολεύτηκε. Η καλή του έβγαζε φωτογραφίες και ανά τακτά χρονικά διαστήματα έλεγε πόσο τέλειο ήταν το χιόνι. Τελικά ο αστυνομικός της Τροχαίας τον λυπήθηκε και τον βοήθησε. Του είπε πως το χωριό ήταν λίγο μετά. Δεν χιόνιζε εκείνη τη στιγμή μα η κακοκαιρία θα συνεχιζόταν. Μπορεί να μην μπορούσαν να φύγουν την επόμενη. Εκείνος κρύωνε πολύ με το ανοιχτό μπουφάν και ήθελε να θαφτεί κάτω από το χιόνι ζωντανός γιατί δεν άντεχε άλλο τη νέα του σύντροφο, τον εαυτό του και αυτό το τσουχτερό κρύο. Μα πάλι σκέφτηκε την κόρη του και αποφάσισε να προσπαθήσει για χάρη της να ζήσει. Του ήταν αβάσταχτο να τη φαντάζεται νεαρή να αποπλανάται από μεσήλικα ή ηλικιωμένο.
     Κι ύστερα κοίταξε γύρω του και για πρώτη φορά άρχισε να παρατηρεί. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο από κοντά. Οι απέναντι κορυφές λευκές, στις πιο ψηλές είχε ομίχλη. Τα δέντρα ήταν όλα καλυμμένα. Λευκό, λευκό, παντού λευκό, ήταν μια εικόνα άγριας, γλυκιάς ερημιάς. Και η ησυχία τόσο βαθιά, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά, από μια άλλη ζωή. Όλοι του έλεγαν πως φοβόταν υπερβολικά πολύ τον θάνατο. Εκείνος απαντούσε πως ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας αφηρημένος και κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα μας προσέξει. Δεν θεωρούσε πως του άξιζε να ζει περισσότερο από ό,τι σε όσους φρικτά πεθαίνουν σε πολέμους, ατυχήματα, δολοφονημένοι ή αρρωσταίνοντας. Μα τώρα ήταν εκεί ζωντανός. Και αυτήν την ησυχία, αυτήν την ομορφιά τίποτα δεν μπορούσε να τη χαλάσει. Τα βήματά του στο χιόνι τού θύμισαν κάτι παλιό, ξεχασμένο, μια χαρά που ένιωσε ίσως όταν ήταν παιδί. Άρχισε να περπατάει.
      "Πού πας;", του φώναξε η κοπέλα του. "Έρχομαι σε ένα λεπτό", της είπε και στάθηκε στην άκρη του γκρεμού αγνοώντας την υψοφοβία, που άλλες φορές του έκοβε τα πόδια. Κι εκεί στην άκρη κοιτάζοντας κάτω πήρε μια βαθιά ανάσα. Μέσα στο κρύο που θέριζε, με το ανοιχτό, ολάνοιχτο μπουφάν του. Όταν γύρισε στο αυτοκίνητο, σαν να άκουγε τις φωνές των δαιμόνων του, των κακών του σκέψεων, που είχε ρίξει στον γκρεμό να στριγκλίζουν.

(συνέχεια του διηγήματος "H Επόμενη Στροφή, που γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2012)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

"ΔΥΟ ΚΑΛΑ ΛΟΓΙΑ ΑΛΗΘΙΝΑ", μια χριστουγεννιάτικη ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό πλησίαζαν τα Χριστούγεννα…

Όλα ήταν στολισμένα, οι δρόμοι, τα σπίτια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα…
Στο σπίτι μιας γιαγιάς, που ζούσε μόνη της, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη φάτνη βρισκόταν ένα προβατάκι.
Ήταν λίγο ανήσυχο. Δεν του άρεσε να περιμένει. Γκρίνιαζε διαρκώς.
«Βαρέθηκα εδώ μέσα! Θέλω να βγω έξω, στους δρόμους! Να δω τον κόσμο, να περπατήσω, να ζήσω περιπέτειες! Όλον τον χρόνο κλεισμένος στο πατάρι και τώρα εδώ κάτω δεν να κάνω τίποτα…»
«Κάνε  λίγη υπομονή, του έλεγε το γαϊδουράκι της φάτνης. Σε λίγες μέρες φτάνει ο Άγιος Βασίλης. Θα περάσει για να μας χαιρετίσει και θα μας πει τα νέα των παιδιών.»
Όμως το προβατάκι δεν είχε υπομονή…
Κι έτσι, μια μέρα πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, όταν η γιαγιά άνοιξε τη μπαλκονόπορτα για να απλώσει τα ρούχα όρμησε έξω!
«Περίμενε, προβατάαακι!», φώναξε το γαϊδουράκι μα ήταν αργά. Το προβατάκι είχε ήδη πηδήξει από το μπαλκόνι και είχε βγει στον δρόμο.
Περπατούσε για ώρες μέχρι που βγήκε σε έναν δρόμο με πολλά μαγαζιά. Ήταν χαρούμενο μα και φοβισμένο. Αυτός ο κόσμος του ήταν ξένος. Άνθρωποι πολλοί περπατούσαν με σακούλες ή και χωρίς.  Περπατούσαν σκεφτικοί ή μελαγχολικοί ή άλλοι ήταν θυμωμένοι και μάλωναν ο ένας με τον άλλον. Του έκανε εντύπωση αυτό. Του είχαν πει πως τα Χριστούγεννα όλοι ήταν αγαπημένοι.
«Δύσκολα τα πράγματα…», άκουσε μια φωνή από δίπλα.
Γύρισε και είδε ένα ποντικάκι που του έκλεισε το μάτι.
«Νόμιζα πως όλοι θα ήταν χαρούμενοι…», είπε το προβατάκι δειλά.
«Κάποιοι είναι, μα λίγοι. Οι περισσότεροι στενοχωριούνται που δεν έχουν όσα θα ήθελαν. Κι άλλοι θυμώνουν με αυτό και μαλώνουν με τους άλλους. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;», είπε το ποντικάκι.
Το προβατάκι κοίταξε απορημένο.
«Ένα μαύρο σύννεφο έχει απλωθεί πάνω από την πόλη…»
Το προβατάκι σήκωσε το κεφάλι. Ένα μαύρο σύννεφο, απειλητικό έκρυβε τα αστέρια.
Γύρω του όλο και περισσότεροι άνθρωποι στενοχωρημένοι, όλο και περισσότερες φωνές, θυμός και άσχημα λόγια.
Ξαφνικά ακούστηκαν καμπανάκια…
Κι ύστερα ένα μεγάλο…
Μπαμ!
Το προβατάκι και το ποντικάκι έτρεξαν προς το μέρος από όπου ακούστηκε ο θόρυβος.
Και τι να δουν! Κάτω από ένα ψηλό δέντρο…
Ήταν ο Άγιος Βασίλης!
Το έλκηθρο ήταν πεσμένο κάτω.
Οι τάρανδοι είχαν λυθεί.
Ο σάκος του είχε ανοίξει και όλα τα δώρα είχαν σπάσει.
«Με αυτό το μαύρο σύννεφο δεν μπορούσα να δω μπροστά μου! Πέσαμε στο ψηλό δέντρο! Καταστροφή! Τα παιδιά δεν θα πάρουν δώρα», έλεγε ο Άγιος Βασίλης και χοροπηδούσε πανικόβλητος.
Το ποντικάκι που ήταν πολύ τολμηρό τον πλησίασε.
«Θα σε βοηθήσουμε εμείς, Άγιε Βασίλη! Πες μας τι θέλεις και θα το κάνουμε!»
«Μα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα… Τα παιχνίδια καταστράφηκαν. Όλα τα παιδιά αύριο θα είναι λυπημένα…»
«Μα είναι πραγματική καταστροφη, είπε το προβατάκι. Δεν φτάνει που τόσοι μεγάλοι είναι λυπημένοι, τώρα θα είναι και τα παιδιά... Το μαύρο σύννεφο θα μας πνίξει όλους!»
«Κάτι θα μπορούμε να κάνουμε, είπε το ποντικάκι αποφασιστικά. Ένα λεπτό! Έχω μια ιδέα!»
«Τι;» είπε ο Άγιος Βασίλης και σταμάτησε να χοροπηδάει.
«Στην αποθήκη που κρύβομαι κρυφοκοίταξα ένα αγόρι, όταν σου έγραφε το γράμμα. Δεν ζήτησε παιχνίδι. Ζήτησε… Κάτι άλλο…»
«Τι;», ρώτησαν ο Άγιος Βασίλης και το προβατάκι ταυτόχρονα.
«Ζήτησε δυο λόγια καλά αληθινά!», είπε το ποντικάκι.
«Το θυμάμαι! Το διάβασα αυτό το γράμμα! Νόμιζα πως ήταν φάρσα και δεν του έδωσα σημασία», είπε ο Άγιος Βασίλης σκεπτικός.
«Δεν ήταν φάρσα. Αυτό το αγόρι είπε πως είχε παιχνίδια και πως από τη ζωή του του λείπουν δυο καλά λόγια αληθινά.»
«Δυο καλά λόγια αληθινά αρκούν για να γεμίσει αστέρια η καρδιά σου», είπε το προβατάκι.
«Τότε πάμε! Πάμε να δώσουμε σε κάθε παιδί δυο καλά λόγια αληθινά!», φώναξε ο Άγιος Βασίλης και έδεσε τους τάρανδους στο έλκηθρο. Ύστερα ανέβηκε χαμογελώντας.
«Πάμε!», είπαν το προβατάκι και το ποντικάκι κι ανέβηκαν κι αυτά στο έλκηθρο με ενθουσιασμό αλλά και αγωνία.
Πήγαν πρώτα στο αγόρι που είχε γράψει το γράμμα.
«Σε περίμενα, Άγιε Βασίλη…», είπε το αγόρι.
«Έχω για σένα δυο καλά λόγια αληθινά», είπε ο Άγιος Βασίλης και του ψιθύρισε στο αυτί τα λόγια αυτά.
Στο άκουσμά τους η καρδιά του παιδιού γέμισε με αστέρια.
«Τα χρειαζόμουν! Κάθε παιδί τα χρειάζεται. Οι μεγάλοι μερικές φορές μέσα στις τόσες έγνοιες τα ξεχνούν», είπε το παιδί και αγκάλιασε τον Άγιο Βασίλη.
«Λες να αρέσουν και στα άλλα παιδιά; Δεν έχω παιχνίδια να τους δώσω», ρώτησε με αγωνία ο Άγιος Βασίλης.
«Στην αρχή μπορεί να απογοητευτούν όταν δεν δουν παιχνίδι. Μα όταν ακούσουν δυο καλά λόγια αληθινά, θα γεμίσει με αστέρια η καρδιά τους…»
«Σε ευχαριστώ, μικρέ μου φίλε, είπε ο Άγιος Βασίλης. Νομίζω πως έσωσες τις φετινές γιορτές με το γράμμα σου!»
Το αγόρι είχε δίκιο. Στις επόμενες επισκέψεις του Άγιου Βασίλη τα παιδιά απογοητεύονταν όταν τον έβλεπαν χωρίς σάκο. Όταν όμως τους ψιθύριζε τα λόγια που έβγαιναν από τη ζεστή καρδιά του, χαμογελούσαν γλυκά, σαν μαγεμένα. Για κάποια ήταν εμπειρία πρωτόγνωρη.
Ο Άγιος Βασίλης, το ποντικάκι και το προβατάκι της φάτνης επισκέφθηκαν όλα τα σπίτια. Οι καρδιές όλων των παιδιών της πόλης γέμισαν αστέρια.
Το επόμενο πρωί οι γονείς τους τα ρώτησαν τι έφερε ο Άγιος Βασίλης. Κι εκείνα τους απάντησαν με δυο καλά λόγια αληθινά. Και γέμισαν αστέρια και οι καρδιές των γονιών τους. Κι ύστερα οι γονείς βγήκαν έξω και είπαν δυο καλά λόγια αληθινά στους γείτονες. Κι εκείνοι στους φίλους τους και στους συγγενείς τους. Και έτσι λίγο-λίγο οι καρδιές όλων γέμιζαν αστέρια. Και το μαύρο σύννεφο άρχισε να διαλύεται καθώς τα αστέρια απλώνονταν σε όλη τη πόλη. Ήταν αστέρια, όχι σαν αυτά που βγαίνουν τη νύχτα. Αστέρια αόρατα και μαγικά, που φωλιάζουν μέσα μας και μας δίνουν δύναμη για να συνεχίζουμε.
Ο Άγιος Βασίλης επέστρεψε ευχαριστημένος στη χώρα του, το ποντικάκι στην αποθήκη και το προβατάκι της φάτνης στο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά ήταν αλλαγμένη. Τα μάτια της έλαμπαν και χαμογελούσε. Ο ταχυδρόμος που πέρασε το πρωί της είπε κι εκείνης δυο καλά λόγια αληθινά…


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

O άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα

Κάποτε γνώρισα κάποιον που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα. Δεν κατάφερα να καταλάβω την ηλικία του. Το πρόσωπό του ήταν παιδικό, το βλέμμα του βαθύ, θύμιζε άνθρωπο βαθιά ώριμο. Εγώ ήμουν ένας άντρας συνηθισμένος, με έγνοιες καθημερινές, είχα μάθει να ζω τη ζωή μου ήρεμα, να χαίρομαι με τις μικρές χαρές της, να μην απελπίζομαι στα δύσκολα. Να προχωρώ με αξιοπρέπεια στη ζωή και διακριτικά. Σαν να μην ήθελα να με αγγίζουν πολύ οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, τα όσα συναντούσα. Εκείνο το πρωινό έκανα τον καθημερινό μου περίπατο στο λιμάνι. Κοίταξα για λίγο τα πλοία, με κοίταξαν αμίλητα και γύρισα μπροστά το κεφάλι. Ο άνθρωπος που σας περιγράφω ήταν καθισμένος στην άκρη του λιμανιού, σκεπτικός. Μου αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους και του έπιασα κουβέντα. Μου μίλησε φιλικά μα για να σας πω την αλήθεια δεν πολυκατάλαβα ποιος ήταν και τι ήθελε στην πόλη μου, σε αυτό το λιμάνι, ίσως και σε αυτή τη ζωή.
Μου είπε πως είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα και γέλασα.
"Οι θάλασσες είναι για να τις βλέπουμε, για να μας ταξιδεύουν", του είπα κάπως καχύποπτα.
"Αυτό που έχω μέσα μου πρέπει να είναι θάλασσα", είπε και με κοίταξε πολύ σοβαρά.
"Πώς είναι δηλαδή αυτό που έχεις μέσα σου;", ρώτησα σοβαρά κι εγώ.
"Περίεργο...Κάτι περίεργο...", είπε δειλά κάπως.
"Μα ο κόσμος είναι γεμάτος περίεργα, νέε μου", του είπα και μου έριξε βλέμμα σαν να το ήξερε ήδη.
"Μερικές φορές είναι όλα παγωμένα. Σιωπηλά."
"Πρέπει να μπορούμε να αντέχουμε κάθε σιωπή μας", του είπα εγώ που με τη σιωπή μου είχα μάθει να  ζω.
"Άλλες φορές νιώθω μέσα μου ταξίδια."
"Μα είναι ταξίδι η ζωή όπου κι αν είσαι."
"Και μερικές φορές η θάλασσα πιάνει φωτιά", το βλέμμα του ήταν τώρα τρομαγμένο.
"Τότε δεν θα είναι θάλασσα", του είπα εγώ κοφτά.
"Πρέπει να είναι θάλασσα", είπε ξανά.
"Καθένας έχει μια ιδέα για τα όσα νιώθει. Μα μερικές φορές πλανεύεται", απάντησα και ένιωσα πραγματικά πολύ σοφός.
"Κάθε φορά που προσπαθώ αυτό που έχω μέσα μου να βγάλω, χάνεται στα χέρια μου σαν νερό. Τι να'ναι αλλιώς;"
Δεν είπα τίποτα. Κάτι στον τόνο της φωνής του με είχε αγγίξει.
"Και είναι αστείρευτο και αχανές", συνέχισε μα πια δεν με κοιτούσε.
"Θα νιώθεις τόσο άσχημα", του είπα συμπονετικά.
"Συνήθισα", είπε χαμογελώντας.
"Τι ονειρεύεσαι;", ρώτησα γιατί έδινα μεγάλη σημασία στα όνειρα των ανθρώπων.
"Καμιά φορά εύχομαι να βγει, να αδειάσει...", είπε θλιμμένα.
Δεν μίλησα. Εμένα οι ευχές μου ήταν ευχές για όσα ήταν απτά. Δεν καταλάβαινα αυτόν τον άνθρωπο κι όμως ήθελα να πιάσω τον ώμο του.
"Ξέρεις, είναι δύσκολο να ζω με κάτι σαν θάλασσα μέσα μου. Μα και χωρίς αυτό ίσως να μην άντεχα να ζω", χαμογέλασε γλυκά κι επίμονα.
"Πότε την ένιωσες πρώτη φορά αυτή τη θάλασσα... Ή ό,τι άλλο είναι αυτό που κουβαλάς", ρώτησα και σηκώθηκα να φύγω. Οι έγνοιες μου οι καθημερινές με φώναζαν κι εγώ άλλωστε ήμουν ένας άνθρωπος που του άρεσε να σκέφτεται λογικά. Πώς παρασύρθηκα έτσι σε λόγια τέτοια;
"Όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, ίσως τότε. Όταν σκαρφίστηκα για πρώτη φορά έναν στίχο. Τώρα πια δεν τον θυμάμαι, κύλησε σαν το νερό και χάθηκε μαζί με όλους τους άλλους..."
"Πρέπει να φύγω, φίλε μου, είπα στοργικά σαν πατέρας. Κι εσύ, μην κοιτάζεις άλλο τα πλοία..."
Μου χαμογέλασε πάλι και συνέχισε να κοιτάζει τα πλοία.
Ακόμη δεν ξέρω γιατί τον αποχαιρέτισα με αυτά τα λόγια. Ίσως ήθελα να του πω να τολμήσει να δει μέσα του ό,τι είχε κι έτσι θα λυτρωνόταν. Ίσως μου θύμισε λίγο τον εαυτό μου. Μα εγώ είμαι άνθρωπος λογικός, ξέρετε, και οι έγνοιες μου καθημερινές και τα όνειρά μου είναι για όσα είναι απτά. Αξιοπρεπής με διακριτικότητα, σαν να μην αντέχω πολύ να με αγγίζει η ζωή και πάνω από όλα εγώ ποτέ μου δεν σκαρφίστηκα στίχους αν και με πάθος διάβαζα όταν ήμουν νέος. 
Παράξενος αυτός ο άνθρωπος που είχε μέσα του κάτι σαν θάλασσα κι ακόμη πιο παράξενη η συνάντησή μας και τώρα δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. Ναι, ίσως κάποτε να κοιτούσα κι εγώ τα πλοία σαν κάτι να περίμενα. Ίσως κάποτε, όταν σταμάτησα να είμαι παιδί, σκαρφίστηκα έναν στίχο, ίσως να έγραψα και ποιήμα ολόκληρο. 'Εσκισα το χαρτί ή το έκαψα κι έκανα σαν να μην έγινε τίποτα, συνέχισα τη ζωή μου. 
Ναι, ίσως να είχα κάποτε κι εγώ κάτι σαν θάλασσα μέσα μου.
Αχανές, ορμητικό, ενοχλητικό, ανικανοποίητο.  
Μάλλον το κοίμησα. 
Το ξέχασα και με ξέχασε και απορώ τώρα πως μπλέχτηκα σε σκέψεις και αναμνήσεις τέτοιες.
Μάλλον καλύτερα, φίλοι μου, που σταμάτησα να κοιτάζω τα πλοία. 
Ειλικρινά για έναν στίχο, δεν ξέρω αν αξίζει να ταλαιπωρείσαι έτσι...


Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Ο ΜΟΤΣΑΡΤ ΕΠΑΙΖΕ ΠΙΑΝΟ ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Η κυρία Μ. γύρισε στο σπίτι της. Στα χέρια της βάραιναν οι σακούλες του σούπερ μάρκετ. Την έλεγαν κυρία Μ. ή κυρία Σ. ή κυρία Π, δεν έχει τόση σημασία. Οι σακούλες θα μπορούσαν να είναι από οποιοδήποτε σούπερ μάρκετ. Αυτή η πληθώρα είναι μερικές φορές βαρετή. Όλα τόσα πολλά κι όλα ίδια. Η κυρία, ας την πούμε κυρία Μ, γύρισε λοιπόν στο σπίτι της. Ήταν απόγευμα. Ήταν κουρασμένη. Η δουλειά της, δουλειά γραφείου, δεν έχει και τόση σημασία να πούμε τι δουλειά ακριβώς. Όλες αυτές οι δουλειές γραφείου μερικές φορές φαντάζουν τόσο ίδιες. Χαρτιά και υπολογιστές, τηλέφωνα και εκνευρισμένοι συνάδελφοι ή απαιτητικοί πελάτες. Και αυτή η αίσθηση πως η ζωή σου δεν σου ανήκει, πως η μέρα σου χάνεται και κάτι σου κλέβουν. Κάτι πολύτιμο, κάτι σημαντικό, κάτι που δεν θα βρεις ποτέ ξανά. Αυτήν την αίσθηση είχε ακριβώς η κα Μ. εκείνη την ημέρα. Πως κάτι της στερούσαν. Μη νομίζετε πως το συνειδητοποιούσε ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι δεν συνηθίζουν να συνειδητοποιούν. Μόνο μια αδιόρατη αίσθηση τους κυνηγά σαν σκιά κι ύστερα δρουν χωρίς να σκέφτονται. Έτσι και η κυρία Μ. Μπήκε μέσα στο σπίτι, άφησε τις σακούλες κάτω κι όταν ένιωσε μια σουβλιά στη μέση της φώναξε.
"Ήρθα! Γιατί το σπίτι είναι άνω κάτω;". Μια κοπέλα, η κοπέλα που πρόσεχε το παιδί της έτρεξε να συμμαζέψει ένα επιτραπέζιο παιχνίδι από το πάτωμα. Στην προσπάθειά της να κάνει γρήγορα σκόνταψε και παρά λίγο να πέσει. Η κυρία Μ. εκνευρίστηκε με την άτσαλη κίνηση αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν τόσο, μα τόσο κουρασμένη.
Ο γιος της κυρίας Μ. βγήκε από το δωμάτιό του. Έτρεξε να την αγκαλιάσει. Ήταν πέντε χρόνων. Εκείνη βούλιαζε, βούλιαζε σε αυτήν την απαίσια, ακατονόμαστη αίσθηση. Η αγκαλιά του παιδιού ήταν σαν νερό που πέρασε από ανοιχτή παλάμη.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;", ρώτησε η κυρία Μ. το παιδί.
Το παιδί άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα για τη μέρα του στο νηπιαγωγείο. Η κυρία Μ. επέμεινε.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;"
Το παιδί αγνοούσε την ερώτηση και μιλούσε για τα παιχνίδια που έπαιξαν και τους δυο φίλους του που μάλωσαν γιατί ο ένας πήρε το μολύβι του άλλου.
"Έμαθες να γράφεις το όνομά σου;"
Το παιδί σταμάτησε να μιλάει και πήγε στην κοπέλα που το πρόσεχε. Σαν να ζητούσε προστασία, εκείνη όμως ήταν φοβισμένη από την κακή διάθεση της κυρίας Μ. και δεν του έδωσε σημασία.
"Ίσως να προσπαθήσετε λίγο κι εδώ..."
"Μα όταν γυρίζει από το νηπιαγωγείο θέλει να παίζει", είπε η κοπέλα με ξεψυχισμένη φωνή κι έκανε ένα βήμα πίσω.
"Να του το μάθεις παίζοντας! Δημιουργικά! Βρες τρόπο. Παιδαγωγός είσαι."
"Μάλιστα...", είπε η κοπέλα και κοίταξε το παιδί. Δεν ξέρουμε ποιος ήταν πιο τρομαγμένος.
"Και με το πιάνο τι έγινε;"
Το παιδί άρχισε να βήχει. Ύστερα άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι.
"Πρόσεχε!", φώναξε η κυρία Μ.
Το παιδί αγνόησε τη φωνή. Πήρε δύο μαξιλάρια και άρχισε να τα κουνάει. Ένα βάζο πάνω στο τραπέζι με κίτρινα τριαντάφυλλα παρασύρθηκε στη δίνη του παιδιού κι έπεσε κάτω.
"Έσπασε το βάζο!", φώναξε η κυρία Μ. Άρχισε να νιώθει απελπισία. Οι σουβλιές στη μέση της έρχονταν τώρα ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι σακούλες ήταν κάτω, δεν ήθελε να τις αδειάσει. Τα σπασμένα γυαλιά της έφεραν δάκρυα στα μάτια.
"Μην πατάς εκεί!", φώναξε πάλι. Το παιδί την αγνόησε. Λίγο μετά φώναξε κι αυτό. Η κάλτσα του μάτωσε. 
"Εσύ τι κοιτάς και δεν βοηθάς;", φώναξε η κυρία Μ. αυτή τη φορά στην κοπέλα. 
"Ναι...πού έχετε σκούπα;", ρώτησε αυτή ξεψυχισμένα. Με την άκρη του ματιού της κοίταξε το ρολόι της. Το ωράριό της είχε τελειώσει εδώ και 45 λεπτά.
"Άσε! Θα πάω εγώ. Κράτα τον μακριά από τα γυαλιά", είπε η κυρία Μ. και η φωνή της έκοβε σαν γυαλί.
Η κοπέλα χάιδεψε το κεφάλι του παιδιού. Το παιδί πονούσε αλλά ευτυχώς δεν είχε κοπεί πολύ.
Η κα Μ. ήρθε λίγο μετά με τη σκούπα κι ένα φαράσι.
"Μπορείς να μαζέψεις τα γυαλιά; Πονάει πολύ η μέση μου..."
Η κοπέλα υπάκουσε. Ο θυμός της, αυτός ο θυμός των ανθρώπων που φοβούνται πολύ τους άλλους, έγινε ένας φρικτός πονοκέφαλος.
"Δεν μου είπες τι έγινε με το πιάνο...", είπε η κυρία Μ. στην κοπέλα.
Το παιδί άρχισε να κλαίει.
"Ηρέμησε, αγάπη μου, δεν είναι τίποτα. Πάω να σου φέρω ιώδιο. Βγάλε την κάλτσα σου", είπε η κα Μ. και έφυγε. Λίγα λεπτά αργότερα γύρισε με βαμβάκι, ιώδιο κι ένα χανσαπλαστ. 
"Πέτα και την κάλτσα", είπε στην κοπέλα, που πήγε να αδειάσει το φαράσι στα σκουπίδια αλλά εκείνη δεν την άκουσε.
"Δεν μου είπες τι έγινε με το πιάνο!", φώναξε η κυρία Μ. για να την ακούσει η κοπέλα στην κουζίνα.
Η κοπέλα βγήκε από την κουζίνα χλωμή. Άρχισε να μαζεύει τα κίτρινα τριαντάφυλλα. Τα αγκάθια τρυπούσαν τα δάχτυλά της αλλά αυτό ήταν κάτι αμελητέο.
"Μα πες μου, έμαθε κανένα τραγούδι στο πιάνο;"
"Όχι", είπε η κοπέλα.
Το αγόρι πήρε το επιτραπέζιο. Έριξε τα περιεχόμενά του στο πάτωμα κι ύστερα πήγε και τράβηξε τη μπλούζα της μητέρας του.
"Έλα να παίξουμε, μαμά!"
"Όχι τώρα, αγάπη μου. Δεν βλέπεις ότι συζητάω;"
"Δεν έμαθε κανένα τραγούδι. Λυπάμαι", είπε η κοπέλα.
"Ξέρεις, διάβαζα για τον Μότσαρτ τις προάλλες. Εσύ θα ξέρεις σίγουρα μιας και έχεις σπουδάσει πιάνο. Έπαιζε πιάνο τριών χρόνων."
"Ναι, στα οκτώ του χρόνια συνέθετε..."
"Ο μικρός αγαπά πολύ τη μουσική. Το ξέρω ότι μπορεί να παίξει πιάνο. Το έχει μέσα του. Έχει πολύ ρυθμό αυτό το παιδί..."
"Πάντως δεν θέλει να του μάθω τραγούδι..."
"Μαμά, έλα να παίξουμε!", τσίριξε ο μικρός.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Ο σύζυγός της κυρίας Μ. μπήκε μέσα. Επέστρεψε από τη δουλειά του. Ελεύθερος επαγγελματίας εκείνος. Με πολλούς στόχους. Ελπίδες για ανέλιξη. Με όνειρα για κέρδη. Με ιδιαίτερη αγάπη για το χρήμα. "Δύσκολοι καιροί αλλά με δουλειά, πολλή δουλειά, θα τα καταφέρουμε", έλεγε στην κυρία Μ., όταν του παραπονιόταν πως δεν διέθετε χρόνο στην οικογένεια. Ο σύζυγος της κυρίας Μ. κοίταξε εκνευρισμένος τα νερά στο πάτωμα, τις γεμάτες σακούλες και την κοπέλα, που δεν είχε φύγει ακόμη, ενώ είχε καταστήσει σαφές πως όταν γύριζε στο σπίτι του δεν την ήθελε στα πόδια του.
"Μπαμπά!", έτρεξε το παιδί προς το μέρος του.
Εκείνος το αγκάλιασε. Είχε δύσκολη μέρα. Όλα τον τελευταίο καιρό έδειχνε πως πια δεν ήταν στόχος τα μεγάλα κέρδη που ονειρευόταν αλλά το να καταφέρει να συντηρήσει την εταιρεία του. Στο μυαλό του ένα μόνιμο μαύρο σύννεφο. Η αγκαλιά του παιδιού έφυγε γρήγορα, όπως οι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα.
Η κυρία Μ. είδε το συννεφιασμένο πρόσωπο του άντρα της. Το βλέμμα του σιγά-σιγά αγρίευε. Έτσι αγρίευε κάθε φορά που γύριζε πεινασμένός και το φαγητό δεν ήταν έτοιμο στο τραπέζι.
"Πήγαινε καλή μου... Τα λέμε αύριο. Και όπως είπαμε, προσπάθησε να του μάθεις ένα τραγούδι στο πιάνο. Ο Μότσαρτ δηλαδή τόσο καλύτερος ήταν;", είπε η κυρία Μ. και άρχισε να γελάει μόνη της με το αστείο της. Η κοπέλα βιαστικά πήρε το μπουφάν και την τσάντα της. Ήθελε να αποχαιρετίσει το παιδί μα δεν τόλμησε. Έφυγε ψαχουλεύοντας τα τσιγάρα στην τσάντα της, ονειρευόταν εδώ και ώρα τη στιγμή που θα κάπνιζε μακριά από τη κα Μ.
"Αυτό το πιάνο που έπιασε όλο το σαλόνι θα το πετάξω!", είπε ο σύζυγος της κυρίας Μ. κι ύστερα σκέφτηκε πως αν το πουλούσε θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα σε διαφήμιση για την εταιρεία του.
"Μπαμπά, να σου πω τι κάναμε σήμερα στο νηπιαγωγείο;"
"Είμαι πολύ κουρασμένος, αγόρι μου. Πήγαινε στο δωμάτιό σου να παίξεις και θα έρθω μετά", είπε ο σύζυγος της κυρίας Μ.
"Μα έτσι λες και δεν έρχεσαι ποτέ!", διαμαρτυρήθηκε το παιδί.
"Πήγαινε!", του φώναξε η κυρία Μ. και ύστερα πήγε να φέρει τη σφουγγαρίστρα για να μαζέψει τα νερά από το σπασμένο βάζο.
Το παιδί πήρε το επιτραπέζιο παιχνίδι και πήγε στο δωμάτιό του κλείνοντας δυνατά την πόρτα.
"Αυτές οι σακούλες γιατί είναι στο πάτωμα; Μόνες τους θα αδειάσουν; Κι αυτή η ματωμένη κάλτσα τι κάνει εδώ πέρα;", φώναξε ο σύζυγος της κυρίας Μ.
Ύστερα μάλωσαν πάνω από τις σακούλες, καθένας τους υποστηρίζοντας πως ο άλλος δεν καταλαβαίνει τι περνάει. Το παιδί έπαιξε μόνο του στο δωμάτιό του με το επιτραπέζιο που ήταν για άνω των δύο παικτών. Ο σύζυγος της κυρίας Μ. μετά αποσύρθηκε στο γραφείο του. Η κυρία Μ. έπλυνε τα πιάτα. Την πονούσε τόσο πολύ η μέση της. Ύστερα βοήθησε το παιδί της να κάνει μπάνιο και μετά να φορέσει τις πιτζάμες του. Του έδωσε το γάλα του και το έβαλε για ύπνο. Το φίλησε για καληνύχτα, μπορεί και όχι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το βράδυ, όταν έκανε κι εκείνη ένα καυτό ντους προσπαθώντας να καθαρίσει από πάνω της μια ακόμη τιποτένια μέρα.
Την ώρα που ο μικρός κοιμόταν βαθιά μέσα σε ένα υπέροχα διακοσμημένο παιδικό δωμάτιο και ο άντρας της διάβαζε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες για την παγκόσμια οικονομία, η κυρία Μ. είπε να χαρίσει στον εαυτό της μια στιγμή χαλάρωσης. Είχε διαβάσει πως επιβάλλεται οι εργαζόμενες μαμάδες να έχουν λίγο χρόνο για τον εαυτό τους. Έβαλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε στον καναπέ. Στο στερεοφωνικό έπαιζε Μότσαρτ. 
Η κυρία Μ. κοιτούσε το μεγάλο πιάνο και ονειρευόταν πως το παιδί της αύριο θα μάθαινε ένα τραγούδι. Ναι, αυτό ήταν κάτι που θα την έκανε ευτυχισμένη. Ναι, για τέτοιες όμορφες στιγμές αξίζουν όλες οι ταλαιπωρίες που περνάει μια μητέρα και σύζυγος.
Στην κουζίνα είχε ξεχάσει να αδειάσει μία σακούλα. Στη σακούλα ήταν το πρωινό γάλα του παιδιού. Το επόμενο πρωί θα φώναζε πανικόβλητη, όταν συνειδητοποιούσε πως το γάλα είχε χαλάσει. Μα τώρα οι νότες του Μότσαρτ χόρευαν στο σαλόνι, τα όνειρά της χόρευαν, η μέση της πονούσε κι αυτή η αδιόρατη αίσθηση πως κάτι της έκλεβαν μεγάλωνε χωρίς να το καταλαβαίνει. Σαν σκιά που σε ακολουθεί κι όταν ξαφνικά τη βλέπεις, είναι τρομακτική και είναι πολύ αργά.